«Confessiones»: Ο Ανθρώπινος Εαυτός ως Δώρο

12
1328

Τι είναι στην πραγματικότητα ο «εαυτός»; Μπορούμε να μιλήσουμε για τον «μεταφυσικό» εαυτό (self) του Καρτέσιου, του θεμελιωτή της νεότερης φιλοσοφίας, ο οποίος θεωρεί τον εαυτό ως ένα είδος αντικειμενικής, αυτογεννώμενης πραγματικότητας και επίσης αυτοθεμελιωνόμενης, που μπορεί να «αφίσταται» του κόσμου και του Θεού. Για παράδειγμα, ο Ντεκάρτ γράφει ότι, τρόπον τινά, ευρισκόμενος έξω από τον κόσμο, μπορεί να διερωτάται «υπάρχει κόσμος» στ’ αλήθεια; Περαιτέρω, το ίδιο έλεγε σχετικά και με τον Θεό: ευρισκόμενος «έξω» από τον Θεό, με ριζικό τρόπο, μπορεί να διερωτάται: «υπάρχει ο Θεός;».

Ο Ντεκάρτ κάνει το ίδιο όσον αφορά και τον εαυτό του. Διερωτάται «υπάρχω εγώ» πράγματι; Ως γνωστόν, η απάντηση που έδωσε είναι ότι, αφού δοκίμασε διάφορες ιδέες που δεν τον ικανοποιούσαν, τελικά σκέφθηκε ότι «εφόσον σκέπτομαι, είναι βέβαιο ότι υπάρχω» (cogito ergo sum). Έτσι λοιπόν, βάσισε την βεβαιότητά του για την ύπαρξή του στην «σκέψη», η οποία και πρέπει να θεωρηθεί ως η πεμπτουσία της ύπαρξης. Υπάρχω θα πει «σκέπτομαι». Για τον Ντεκάρτ λοιπόν ο εαυτός, που ταυτίζεται με την «σκέψη», είναι μια μυστηριώδης -δηλαδή μεταφυσική- πραγματικότητα, που αυτογεννάται, είναι αυθύπαρκτη, και δεν έχει ουσιωδώς παρά αυτοαναφερόμενη παρουσία.

Ο δεύτερος μεγάλος φιλόσοφος, υποστηρικτής του μεταφυσικού «ego», είναι ο Καντ. Αυτός ισχυρίστηκε ότι ο «εαυτός» είναι ακριβώς το καρτεσιανό «ego», το οποίο γνωρίζει μάλιστα διά της εμπειρίας αλλά και του ορθού λόγου. Για παράδειγμα, οι εποπτείες του χώρου και του χρόνου δεν είναι εμπειρικές έννοιες, αλλά χρειάζεται όμως η εμπειρία για να τις διαμορφώσει ο εαυτός ακριβώς ως εποπτείες.

Είναι όμως αυτή η πραγματικότητα του εαυτού για την πατερική θεολογία; Οι Πατέρες της Εκκλησίας, όταν μιλούσαν για «εγώ», αυτό εννοούσαν; Αυτό θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε στις σελίδες που ακολουθούν. Λοιπόν, όπως γνωρίζουμε από την Βίβλο, ο άνθρωπος πλάστηκε «κατ’ εικόνα» Θεού. Τι θα πει αυτό το «κατ’ εικόνα»; Λοιπόν, κατάλαβα την σημασία αυτής της φράσης, όταν διάβασα, αρκετά μετά την νεότητά μου, το βιβλίο του Αγίου Αυγουστίνου: «Confessioness» («Εξομολογήσεις»). Πρώτη φορά είδα το γραπτό ενός αγίου της Εκκλησίας που μιλά για τον εαυτό του, με κάθε λεπτομέρεια, στον Θεό. Ο Άγιος Αυγουστίνος γράφει την ζωή του, μιλώντας για αυτήν στον Θεό, ως και την παραμικρή λεπτομέρεια. Θα λέγαμε ότι στο έργο του κυριαρχεί ο «διαλογικός» χαρακτήρας του Εαυτού.

Την παρατήρηση αυτή είδα με έκπληξη ότι κάνει και ο γάλλος φαινομενολόγος φιλόσοφος Marion, ο οποίος σχολιάζει τον Αυγουστίνο. Ο ιδρυτής της Σχολής, ο Husserl, είναι ο μόνος που στην αυγή του 20ου αιώνα μιλούσε ρεαλιστικά για εαυτό. Ο Νίτσε, ως γνωστόν, δεν πίστευε ότι υπάρχει εαυτός, αλλά το λεγόμενο «εγώ» είναι στην πραγματικότητα ένα σύμφυρμα από ένστικτα, ορμές, επιθυμίες, εμμονές, σκέψεις κ.λπ., όπου συμβαίνει να ξεχωρίζει, να «διακρίνεται» παροδικά κάποιο από αυτά, και ονομάζεται «εαυτός». Ο Εαυτός είναι μια ψευδαίσθηση. Αλλά στον Χούσερλ, αντιθέτως, η αίσθηση του «εαυτού» είναι πολύ έντονη. Πρέπει να πούμε ότι δεν είναι όλοι οι φαινομενολογοι υπέρμαχοι του «εαυτού», παράδειγμα ο Χάιντεγκερ. Αλλά δεν θα σχολιάσουμε αυτό το σημείο.

Θα επιμείνουμε στον Marion, ο οποίος θεωρεί, βασιζόμενος πάντα στον άγιο Αυγουστίνο, τον εαυτό ως ένα «Δώρο». Όπως είπαμε, ο άγιος, με τρόπο ολοκάθαρο, φανερώνει στις «Εξομολογήσεις» ότι ο εαυτός είναι το αποτέλεσμα μιας «κλήσης»: προηγείται η φωνή του Θεού, η οποία καλεί στην ύπαρξη το πρόσωπο, και αυτό απαντά στο κάλεσμα του Κυρίου. Άρα, πολύ καλά οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας θεωρούν ότι «μέρος» του ορισμού του Εαυτού μας είναι ο ίδιος ο Θεός, Ο Θεός, κατ’ αυτούς, είναι πιο κοντά στον εαυτό μας από ό,τι εμείς. Είναι περίεργο, αλλά αυτό θα πρέπει να εξερευνήσουμε τώρα: πώς γίνεται να είναι ο Χριστός εγγύτερος στο Είναι μας από ό,τι εμείς;

                          ************

Αλλά ας γυρίσουμε πρώτα στις «Confessioness»: Δεν θα μπορούσε να απαντήσει κανείς στις «Εξομολογήσεις» του αγίου Αυγουστίνου παρά με εξομολογήσεις. Είναι μικρός κανείς, πολύ μικρός, τριγύρω λίγοι γείτονες, και δέντρα πολλά, δέντρα ψηλά, δέντρα θεριεμένα. Και μέσα σε αυτά τριγυρίζει ώρες και ώρες ο μικρός, μιλώντας στον Θεό. Ποιος του το δίδαξε; Κανείς. Στο σχολείο έλεγαν ένα μικρό και ταπεινό «Πάτερ ημών», μερικές φορές, είναι αλήθεια, ο πατέρας τον έπαιρνε μαζί την Κυριακή στον εκκλησιασμό, όπου δεν καταλάβαινε τίποτα από τις αρχαίες λέξεις, και όμως, από νήπιο, αναπτύχτηκε ανάμεσα στο παιδί και τον Θεό μια ειδική σχέση. Ήταν η ακατάπαυστη προσευχή- έτσι έμαθε μετά. Όχι υπό τον γνωστό τύπο της νοεράς ευχής του Ιησού, αλλά ένας ατέρμονος διάλογος, προπαντός με την Παναγία, για τα πάντα. Παναγία μου, τώρα παίζω, Παναγία μου, τώρα τρώγω, Παναγία μου, τώρα κλαίω.

Όπου κι αν πήγαινε, στην θάλασσα, στην άσφαλτο, βαθιά μέσα στο δάσος, με κόσμο ή χωρίς κόσμο, μιλούσε με τον Θεό. Δεν θεωρούσε ότι αυτό ήταν προσευχή, ήταν κάτι άλλο, μια ατέλειωτη συνδιάλεξη με τον Θεό- εκ των υστέρων όμως τον πληροφόρησαν ότι ήταν προσευχή. Ήταν φανερό ότι κάποιος τον είχε καλέσει. Ήταν φανερό ότι απαντούσε σε μια κλήση. Και όσο φαινομενικά δεν άκουγε αυτή την κλήση, τόσο και την ένιωθε πιο πολύ, και όσο πιο πολύ ο Θεός δεν απαντούσε σε τίποτα από αυτά, τόσο κι εκείνος άκουγε τις απαντήσεις. Δεν υπήρχε κανείς λόγος να προσεύχεται για να ξεθυμάνει, να θέλει να ανακουφιστεί, να θέλει να παρηγορηθεί για κάποιο βάσανο. Δεν είχε ποτέ τέτοιο χαρακτήρα η προσευχή. Δεν πρόεκυπτε από καμιά ανάγκη. Ήταν η απάντηση σε μια κλήση.

Όταν έβλεπε τους μεγάλους να λένε τα δικά τους και να μην μιλούν για τον Θεό, παραξενευόταν. Πίστευε ότι οι μεγάλοι υποκρίνονται, ότι στην πραγματικότητα από μέσα τους το μόνο που τους απασχολούσε ήταν ο Θεός, αλλά απλώς το έκρυβαν. Δεν μπορεί… Όλοι έβλεπαν τον καλογερόπαπα, τον τρανό λεβεντόπαπα που το καλοκαίρι ερχόταν στο χωριό και έβγαζε κηρύγματα. Ήταν περίεργο που ένας άνθρωπος έμεινε άγαμος για τον Θεό, και αυτό δεν μπορούσε να το εξηγήσει κανείς. Ήταν όμως η μεγάλη απόδειξη ότι όντως, αυτός δεν ντρεπόταν να φανερώσει την κλήση που θέριευε μέσα του, και απαντούσε σε αυτή. Όταν πρωτοήρθε στο χωριό έγινε σεισμός. Όλοι θαύμασαν την αγαμία του. Και την σιωπή του. Μιλούσε μόνο όταν κήρυττε. Πέραν αυτού, σιωπή.

Και ήρθε η ώρα που αυτή η ακατάπαυστη συνδιάλεξη με τον Θεό, που αποζητούσε τον δοξασμό, άρχισε βαθμιαία να φανερώνεται. Ο εαυτός ήταν ένα δώρο, ήταν μια απάντηση σε μια κλήση, που εξυπαρχής ταυτιζόταν με την Δόξα και την Επιθυμία. Η λατρεία άρχισε να μεταφράζει την ατελεύτητη συνδιάλεξη σε ομορφιά, ευρυθμία, τάξη, λαμπρότητα. Οι εικόνες μιλούσαν στον μικρό πια διαφορετικά, τα θλιμμένα, αλλά και ολόλαμπρα πρόσωπά τους, φανέρωναν μια απόκοσμη αίγλη, ο ήλιος έδυε και ερχόταν να βάψει πορφυρά το πρόσωπο της Παναγίας, οι κορδέλες της Ανάστασης και τα υφάσματα των εικόνων κινούνταν επίσημα, μεγαλόπρεπα, αλλά και με μια μοναδική άνεση. Τα κεριά υψώνονταν προς τον ουρανό, όπως κι εκείνες οι εξαίσιες κινήσεις του ιερέως μες στο ιερό, που ποτέ δεν ακουμπούσε την Αγία Τράπεζα, που δεν κάθονταν ποτέ του, που εκφωνούσε τις ευχές σαν να κάρφωνε στον τοίχο καρφιά, που εξηγούσε στον κόσμο ώρες ατέλειωτες πώς πρέπει να κοινωνήσει. Αυτός ήταν ο εαυτός. Ένα δώρο.

                               ***************

Όποιος διαβάσει τις «Εξομολογήσεις» του αγίου Αυγουστίνου θα δει τον συγγραφέα να «αναφέρει» τα πάντα στον Θεό. Αλλά η λέξη «αναφέρει» μάλλον δεν είναι η κατάλληλη, γιατί εξαρχής τα πάντα είναι του Θεού, και εμείς μιλάμε με την δική Του φωνή.

Είναι αυτό που λέγαμε για τους Έλληνες Πατέρες. Αν διαβάσει κανείς για παράδειγμα τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο θα αισθανθεί αυτό που λέγει η Γραφή: ότι είναι το ίδιο το Άγιο Πνεύμα που προσεύχεται μέσα μας «στεναγμοίς αλαλήτοις». Πως είναι δυνατόν μέσα από μας να ενεργεί ο ίδιος ο Χριστός; «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός», έλεγε ο Απόστολος Παύλος. Η παλαμική θεολογία προπαντός έδωσε έμφαση σε αυτήν την πραγματικότητα: ότι ο Θεός εργάζεται μέσα μας τις εντολές, ότι Αυτός είναι που ενεργεί μέσα από μας, ότι ακόμη Αυτός είναι που προσεύχεται μέσα από μας.

                                   *************

Τελειώνοντας, θα πρέπει να πούμε ότι η Φαινομενολογία στον 20ο αιώνα ήταν αυτή που έδωσε έμφαση, όπως είπαμε, στην έννοια του «Εαυτού». Ο Χούσερλ μίλησε αρχικά για το «εμπειρικό Εγώ», το «Εγώ» δηλαδή ως αντικείμενο στον κόσμο, ο συγκεκριμένος άνθρωπος με το συγκεκριμένο σώμα, την ιστορία, τον χαρακτήρα και την κοινωνική θέση. Αυτό το «Εγώ» στον Χούσερλ τίθεται σε παρένθεση («εποχή»), γιατί θεωρείται μέρος του φυσικού κόσμου που πρέπει να διερευνηθεί, όχι η πηγή της συνείδησης. Εν συνεχεία ο φιλόσοφος μιλά για το λεγόμενο «Υπερβατικό Εγώ», το οποίο «γεννάται» όταν εφαρμόζουμε την φαινομενολογική «αναγωγή», όταν δηλαδή αφαιρούμε τα πάντα από τον κόσμο. Αυτό που απομένει είναι το «καθαρό « Εγώ», ο υποκειμενικός πόλος κάθε εμπειρίας. Δεν είναι ένα πράγμα, αλλά το κέντρο στο οποίο εμφανίζονται όλα τα φαινόμενα. Χωρίς αυτό οι εμπειρίες μας θα ήταν απλώς ασύνδετα θραύσματα.

Ωστόσο, γρήγορα ο Χούσερλ συνειδητοποίησε ότι το Εγώ δεν είναι ένα απλό σημείο θέασης, αλλά έχει βάθος. Είναι το σημείο από όπου εκπορεύονται όλες οι πράξεις (σκέψη, βούληση, συναίσθημα). Ο Χούσερλ στο σημείο αυτό ανέπτυξε και την έννοια της «διυποκειμενικότητας». Ο επόμενος μεγάλος φαινομενολόγος, ο Χάιντεγκερ, θεώρησε, ως γνωστόν, σε εργασίες που έχουμε αναπτύξει ήδη, το «Εγώ» ως παραπροϊόν του «Ενθάδε-Είναι», ως κάτι δευτερεύον. Και παραλείποντας τους άλλους φαινομενολόγους, θα περάσουμε στον προαναφερθέντα Jean-Luc Marion, ο οποίος είναι ο πρώτος φιλόσοφος που μίλησε για τον Εαυτό αντίθετα από τον Ντεκάρτ (ότι δηλαδή δεν αυτοθεμελιώνεται μέσω της νόησης) και θεώρησε τον άνθρωπο ως αποδέκτη της θείας δωρεάς. Δεν είμαι δηλαδή εγώ που συγκροτώ τον κόσμο με την συνείδησή μου, ο κόσμος και τα φαινόμενα «εισβάλλουν» μέσα μου, και εγώ συγκροτούμαι ως εαυτός ανταποκρινόμενος σε αυτή τη δωρεά. Και προπαντός, ο εαυτός συγκροτείται όταν νιώθει κανείς ότι τον αγαπούν- και είναι ακριβώς η θεία Αγάπη που προηγείται του εαυτού και τον θεμελιώνει.

Τελειώνοντας, θα πρέπει να πούμε και λίγα λόγια για την Αναλυτική Φιλοσοφία, που στον 20ο αιώνα άσκησε τεράστια επίδραση. Θα διαλέξουμε μόνο ενδεικτικά την περίπτωση του Gilbert Ryle, ο οποίος έγραψε το γνωστό έργο του «The Concept of Mind» («Η έννοια του Πνεύματος»). Δεν συνιστά βέβαια την μοναδική άποψη εντός της Αναλυτικής Φιλοσοφίας, αλλά δείχνει αρκετά καλά το πόσο δύσκολα αυτή η Σχολή Σκέψης μπορεί να ενσωματώσει τον εαυτό. Ο Ράιλ λέγει λοιπόν ότι ο εαυτός στην πραγματικότητα δεν υπάρχει, ούτε και τα διάφορα χαρακτηριστικά που τον προσδιορίζουν. Για παράδειγμα, όταν λέμε για κάποιον ότι είναι «οργίλος», εννοούμε ότι τείνει να θυμώνει, όταν λέμε για έναν άλλο ότι είναι φιλάνθρωπος, εννοούμε ότι τείνει να κάνει καλές πράξεις, όταν λέμε για κάποιον τρίτο ότι είναι φιλάργυρος, εννοούμε ότι τείνει να μαζεύει χρήματα κ.λπ. Πρόκειται για την «συμπεριφοριστική» ερμηνεία του εαυτού, που ναι μεν έχει ξεπεραστεί, αλλά στην πραγματικότητα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επηρεάζει ακόμη αυτή την φιλοσοφία, η οποία άλλωστε έχει βρεθεί εδώ και καιρό σε αδιέξοδο.

                                          ******************

Τελειώνοντας, και μετά από όλη αυτή την έκθεση για τον εαυτό, θα πρότεινα στον αναγνώστη να διαβάσει με προσοχή το έργο του αγίου Αυγουστίνου «Εξομολογήσεις», και να απαλλαγεί από διάφορες προκαταλήψεις που κυκλοφορούν εναντίον του ιερού Πατρός. Τουλάχιστον το βιβλίο αυτό είναι ένα αριστούργημα.

  

12 Σχόλια

  1. Δεν έχω διαβάσει τις “Εξομολογήσεις” του αγίου Αυγουστίνου, αλλά νομίζω πως ο κατ’ εξοχήν εξομολογητικός Άγιος της Εκκλησίας μας, που γνωρίζει εμπειρικά την Αγία Τριάδα, τις σχέσεις των τριών Υποστάσεων μεταξύ τους, που έχει φτάσει στα “βάθη τοῦ Πνεύματος”, όπως ψάλλουμε στο απολυτίκιό του, και που ταυτόχρονα εξομολογείται τις αντιδράσεις του χαρακτήρα του απέναντι στις ποικίλες περιστάσεις της ζωής, που ομολογεί τις ανθρώπινες αδυναμίες του, ενώ ταυτόχρονα πορεύεται προς τη θέωση, είναι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.
    Ενώ ο άγιος Αυγουστίνος κάνει λάθη σχετικά με την Αγία Τριάδα, γιατί δεν την είχε γνωρίσει εμπειρικά (τουλάχιστον μέχρι τότε που συνέγραψε κάποια κείμενά του) αλλ’ από τα κείμενα των Ελλήνων Πατέρων, τα οποία όμως δεν τα καταλάβαινε πλήρως, λόγω της ατελούς γνώσεώς του της γλώσσας μας. Ο ίδιος ομολογεί πως μπορεί να κάνει λάθη κι επικαλείται την επιείκεια των αναγνωστών του αν κατάλαβε λανθασμένα κάτι από τα πατερικά κείμενα. Από τη σύγχυση που έκανε μεταξύ του “ἐκπορεύεσθαι” και του “πέμπεσθαι” (που και τα δύο μεταφράζονται “procedere” στα λατινικά), προέκυψε η παρανόηση των μεταγενέστερων λατινόφωνων θεολόγων (που τον θεωρούσαν αυθεντία) και η πλάνη του Filioque. (Κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας, τo “ἐκπορεύεσθαι” είναι το αΐδιο υποστατικό ιδίωμα του Αγίου Πνεύματος, αυτό που το διαφοροποιεί από τον Πατέρα και τον Υιό, ενώ το “πέμπεσθαι” αναφέρεται στον χρόνο, δηλαδή στο ότι το Άγιο Πνεύμα αποστέλλεται από τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος προς τον άνθρωπο και τον κόσμο στη διάρκεια της Ιστορίας. Ο άγιος Αυγουστίνος όμως θεώρησε πως η αποστολή του Αγίου Πνεύματος από τον Υιό και τον πατέρα είναι και αΐδιο υποστατικό ιδίωμά Του.) Αλλά, ενώ όσοι υποστήριξαν και επέβαλαν το Filioque είναι αιρετικοί, δεν συμβαίνει το ίδιο με τον ιερό Αυγουστίνο γιατί δεν προσπάθησε να επιβάλει τις απόψεις του.
    Εκτός από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, εξομολογητικός σχετικά με τη ζωή του και κάποιες ἐν Θεῷ εμπειρίες του είναι και ο σύγχρονός μας άγιος Πορφύριος, αλλά κι η Γερόντισσα Γαλακτία (1926-2021) της οποίας κάποιοι κοντινοί της κατέγραψαν τα λόγια όπου αναφέρεται στις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος, όπως τις γνώρισε εμπειρικά, αλλά και κάποιες εξομολογήσεις για την ἐν Χριστῷ ζωή της.

  2. Αγαπητέ Theo, ευχαριστώ για το σχόλιό σας. Πρέπει να πω ότι ο Αυγουστίνος, τον οποίο αναγνώρισε επισήμως ως Άγιο η Πενθεκτη Οικ. Συνοδος, είναι ένας από τους αδικημένους αγίους της Εκκλησίας. Αυτό φαίνεται καθαρά από το ότι π.χ. ο Χρ. Γιανναράς του αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην “Εισαγωγή στη Φιλοσοφία” του για να τον βγάλει πατέρα της Δυτικής χρησιμοθηριας, κρίνοντας με βάση το σμικροτατο κείμενο του “De utilitate credendi” (Περί της ωφέλειας της πιστεως). Και όμως, αν διαβάσει κανείς τις Εξομολογήσεις του θα δει το τελείως αντίθετο. Λοιπόν, ο Αυγουστίνος είναι ο πρώτος στοχαστής της ανθρωπότητας ( και για τον π. Φλοροφσκι δεν υπάρχει μόνο Πατερικη αγιοσυνη, αλλά και πατερικη σκέψη), που ανακάλυψε το πρόσωπο. Αυτό δεν σημαίνει ότι πριν από τον Αυγουστίνο οι άνθρωποι δεν είχαν εαυτό ή δεν σκέφτονταν, αλλά ότι ο ιερός Πατήρ ειναι ο πρώτος που στρέφει το ενδιαφέρον στην εσωτερικότητα του ανθρώπου. Βαθμιαία εξέλιξη, κρυφοί πόθοι, μυστικές επιθυμίες, υπαρξιακες αγωνίες, και συνεχής αυτοπαρατηρηση κυριαρχούν μέσα στο έργο του. Θεωρεί το ” Εγώ ” έναν απέραντο, μυστικό, σκοτεινό κόσμο, θεωρεί τον εσωτερικό κόσμο έναν γρίφο. Δημιουργησε την σύγχρονη ψυχολογική και υπαρξιακή συνείδηση. Είναι ο πρώτος που μας άφησε μια αληθινή Αυτοβιογραφία, καθώς αναλυει από την παιδική του ηλικία μέχρι την ενηλικίωση όλη του την προσωπική συνέχεια. Για να το πετύχει αυτό, επιλέγει ως κυρια μέθοδο την ” Εξομολόγηση” στον Θεό και μόνο στον Θεό, καθώς, σύμφωνα με μια ωραία ανάλυση του Marion, έχει ανακαλύψει ότι δεν υπάρχει σταθερός, αυτοδυναμος εαυτός (όπως αιώνες αργότερα ο Ντεκάρτ), αλλά ο Θεός είναι ο κυρίως τόπος του είναι μου. Ο εαυτός ως αυτοδυναμο, κλειστό συστημα, δίχως αναφορά στον Θεό δεν υπάρχει. Ο άνθρωπος δεν κατέχει τον εαυτό του. Ο άνθρωπος απλά ανταποκρίνεται σε μια κλήση. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία συνέβη ένα περίεργο φαινόμενο: ο άνθρωπος ανακαλύπτει τον εαυτό του όσο προοδευει η Χριστολογια. Για παράδειγμα, όταν δογματ’ιστηκε ότι ο Χριστός είναι Θεός, αυτό δεν έκανε ακόμη τους ανθρώπους να εμπεδώσουν το γεγονός της ανθρωπινοτητας του Χριστού. Όταν η Χαλκηδόνα απεφάνθη ότι ο Θεός Χριστός προσέλαβε αληθινά την ανθρώπινη φυση, αυτό ήταν, όπως λέγει ο π. Meyendorff, ένας σπουδαίος σταθμός, αλλά μόνο σταθμός. Τι θα πει ότι πήρε την ανθρώπινη “φυση”; Αυτό ήταν η αλήθεια, αλλά δεν είχε συντελεστεί ακόμα η ολοκλήρωση του δόγματος. Όταν δογματιστηκε ότι πρέπει να ζωγραφίζουμε τον Υιό, όπως πραγματικά ήταν, αυτό έδωσε τεράστια ώθηση στην απεικόνιση του Χριστού και την ανθρωπινοτητα του. Αλλά μόνο όταν ο Αγ. Θεόδωρος Στουδιτης δογματισε ότι ο Χριστός δεν είχε απλώς την ανθρώπινη φύση, αλλά ήταν ένα αληθινό ανθρώπινο “άτομο” (“εν ατομω), απελευθερώθηκε πραγματικά ο άνθρωπος στο Βυζάντιο. Θα ήταν αδιανόητος π. χ. ο τύπος της Παναγίας “Γλυκοφιλούσας” και αμέτρητες άλλες παραστάσεις που υμνουν τον άνθρωπο δίχως το δόγμα του Αγίου Θεοδώρου Στουδιτη. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανοησία από το να πει κανείς ότι “το Βυζάντιο καθηλωθηκε στο συμβολο”, όπως φληναφει χρόνια τώρα ο τραγικά αθεολογητος Ράμφος. Περαιτέρω, το Βυζάντιο έφθασε στην Αναγέννηση, με το Πανσέληνο κλπ, που μεταλαμπαδευσε στη Δυση, και γράφτηκαν έργα πρωιμως “Νεωτερικά”. Αν διαβάσει κανείς τα έργα του π. Meyendorff για τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, θα δει ότι συνιστούν έναν χριστιανικό “υπαρξισμο”, και επιτέλους γράφεται ένα έργο που επιτυγχάνει ξανά και ανεξάρτητα το κατόρθωμα του Αγίου Αυγουστίνου: είναι ” Η εν Χριστώ Ζωή ” του Αγίου Νικολάου Καβάσιλα. Είτε διαβάζεις Αυγουστίνο είτε Καβάσιλα είναι ένα και το αυτό. Στην Τουρκοκρατία ο Άγιος Νικόδημος μεταφράζει νεωτερικά έργα δίχως κανένα δισταγμό (Αόρατος Πόλεμος, Πνευματικά Γυμνασματα), ενώ φυσικά και ο βίος του Αγίου Σιλουανου από τον π. Σωφρόνιο είναι νεωτερικος. Σταματώ την ανάλυση εδώ. Ο, τι καλό έχει να μας δώσει η Δυση το δεχόμαστε με χαρά, αναγνωρίζοντας ότι π.χ. μέσα στην καρδιά του Αγίου Αυγουστίνου έδρασε το Άγιο Πνευμα. Αυτό είναι μια αλήθεια που προσπαθεί χρόνια τώρα να μας πει το Οικουμενικό Πατριαρχείο με τον Σεπτό Προκαθήμενο του.

    • Κάποιες παρατηρήσεις:
      Φυσικά και μας έδωσε πολλά καλά και πνευματέμφορα η Δύση: Τον άγιο Ειρηναίο της Λυών, τον άγιο Κασσιανό τον Ρωμαίο, τον άγιο Ιερώνυμο, τον άγιο Αμβρόσιο του Μιλάνου (δάσκαλο του αγίου Αυγουστίνου), τον άγιο Μαρτίνο της Τουρ, τον άγιο Βενέδικτο της Νούρσιας, τον άγιο Γρηγόριο τον Διάλογο, ένα σωρό Αγίους των Βρετανικών Νήσων, τον Φραγκίσκο της Ασίζης… Κι η Ρώμη προστάτευε την Ορθοδοξία για πολλούς αιώνες, μέχρι την τελική επικράτηση των Φράγκων εκεί (γύρω στο 1000). Σ’ αυτήν κατέφυγαν ο Μέγας Αθανάσιος, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής και άλλοι, όταν τους καταδίωκαν οι αιρετικοί αυτοκράτορες της Νέας Ρώμης. Κι όπως έγραψα στο προηγούμενο σχόλιό μου, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος εκφράζει κι αυτός μιαν εσωτερικότητα (ίσως όχι “νεωτερική”) και προηγήθηκε του αγίου Αυγουστίνου. Άσχετα με τη γλώσσα που μιλούσαν ή έγραφαν (ως Ρωμαίοι αυτοπροσδιορίζονταν και οι Έλληνες και οι Λατίνοι Πατέρες των δέκα πρώτων αιώνων, κι ο άγιος Αυγουστίνος φυσικά), όλοι οι λαοί της τεράστιας χριστιανικής πλέον Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είχαν κοινή πίστη και κοινό ήθος και τους ένωναν περισσότερα απ’ όσα τους διαφοροποιούσαν. Αυτό το ήθος και την πίστη τα αλλοίωσαν τα γερμανικά φύλα που κατέκτησαν μέρος της Αυτοκρατορίας και επέβαλαν τη δική τους φυλετική νοοτροπία, αλλότρια από τις διδαχές της κοινής και αδιαίρετης Εκκλησίας.

      Τις σχηματικές κατατάξεις και αποφάνσεις των σύγχρονων εκκησιαστικών ιστορικών (όπως το “ο άνθρωπος ανακαλύπτει τον εαυτό του όσο προοδευει η Χριστολογια”) δεν τις συμμερίζομαι. Πάντα υπήρχε η κοινωνία των αγωνιζόμενων πιστών με τον Θεό, πάντα οι φωτιζόμενοι και θεούμενοι πίστευαν ορθώς στην Αγία Τριάδα και στον Θεάνθρωπο, άσχετα αν πέρασαν αιώνες για να διατυπωθεί αυτή η πίστη σε “όρους” (δόγματα), όταν αμφισβητήθηκε από τους αιρετικούς.

      Η ρωμαλέα θεολογία του αγίου Σωφρονίου (με ακολούθους του τον μητροπολίτη Ναυπάκτου και τον υποτακτικό του π. Ζαχαρία Ζαχάρου) έχει καταρίψει τις απόψεις του Γιανναρά κι άλλων συγχρόνων μας θεολόγων που θεωρούν πως ο άνθρωπος ως πρόσωπο πραγματώνεται στην κοινωνία με τους άλλους. Για τον άγιο Σωφρόνιο, χωρίς σχέση με τον Θεό, δεν υπάρχει ανθρώπινο πρόσωπο, αυτό που λέτε δηλαδή: “Ο εαυτός ως αυτοδυναμο, κλειστό συστημα, δίχως αναφορά στον Θεό δεν υπάρχει. Ο άνθρωπος δεν κατέχει τον εαυτό του. Ο άνθρωπος απλά ανταποκρίνεται σε μια κλήση.”

      Σχετικά με τις σχηματοποιήσεις του Μάγεντορφ για τα δύο ρεύματα στη χριστιανική θεολογία (στο βιβλίο του για τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά) νομίζω πως ούτε τον Άγιο καταλαβε, ούτε την ασκητική και νηπτική θεολογία. Πολύ καλύτερα τον κατάλαβαν ο Βασίλειος Κριβοσέιν (φίλος και συμμοναστής του αγίου Σωφρονίου) παλαιότερα, κι ο κ. Γ. Μαντζαρίδης, ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης κι ο άγιος Ναυπάκτου στις μέρες μας, όπως φαίνεται από τα σχετικά βιβλία και άρθρα τους. Παρά τις κάποιες διαφορές στη μορφή, υπάρχει μια βαθιά ενότητα στην εν λόγω θεολογία.

      Όσο για τη θεολογία των εικόνων και του Θεού που έλαβε σάρκα και αγίασε την ύλη, ώστε και δια της ύλης (των ιερών λειψάνων εικόνων του αγιασμένου Άρτου και Οίνου, ύδατος και ελαίου) να σωζόμαστε, πολύ σημαντικότερα και εναργέστερα από τα κείμενα του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου είναι αυτά του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.

      Ο δε άγιος Νικόδημος δεν μετέφρασε απλώς τον Αόρατο Πόλεμο και τα Πνευματικά Γυμνασματα αλλά τα διασκεύασε επί το ορθόδοξον και πρόσθεσε πάρα πολλά, όπως έχουν αποδείξει οι Εμμ. Φραγκίσκος και Κ. Παπουλίδης, κάτι που μάλλον αγνοούσε ο Χρ. Γιανναράς (βλ. και το άρθρο μου https://antifono.gr/%CE%BF-%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%BF-%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B9-%CE%B7-%CF%80%CE%BD%CE%B5/, σημ. 2).
      Ας μην επεκταθώ περισσότερο.

  3. Θα ήθελα να προβώ σε κάποιες επισημάνσεις, αγαπητέ φίλε Theo. Η ιδέα ότι δεν υπάρχει πατερικη σκέψη, και ότι η θεολογία μένει στασιμη, δεν με βρίσκει καθόλου συμφωνο. Πρώτα πρωτα, αν ανατρέξουμε στον πρώιμο χριστιανισμό και τις κατακόμβες, θα δούμε ότι απουσιάζει πλήρως το σημείο του Τιμίου Σταυρου, γιατί θεωρουντσν από τους χριστιανούς ακομα φονικό όργανο. Φυσικά απουσιάζει και η τιμή προς την Θεοτόκο πλήρως, σε σημείο μάλιστα που ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος φθάνει να την επιτιμα πολυ. Ο π. Φλοροφσκι γράφει ότι δεν μπορεί να δώσει άλλη εξήγηση για αυτό παρά το ότι ο Χρυσόστομος ανήκει στην Σχολή της Αντιόχειας. Ναοί με την μετακωνσταντινεια έννοια δεν υπήρχαν, ενώ και η τιμή των Αγίων δεν είχε τον ίδιο χαρακτήρα με αργότερα. Πριν τον Κωνσταντίνο η έμφαση δινόταν στο ότι ο Θεός δοξαστηκε μέσω του μαρτυρίου τους, μετά η τιμή αποδίδεται στον Άγιο, για διάφορους λόγους, επικεντρωμένη περισσότερο στο πρόσωπό τους. Αυτά τα εξηγεί πολυ ωραία ο π. Σμεμαν στο βιβλίο του “Η Εκκλησία Προσευχομενη”, που είναι μια εισαγωγή στην λειτουργική θεολογία. Η πρώτη θεολογία που υπήρξε ήταν αυτή του ” Ιουδαϊκοχριστιανισμου”, πριν την συνάντηση με τον Χριστιανισμό, για την οποία η Αποστολική Διακονία έχει εκδώσει ένα ωραίο βιβλίο, του Ντανιελου ( με εισήγηση του ειδικού σε αυτά Μητρ. Χρυσ. Σαββάτου). Φθάνουμε τώρα στην συνάντηση με τον Ελληνισμό, που έθεσε νέα ερωτήματα στην Εκκλησία, τα οποία μπορούσαν να απαντήσουν άνθρωποι που γνώριζαν βαθιά την ελληνική σκέψη. Το Άγιο Πνεύμα, όπως δεν αλλάζει τον χαρακτήρα των Αγίων, δεν αλλάζει και την σκέψη τους. Ακόμη και τα ευαγγέλια είναι λάθος να πιστεύουμε ότι γράφτηκαν καταργώντας την προσωπικότητα των συγγραφέων τους (εξ ου και οι χίλιες δυο διαφοροποιήσεις). Φθάνουμε στον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος ήξερε από ζωσα πείρα, όντας θεοπτης, ότι ο Χριστός ήταν Θεός. Ωστόσο, χρησιμοποιουσε μεν βιβλικά χωρία, άλλα τόσα χρησιμοποιουσε και ο Άρειος (με πρώτο και καλυτερο το “και Θεός ην ο Λόγος”, καθώς οι Νεοπλατωνικοι πίστευαν ότι μετά τον κυρίως Θεό υπήρχε ένας δευτερεύων Θεός, ονόματι ” Λόγος “). Ήταν φανερό ότι ο Αθανάσιος έπρεπε να αναπτύξει ” σκέψη “. Εξ ου και το καταλυτικό επιχείρημα του ήταν το ότι, αν ο Χριστός δεν ήταν Θεός, δεν θα μπορούσαμε να σωθούμε. Δίχως πατερικη σκέψη δεν θα κυριαρχούσε ο Χριστιανισμός, αφου κανείς δεν θα ήξερε ποιος ήταν στ αληθεια θεοπτης. Την πιο ελληνική σκέψη είχε ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, που π. χ. στο έργο του “Κατά Ειμαρμενης” διέλυσε την αστρολογία χρησιμοποιώντας, θα λέγαμε, μια τελείως ελληνική μέθοδο. Ελληνική είναι και η μέθοδος που χρησιμοποιεί και στο μείζων έργο του “Λόγος Κατηχητικός ο Μέγας”, αφού, όπως ο ίδιος λέγει, απευθύνεται και σε ειδωλολάτρες. Οι Καππαδόκες στοχαστηκαν, έχοντας αγιοπνευματικη πείρα βέβαια, για να δημιουργήσουν την έννοια του προσώπου- δεν δανείστηκαν μόνο ορολογία από τον Ελληνισμό, αλλά και παιδευση νοος- γι αυτό δεν θεολογουν όλοι οι θεοπτες. Σταματώ την ανάλυση μου προς ώρας εδώ. Συν Θεώ θα επανέλθω, γιατί μένουν αδιευκρίνιστα ζητήματα. Ευχαριστώ.

    • Μα, δεν ισχυρίστηκα πως δεν υπάρχει πατερική σκέψη ή πως η θεολογία παραμένει στάσιμη, αλλά πως υπάρχει βαθιά ενότητα στην πατερική θεολογία. Όσοι τη βλέπουν εξωτερικά, όσοι μένουν στη μορφή και στην ορολογία, δεν το καταλαβαίνουν αυτό. Και οι απλοί, αγράμματοι Πατέρες του Γεροντικού και ο Μέγας Αθανάσιος και οι Καππαδόκες Πατέρες είχαν τις ίδιες αγιοπνευματικές εμπειρίες αλλά τις εξέφραζαν διαφορετικά ο καθένας, ανάλογα με τα τάλαντά τους, το περιβάλλον, την θύραθεν (ή μη) παιδεία τους. Άλλο η μέθοδος γραφής και η ορολογία, κι άλλο ο πυρήνας της πίστεως (που είναι κάτι εμπειρικό κι όχι διανοητικό). Αυτός ο πυρήνας είναι ο ίδιος σε όλους. Με βάση αυτόν, οι εν λόγω Πατέρες χρησιμοποίησαν μεν την ελληνική φιλοσοφική ορολογία αλλά κατακεραύνωσαν την αρχαία ελληνική φιλοσοφία (στην πλειονότητά της τουλάχιστον). Κι είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Μ. Βασιλείου που προτρέπει τους νέους να μελετούν την αρχαία ελληνική ποίηση που διδάσκει την επιλογή του αγαθού στη ζωή κι όχι τη φιλοσοφία που μπορεί να οδηγήσει σε πλάνες.

  4. Φίλε Theo, σε αυτό το σημείο συμφωνούμε απολύτως Είτε είσαι στην Αγια- Σοφιά είτε στο πιο ταπεινό ξωκλήσι ο ίδιος Θεός είναι που προσκυνάς. Στους Αγίους το Ένα Άγιο Πνεύμα χορηγεί την ενότητα της πίστης. Συγχαρητήρια και για τις μελέτες σας στον Άγιο Νικόδημο και τα ψυχωφελεστατα συγγράμματα τους. Ομολογώ ότι είχαμε έναν γόνιμο διάλογο. Σας ευχαριστώ θερμά.

  5. Αγαπητε κ. Ιωάννου, αγαπητέ Theo ευχαριστούμε για τη συνεισφορά σας.

    Τόσο το κείμενο του κ. Ιωάννου όσο και η μεταξύ σας συζήτηση μας δίνουν αφορμές να προσεγγισθούν σημαντικά θέματα της νεώτερης θεολογίας και, ιδιαίτερα, της ανθρωπολογίας. Θίγονται πολλά θέματα που θέτουν ακόμη περισσότερα ερωτήματα, όπως τό περί της νεώτερης απολυτοποιημένης καταδίκης του ιερού Αυγουστίνου ως πηγής παντός κακού στη Δύση.

    Άρχισα, ωστόσο, να γράφω αυτό το κειμενάκι, μετά τα δύο πρώτα σχόλια, και το θέμα που ήθελα να θίξω έμοιαζε να μη είναι κεντρικό στη συζήτηση, ενώ σε μένα εμφανιζόταν απολύτως σημαντικό. Στη συνέχεια των δεύτερων σχολίων επιβεβαίωθηκε η σημασία του.
    Είναι λοιπόν η κατανόηση του “εαυτού” στην Ορθόδοξη Εκκλησία μια θεμελιωδώς εξελικτική διαδικασία;

    Είναι πάντα δύσκολο να αναπλάσουνε το όλον της ιστορικής πραγματικότητας μέσω της αναφοράς σε μερικά πρόσωπα η κάποια μεμονωμένα γεγονότα. Η δυσκολία αυτή μεγενθύνεται εάν αυτά τα μεμονωμένα πρόσωπα η γεγονότα εξετασθούν εν απουσία των συνθηκων μεσα στις οποίες αυτά εμφανίζονται. Ακόμη περισσότερο, η δυσκολία κατανόησης της ιστορικής εκφάνσεως πνευματικών και θεολογικών φαινομένων κορυφώνεται εάν απολυτοποιήσουμε κάποιον σύγχρονο ιστορικό του δόγματος ή μια ερμηνευτική σχολή.
    Εξάπαντος δεν έχουμε ιστορική ανάπτυξη της χριστιανικής ανθρωπολογίας, αλλά εξέλιξη της δογματικής της διατύπωσης. Η θεολογία δεν μένει στασιμη αλλά ούτε αλλάζει. Εάν χαρακτηριζόταν από στασιμότητα θα ήταν νεκρή αλλά και εάν θεωρήτο μεταβαλόμενη θα κατηργήτο η μόνη εξ αποκαλύψεως σταθερά στον κόσμο. Αυτός που είναι ο Ων, ο Ήν και ο Ερχόμενος.

    Η θεολογία είναι σταθερή και ζωντανή. Όχι στάσιμη. Οι διαφορετικές φιλολογικές μορφές γραφής που βλέπουμε να εξελίσσονται στην ιστορία έχουν μια σχετική μόνο αξία.

    Για να το πω με ένα παράδειγμα, ο άγιος ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, δεν έχει μικρότερη κατανόηση του “εαυτού” από τον αγ. Συμεών το Νέο Θεολόγο, ασχέτως αν τελευταίος δίνει κάποιες αναλυτικότερες εξομολογητικές περιγραφές.

    Δεν συμφωνώ λοιπόν ουδόλως με τη διατύπωση κατά την οποία “όταν δογματίστηκε ότι ο Χριστός είναι Θεός, αυτό δεν έκανε ακόμη τους ανθρώπους να εμπεδώσουν το γεγονός της ανθρωπινότητας του Χριστού”.

    Σύντομα αναφέρω δυο λόγους:
    Α. Στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο η Θεότητα του Χριστού δεν προβάλλεται αποκομμένα από την ανθρωπινοτητά Του. Το επιχείρημα ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός έχει ισχυρότατο ανθρωπολογικό χαρακτήρα. Δεν διακηρύσσεται μόνο η Θεότητα του Χριστού, αλλά φανερώνεται η “φύση” της ανθρώπινης φύσης! Πλήρως!
    Β. Ο Μ. Αθανάσιος, που πρωτοστατεί στη Α’ Οικουμενική Σύνοδο («όταν δογματίσθηκε ότι ο Χριστός είναι Θεός») είναι μαθητής καί βιογράφος του Μεγάλου Αντωνίου, ενός εκ των καθηγητών της βαθειάς ανθρωπολογίας που ανακαλύπτουμε στις απλές διηγήσεις του Γεροντικού. Η ασκητική ζωή και ο απλός λόγος του 4ου αιώνα δεν περιγράφει μια αναλυτική θεωρία, αλλά φανερώνει την ίδια ανθρωπολογία με τον άγιο Σωφρόνιο Σαχάρωφ του 20ου αιώνα.

    Η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος ή ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής δεν κάνουν νέες ανακαλύψεις με την έννοια των σύγχρονων επιστημονικών ανακαλύψεων που εξελίσσουν τη γνώση μας, αλλά βεβαιώνουν την άπαξ παραδοθείσα πίστη που αμφισβητείται από την αίρεση.

    Οι διαφοροποίησεις στη γραφή περί ανθρώπου και οι διευκρινήσεις των Συνόδων και των μεγάλων Πατέρων περί του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού παρουσιάζουν φυσιολογικά νέες μορφές μέσα στους αιώνες και τις χιλιετίες, που μπορούν να βοηθούν τους πιστούς. Η πίστη ωστόσο διακρίνει την αναλλοίωτη Αλήθεια σ’ αυτές τις μορφές.

  6. Αγαπητέ και σεβαστέ π. Γεώργιε, αγαπητέ κ. Ιωάννου,
    Σας ευχαριστώ για τον γόνιμο διάλογο που φώτισε αρκετά σημεία της ορθόδοξης θεολογίας αλλά και της αποτίμησής της από τους σύγχρονούς μας ακαδημαϊκούς θεολόγους από τη μια και της συνειδησης της Εκκλησίας μας από την άλλη,

  7. Αγαπητέ και σεβαστε π. Γεωργιε, την ευχή σας. Σας ευχαριστω για την συμβολή σας στη συζήτηση. Περιμένουμε με αδημονια την έκδοση του έργου σας για την Αγία Τριάδα. Να εύχεσθε τόσο για μένα, όσο και για τον αγαπητό αδελφό Theo.

  8. Βασικό πρόβλημα γενικώς και ιδιαίτερα της εποχής μας είναι ο περσοναλισμός. Ο θνητός φαντασιώνεται ότι το ειδεχθές προσωπείο που απέκτησε από την περιπλάνηση «εις τα κάτω», ο «πολύτιμος» «εαυτός» του, είναι πρόσωπο και επίσης φαντασιώνεται διαπροσωπικές σχέσεις μέσα στην Αγία Τριάδα και μεταξύ ανθρώπου και Αγίας Τριάδος. Η κλήση όμως είναι «ώστις θέλει οπίσω Μου ελθείν απαρνησάθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω Μοι». Από τα κληρονομικά που μας κουβάλησε το όποιο DNA μας, από το τυχαίο περιβάλλον που μεγαλώσαμε και από τις όποιες επιλογές μας, διαμορφώθηκε ο μέγας «εαυτός» μας, η πολυτιμότερη «ουσία» του σύγχρονου θνητού. Η κλήση είναι να θυσιάσουμε τον «πολύτιμο» «εαυτό» μας, να πεθάνουμε -εξού και Βάπτισμα κι όχι ράντισμα- ώστε να ανοίξει χώρος στην καρδιά, ώστε να καθαριστεί η καρδιά, να μηδενιστεί, να πεθάνει το τάχα πρόσωπο, το ειδεχθές προσωπείο, για να μπορέσει το παντοδύναμο «αδύναμο» Βρέφος, που κουρνιάζει στις καρδιές των βαπτισμένων, να τραφεί και να αναπτυχθεί εις άνδρα τέλειο, ώστε να γίνει πραγματικό βίωμα το «δεν ζω εγώ αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός». Τότε ο θνητός που αρχικά διαθέτει μόνο την υποστατική αρχή, το αυτεξούσιο να διαλέγει σε ποιόν θα επιτρέπει να μπαίνει στη καρδιά του, γίνεται πρόσωπο, κατηκοιτήριο του Χριστού, κατοικητήριο της Αγίας Τριάδος. Αλλά η εποχή μας απεχθάνεται τη Μετάνοια, το θάνατο του «εαυτού» και επιλέγει τον Χριστό χωρίς τον μπελά του Σταυρού, ΧΞΣτ. Και ο σταυρός που καλείται να άρει όποιος αποφασίζει να ακολουθεί τον Χριστό δεν είναι ο πόνος που προκαλούν όσα θλίβουν και συνθλίβουν τον «εαυτό», ο αρχικά είναι και αυτός, αλλά κυρίως είναι ο πόνος του Εσταυρωμένου, ο πόνος της προσευχής υπέρ της σωτηρίας του Κόσμου, ο πόνος του «γεννηθήτω το θέλημά Σου». Το μοναδικό με την Υπεραγία Θεοτόκο δεν είναι η σωματική Της αειπαρθενία, αλλά η καρδιακή Της αειπαρθενία, ότι δεν κληρονόμησε και δεν επέτρεψε η Ίδια της να δημιουργηθεί μέσα Της αυτό το ειδεχθές προσωπείο, ο ταλαίπωρος «εαυτός».

  9. Αγαπητέ Dipa, πρέπει να προσέχουμε πολύ τι λέμε σήμερα. Ότι ο εαυτός είναι μια ψευδαίσθηση είναι βασική θέση του Βουδισμού, ο οποίος μας λέγει ότι με τον θάνατο επέρχεται και η διάλυση της συνείδησης στο σύμπαν. Περαιτέρω, η νευροεπιστήμη ισχυρίζεται τα ίδια, καταργώντας στην ουσία και την ηθική: το ότι π.χ. εμπνέομαι ηθικά από το παράδειγμα του Αγίου τάδε αποτελεί απλώς συνεπαγόμενο της έγκρισης από τον εγκέφαλο ή γενικά το σώμα της ουσίας τάδε. Η Φαινομενολογία κάνει καλή δουλειά με τον Dan Zahavi ενάντια σε αυτές τις απόψεις, αλλά κρίνω ότι η δουλειά του Marion είναι πολύ ανώτερη. Αυτά για τον εαυτό.
    Όσον αφορά τον “Περσοναλισμο” στην Ορθόδοξη Θεολογία (δεν μιλάμε εδώ για το δυτικό φιλοσοφικό ρεύμα με αυτό το όνομα), έχουμε πια έναν θεοφόρο Πατέρα της Εκκλησίας, που τον υποστηρίζει πλήρως. Είναι ο προσφάτως ανακηρυχθείς Άγιος Δημήτριος Στανιλοάε, που προπαντός στα βιβλία του “Θεολογία και Εκκλησία” και “Δογματική, τόμος 1, μιλά για την Αγία Τριάδα ως “διάρθρωση υπέρτατης αγάπης”, για την κλήση του ανθρώπου να ζήσει μια ζωή ανάλογη κατ’ αυτό κλπ. Για τις λεγόμενες “διαπροσωπικές σχέσεις” μέσα στην Αγία Τριάδα γίνεται πολύς λόγος στην Δογματική του (υπάρχει και ο όρος “αλληλοπεριχώρησις). Περαιτέρω, με αυτά που λέτε καταλύεται πλήρως η Υποστατική Αρχή του Αγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ, δηλαδή, παντελώς αντίθετα με τον Βουδισμό -το λέει ρητά- στον χριστιανισμό η υπέρτατη αρχή του Είναι Προσωπική. Αυτό, γράφει, του έθεσε υπόψη του ο Θεός με το βιβλικό χωρίο “Εγώ ειμί το Ον”, πράγμα που τον έκανε να θρηνεί επί χρόνια γοερά για το ότι τον είχαν ένα διάστημα γοητέψει τα ανατολικά θρησκεύματα. Αυτό που εννοεί ο Κύριος με το απαρνησάσθω “εαυτόν” είναι φυσικά ο “παλαιός άνθρωπος”, που πρέπει να γίνει φορέας της αγιοπνευματικής χάρης.
    Τέλος, για την διαφορά προσωπείου και προσώπου, έχουμε την περίφημη εργασία ” Από το προσωπείο εις το πρόσωπο “, του μακαριστού πλέον Μητρ. Ιω. Ζηζιουλα. Ο όρος Πρόσωπο (ή Υπόστασις) πήρε εντελώς νέο χαρακτήρα στους Πατέρες.
    Μπορώ να σας παραπέμψω για την διδασκαλία του Αγίου Δημητρίου Στανιλοαε περί Αγίας Τριάδος σε σχετική αναλυτική εργασία μου στο Αντιφωνο.
    Ευχαριστώ.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ