Η Ορθοδοξία ξεχωρίζει από τις άλλες Χριστιανικές ομολογίες μέσα από την έννοια της άσκησης. Την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής που διανύουμε φέτος, η Εκκλησία καλεί τους πιστούς σε άρνηση των επιγείων απολαύσεων προκειμένου να στραφεί ο νους στα πνευματικά αγαθά. Η νηστεία της Σαρακοστής περιγράφεται από τους υμνολόγους ως «στάδιο», ως ένα είδος αθλήσεως σαν εκείνο που διαβάζουμε στους Νόμους του Πλάτωνος να συμμετέχουν οι πολίτες. «Tὸ δὲ κτῆμα μηδὲν μᾶλλον διὰ τὸν κεκτημένον ἀτιμάζειν, ἀλλὰ κτᾶσθαι κατὰ δύναμιν. φιλονικείτω δὲ ἡμῖν πᾶς πρὸς ἀρετὴν ἀφθόνως» (730e). Η άθληση στην Εκκλησία αποβλέπει παρόμοια στην απόκτηση των αρετών: «Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται, οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετει», ακούσαμε στον Εσπερινό της Κυριακής της Τυρινής. Η νηστεία που επιτάσσει η Εκκλησία μας ίσως να φαίνεται υπερβολική για τα μεγέθη του σύγχρονου κόσμου. «Από όλες τις Χριστιανικές παραδόσεις, είναι στην Ανατολική Εκκλησία που βρίσκουμε να διατηρείται σήμερα η σωματική στέρηση για την περίοδο της νηστείας», άκουσα πρόσφατα από τον άμβωνα του Αγγλικανικού ναού ενός Οξφορδιανού κολλεγίου. Ακολούθησαν αναφορές στις αντίστοιχες παραδόσεις του Ραμαζανίου —φέτος συνέπεσε με την έναρξη της δικής μας Σαρακοστής— και στο καλωσόρισμα της άνοιξης που προμηνύει η Ανάσταση του Χριστού, το μεγάλωμα της μέρας και η άνθηση των μπουμπουκιών.
Η ιδιαιτερότητα της Ορθοδοξίας, η έμφαση στην άσκηση του σώματος, πού αποσκοπεί; Ακόμη περισσότερο, τί την διαχωρίζει από τις «κοσμικές» ή και «ειδωλολατρικές» εκφάνσεις της στερήσεως —τον βιγκανισμό, τον ασκητισμό των γιόγκι, ακόμη και τις εξαντλητικές δίαιτες και αποτοξινώσεις που παρακολουθεί κανείς στο TikTok; Είναι η νηστεία ένα είδος ασκητικού κατορθώματος, σαν αυτά που διαβάζουμε στην «Κλίμακα» και στα συναξάρια των Αγίων; Και αν ναι, τότε τί ακριβώς είναι αυτό που προσπαθούμε να «καταφέρουμε» —ποιος είναι ο πήχυς που επιβάλλεται να ξεπεράσουμε; Πολύ συχνά, η ζωή του Ορθοδόξου Χριστιανού φαίνεται να διαφέρει από τα μέτρα των άλλων ανθρώπων. Η χοϊκή φύση μας μπαίνει σε δεύτερη μοίρα και προτάσσονται οι «αρετές» της υπέρβασης: να μην τρως, να μην πίνεις, να μην απολαμβάνεις όσα ποθείς κατά τα ανθρώπινα. Η νηστεία εκ πρώτης όψεως φαίνεται να αντιτίθεται στον ορθό λόγο και στους καλούς τρόπους, όπως είχε καταλήξει ο Ντέιβιντ Χιουμ κατατάσσοντάς την στον αντίποδα της κακίας: «Και καμία άλλη [αρετή] δεν θα γίνει ποτέ αποδεκτή, όταν οι άνθρωποι κρίνουν κατά το φυσικό, απροκατάληπτο λογικό τους, χωρίς τις παράλογες εντυπώσεις της δεισιδαιμονίας και της ψευδούς θρησκείας. Η παρθενία, η νηστεία… και σύνολες οι μοναστικές αρετές […] Παρατηρούμε, τουναντίον, ότι αντιτίθενται σε όλους αυτούς τους αρεστούς σκοπούς, αποβλακώνουν την διάνοια και σκληραίνουν την καρδιά, κουκουλώνουν την επιθυμία και χαλούν την διάθεση. Δικαίως, λοιπόν, τις μεταφέρουμε στην αντίπερα στήλη, και τις εντάσσουμε στον κατάλογο των κακιών, ούτε υπάρχει καμία δεισιδαιμονία επαρκώς ισχυρή ανάμεσα στους ανθρώπους που να μπορεί εντελώς να διαστρέψει αυτές τις φυσικές επιθυμίες.»
Στον αντίποδα, διαβάζουμε στις Εξομολογήσεις του Ρουσσώ: «H μικρή συναυλία της Μαντάμ ντε Ουώρενς, νέα προσήλυτη, βιοποριζόμενη, όπως έλεγαν, από την φιλανθρωπία του βασιλιά, προκάλεσε σούσουρο στην ευσεβή ομήγυρη, μα ήταν ευχάριστη διασκέδαση για αρκετούς τίμιους ανθρώπους. Θα μαντεύατε ποιόν θα έβαζα πρώτο ανάμεσά τους σ’αυτή την περίσταση; Έναν μοναχό, μα άξιο άνθρωπο, ακόμη και συμπαθητικό, του οποίου οι ατυχίες με έχουν αρκετά εντόνως επηρεάσει, και του οποίου η ανάμνηση, συνδεδεμένη με αυτές των ευτυχισμένων μου ημερών, μου είναι ακόμη γλυκεία. […] Αν και ο π. Κάτων δεν είχε πολλές σπουδές για διδάκτωρ, είχε πολλές για κοσμικό άνθρωπο, και χωρίς καθόλου να πασχίζει να δείξει τα ταλέντα του, τα επεδείκνυε τόσο έντονα, που φαινόταν ακόμη παραπάνω. […] Μιας και δεν θα έχω την ευκαιρία να μιλήσω άλλο για τον καημένο π. Κάτωνα, θα κλείσω εδώ με λίγα λόγια για την δυστυχή ιστορία του. Οι αδελφοί μοναχοί του, ζηλόφθονοι, ή μάλλον εξοργισμένοι ανακαλύπτοντας σ’εκείνον μία αξιοπρέπεια και λεπτότητα τρόπων που δεν έμοιαζε σε τίποτα με την μοναστική ηλιθιότητα, έβαλαν το χειρότερο μίσος εναντίον του, γιατί δεν ήταν τόσο απεχθής όσο οι ίδιοι. Οι ηγούμενοι, λοιπόν, στράφηκαν εναντίον αυτού του άξιου άνδρα, και εξήψαν τον ζηλόφθονο όχλο των μοναχών, που αλλιώς δεν θα είχαν τολμήσει να του επιτεθούν…»
Τι διαχωρίζει την μοναστική αρετή του π. Κάτωνα, που κερδίζει τον έπαινο ενός από τους μεγαλύτερους επικριτές της Εκκλησίας, από τις μοναστικές «κακίες» που αποδοκιμάζει ο Χιούμ; Πώς συνδέεται η πρόταση του Πλάτωνος για τον συναγωνισμό των πολιτών στις αρετές που τους καλλιεργεί ο νόμος με την τραγική κατάληξη του π. Κάτωνα; Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η καλλιέργεια των αρετών, εάν είναι αυτός ο σκοπός της νηστείας, κατατείνει ακριβώς στην ανάδειξη της ανθρώπινης φύσης. Μία αντίθετη ανάγνωση της νηστείας, όπως και συνόλου των μοναστικών «κακιών», βλέπει την διαστρέβλωση της ανθρώπινης επιθυμίας, που εν τέλει υποβαθμίζει την επίτευξη των αρετών. Αντί για καλότροπος και προσηνής, ο ασκητικός χαρακτήρας που παρουσιάζει ο Χιουμ είναι σκληρόκαρδος και παράλογος. Μπορεί ο ασκητικός αγώνας αυτός να συμπληρώνεται από υπερφυσικά σημεία, υψηλές και μυστήριες ρήσεις, ντυμένες στα πλαίσια ενός τρόπου ζωής εξωπραγματικού. Τίποτα δε θα τον χωρίζει τότε, πράγματι, από άλλα είδη ασκήσεως που συναντώνται στους γιόγκι, ή ακόμη και σε κινήματα υγιεινής διατροφής, σε cult και γκουρού του Μετανθρωπισμού. Η θρησκεία του Υπερανθρώπου μπορεί να παίρνει διάφορες μορφές κανόνων και μεθόδων, «μοναστικών» ή μη, για την επίτευξη των δικών της «αρετών». Όλες όμως αποτυγχάνουν, εκ προοιμίου, να επιτύχουν τον στόχο της νηστείας. Αυτός είναι η επίτευξη των αρετών ως επανόρθωση, ως συστατικό στοιχείο, της ανθρώπινης φύσης. «Εἰς τὸ καθ᾿ ὁμοίωσιν ἐπανάγαγε, τὸ ἀρχαῖον κάλλος ἀναμορφώσασθαι», διαβάζουμε στην νεκρώσιμο ακολουθία. Ο ίδιος ο Χριστός υπέμεινε την συνθήκη της ανθρώπινης φύσης, έως και τον τάφο, προκειμένου να την ανυψώσει.
Στην εικαστική συμπλήρωση της σελίδας, λεπτομέρεια από βυζαντινό ψηφιδωτό στη Ραβένα (6ος αι.).



Αξιοπερίεργη περιδιάβαση στην… ατροφικότητα των αντι-ασκητικών… δικολαβιών – ακόμα και όταν, αυτές, αρθρώνονται από «επιφανείς». (Επιφανείς, της καθολικής άλλωστε απονοηματοδότησης…)
# Ώστε αξιοπρόσεκτο να γίνεται το ολότελα αντίθετο: Πόσο α ν θ ε κ τ ι κ ή αποδεικνύεται (έστω μεταμφιεσμένη με τα… ρακένδυτα ενδύματα των νέων χρόνων) γύρω μας, σήμερα, η ιδέα μιας αυτοπειθαρχίας των επιθυμιών!
Την εκκλησιαστική νηστεία, εν τέλει, ως πηγή ζω-τι-κό-τη-τας θα πρέπει να τ ο λ μ ή σ ε ι κάποιος, προκειμένου – βιωματικά και μόνο – να τη γνωρίσει. Δόξα τω Θεώ / αλλά και προς ευεργεσίαν της ιδίας εκάστου αίσθησης, οι άνθρωποι αυτοί βλέπουμε, οσημέρες, να αυξάνονται και πληθύνονται.