Είναι νύχτα. Κι όμως έχεις πολλούς λόγους για να είσαι χαρούμενος. Εδώ είναι ο Ναός, μέσα στον οποίο τελείται αυτή την ώρα η φριχτή θυσία. Κάπου διάβασες πως η Ευχαριστία δεν είναι πραγματική θυσία, γιατί ποιος θέλει να υποχρεωθεί τόσο πολύ, ώστε να χάσει κάποιος τη ζωή του για αυτόν- αλλά αυτή η σκέψη ηχεί σαν η έσχατη ανοησία. Ναι, αγαπώ την Ευχαριστία, γιατί πράγματι σφαγιάζεται ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου- κι η μητέρα μου, όταν με γέννησε, έκανε μια θυσία. Με έφερε στον κόσμο. Και ο Κύριός μου με φέρνει κι αυτός τώρα στον κόσμο, ξανά μέσα στον κόσμο, μυριάδες φορές πιο πολύ. Αγαπώ τον Κύριό μου γιατί είναι μέσα στον κόσμο.
Μα τι περίεργο! Έχω ακούσει χιλιάδες φορές στο Κατηχητικό ότι εμείς δεν είμαστε κόσμος, μην αναμιγνύεσαι με τον κόσμο και τα εν τω κόσμω- μας τα έχουν πει αυτά χιλιάδες φορές, αλλά κανείς δεν είπε «μηδε χαίρειν αυτοίς λέγειν». Είναι διαφορετικό, άλλο πράγμα να μην αναμιγνύεσαι με τον κόσμο, κι άλλο «μηδέ χαίρειν λέγειν αυτώ». Και το πιο περίεργο συμβαίνει όταν είναι ο ίδιος ο κόσμος που σε πετά απέξω, που δεν σε θέλει, κι ας είσαι μικρός, που δεν σε καταλαβαίνει. Τότε, ποιος θα κερδίσει τον αγώνα, εμείς ή ο κόσμος;
Το δάσος είναι καλός φίλος. Το καλοκαίρι, όταν είσαι μικρός, μπορείς βέβαια να φέρεις το γύρο του χωριού καταμεσήμερο, όταν κοιμούνται όλοι, μα ακόμα πιο ωραίο είναι να γυρνάς στα μονοπάτια του δάσους, δρόμοι που δεν οδηγούν πουθενά – έτσι τα ονόμασε ένας σπουδαίος φιλόσοφος. Και τώρα που μιλάμε, πρέπει να αναφέρουμε ότι πρέπει να είσαι πολύ μικρός για να διαβάζεις Φιλοσοφία. Πού μπορείς να τη βρεις; Πολύ απλά, περνάνε πολλοί πλανόδιοι βιβλιοπώλες. Και είναι παράξενο ότι παιδί σχεδόν και καταλαβαίνεις όλο τον Νίτσε, όλο τον Φρόυντ κ.λπ. Μετά την Λειτουργία Νίτσε, όσο ο Νίτσε λέει ότι ο Θεός πέθανε, εσύ αγαπάς πιο πολύ τον Θεό, αλλά περιέργως, μαζί με τον Νίτσε.
Διάβάζεις αχόρταγα όλον τον Νίτσε, γιατί πρέπει να διαβαστεί ολόκληρος- τίποτε σε αυτόν δεν σε σκανδαλίζει, τίποτε δεν σε σοκάρει, μολονότι τα καλοκαίρια οι πιο ωραίες σου στιγμές είναι οι Παρακλήσεις τον Δεκαπενταύγουστο. Δεν πρόκειται για μια απλή ακολουθία, κι ας την θεωρούν κάπως δευτερεύουσα. Τι μεγαλοπρέπεια να ψέλνουν όλοι μέσα στο Ναό, και προπαντός οι γυναίκες, κείνα τα θεσπέσια τροπάρια, πώς τυχαίνει και ο δύων ήλιος πέφτει γλυκά πάνω στο πρόσωπό της Παρθένου, πώς ξέρουν και τα φυσικά στοιχεία τι πρέπει να φωτίσουν και τι να αφήνουν άφεγγο. Κι είναι ωραίο όταν ο καλύτερός σου φίλος, μια που τώρα έμαθε να ψέλνει, να ανεβαίνει πάνω στο ψαλτήρι, για να αποσπάσει αμέτρητους επαίνους μετά, και να έρχεται ο άγιος άνθρωπος κατόπιν, ο μέγας ιεροκήρυκας, για να αντιμετωπίσει τις αιρέσεις- πρώτη φορά ακούσαμε ότι υπάρχουν πεντηκοστιανοί.
Η ίδια φλόγα για τον άγιο ιεροκήρυκα μένει όταν βαθμιαία έφθασες στην αθεΐα- ναι, θα είναι σωστός ο όρος να την ονομάσεις «εφηβική». Και να βρίζεις τον Θεό, νύχτα μέρα, γιατί η καταστροφή επήλθε- όταν το εξομολογήθηκες αργότερα, ο πνευματικός το προσπέρασε. «Μα, Γέροντα, τόση βλασφημία μπορεί να συγχωρεθεί; Δεν είναι δύσκολο;». Κι ο άγιος πατέρας: «δεν είναι απλώς δύσκολο, είναι αδύνατο. Ωστόσο το έκανε τόσο εύκολο το Αίμα του Χριστού». Και η συμβουλή: «Ό,τι εξομολογήθηκες, έσβησε. Μην το ξανασκεφθείς. Δεν υπάρχει πια».
*************
Όμως, ενώ σε πέταξε ο κόσμος, εσύ πέταξες τον Θεό. Κι ήταν το μοναδικό σου αποκούμπι. Το νόημα του κόσμου άρχισε να χάνεται. Δεν υπήρχε πια σάρκα, δεν υπήρχε σώμα, ως κι η θάλασσα δεν ήταν πια η αρχαία ηδονή. Έσβησε και η ψυχή, ο νους δεν ήξερε τι να σκεφθεί, γιατί για να σκεφθείς πρέπει να είσαι κάποιος, και συ είσαι κανένας. Μέσα στο δάσος, περπατά ένας κανένας. Εντάξει ο Νίτσε, αλλά να σε εγκαταλείψει και ο Ναός; Η Λειτουργία;
Και πάνω στην τρομερή εγκατάλειψη, που έφτανε στην τρέλα, το μέγα δώρο: το Όνομα του Ιησού. Το υπέρ παν όνομα. Έχουν πει πολλά κάποιοι ειδικοί, ότι δεν υπάρχει εαυτός, ότι είναι μια αυταπάτη, ότι κι η συνείδησή μας καλό θα ήταν να διαχυθεί στον κόσμο- έλα όμως που το όνομα του Ιησού, εκεί στο τίποτε, εκεί στον κανένα, δεν δίνει απλά νόημα, αλλά πληρότητα ζωής. Βάζεις σημάδια στο δάσος, από αυτό το δέντρο μέχρι το άλλο θα λέγω την ευχή, μετά θα σταματήσω για λίγο, και μετά πάλι από το ένα δέντρο μέχρι το άλλο- έτσι κυλούσε όλη η διαδρομή. Δεν μπορείς να το εξηγήσεις, δεν μπορείς να το αναλύσεις. Αλλά με το όνομα αυτό, το Υπέρ Παν Όνομα και ο ναός και η γλυκιά παράκληση και η τρομερή Θυσία της Λειτουργίας, κι η Παναγιά- όλα ξανάρχονται με μια ήπια, γλυκιά δύναμη. Έχεις αρχίσει πια να κάνεις υπακοή στον Γέροντα, γιατί φρόντισε ο κόσμος να τελειώσει για σένα. Παρά τις συμβουλές, η ώρα της πλήρους κένωσης, αδειάσματος του εαυτού επανέρχεται, προπαντός μέσα στο δάσος- εκεί μου είπε ένας ασκητής στο Αγιονόρος μαζεύονται οι πειρασμοί-, και τότε αρχίζει ήρεμα, γλυκά το Υπέρ Παν Όνομα.
Είχα διαβάσει το βιβλίο για τον περίφημο ρώσο προσκυνητή, που περιδιάβαινε όλα τα μοναστήρια, λέγοντας ενδιάμεσα την ευχή του Ιησού, ώσπου πια αυτή άρχισε να λειτουργεί μόνη της μέσα του. Σε μένα κάτι τέτοιο δεν συνέβη, ξέρω όμως, ότι γυρίζοντας από τον κόσμο, ερχόταν ξανά το χαμόγελο, και ότι ο Κύριος της Ζωής είναι ο Νικητής του Θανάτου. Νικήθηκε ο θάνατος με τον δικό Του θάνατο. Και το Όνομα του Ιησού άρχισε πια μόνο Του να σε συνοδεύει, στις μεγάλες στιγμές, τις δύσκολες στιγμές- η συμβουλή του Γέροντα πάντα ίδια: «Προσευχούλα».
***********
«Γέροντα, γιατί, όταν ζητώ από τον Θεό κάτι δεν μου το δίνει, ενώ όταν έρχομαι σε σας και σας βάζω να το ζητήσετε, ο Θεός το δίνει;», ρώτησα. Ο Γέροντας απαντούσε: γιατί το ζητούμε από τον Θεό διαβάζοντας μια ευχή «επί τούτου». Βαθμιαία ο εαυτός άρχισε να ανασυγκροτείται, και προπαντός κείνο το παράξενο κενό στο μέγα αφήγημα του εαυτού, κείνη η παράξενη ασυνέχεια στο τι έχω ζήσει και τι όχι, εξαφανίστηκε. Ο Νίτσε πίστευε ότι δεν υπάρχει εαυτός, αλλά εγώ, χωρίς να τον έχω ακόμα απαρνηθεί, άρχισα να βρίσκω τον εαυτό μου. Είχα συνηθίσει τους ξυλοδαρμούς και όταν αυτοί τελείωσαν, άρχισα να δέρνω ο ίδιος τον εαυτό μου. Πώς; Είχα διαβάσει ότι ένας άγιος σε καιρό πειρασμού, χτύπαγε τον εαυτό του. Μα ο πειρασμός αντί να φεύγει, σε μένα μεγάλωνε. Κατόπιν διάβασα ότι ένας άλλος άγιος, όταν αφαιρούνταν ο νους του προπαντός στην Θεία Λειτουργία, χτύπαγε και αυτός το πρόσωπό του. Το μιμήθηκα κι αυτό. Συνηθίζει κανείς και την ίδια την κακοποίηση. Όταν το ανέφερα στον Γέροντα, πιστεύοντας ότι θα μου δώσει τα εύσημα για τον μεγάλο, όπως πίστευα, αγώνα μου, εκείνος μου απάντησε: «Θα σταματήσεις υπό οιεσδήποτε συνθήκες να χτυπάς τον εαυτό σου. Την ευχούλα. Αρκεί.» Αυτό έγινε, όπως κατάλαβα σύντομα από ένα βιβλίο που μου έδωσε ο Γέροντας για την περίπτωσή μου, γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ευαίσθητος και τρομάζει με τέτοια πράγματα.
Κι έτσι το Όνομα του Ιησού νέκρωσε μέσα μου την κακοποίηση. Ήταν απίστευτο. Μια ζωή χριστιανική δίχως παίδεμα, δίχως ξυλοδαρμό. Αισθάνθηκα το σώμα να μου δίνεται ξανά, λίγο λίγο οι αισθήσεις να ζωντανεύουν, πήρα πίσω βαθμιαία την συνέχεια του εαυτού, και, ναι, μπορούσα πια να πω ποιος είμαι. Νόμιζα ότι αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ, χαιρόμουν που και ο Νίτσε είχε ανακαλύψει ότι δεν υπάρχει εαυτός, αλλά να, που έβλεπα τον αγαπημένο μου φιλόσοφο να καταρρέει. Αλλά σεβόμουν τον αγώνα του, γιατί για το γλυκύτατο Όνομα του Κυρίου μας Ιησού δεν είχε πει τίποτα κακό. Ο Νίτσε σεβάστηκε το Όνομα.
Κι ήρθε η ώρα της φοβερής απαγόρευσης. Κείνο το βιβλίο που μου έδωσε ο Γέροντας, με υπογραμμισμένα πάνω τι έπρεπε να προσέχω, έλεγε ότι δεν πρέπει να λέω πάντα την ευχή του Ιησού. Υπάρχουν περιπτώσεις, διευκρίνιζε ο άγιος Πατέρας που το έγραψε, πως όταν λέμε με τρόμο την ευχή, ο φόβος μεγαλώνει και εσωτερικεύεται ακόμη περισσότερο, οπότε καλύτερα να μην λέω για ένα διάστημα τίποτε. Απίστευτο. Ο Θεός με άφηνε να ενηλικιωθώ. Το βιβλίο έλεγε ότι μπορεί να αναπτυχθεί αρρωστημένη εξάρτηση ακόμη κι από τον ίδιο τον Θεό! Ο Θεός δεν το θέλει αυτό. Βέβαια, πάντα μας βοηθά, πάντως αυτήν την εξάρτηση δεν την θέλει. Τότε, αντί να πεις «Κύριε Ιησού ελέησόν με», μπορείς να πεις «Κύριε Ιησού δόξα σοι». Και να αδιαφορείς για ό,τι συμβαίνει.
Πήρα τον εαυτό μου πίσω, αλλά δεν ήταν καθόλου ο εαυτός της αυτοπραγμάτωσης- αυτό το σιχαινόταν ακόμα κι ο Νίτσε. Τα βιβλία «αυτοβελτίωσης» με έκαναν να μειδιώ πικρά όταν τα έβλεπα, και προπαντός κείνο το πραγματικά άρρωστο βιβλίο «Ζήσε όπως ο Νίτσε». Πώς τον κακομεταχειρίστηκε η λεγόμενη «διανόηση» αυτόν τον φιλόσοφο φαίνεται από αυτή την τραγωδία, που τον ενέταξαν στην αυτοβελτίωση. Λοιπόν, καμία αυτοπραγμάτωση. Τώρα πια η λαμπάδα του ναού αρκεί, η θλιμμένη εικόνα –ω, τι χαρά!- αρκεί, το ανέμισμα του φαιλονίου και το αναστάσιμο λευκό ύφασμα πάνω στον Τίμιο Σταυρό είναι το παν. Πέρασα μια μεγάλη περίοδο που αυτά λες και είχαν σωπάσει μέσα μου, αλλά έπρεπε μάλλον να γίνει κι αυτό- για να επιστρέψει η αγάπη για το ανέμισμα. Στο παρελθόν, τους αρρώστους τους έβαζαν κάτω από τον λεγόμενο «αέρα», την ώρα που τον ανέμιζε ο παπάς πάνω από τα Τίμια Δώρα, για να γίνουν καλά. Ο άνεμος της Εκκλησιάς… Αυτό το μυστικό αγέρι που φυσά σε εκείνον τον άλλον κόσμο, όπως το βλέπουμε στις τρισένδοξες παλιές εικόνες που παριστάνουν ιδίως προφήτες. Ο αέρας, μου εξήγησε κάποιος μελετημένος, είναι στην Γραφή σύμβολο του Αγίου Πνεύματος.
****************
Το Όνομα του Γλυκύτατου Ιησού πλατύνει την καρδία, λένε οι σημερινοί άγιοι Πατέρες. «Για όλους πρέπει να προσεύχομαι, Γέροντα; Και για τους αιρετικούς; Και για αυτούς που αυτοκτόνησαν;». Για όλους παιδί μου…
Η ζωγραφική εικόνιση που συμπληρώνει τη σελίδα είναι έργο του Μπάμπη Πυλαρινού.


