ΧΣΚ: Ἡ ἀντικειμενοποίηση τῆς ἀλήθειας

0
846

Χριστιανοσοσιαλιστική Σπουδαστική Κίνηση (1982)

 

ἐ­πι­στη­μο­νι­σμός, ἡ ἀ­πο­κλει­στι­κκαὶ ἀ­πό­λυ­τη πί­στη τοῦ ἀν­θρώ­που στν λο­γο­κρα­τού­με­νη γνώ­ση τοκό­σμου, εἶ­ναι φαι­νό­με­νο ποὺ ἀ­να­πτύσ­σε­ται στΔυ­τι­κΕὐ­ρώ­πη τν ἐ­πο­χή, κα­τβά­ση, τοΔι­α­φω­τι­σμο.

Ἡ ἐ­πι­στή­μη θέ­τει ς προ­ϋ­πο­θέ­σεις γεν­νή­σε­ώς της τς λο­γι­κς κα­τη­γο­ρί­ες τοΝο. Ἔ­τσι κό­σμος συλ­λαμ­βά­νε­ται μέ­σα ἀ­πτδι­α­λε­κτι­καἰ­τί­ου-ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος, ἐ­ξει­δί­κευ­ση τς τε­λι­κό­τη­τας μτν ὁ­ποί­α αὐ­τς ν­τι­λαμ­βά­νον­ται τν κό­σμο, τν χρο­νι­κό­τη­τα, τς πο­σο­τι­κς με­τα­βο­λς κ.λ.π. Συ­νε­πς ,τι κ­φεύ­γει ἀ­παὐ­ττπρο­δι­α­γε­γραμ­μέ­να ὅ­ρια, θε­ω­ρεῖ­ται ς ἀ­νύ­παρ­κτο, ψευ­δς πα­ρα­πλα­νη­τι­κό. Κα­τ’ ἀ­κο­λου­θί­αν «ἀ­λή­θεια» τοκό­σμου ταυ­τί­ζε­ται μτλει­τουρ­γί­α μις ἰ­δι­αί­τε­ρης κ­δή­λω­σης τοῦ ἀν­θρώ­που ποὺ ἀ­νή­γα­γαν σκα­τά­στα­ση ἀ­ναμ­φί­βο­λης Ἰ­σχύ­ος. Ἀ­φολοι­πν «ἀ­λή­θεια» τοκό­σμου, διτς ἐ­πι­στή­μης, εἶ­ναι ν­τι­κει­με­νι­κδε­δο­μέ­νη, θπρέ­πει ὅ­λοι νὰ ἀ­πο­ποι­η­θοῦ­με τς ὑ­παρ­κτι­κές μας, ἐ­σω­τε­ρι­κς ἀ­να­ζη­τή­σεις κανσυμ­μορ­φω­θοῦ­με πρς τος «νό­μους» ποτς δι­έ­πουν.

Ἐ­νῶ ὅ­μως στν πε­ρί­πτω­ση τς μὴ ἀν­τι­κει­με­νι­κς «ἀ­λή­θειας» ἔ­χου­με τδυ­να­τό­τη­τα νὰ ἐκ­δι­πλώ­σου­με τν ἑ­τε­ρό­τη­τα τς προ­σω­πι­κς καὶ ὄ­χι ἀ­το­μο­κρα­τι­κς μας ὕ­παρ­ξης στό­πους δί­χως ὅ­ρια, ὅ­που δε­σπό­ζει πο­λυ­μορ­φί­α, εὐ­φρά­δεια τς δη­μι­ουρ­γι­κς ποι­κι­λί­ας καὶ ἐ­νερ­γη­τι­κς κοι­νω­νί­ας, στν πε­ρί­πτω­ση τς «ν­τι­κει­με­νι­κς ἀ­λή­θειας» κυ­ρια­ρχεῖ ἡ μο­νο­τυ­πί­α, ἀ­πο­τέ­λε­σμα τν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κν καὶ ὁ­μοι­ο­μορ­φι­κν τά­σε­ων τοῦ ἀν­τι­κει­με­νι­κοδε­δο­μέ­νου.

Ὑ­πτν ἐ­πι­στή­μη, παύ­ει «ἀ­λή­θεια» νσυ­νι­στπρο­σω­πι­κκα­τόρ­θω­μα μτν ταυ­τό­χρο­νη κα­τα­βύ­θι­ση στχῶ­ρο τν σκι­ε­ρν ν­τι­κει­μέ­νων.

 

Συ­να­κο­λού­θως τΠα­νε­πι­στή­μιο θε­ω­ρεῖ­ται χῶ­ρος ἀ­π’ ὅ­που προ­έρ­χον­ται τστε­λέ­χη ποθὰ ἐ­παν­δρώ­σουν μελ­λον­τι­κτσύ­στη­μα τς πα­ρα­γω­γι­κς δι­α­δι­κα­σί­ας, πργ­μα ποὺ ἔ­χει ἄ­με­ση ἐ­πί­πτω­ση στν ἀ­να­πα­ρα­γω­γτοση­με­ρι­νοκοι­νω­νι­κοσυ­στή­μα­τος, μέ­σω τοδι­α­χω­ρι­σμοτν ν­θρώ­πων.

λ­λὰ ἡ ἐ­πι­στή­μη εἶ­ναι σύμ­φω­νη μτν ἐ­ξου­σι­α­στι­κό­τη­τα τν κοι­νω­νι­κν συ­στη­μά­των. Ἀ­πτς ἀ­παρ­χές της τν δι­α­περ­νοῦ­σε ἡ ἀν­τί­λη­ψη τς ἐ­ξου­σι­α­στι­κς κυ­ρι­αρ­χή­σε­ως πά­νω στΦύ­ση καί, στν κα­πι­τα­λι­σμό, πά­νω στν ν­θρω­πο. κ­δή­λω­ση αὐ­τς τς θε­με­λι­ώ­δους τά­σε­ως ἦ­ταν προ­σπά­θεια ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κς προ­σμε­τρή­σε­ως, ὑ­πο­λο­γι­σμοκαὶ ἔ­λεγ­χου τς Φύ­σε­ως. Αὐ­τὴ ἡ ἐ­ξου­σι­α­στι­κδι­α­με­σο­λά­βη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που κα­τέ­λη­ξε στν κα­τά­φο­ρο βια­σμό της, στν πα­ρα­μορ­φω­τι­κή της δι­α­πόμ­πευ­ση, ποζοῦ­με σή­με­ρα. ἐ­πι­στή­μη σν τχρό­νῳ ἄρ­χι­σε νταυ­τί­ζε­ται μτν τε­χνο­λο­γί­α κανὰ ἐ­πι­βάλ­λε­ται σν τέ­τοι­α. Ὁ ἄν­θρω­πος ποζεστπε­ρι­βάλ­λον τς κυ­ρι­αρ­χί­ας δέ­χε­ται αὐ­ττπλῆ­θος τν πι­έ­σε­ων ποὺ ἀ­σκον­ται σ’ αὐ­τό. κυ­ρι­αρ­χί­α, ἡ ἄ­σκη­ση ἐ­ξου­σί­ας πά­νω ὀ­τΦύ­ση ἔ­χει ς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τν ἐ­πι­βο­λστν ν­θρω­πο, κα­τὰ ὀρ­θο­λο­γι­κτρό­πο, δη­λα­δτε­χνο­λο­γι­κό. Ἡ ἐ­πι­στή­μη πο­τδν γ­κα­τέ­στη­σε μτΦύ­ση οὐ­σι­α­στι­κή, δη­λα­δὴ ἁρ­μο­νι­κ-ἀ­γα­πη­τι­κσχέ­ση (πνευ­μα­τι­κοκαὶ ἀ­κό­μα συμ­πο­νε­τι­κοπε­ρι­ε­χο­μέ­νου) λ­λθε­με­λι­ώ­θη­κε στν ἀ­πη­νδι­ά­κρι­ση Ὑ­πο­κει­μέ­νου - ν­τι­κει­μέ­νου.

Ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­κλαμ­βά­νε­ται στὰ ἐ­πι­στη­μο­νι­κπλαί­σια, ὑ­πτν «ἐ­πο­πτεί­α» τοκα­πι­τα­λι­σμο, ς στα­τι­στι­κμο­νά­δα, τν εὐ­τυ­χί­α του τν ὑ­πο­λο­γί­ζουν βά­σει τοῦ ἐ­θνι­κοπρο­ϊ­όν­τος.

Κα­τα­νο­εῖ­ται ἔ­τσι για­τί ἡ ἐ­ξου­σί­α τοκα­τα­να­λω­τι­σμοκατς εὐ­ζω­ΐ­ας τν ἀ­πο­γυ­μνώ­νει ἀ­πκά­θε δυ­να­τό­τη­τα πνευ­μα­τι­κς μ­πει­ρί­ας, τν θε­ω­ρεμε­τρή­σι­μο ν­τι­κεί­με­νο, ὅ­που τοῦ ἀ­φαι­ρον­ται οπρο­σω­πι­κς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες. ν­τνἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σει τν ν­θρω­πο τν ὑ­πο­τάσ­σει σ’ ἀ­πρό­σω­πους μη­χα­νι­σμούς.

Γιτν λ­λη­νι­κπα­ρά­δο­ση Παι­δεί­α προσ­λαμ­βά­νει ποι­ο­τι­κδι­ά­φο­ρες δι­α­στά­σεις. Παι­δεί­α ση­μαί­νει ἀ­γω­γκαὶ ἀ­γω­γπο­ρεί­α, κο­πι­ώ­δη δι­α­δι­κα­σί­α, στν ὁ­ποί­α συμ­με­τέ­χον­τας ὁ ἄν­θρω­πος προ­σπα­θενὰ ἀ­πο­σπα­στεῖ ἀ­πτν χῶ­ρο, ἀ­πτὰ ὅ­ρια τς φυ­σι­κς ἀ­ναγ­και­ό­τη­τας ἔ­χον­τας ς κα­τεύ­θυν­ση τχῶ­ρο τς ἐ­σω­τε­ρι­κς, πνευ­μα­τι­κς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, πά­νω ἀ­πχω­ρο­χρο­νι­κος πε­ρι­ο­ρι­σμούς. Αὐ­τδν ση­μαί­νει ὅ­τι ρ­νεῖ­ται τν φυ­σι­κκό­σμο. Ἁ­πλς δν δέ­χε­ται τς ἐ­κλο­γι­κευ­τι­κς δι­α­κρί­σεις Ὑ­πο­κει­μέ­νου - ν­τι­κει­μέ­νου. Ἔ­τσι ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πο­δύ­ε­ται σ’ ἕ­ναν ἀ­γώ­να ὁ­λι­κς πνευ­μα­το­ποι­ή­σε­ως, ὅ­που ν­δι­α­θέ­τει ὁ­λό­κλη­ρη τν πνο­ή του παν­το, συ­ναι­ρετπάν­τα, συγ­κε­φα­λαι­ώ­νει τφύ­ση μέ­σα του καὶ ὅ­λοι ἀ­κο­λου­θον μικοι­νπο­ρεί­α ἀ­νό­δου, ὑ­περ­βαί­νον­τας ὅ­λα τσχή­μα­τα.

Κι αὐ­τὴ ἡ πο­ρεί­α ς Μυ­στα­γω­γί­α, ς Λει­τουρ­γί­α, ὅ­που τὰ ὄν­τα ἀ­να­δυ­ό­με­να στὸ ἄ­πλε­το φς τοΘε­ο, μαρ­τυ­ρον γι’ Αὐ­τόν, ἀ­πο­χαι­ρε­τών­τας τλή­θη τς ἀ­ναγ­και­ό­τη­τος, με­του­σι­ώ­νον­ται ἀ­π’ τν ν­στά­λα­ξη τοθεί­ου φω­τς κοι­νω­νών­τας κι αὐ­τστν ρ­ρη­τη οὐ­σί­α Του. Στ«τέ­λος» αὐ­τς τς μυ­η­τι­κς λει­τουρ­γί­ας ὁ ἄν­θρω­πος κα­θο­ρτΘε­ό, τὸ ἀ­εί­ζω­ο καζω­ο­ποι­ον Φς, ποδι­α­χέ­ε­ται ἀ­τε­λεί­ω­τα, χω­ρς λο­γι­κὴ ἐ­ξή­γη­ση, ποδν προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται λο­γι­κ-λε­κτι­κά, πα­ρμό­νο ς ἀ­γά­πη, τμό­νη δυ­να­τὴ ὀν­το­λο­γι­κὴ ἐκ­δή­λω­ση τοΘε­ο, τοτρό­που δη­λα­δμτν ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­βλύ­ζει ἀ­πμέ­σα μας. Καὶ ὁ ἄν­θρω­πος θε­ώ­νε­ται ἀ­κρι­βς στὰ ὅ­ρια τς προ­σω­πι­κς σχέ­σης ς ἀ­γα­πη­τι­κς λ­λη­λο­προ­σφο­ρς στν λ­λο, ς βί­ω­ση τς θε­ϊ­κς γλυ­κύ­τη­τας καὶ ἀ­γα­θό­τη­τος, ς τν αὔ­ρα πο«πνέ­ει παν­το». Παι­δεί­α λοι­πν συν­τί­θε­ται ἀ­πμισει­ρὰ ἐ­πα­να­βα­σμν, ἀ­πο­ποι­εῖ­ται τς με­θό­δους, τν κα­νο­νι­στι­κρυθ­μι­ζό­με­νη συμ­πε­ρι­φο­ρά, τν ὑ­πα­γω­γστνο­μι­κί­στι­κα σχή­μα­τα τς συμ­βα­τι­κό­τη­τας. ν­τί­θε­τα ἐ­δπρο­έ­χει ὁ Ἔ­ρως σ’ ὅ­λες του τς κ­φάν­σεις ς ὁ­δς μα­νι­κή, ποσυγ­κρα­τε, συ­νέ­χει καὶ ὁ­μο­νο­ετὰ ὄν­τα. Ἡ ἔκ-στα­ση ποὺ ἐ­πα­κο­λου­θεῖ ἀ­πο­τε­λετν ἔ­ξο­δο ἀ­π’ τν ἑ­αυ­τό μας κατν πε­ρι­α­γω­γή μας στν λ­λο, συ­νι­σττν ἀ­σί­γα­στη ἔ­φε­σή μας νδι­α­χέ­ου­με τν ὕ­παρ­ξή μας στος ν­θρώ­πους καστν κό­σμο, πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ς θεί­α ἐ­νέρ­γεια τς «ὑ­περ­βλυ­ζού­σης φω­το­χυ­σί­ας» τονο­η­τοφω­τός. Διτοῦ Ἔ­ρω­τος ἀ­να­δυ­ό­μα­στε τέ­λος στὸ ἀ­πε­ρι­νό­η­το κάλ­λος τοΘε­ο. Ἔ­τσι ἡ ἐ­πι­στή­μη εἶ­ναι ἡ ἀ­γα­πη­τι­κγνώ­ση καὶ ὄ­χι συσ­σώ­ρευ­ση πλη­ρο­φο­ρι­ν· εἶ­ναι ἡ ἐκ­κά­λυ­ψη τν ν­των καὶ ἡ μέ­θε­ξη στν Ἕ­να ρ­χέ­τυ­πο Λό­γο. βι­ω­μα­τι­κθέ­ω­ση τοσύμ­παν­τος κό­σμου, κεῖ­ται ἔ­τσι πέ­ραν τν ὁ­ρί­ων τς λο­γι­κς, σμιὰ ἀ­πε­ρι­νό­η­τη μυ­στι­κὴ ἡ­δυ­θυ­μί­α, στν με­το­χστὸ ὑ­πέρ­τε­ρο κάλ­λος τοΘε­ο.

Συμ­πε­ρα­σμα­τι­κλοι­πν παι­δεί­α εἶ­ναι μυ­στι­κή, δη­λα­δὴ ἐ­σω­τε­ρι­κή, ἐ­να­γώ­νια προ­σπά­θεια τοῦ ἀν­θρώ­που ν’ ἀ­πο­κα­λύ­ψει τθε­ϊ­κθάμ­βος ποὺ ἐ­κρέ­ε­ται ἀ­πύθ­με­νο ἀ­π’ τος μυ­χος τς ψυ­χς μας, ποδν το­πο­θε­τεῖ­ται ἰ­δε­α­λι­στι­κστος οὐ­ρα­νούς, ποδν πα­ρου­σι­ά­ζε­ται σν τρο­μα­κτι­κό, δυ­να­στι­κὸ ἢ ὄ­πιο τολα­ο.

 

πνευ­μα­τι­κὴ ἔ­ρη­μος ποὺ ἐ­κτεί­νε­ται στν πα­νε­πι­στη­μια­κχῶ­ρο, εἶ­ναι σή­με­ρα πα­σι­φα­νής. Ὅ­λοι αἰ­σθα­νό­μα­στε γύ­ρω μας ἕ­να πα­γε­ρκε­νποσυ­νε­χς μς πε­ρι­σφίγ­γει. ρ­θώ­νον­ται τεί­χη σ’ ἐ­κεί­νους ποὺ ἐ­πι­ζη­τον πνευ­μα­τι­κποι­ό­τη­τα, ἐ­ξο­βε­λί­ζον­τας τς ἐ­πι­θυ­μί­ες τους στπε­ρι­θώ­ριο τν σχέ­σε­ων. Λεί­πει δι­ά­θε­ση δι­α­λό­γου, δι­α­κι­νή­σε­ως ἰ­δε­ν. Ἀ­να­στέλ­λε­ται συμ­με­το­χή μας στνδι­α­τα­ρά­ξου­με τλι­μνά­ζον­τα ὕ­δα­τα. Ἀ­προ­θυ­μί­α καὶ ἀ­δι­α­φο­ρί­α γιτπάν­τα, σύγ­χυ­ση, ποφα­νε­ρώ­νε­ται στν ἀ­κα­τα­λη­ψί­α πομς χα­ρα­κτη­ρί­ζει, ὅ­που ὁ­μι­λοῦ­με λ­λδν συ­νεν­νο­ού­μα­στε, στὸ ὅ­τι στς γε­νι­κς συ­νε­λεύ­σεις ἐ­πι­δι­δό­μα­στε τε­λι­κσπα­ράλ­λη­λους μο­νο­λό­γους «μο­νο­λό­γους ν δι­πλ», ποὺ ἔ­λε­γε με­γά­λος μας Σκι­α­θί­της, ποδν σε­βό­μα­στε τν λ­λο, δν τν συν­τρέ­χου­με στθλί­ψη του, στν κα­ϋ­μὸ ἢ στχα­ρά του. δυ­σαρ­θρί­α καδυ­σκαμ­ψί­α στν κ­φρα­ση τολό­γου μας, ἡ ἔλ­λει­ψη πολ­λα­πλό­τη­τας στος λε­κτι­κος χρω­μα­τι­σμος καὶ ἡ ἀ­που­σί­α πη­γαί­ας αὐ­θεν­τι­κό­τη­τας, συ­νο­ψί­ζουν τσύν­δρο­μο τς γλώσ­σας μας, ὅ­που κυ­ρια­ρχεῖ ὁ ὁ­μοι­ο­μορ­φι­σμς μέ­σα ἀ­πὸ ἀ­να­λο­γι­κς ρυθ­μί­σεις χω­ρς γλυ­κύ­τη­τα καὶ ἐ­λα­στι­κό­τη­τα. 

Τκεί­με­νο αὐ­τσυ­νι­στμιμορ­φὴ ἀ­γω­νί­ας. Σ’ ἕ­να χῶ­ρο ποὺ ἀ­πο­συν­τί­θε­ται, ς προ­βλη­μα­τι­στοῦ­με στοι­χει­ω­δς λ­λοι­ς. «ν θέ­λου­με νζή­σου­με κα­λύ­τε­ρα ν’ ρ­χί­σου­με τώ­ρα ἀ­μέ­σως. ν δν τθέ­λου­με δν πει­ρά­ζει λ­λκα­λύ­τε­ρα ν’ ρ­χί­σου­με νπε­θαί­νου­με». (Auden σμε­τά­φρα­ση Γ. Σε­φέ­ρη).

 

πφυλλάδιο ποκυκλοφόρησε στά ἑλληνικά Πανεπιστήμια τό 1982, πό τή ‘‘Χριστιανοσοσιαλιστική Σπουδαστική Κίνηση’’

 

πηγή: Aντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ