Μια ερμηνεία του Wittgenstein και η πατερική ανθρωπολογία

0
1389

Έχει πρωτεύουσα σημασία να μάθουμε τι ακριβώς είναι και αν όντως υπάρχει ο λεγόμενος «εσωτερικός μας κόσμος». Μην μας εκπλήσσει το ερώτημα, υπάρχουν και εκείνοι που δεν πιστεύουν ότι υπάρχει. Εδώ θα καταπιαστούμε κυρίως με τον Βιτγκενστάιν, αλλά θα κάνουμε και κάποιες νύξεις στον Χάιντεγκερ.

Ο Βιτγκενστάιν λοιπόν αναφέρεται εκτενώς στο παράδειγμα του «αναγιγνώσκειν», της ανάγνωσης. Υπάρχει πραγματικά η «ανάγνωση»; Ας πούμε, λέγει ο αυστριακός φιλόσοφος, ότι κάθισα το πρωί σε ένα καφενείο και διάβασα μια ώρα την εφημερίδα. Το μεσημέρι, αν φέρω στο μυαλό μου αυτή την ώρα, θα δω ότι ευχαρίστησα το γκαρσόνι που μου έφερε τον καφέ, ότι γέλασα κι εγώ με ένα αστείο που δυνατά διηγούνταν κάποιος στην διπλανή παρέα, ότι κοίταξα αρκετές φορές την θάλασσα που ήταν απίστευτα γαλανή και ήρεμη, ότι αναπόλησα για λίγο τη ζωή στο χωριό κ.λπ. Παρόλα αυτά, λέμε ότι «διάβασα», και αυτό είναι μια «εσωτερική» («inner») διαδικασία. Μήπως αυτό δεν είναι σωστό, και πρέπει να λέμε ότι «διάβασα» μόνον όταν είχα στραμμένη την προσοχή μου πέρα ως πέρα στο κείμενο, πηδώντας από το ένα γράμμα στο άλλο; Σε αυτήν την περίπτωση δεν θα διάβαζα στο ελάχιστο εκείνο πολλοστημόριο του δευτερολέπτου που χρειάζεται για να μεταβώ από την μια λέξη στην άλλη, ή με αμηχανία κοίταξα ξανά την πρόταση, γιατί δεν την κατάλαβα την πρώτη φορά. Δυο σειρές εξάλλου δεν τις κατάλαβα καθόλου, και είναι σαν να μην πέρασαν ποτέ από το μυαλό μου.

Τι είναι λοιπόν η «ανάγνωση»; Υπάρχει μια διαδικασία της ψυχικής εσωτερικής ζωής που ονομάζεται έτσι ή τελικά αυτό που λέμε «ανάγνωση» είναι μια σύμβαση, μια «μορφή ζωής» που χρησιμοποιούμε στις δυτικές κοινωνίες – με όλα τα προβλήματα που έχει ο όρος «μορφή ζωής» στον αυστριακό φιλόσοφο. Ο Βιτγκενστάιν γράφει, νομίζω, όλα αυτά τα πολύ σημαντικά, γιατί αγνοεί ότι αυτό που εμπλέκεται στην ανάγνωση δεν είναι μόνο η διάνοια, αλλά και ο «νους». Έχουμε μιλήσει επανειλημμένως για την ύπαρξη του νου, ο οποίος είναι γνωστός στην εκκλησιαστική γραμματεία της Ανατολής, την λεγόμενη Νηπτική Θεολογία. Τι συνέβη λοιπόν όταν διάβασα μια ώρα στο καφενείο; Πρώτα απ’ όλα, πράγμα που το αντιλαμβάνεται  πρωτίστως η Φαινομενολογία, στην αρχή αποφάσισα να «διαβάσω», να αφιερώσω χρόνο σε κάποιο κείμενο, για να δω τι λέει, να σχηματίσω μια περίληψη, να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω με τις θέσεις που εκφράζονται εκεί κ.λπ. Άρχισα την ανάγνωση διαβάζοντας τον τίτλο, οπότε και πήρα μια γενική ιδέα για το τι λέγεται στο άρθρο. Αυτή η ετοιμότητα, η πραγματικότητα, το ότι δηλαδή πήρα μια γενική ιδέα για το τι λέγεται στο κείμενο, δεν με εγκαταλείπει όταν το γκαρσόνι μου έφερε το καφέ. Ο νους μου ήταν προσηλωμένος στον τίτλο, «πρόσεχα», με την φαινομενολογική έννοια, τον τίτλο, καθ’ όλο το διάστημα που συνδιαλέχτηκα με το γκαρσόνι, και μετά πήγα λίγο παρακάτω. Άρχισα να διαβάζω τις 2-3 παρακάτω σειρές του άρθρου, οπότε και σταμάτησα για λίγο, γιατί μου φάνηκε ότι σαν να ξεκινά περίεργα το κείμενο, χωρίς άμεση σχέση με τον τίτλο. Απόρησα για λίγες στιγμές, αλλά αυτή η «απορία» είναι μέρος της φαινομενολογικής προσήλωσης στο κείμενο, της ανάγνωσης. Εν τω μεταξύ, καθώς προχωρούσα παρακάτω, ανέκυπταν, χωρίς να το θέλω, διάφορες φωνές μέσα μου, που μου «μιλούσαν» για θέματα του κειμένου, φωνές που έρχονταν ασυνείδητα και ούτε μπορούσα να καταλάβω το περιεχόμενό τους. Παράτησα για λίγο την σελίδα και άφησα να «χωνευτεί» όλο αυτό το ασυνείδητο «υλικό» μέσα μου, οπότε και μου δημιουργήθηκαν κάποιες ενστάσεις σχετικά με αυτά που έλεγε το άρθρο. Στο εξής άρχισα να διαβάζω υπό μια ορισμένη προοπτική: οι ενστάσεις είναι δικαιολογημένες; Διέκοψα και πάλι λίγο την «ανάγνωση», κοίταξα την ήρεμη θάλασσα, άφησα λίγο τον νου μου να «αδρανήσει» (και πάλι οι φαινομενολόγοι μπορούν να καταλάβουν τι εννοώ) και συνέχισα την ανάγνωση μέχρι που πέρασε η ώρα, δίπλωσα την εφημερίδα και έφυγα από το μαγαζί.

Διάβασα ή δεν διάβασα; Υπό αυτή την ανάλυση που παρουσίασα, βοηθούμενος από την έννοια του «νου» στην πατερική γραμματεία - που ήταν εν μέρει γνωστή και στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία-, πράγματι, όλη η ώρα έφυγε στην ανάγνωση. Αυτό είναι μια πραγματική ανάγνωση. Υπάρχουν εσωτερικά («inner») γεγονότα κατ’ αυτή την διαδικασία; Μα φυσικά. Και το ότι συνελάμβανα το εννοιακό περιεχόμενο των λέξεων, και το ότι απορούσα, και το ότι άφησα τον νου μου να «αδρανήσει» για να κάνει μια νέα αρχή στην ερμηνεία του κειμένου, και το ότι συνομίλησα με το γκαρσόνι «στοχεύοντας» πάντα με το νου μου το κείμενο, όλα αυτά είναι μέρη της ανάγνωσης, μέρη που την συναποτελούν, και όχι, όπως θέλει να εννοήσει ο Βιτγκενστάιν, διαδικασίες που την αποδομούν. Το να μην προσέξω το τι κάνει ο νους αλλά να ονομάσω όλα αυτά «μορφή ζωής», γενικά και αόριστα, είναι λάθος. Πρέπει να εξετάσω αυτή την μορφή ζωής για την οποία μιλώ και να φέρω στο φως όλα αυτά τα ζητήματα.

***************

Ένα άλλο παρεμφερές θέμα είναι ότι ο Βιτγκενστάιν μιλά καμιά φορά για συναισθήματα, αισθήματα κ.λπ. με τέτοιο τρόπο, που είναι σαν να τους αφαιρεί την «εσωτερική» διάσταση και να δίνει βάση στην εξωτερική, «δημόσια» («public») έκφραση αυτών. Ο Βιτγκενστάιν μιλά κυρίως για τον «πόνο», του οποίου μπορούμε να διακρίνουμε πολλά είδη. Υπάρχει ο «σωματικός» πόνος, π.χ όταν έχω πονόδοντο, και ο «ψυχικός», π.χ. όταν χάνω ένα αγαπημένο μου πρόσωπο. Υπάρχει ο πόνος από έναν τραυματισμό, ο πόνος από μια περιφρονητική συμπεριφορά, ο πόνος από την αποτυχία σε κάποιες εξετάσεις κ.λπ. Όλα αυτά τα ονομάζουμε «πόνο» και λέμε ότι αυτός είναι μια «ιδιωτική» («private») εμπειρία, η οποία ανήκει σε μας. Δεν έχει νόημα να πω ότι «νιώθω τον πονόδοντό σου». Επειδή όμως είναι μια ιδιωτική εμπειρία, κινδυνεύει, λέγει ο Βιτγκενστάιν, να θεωρηθεί ότι ο πόνος είναι κάτι που εγώ μπορώ να τον ονομάζω έτσι, σε μια «ιδιωτική», καθαρά δική μου γλώσσα, στην οποία δεν θα έχει πρόσβαση κανείς άλλος. Και παραθέτει το περίφημο επιχείρημα κατά της ιδιωτικής γλώσσας.

Είναι αυτό μια σωστή ανάλυση; Ο «πόνος» είναι μια λέξη, την «γραμματική» της οποίας, όπως λέγει σωστά ο φιλόσοφος, μαθαίνω μέσα από την γλώσσα και έχει νόημα να πω ότι παρόλο που εγώ μπορεί σήμερα να έχω πονόδοντο και κανείς άλλος, ο πόνος είναι κοινός και καταληπτός ως εμπειρία από τους ομιλούντες την δική μου γλώσσα. Θα ήθελα εδώ να κάνουμε έναν σχολιασμό σε αυτά που λέγει ο Βιτγκενστάιν και να διερωτηθούμε μήπως τελικά -πράγμα που δεν πίστευε ο ίδιος βέβαια- ο πόνος είναι κάτι που δεν είναι καθόλου «private», αλλά μία αποκλειστικά δημόσια πραγματικότητα. Όταν πονώ από την απώλεια ενός αγαπητού μου προσώπου, καταλαβαίνω εύκολα ότι υπάρχει μια «ψυχική» («mental») πραγματικότητα, που μπορεί και να μην την μοιραστώ με κανένα, να την κρατήσω τελείως «δική μου». Τι γίνεται όμως όταν ο πόνος είναι τόσο μεγάλος ώστε τελικά να «μαίνομαι» ή να «ολοφύρομαι»; Θυμόμαστε το πώς πενθούσαν στον αρχαίο κόσμο, τόσο της αρχαίας Ελλάδας όσο και αυτόν της Βίβλου. «Ολοφύρονταν» τραβώντας τα μαλλιά τους, πέφτοντας και χτυπώντας αλλεπάλληλα στη γη, έριχναν στάχτη στο κορμί τους, «σπάραζαν». Μπορούμε να πούμε ότι ο ολοφυρμός είναι μια «mental», «ψυχική» δηλαδή κατάσταση, ένα «συναίσθημα» ή «αίσθημα»; Δεν μπορεί κανείς να ολοφύρεται μόνος του, αλλά μπροστά σε ένα πλήθος –ο ολοφυρμός είναι, τρόπον τινά, μια «παράσταση», που δίνει ο θρηνών σε ένα κοινό, στην κοινότητά του, όπου όμως πρωτεύουσα θέση έχει το σώμα. Και από την εξωτερική μου συμπεριφορά καταλαβαίνουν οι άλλοι ότι «ολοφύρομαι». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να μιλήσουμε για το ζήτημα της θέσης του σώματος στον όλο ψυχοδυναμισμό του ανθρώπου. Μπορεί να μεταφρασθούν σε καθαρά ψυχικό γεγονός τα δάκρυα; Και πολλές φορές, δίχως αυτά, έχει νόημα να μιλάμε για πόνο; Κι έπειτα, ας πάρουμε ένα άλλο παράδειγμα, αυτό του «θυμού». Όταν κάποιος «θυμώνει», καταλαβαίνουμε εύκολα ότι έχουμε να κάνουμε με ένα γεγονός «mental», με κάτι ψυχικό. Όταν «εξοργίζεται», αρχίζει και το σωματικό στοιχείο να καταλαμβάνει περισσότερη σημασία. Και όταν λέμε για κάποιον πως «εξεμάνη», τότε εννοούμε ότι βγήκε «εκτός εαυτού», όπως λέμε, ότι άρχισε να κοιτά άγρια του άλλους, ότι άρχισε να κάνει δυνατές χειρονομίες και γενικά σπασμωδικές κινήσεις, ότι άρχισε να λέγει και λόγια που μοιάζει να είναι παραληρηματικό ξέσπασμα, παρά κάτι που το ελέγχει ο «λόγος» κ.λπ. Έχει σημασία να καταλάβουμε ότι πρόκειται μεν για ένα ψυχικό ξέσπασμα, όπου, όμως, ξαναλέμε, το σωματικό στοιχείο παίζει ένα πρωτεύοντα ρόλο. Μοιάζει σαν να είναι το σωματικό ξέσπασμα που καθοδηγεί και το «mental» γεγονός, και όχι το αντίστροφο.

Στο σημείο αυτό ο Βιτγκενστάιν προσεγγίζει τον Χάιντεγκερ- πιστεύω ότι παραδόξως αυτοί οι δυο φιλόσοφοι έχουν αρκετά κοινά στοιχεία. Ο Χάιντεγκερ, λοιπόν, έλεγε ότι πρωτεύει το ότι είμαι-ήδη-εμπεπλεγμένος-σε-μια-δραστηριότητα, και κατόπιν, όταν αυτή η δραστηριότητα συμβεί κάπως να διαταραχτεί (π.χ. αν δω ότι το πριόνι δεν μπορεί να κόψει την σανίδα), τότε σταματώ την δραστηριότητα και έρχομαι στην «θεωρία» (ρωτώ: «τι φταίει;»). Το καθαρά θεωρητικό στοιχείο, αυτό που θαύμαζε τόσο ο Πλάτωνας όσο και οι Νεοπλατωνικοί, η «θεωρία» έρχεται «ύστερο». Παρομοίως και με τον Βιτγκενστάιν. Μοιάζει σαν να έρχεται πρώτη η «μορφή ζωής», μέσα στην οποία εμπλέκομαι και «υπάρχω», και μετά να έρχεται ο φιλοσοφικός «ίμερος», πόθος, για ξεδιάλυση και κατανόηση τούτης της κατάστασης. Όταν μαίνομαι, είμαι αλλόφρων, εξίσταμαι του εαυτού μου, οργίζομαι κλπ., τα ονομάζουμε όλα αυτά «θυμός», είδη θυμού, και δεν ψάχνουμε να δούμε τι κοινό υπάρχει ανάμεσά τους, γιατί δεν πρόκειται να ανακαλύψουμε τίποτα. Μας αρκεί που ανήκουμε στην μορφή εκείνης της ζωής που αυτά κατονομάζονται ως θυμός- για τον Χάιντεγκερ αυτά ονομάζονται «στάσεις», που προηγούνται των συναισθημάτων.

*************

Επιστρέφουμε στον Βιτγκενστάιν. Μιλήσαμε για το περίφημο επιχείρημά του κατά της «ιδιωτικής» γλώσσας. Δεν υπάρχει δυνατότητα να αναπτυχθεί μια τέτοια ιδιωτική γλώσσα, λέγει σωστά ο φιλόσοφος, γιατί, πολύ απλά, η γλώσσα είναι ένα γεγονός «public». Διαβάζοντας όμως Βιτγκενστάιν, έχεις συχνά την εντύπωση ότι τα πάντα τα δομεί με κυρίαρχο τρόπο η γλώσσα, ότι προσαρμόζεται η ανθρώπινη κοινωνικότητα αλλά και «εσωτερικότητα» σε αυτήν και όχι το αντίθετο- μα πώς γεννιέται η γλώσσα; Αλλά ας σκεφθούμε το εξής παράδειγμα: ζούμε σε μια εποχή έντονης λεξιπενίας και πολλοί δεν χρησιμοποιούν παρά ένα στοιχειώδες λεξιλόγιο: εκεί που οι αρχαιότεροι έλεγαν «ευφράνθηκα», «αγαλλίασα», «ενθουσιάστηκα», «ένιωσα μακάριος» κ.λπ., τώρα όλοι λένε «χάρηκα». Τι γίνεται; Επειδή δεν χρησιμοποιούν τις παραπάνω λέξεις οι άνθρωποι, σημαίνει ότι δεν νιώθουν στην πραγματικότητα και ποτέ τα αντίστοιχα συναισθήματα, που έχουν λεπτές αποχρώσεις και διαφορές μεταξύ τους; Μπορούμε να πούμε ότι τα νιώθουν, αλλά δεν τα εκφράζουν με τον λόγο. Η λίγο προγενέστερη μορφή της γλώσσας, η πιο αρχαιοπρεπής, «έπιανε» όλες αυτές τις λεπτές αποχρώσεις και διαφορές. Τώρα, αν διαβάσουμε και βιβλική γραμματεία, προπαντός την Παλαιά Διαθήκη, θα δούμε ότι η «χαρά» εκφραζόταν και με άλλες λέξεις ή τρόπους, διαφορετικούς από αυτούς του αρχαιοελληνικού κόσμου. Στην Παλαιά Διαθήκη, το σώμα παίζει μεγαλύτερο ρόλο στην έκφραση των συναισθημάτων απ’ ό,τι στην κλασική Αθήνα (λέγω κλασική Αθήνα και όχι γενικά αρχαία Ελλάδα, γιατί ο Ομηρικός άνθρωπος, σύμφωνα π.χ. με την Jacqueline de Romilly, δεν είχε την δυνατότητα να διακρίνει τι είναι δικό του αίσθημα και τι είναι κάτι που βάζουν στον λεγόμενο «εσωτερικό» του κόσμο οι θεοί).

**************

Όλα αυτά που είπαμε, πχ. για το ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο απλό «θυμώνω» και στο «εξίσταμαι-μαίνομαι», η πατερική γραμματεία μπορεί να τα εξηγήσει πολύ καλά, και πάλι διά της έννοιας του «νοός», ο οποίος επισκοπεί, όπως λένε οι Νηπτικοί Άγιοι, ολόκληρο τον εσωτερικό κόσμο. Όταν θυμώνω απλώς, τότε κινείται περισσότερο ο ψυχικός μου κόσμος, με την διάνοια να ελέγχει αρκετά το λεγόμενο «θυμικό». Όταν εξοργίζομαι, μένει μια «ποιότητα», πώς να το πούμε αλλιώς, θυμού, η οποία όμως αρχίζει αυτή να ελέγχει το λογικό, το οποίο, κατά κάποιο τρόπο αδρανεί. Και όταν μαίνομαι, τότε στην πραγματικότητα το λογικό καταπίπτει, χάνεται και παύει να «οράται» από τον νου του ανθρώπου, λόγω της συσκοτίσεώς του από το θυμικό. Η οργή τότε σωματοποιείται έντονα, το σώμα πια αυτονομείται, τρόπον τινά, από την ψυχή, η οποία διακρατεί απλώς ένα γενικό αίσθημα «οργής» και αρχίζει να δίνει την δική του παράσταση, ενωνόμενο μάλιστα με ό,τι υπάρχει ως «κατακάθι» στο υποσυνείδητο.

***********

Σημαντικό είναι και το ζήτημα της «προθετικότητας» («intentionality»), η οποία είναι υποβαθμισμένη τόσο στον Βιτγκενστάιν αλλά και τον Χάιντεγκερ. «Προθετικότητα» σημαίνει ότι προηγείται πάντοτε μία συνειδητή «πρόθεση» για κάθε ενέργειά μου. Προτίθεμαι να συλλέξω πεταλούδες και πηγαίνω σ’ ένα γειτονικό λιβάδι την άνοιξη, προτίθεμαι να βγω έξω να διασκεδάσω και παίρνω έναν φίλο μου τηλέφωνο, προτίθεμαι να γράψω ένα ιστορικό μυθιστόρημα και αρχίζω να συλλέγω στοιχεία για την εποχή κ.ο.κ. Πριν δηλαδή της οιασδήποτε πράξεως ή δραστηριότητάς μου, προηγείται αυτή η συνειδητή «πρόθεσή» μου. Αλλά τόσο ο Βιτγκενστάιν όσο και ο Χάιντεγκερ θεωρούν πάλι ότι πρότερο είναι το γεγονός ότι ζω και είμαι- ήδη- εμπεπλεγμένος- σε- μια δραστηριότητα ή «μορφή ζωής», παρά το ότι είμαι σε μια στιγμή ελεύθερος από κάθε δραστηριότητα και «θέλω» και πάλι ελεύθερα να μπω σε κάποιο «εμπλέκεσθαι με τα πράγματα». Ας πάρουμε το παράδειγμα του ότι περπατώ σε ένα πανέμορφο λιβάδι και ξαφνικά αρχίζω να χοροπηδώ μες τα λουλούδια, κατακλυσμένος από ευφροσύνη. Προηγήθηκε άραγε κανένα «θέλω» αυτής της δραστηριότητας; Ας αναφέρουμε και το παράδειγμα του ότι αρχίζω να γίνομαι πολύ φίλος με κάποιον άνθρωπο. Προηγήθηκε κανένα «θέλω» αυτής της μεγάλης φιλικής σύνδεσης, ή πρόεκυψε με τον καιρό, καθώς ο ένας ξανοιγόταν βαθμιαία στον άλλον, καθώς διαπίστωναν ότι τους ενδιαφέρουν τα ίδια πράγματα, καθώς ο ένας στήριζε στην καθημερινότητα τον άλλον κ.λπ. Το ίδιο συμβαίνει πολύ περισσότερο και με τον έρωτα: ερωτεύθηκα ένα πρόσωπο, και αυτό δεν ήταν «προγραμματισμένο». Και άραγε, για να πάμε λίγο παραπέρα, υπάρχει κάποιος τελικός σκοπός που μαθαίνω πιάνο, που έχω, όπως είπαμε, φίλους, που ερωτεύομαι, που έχω την καθημερινότητα (η περίφημη χαϊντεγκεριανή «everydayness») που έχω κ.λπ.; Ο Βιτγκενστάιν, ειδικά, θα μας έλεγε ότι δεν υπάρχει κανένας τέτοιος έσχατος σκοπός, θα υπονοούσε ωστόσο ότι τα μεγάλα ηθικά και θρησκευτικά ερωτήματα μπορούν να φωτιστούν από αυτές τις δίχως «έσχατο» σκοπό δραστηριότητες ή ενέργειες του ανθρώπου. Μπορούν να «δειχθούν» με την σιωπή. Δεν υπάρχει, όπως είδαμε, έσχατος σκοπός που έχω φίλους, ωστόσο η ύπαρξη ενός καλού φίλου μου «δείχνει» -κατά μια ερμηνεία του Βιτγκενστάιν και της «δείξης»- τι σημαίνει Ηθική. Πρόκειται για μια προσωπική ερμηνεία του φιλοσόφου, που ελπίζω να παρουσιάσω αργότερα πιο εκτεταμένα. Το ίδιο συμβαίνει και στην Τέχνη. Δεν υπάρχει κανένας έσχατος σκοπός που μαθαίνω πιάνο, ωστόσο τα δάκρυά μου όταν φθάσω στο σημείο να ερμηνεύσω ικανοποιητικά ένα μουσικό κομμάτι και να συγκινηθώ από αυτό, «δείχνουν» προς την Θρησκεία. Είναι η είσοδος της Θρησκείας στη ζωή μου. Δεν υπάρχει πουθενά στον Βιτγκενστάιν, είναι η αλήθεια, ρητώς διατυπωμένη αυτή η σκέψη, αλλά και πάλι τι να εννοεί όταν λέγει ότι η Ηθική και η Θρησκεία ξεπερνούν τα όρια της γλώσσας; Ο Βιτγκενστάιν δεν ήταν σε καμιά περίπτωση μηδενιστής – όπως ο Χάιντεγκερ.

***********

Με την πατερική ανθρωπολογία, κατά μία έννοια, όλα αυτά έχουν μια αναλογία. Μιλώντας αυστηρά θεολογικά, η σχέση με τον Θεό δεν έχει κανένα «σκοπό». Αυτή είναι ο έσχατος σκοπός, δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο να επιθυμήσει ο άνθρωπος πέρα από αυτό. Η Ενσάρκωση του Θεανθρώπου δεν υπηρέτησε κανένα σκοπό- αυτή είναι ο έσχατος σκοπός όλων, ο λόγος για τον οποίο έγιναν και συστάθηκαν όλα. Ο άνθρωπος φθάνει στην αγάπη του Θεού, κατά τους Πατέρες, χωρίς να κυνηγά κάποιο «έσχατο όφελος». Όπως λέγει και ο Αββάς Παϊσιος ο Αγιορείτης, αν του παρουσιαζόταν ο Θεός και του έλεγε «Αββά, γέμισε ο Παράδεισος, δεν υπάρχει πια χώρος για σένα», θα το δεχόταν ευχαρίστως. Θα απαντούσε, «Δεν πειράζει, Κύριε, αρκεί που τόσο πολλοί άνθρωποι πήγαν στον Παράδεισο». Ποια «μορφή ζωής» είχε ο άγιος Παϊσιος, που δεν νοιαζόταν αν θα «κέρδιζε» τον Παράδεισο, αρκεί να σώζονταν οι άλλοι; Ο ίδιος ο περίφημος σύγχρονος Αββάς διηγείται ότι οδηγήθηκε παράξενα στον πυρήνα του χριστιανισμού όχι μέσω της Θεότητας του Χριστού. Συνέβη το εξής: όταν ήταν μικρός, ο Αββάς Παϊσιος άκουσε διαφόρους να λένε ότι δεν είναι ο Χριστός Θεός. Στενοχωρήθηκε και προβληματίστηκε. Αλλά τελικά σκέφθηκε ως εξής: «Έστω, ας μην είναι ο Χριστός Θεός. Εφόσον όμως λένε για Αυτόν ότι ήταν τέλειος στην αγαθότητα και στην αγάπη, στην ταπείνωση και το καλό φρόνημα, αξίζει εγώ να δώσω την ζωή μου για Αυτόν». Και αφού πήρε αυτή την απόφαση, ο Χριστός του φανέρωσε την δόξα Του, ενώ πρώτα, όταν ζητούσε από τον Χριστό να Τον δει, Αυτός κρυβόταν. Στα έργα του Αββά Παϊσίου φαίνεται ολοκάθαρα ότι η υπερβολή της αγάπης, το περίφημο «φιλότιμο», μεταδίδει στον πιστό την θεία ζωή, χωρίς αυτός να το επιδιώκει. Ο Αββάς λέγει ότι αν ακούσουμε για κάποιον άνθρωπο ότι έχει μεγάλο πρόβλημα υγείας, π.χ. καρκίνο, αν έχουμε «φιλότιμο» στη ζωή μας, τότε θα ζητήσουμε από τον Θεό να πάρει την αρρώστια από τον αδελφό και να την δώσει σε μας. Πρόκειται για μια πράξη βαθιάς θεοσέβειας. Πώς να μιλήσουμε επάξια για αυτή; Ποια «μορφή ζωής» εκφράζει; Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι, όπως λέγει ο Βιτγκενστάιν, ότι είναι κάτι που υπερβαίνει την «γλώσσα», ότι οφείλουμε να στεκόμαστε μπροστά σε αυτή τη μορφή ζωής «σιωπηλοί». Ο μόνος που αληθινά μπορεί να μιλήσει είναι ο Θεός Λόγος, ο Κύριος Ιησούς Χριστός.

Η προσπάθεια να «αποδειχθεί» η ύπαρξη του Θεού είναι στην ορθόδοξη θεολογία υποβαθμισμένη, τουλάχιστον σε σχέση με τον θωμισμό και την παραδοσιακή ρωμαιοκαθολική θεολογία. Στην ορθόδοξη Θεολογία έχουν αλλιώς τα πράγματα. Αναφέρεται στον βίο του Στάρετς Σιλουανού του Άθω ότι έκανε μεγάλο αγώνα για να συναντήσει τον Χριστό, αλλά, παρά τις υπεράνθρωπινες προσπάθειές του, Αυτός διαρκώς κρυβόταν – όπως είπαμε πριν και για τον Αββά Παϊσιο. Ο Στάρετς απόκαμε, κάμφθηκε, όπως ήταν φυσικό, ως άνθρωπος, και μια μέρα σκέφθηκε για τον Θεό ότι είναι «αδυσώπητος’. Με τον λογισμό αυτό η ψυχή του βυθίστηκε στον ζοφερό  Άδη της ύπαρξης, και λίγο αργότερα, πάντα στην ίδια ψυχική κατάσταση, πήγε να παρακολουθήσει τον εσπερινό στο λεγόμενο «Παλαιό Ρωσικό» . Ήταν, θα λέγαμε, αυτός ο Άδης της ύπαρξης ένα είδος φοβερής σιωπής, σαν αυτή που διαβάζουμε ότι προηγείται πάντα των μεγάλων γεγονότων στην Βίβλο, της Θεοφάνειας. Στην διάρκεια αυτού του εσπερινού, είδε ξαφνικά στην θέση της Εικόνας του Σωτήρος Χριστού, τον ζώντα Θεό, και η ψυχή του γέμισε από το πυρ της Θεότητας, που ήταν τόσο πολύ δυνατό, ώστε αν διαρκούσε ένα ακόμη δευτερόλεπτο, ο άγιος θα πέθαινε. Φωτιά διαπέρασε τα σπλάχνα του και κατάλαβε ότι ο Χριστός, ο Ζων Θεός, είναι ανυπέρβλητη αγάπη και ταπείνωση.

Μέσα σε αυτή την μυστική «σιγή» απαντώνται και όλα τα μεγάλα «υπαρξιακά» προβλήματα, που απασχολούσαν και τον Στάρετς Σιλουανό στα νιάτα του, όπως π.χ. γιατί υπάρχει τόσο κακό στον κόσμο, γιατί πεθαίνουν με φριχτό τρόπο τόσο πολλά μικρά παιδιά, γιατί γίνονται πόλεμοι κ.λπ. Όσες «λογικές» απαντήσεις να δώσει κανείς με διάφορα επιχειρήματα, όπως γίνεται στην δυτική θεολογία, στην πραγματικότητα το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί. Η μόνη απάντηση είναι αυτή που δίνει ο Άγιος Σιλουανος: ο Σταυρός του Χριστού, η όραση της ανείπωτης αγάπης και ταπείνωσής Του.

Αυτή η αγάπη του Σωτήρος Χριστού και ο σεβασμός του για το γήινο πλάσμα Του, τον άνθρωπο, είναι τόσο μεγάλη, ώστε τελικά, μετά την σωτήρια ενέργεια της Σταύρωσης και Ανάστασής Του, επέλεξε να αναληφθεί στους Ουρανούς, και να μην παραμείνει στη γη, με την εξουσιαστική επιβολή του  Αναμφισβήτητου Νικητή του Θανάτου- έτσι λέγει ο φαινομενολόγος φιλόσοφος Ζαν Λυκ Μαριόν (Jean – Luc Marion). Ο Κύριος, όπως λέγει και ένα θαυμάσιο τροπάριο των Χριστουγέννων, έρχεται πάντα «ως υετός επί πόκον», ήσυχα και ταπεινά, σαν τις σταγόνες της βροχούλας που πέφτουν αθόρυβα πάνω στο απλωμένο μαλλί. Όλα αυτά, έχουν μια  αναλογία με την συγκεκριμένη ερμηνεία του Βιτγκενστάιν, την οποία δώσαμε: δεν αποδεικνύουν, αλλά «δείχνουν» τον Θεό.

*************

Σταματώ την ανάλυση εδώ. Κεντρικό είναι το ερώτημα: τι ακριβώς σημαίνει «μορφή ζωής» για τον Βιτγκενστάιν; Ο ίδιος ήξερε ότι ζούσε σε έναν γοργά μεταβαλλόμενο κόσμο και τα πάντα τριγύρω του άλλαζαν. Και όμως μιλά για σταθερές «μορφές ζωής». Φαίνεται να καταπιάνεται με κάτι πιο ουσιαστικό από τις περαστικές μόδες και «τρόπους ζωής», που, αν ζούσε σήμερα, θα μας έλεγε ότι προτείνει το «life-style». Συν Θεώ, στην ερμηνεία αυτή του Βιτγκενστάιν θα επιστρέψουμε.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Ανάληψη") είναι έργο του, σέρβου, Nicola Saric.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ