Ὁ πειρασμός τῆς θρησκείας καί ἡ διαλεκτική τοῦ ἀθεϊσμοῦ

0
931

Δὲν εἶναι σπάνια ἡ κριτικὴ ποὺ καταγγέλλει τὴν ἔκπτωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς νοηματοδότησης τοῦ βίου σὲ θρησκεία. Ἡ τοποθέτηση αὐτὴ δὲν ἐκπορεύεται ἀπὸ ἕναν θεολογικὸ-διανοητικὸ ἐλιτισμὸ ἀλλὰ ἐπιχειρεῖ νὰ ξαναθυμίσει λησμονημένα αὐτονόητα, ὅσον ἀφορᾶ στὴν πρόταση τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο· διότι συσσωρεύσεις αἰώνων προκαλοῦν διαβρώσεις στὸν τρόπο τῆς καινῆς κτίσεως, στὴ χαρμόσυνη εἴδηση (Εὐ-αγγέλιο) ὅτι «ἐσκύλευται ὁ θάνατος». Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ἡ ζωὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπαναθεμελίωσης τῆς ὕπαρξης σμικρύνεται σὲ θρησκευτικὸ σύστημα. Δηλαδὴ σὲ μία ἰδεολογικὴ περιχαράκωση, κατὰ τὴν ὁποία τὸ διαρκὲς ζητούμενο τῆς προσωπικῆς σχέσης μὲ τὸν Θεὸ ὑποκαθίσταται ἀπὸ ἕνα σύνολο πεποιθήσεων καὶ πρακτικῶν, ποὺ ὑποθάλπουν τὴν αἴσθηση τῆς αὐτασφάλισης καὶ τῆς αὐτοεπιβεβαίωσης.

Σὲ αὐτὲς τὶς συντεταγμένες ἡ θρησκεία συνιστᾶ τὴ θεσμικὴ ἀπόπειρα νὰ θωρακιστεῖ ἡ φθαρτὴ ἀνθρώπινη φύση ἔναντι τοῦ ἔσχατου ἐχθροῦ της, τοῦ θανάτου. Ἡ πρωτογενὴς αὐτὴ ἀνάγκη νομιμοποιεῖ μία δεύτερη: τὴν ὀργανωμένη ἀρχὴ ποὺ θὰ διαχειρίζεται τὸν ἐξευμενισμὸ τοῦ ὑπερβατικοῦ, ὥστε ἔτσι νὰ διασφαλίζεται ἡ τρίτη ἀνάγκη: νὰ ἀντλεῖται ἀρραγὴς ἡ βεβαιότητα ὅτι, ὑπακούοντας ὁ πιστὸς σὲ διανοητικὰ ἀξιώματα (δόγματα) καὶ πειθαρχώντας σὲ κανονιστικὲς φόρμες (ἠθικὴ), βαδίζει ἐλλόγως καὶ ἐμφρόνως ἔχοντας ἐξασφαλίσει τὶς προϋποθέσεις τῆς «τακτοποιημένης» συνείδησης.

Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ σπουδαῖος Ντοστογιέφσκι, στὸ προφητικό του ἔργο, συνόψισε μεγαλοφυῶς τὸν τριμερῆ αὐτὸν χαρακτήρα τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου στὸν μύθο τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ. Τὸ κατηγορητήριο ποὺ ἀπευθύνει ὁ Ἱεροεξεταστὴς στὸν συλληφθέντα Χριστὸ εἶναι τρομακτικὰ κυνικό: Τὸν κατηγορεῖ ὅτι ἀρνήθηκε νὰ βασίσει τὸ ἔργο Του στὶς τρεῖς δυνάμεις ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ θεραπεύσουν τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν κοινωνία ἀπὸ τὸ πιὸ ἀνυπόφορο πρᾶγμα: τὴν ἐλευθερία! Οἱ δυνάμεις αὐτές, σύμφωνα μὲ τὸν ἐκπρόσωπο μιᾶς ἐκ τῶν στυγνότερων ἐξουσιῶν ποὺ γνώρισε ἡ Δύση, εἶναι τὸ θαῦμα, τὸ μυστήριο καὶ τὸ κύρος.

Ἡ θρησκευτικὴ αὐτὴ ποδηγέτηση τῆς ἐλευθερίας σχετίζεται ἄμεσα μὲ τοὺς πειρασμοὺς τοῦ Χριστοῦ στὴν ἔρημο. Ἐκεῖ ὁ σατανᾶς δοκιμάζει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ μὲ τρεῖς συγκεκριμένους τρόπους. Οὐσιαστικὰ Τὸν προκαλεῖ νὰ ἀντιστρέψει τοὺς ὅρους καὶ τὸν σκοπὸ τοῦ ἐπικείμενου ἔργου Του μετατρέποντας τὶς πέτρες σὲ ψωμί, ἐκβιάζοντας τὴν ἄμεση παρέμβαση τοῦ Θεοῦ καὶ ἀποκτώντας τὴν ἀπόλυτη κυριότητα τοῦ κόσμου. Ἡ πρώτη πρόταση ἀφορᾶ στὸ θαῦμα, μὲ τὸ ὁποῖο λύνεται ἄμεσα τὸ πρόβλημα τῆς ἐπιβίωσης, ἡ δεύτερη στὸ μυστήριο τῆς ἀλήθειας καὶ ἡ τρίτη στὸ κύρος τῆς ἐξουσίας.

Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ ἐπισημανθοῦν οἱ ἀναλογίες τῶν τριῶν αὐτῶν προκλήσεων μὲ τὰ τρία προαναφερθέντα χαρακτηριστικὰ τῆς θρησκείας. Μὲ τὸ θαῦμα (παράταση-βελτίωση τῆς ἐπιβίωσης) ἐπιχειρεῖται ἡ ὠφελιμιστικὴ διασφάλιση ἔναντι τῶν φθοροποιῶν δυνάμεων τῆς θνητῆς ζωῆς, ποὺ δυσχεραίνουν καὶ ἀναστέλλουν κάποτε τὴν ἐπιβίωση. Μὲ τὸ μυστήριο (γνώση) λύνεται μηχανιστικά, χωρὶς τὴν κοπιώδη μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου, τὸ πανάρχαιο πρόβλημα τῆς ἀλήθειας, ποὺ ἀπασχόλησε καὶ συνεχίζει νὰ ἀπασχολεῖ τὴν φιλοσοφία καὶ τὴν ἐπιστήμη. Μὲ τὸ κύρος (ἐξουσία), οἱ σχέσεις τῶν ἀνθρώπων προσδιορίζονται καὶ τελικὰ καθορίζονται ἀπὸ τὴν δύναμη καὶ τὴν ἰσχύ.

Ἐὰν θελήσει κάποιος νὰ ἀποκωδικοποιήσει τὴν ἐννοια καὶ τὸν σκοπὸ τῆς θρησκείας, ἀβίαστα θὰ καταλήξει στὶς τρεῖς προτάσεις ποὺ ἀπηύθυνε ὁ διάβολος στὸν Χριστὸ ἀλλὰ καὶ στὸ τρίπτυχο τῆς ἱεροεξεταστικῆς συμβουλῆς. Εἶναι ἀξιοσημείωτο τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ πειρασμοὶ τοῦ Χριστοῦ λαμβάνουν χώρα προτοῦ ὁ Ἴδιος ξεκινήσει τὴ δημόσια παρουσία Του· διότι ἡ τοποθέτησή Του στὶς προτάσεις τοῦ δια-βάλλοντα συνιστᾶ τὸ κριτήριο καὶ τὴ σφραγίδα τοῦ ἔργου Του. Θὰ παρουσιαστεῖ ὡς ἕνας ἀκόμη «σωτήρας», ὡς ἕνας ἀκόμη διδάσκαλος πλαισιωμένος ἀπὸ ὀπαδοὺς ἢ θὰ ἀποκαλύψει ἕναν νέο τρόπο ὕπαρξης ἱκανὸ νὰ νικήσει τὸν ἴδιο τὸν θάνατο; Φυσικὰ ὁ Χριστὸς ἀρνεῖται ἀπολύτως τὶς δελεαστικὲς προοπτικὲς ποὺ Τοῦ προσφέρει ὁ μισόκαλος ἐχθρός. Γι’ αὐτὸ καὶ στὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν πεμπτουσία τοῦ κηρύγματός Του καὶ τίθεται στὴν ἀρχὴ τῆς δημόσιας παρουσίας Του, ξεκαθαρίζει τὸ ζήτημα μὲ τὸν σαφέστερο τρόπο: «ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρός σου, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία σου» (Μτθ. 6, 21). «Θησαυρὸς» εἶναι ὅ,τι θεωρεῖ ὁ καθένας στὴ ζωή του ἀκριβό, πολύτιμο. Ὅ,τι ἀξίζει νὰ ἀναζητήσει κανείς, ὅ,τι μπορεῖ νὰ δώσει νόημα καὶ σκοπὸ στὴν ὕπαρξη. Οἱ πάντες, συνειδητὰ ἢ ἀνεπίγνωστα, διαθέτουν ἢ ψάχνουν κάποιον θησαυρό. Ἐντοπίζουν κάποιον «τόπο» ὅπου καὶ σκηνώνουν τὴ ζωή τους ἀπὸ ὅπου ἀντλοῦν τὸ νόημα καὶ τὸν προσανατολισμὸ τῆς ζωῆς τους. Ἡ σχετικὴ τοποθέτηση τοῦ ἀσκητῆ ἁγίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου εἶναι σαφής: «εἰς ὃ γὰρ πρᾶγμα ἡ καρδία τινὸς δέδεται, καὶ ὅπου ἡ ἐπιθυμία ἕλκει αὐτόν, ἐκεῖνό ἐστιν αὐτοῦ ὁ θεός».[1]

Ἡ τρίπτυχη ἑωσφορικὴ παρότρυνση στὸν Χριστὸ συμπυκνώνει ὅλες τὶς δυνατὲς ἐπιλογὲς «θησαυροῦ». Ἡ μεταβολὴ τῶν λίθων σὲ ψωμιὰ συνιστᾶ τὸν κατασφαλισμένο βίο. Σκοπὸς αὐτὴς τῆς ὑπαρξιακῆς ἐπιλογῆς εἶναι ἡ ἐξασφάλιση τῆς ἐπιβίωσης. Μέριμνα στὴ συγκεκριμένη περίπτωση ἀποτελεῖ ὄχι μόνο ἡ στενὴ ἱκανοποίηση τῶν βιολογικῶν ἀναγκῶν, ἀλλὰ γενικότερα ὅ,τι ἱδρύει τὸν θωρακισμένο ἑαυτό. Ἐδῶ ὑποκρύπτεται ἡ αὐτοθέωση, ἐφόσον ἀναζητᾶται-λατρεύεται ἡ «θέσπιση» τῆς ἀγελαίας ἀτομικότητας. Αὐτῆς ποὺ ἀναλώνεται στὴν ἑδραίωση ὅλων ἐκείνων τῶν μὴ ἀπειλητικῶν συνθηκῶν γιὰ τὴν ἐγωικὴ μοναρχία καὶ τὴν συνοδό της ψευδαίσθηση τῆς αὐθυπαρξίας.

Ἡ ἀπαίτηση τοῦ διαβόλου νὰ πέσει ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὸν ναό, ὥστε νὰ Τὸν σώσει ὁ Θεός, δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἐκβιαστικὴ βούληση γιὰ κατάκτηση τοῦ ποθούμενου. Ὁ ἄνθρωπος παλεύει στὴ ζωή του γιὰ τὴν ἀδιαμφισβήτητη ἰσχὺ τῆς ἀπόδειξης. Τὰ πάντα εἶναι ἐπιβεβλημένο νὰ διέπονται ἀπὸ τὴν ἀναντίρρητη βεβαιότητα. Στὴν ἐπιταγὴ αὐτὴ ἁλυσσοδένεται καὶ τὸ αἰώνιο ζήτημα τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἰδιοτελὴς ἀξίωση νὰ ἀποδειχθεῖ ἀντικειμενικὰ ἡ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ σμικρύνει ἀπελπιστικὰ τὴν ἀλήθεια σε μηχανιστικὸ δεδομένο. Τὸ μυστήριο τῆς ἀναζήτησης καὶ τῆς διακινδύνευσης μεταβάλλεται σὲ ἄνυδρο αὐτοματισμό. Σκοπὸς εἶναι νὰ δομηθεῖ ἡ ζωὴ στὴ μαγικὴ εὐκολία, στὴν ἀκόπως ἐπαληθεύσιμη ἀλήθεια.

Ὅμως καὶ ἡ προσφορὰ τῆς ἀπόλυτης ἐξουσίας τοῦ κόσμου στὸν Χριστό, θέτει σὲ δοκιμασία τὸν ἄνθρωπο. Σὲ κάθε πτυχὴ τοῦ βίου καιροφυλακτεῖ ὁ πειρασμὸς τῆς ἐξουσίας. Ἡ βεβαιότητα τοῦ θανάτου προκαλεῖ ἴλιγγο. Ἡ ροπὴ λοιπὸν πρὸς τὴν ἐξουσία φανερώνεται ὡς ψευδαισθητικὸ ἀντίδοτο στὴν ἀναπότρεπτη λήξη τῆς ζωῆς. Ὁ καθένας κατισχύοντας καὶ ἐπιβαλλόμενος ἀποκτᾶ μία προσωρινὴ αἴσθηση αἰωνιότητας, ποὺ ξεγελᾶ πρόσκαιρα καὶ τραγικὰ τὴν ἀδιασάλευτη προοπτικὴ τοῦ θανάτου.

Μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἐνδιαφέρουσες πτυχὲς τοῦ ζητήματος ἀποκαλύπτεται ἐὰν συσχετισθοῦν τὰ παραπάνω δεδομένα μὲ τὶς θέσεις ποὺ κατέθεσαν τρεῖς κορυφαῖοι διανοητὲς καὶ εἰσηγητὲς συγχρόνως τοῦ ἀθεϊσμοῦ: Φόυερμπαχ, Νίτσε, Μάρξ. Καὶ τοὺς τρεῖς ἀπασχόλησε τὸ ζήτημα τῆς θρησκείας καὶ μᾶς κληροδότησαν κορυφαῖες στιγμὲς στὴν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας.

Ὁ Φόυερμπαχ ἑρμηνεύει τὴν γένεση τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἄνθρωπος λατρεύει στὴν οὐσία αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ εἶναι. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι παρὰ μία αὐτοπροβολὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἕνα ἀνθρώπινο ἰδεῶδες. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ ἀρχὴ τῆς θείας φύσης βρίσκεται στὸν ἐγωισμὸ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ διακατέχεται ἀπὸ τὴν ἐπιδίωξη τῆς καθολικῆς εὐτυχίας. Μᾶλλον δὲν θὰ ἦταν αὐθαίρετο στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ ἀνακαλέσουμε τόσο τὸν πρῶτο πειρασμὸ τοῦ Χριστοῦ, ὅσο καὶ τὴν πρώτη ἀπὸ τὶς κατηγορίες τοῦ Ἱεροεξεταστῆ. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις θαῦμα θεωρεῖται ἡ ἐξασφάλιση τῆς ἐπιβίωσης, δηλαδὴ ἡ ἄμοχθη κατοχύρωση τοῦ ἑαυτοῦ σὲ μία ἀδιατάρακτη εὐτυχία κατανάλωσης καὶ αὐτοϊκανοποίησης. Ὁ Θεὸς εἶναι στὴ σκέψη τοῦ Φόυερμπαχ ἡ αὐτολατρία τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ τόσο ἀπόλυτα ἀπέρριψε ὁ Χριστὸς στὸν πρῶτο πειρασμό.

Ὁ Νίτσε, ὁ ὁποῖος ἐπηρεάστηκε μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ ἀπὸ τὸν Φόυερμπαχ, θεώρησε τὴ γνώση, στὴν πρώτη συγγραφικὴ περίοδο τῆς ζωῆς του, ὡς τὸν ὑπέρτατο σκοπὸ τῆς ζωῆς. Θεώρησε ὅτι ἐφόσον τὸ ὄντως ὂν εἶναι ἕνα διαρκὲς γίγνεσθαι, ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ γνώση προσπαθεῖ νὰ ἀπαλύνει τὸν πόνο ποὺ προκαλεῖ τὸ ἐφήμερο καὶ ἡ ἀέναη μεταβολή. Ἡ ἀντικειμενικὴ γνώση εἶναι ἀναγκαία χάριν τῆς αὐτοσυντήρησης. Ἡ θρησκεία, ἡ ὁποία (καὶ) στὴν ἐποχή του, συνιστᾶ κοσμικὸ θεσμό, ἁρμοδίως ἐξυπηρετεῖ μεταφυσικὲς ἀνάγκες καὶ προνομιακῶς μετρᾶ τὴν ἠθικὴ ἀποτελεσματικότητα μεταβαλλόμενη σὲ ἕναν προνομιακὸ διαχειριστὴ τοῦ μυστηρίου-ἀλήθειας. Σὲ αὐτὲς τὶς συνθῆκες ὅμως δὲν ἀργεῖ ἡ ἀφύπνιση τοῦ πνευματικοῦ ὑπηκόου (ὑπεράνθρωπος). Αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἀποσείσει τελικὰ τὸ παρακμιακὸ ἄγος τῆς ἀντικειμενικῆς ἀλήθειας, ποὺ εὐθύνεται γιὰ τὴν κατάπνιξη τῆς ζωῆς. Ὁ Χριστὸς ὅμως, κατὰ τὸν δεύτερο πειρασμό, ἀρνεῖται τὴν μηχανιστικὴ ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας (Θεοῦ), διότι ἡ ἀποκλειστικὴ ἰδιοποίηση-διαχείριση τῆς αὐτοματικὰ παραγόμενης γνώσης σκοτώνει τὸν Θεό. Κι αὐτὸ γιατὶ ἡ ἀλήθεια μετέχεται, δὲν κατακτᾶται. Στὴν πρώτη περίπτωση ἡ ἀλήθεια προϋποθέτει τὴν προσωπικὴ κοινωνία, ποὺ μένει πάντοτε μία ἀπορία, ἕνα διαρκὲς ζητούμενο. Στὴ δεύτερη περίπτωση ἀντιθέτως, ὑποβόσκει ἡ κατακτητικὴ ὁρμὴ μὲ σκοπὸ τὴν καταξίωση τοῦ ἐγώ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀντικειμενικὴ-ἀποδεικτικὴ ἐφόρμηση στὰ πράγματα στραγγαλίζει τὴ ζωή.

Ὁ Μὰρξ τέλος θεώρησε ὅτι ἡ θρησκεία ἀντανακλᾶ τὴν ἀντίφαση τῶν ἀλλοτριωμένων σχέσεων τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν πρωταρχικὴ φύση του. Ὅταν ἡ κοινωνία διαρθρώνεται στὴ βάση τῆς ἐξουσιαστικῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας παράγονται στρεβλὲς σχέσεις. Ἡ λύτρωση ἀπὸ αὐτὴ τὴν βασανισμένη ὕπαρξη ἀναζητᾶται σὲ ἕναν ἄλλο κόσμο. Τὸ ντοστογιεφσκικὸ κύρος, ἡ ἀναγνώριση, ἀποκτῶνται ὅταν λατρεύεται τὸ εἴδωλο τῆς ἀνυπέρβλητης ἀνάγκης γιὰ ἐπιβολή. Τὸ ὑπόβαθρο λοιπὸν κάθε ἀποτυχίας στὴν ἀπόπειρα τῆς σχέσης εἶναι ἡ ἐξουσιαστικὴ χρήση τοῦ ἄλλου. Ἡ ὁλοσχερὴς κατάληψη τοῦ ὑπαρκτικοῦ «χώρου» τοῦ ἐξουσιαζόμενου ἀπὸ τὸν ἐξουσιαστὴ συνεπάγεται ἀναγκαστικὰ τὴν θρησκευτικὴ ἀπόδραση. Ὁ Θεὸς μεταβάλλεται σὲ ἀναγκαῖο παρηγορητή, σὲ ἔμπορο παραμυθητικοῦ ὀπίου καὶ ἔμμεσο θεσμοθέτη τῆς ἐκμετάλλευσης. Ἡ νομοτέλεια αὐτή, καὶ τὸ κύρος (ἐξουσία) ἀπὸ τὴν ὁποία πηγάζει, προϋποθέτουν τὴν προσκύνηση, δηλαδὴ τὴν ἑδραία ἐσωτερικὴ ὑποταγὴ στὴν ἀνάγκη τῆς ἐνστικτώδους ἁρπακτικότητας. Ὁ Χριστὸς ὅμως ἀπέρριψε καὶ αὐτὴ τὴ συγκατάθεση χωρὶς ἀμφιταλάντευση.

Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὰ παραπάνω, ὁ συγκροτημένος ἀθεϊσμός, μακριὰ ἀπὸ ἀφορισμοὺς τοῦ συρμοῦ, ἀναδεικνύεται σὲ μία ἐπιθετικὴ μὲν ὑπηρετικὴ δὲ τῆς ἔμπονης αὐτοσυνειδησίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου πρόκληση. Εἶναι ἀφυπνιστικὴ ἡ ἀντιθρησκευτικὴ κριτική, ποὺ καταγγέλλει στὴν οὐσία ὅ,τι ἀπέρριψε ὁ πειραζόμενος Χριστὸς στὴν ἔρημο. Ἡ αὐτολατρία, ἡ μηχανιστικὴ ἀλήθεια καὶ ἡ ἐξουσιαστικὴ χρήση τοῦ ἄλλου ὡς θεολογικὲς/φιλοσοφικὲς προεκτάσεις τοῦ τριπλοῦ πειρασμοῦ τοῦ Χριστοῦ στὴν ἔρημο, συνοψίζουν τὸ τρίπτυχο, ποὺ συνθέτει αἰῶνες τώρα τὸν πειρασμὸ νὰ ὑποκαθίσταται ὁ καινὸς τρόπος τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ μιὰ ξέπνοη ἱδρυματικὴ «πνευματικότητα». Ἡ ὀξείδωση ποὺ προκαλεῖ ὁ συσχηματισμὸς μὲ τὸ φρόνημα τῆς πτώσης καὶ τὶς κοσμικές του ἐμπράγματες συνδηλώσεις μωραίνει τὸ ἅλας (Μτθ. 5, 23) καταχωνιάζοντας στὴ λήθη τὴν ἀποστολικὴ παρότρυνση: «ἑαυτοὺς πειράζετε εἰ ἐστὲ ἐν τῇ πίστῃ, ἑαυτοὺς δοκιμάζετε» (Β´ Κορ. 13,5). Κάτι παρόμοιο διαπίστωνε ὁ Ν. Μπερδιάγεφ ὅταν ἔγραφε: «ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ ὀφείλουμε νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι ἡ ἀγανάκτηση τῶν εἰλικρινῶν ἀθέων εἶναι συχνὰ δικαιολογημένη […]. Πρέπει νὰ ἔχουμε τὸ κουράγιο νὰ ἀναγνωρίζουμε ὄψεις τῆς ἀλήθειας ἀκόμα καὶ μέσα σὲ κάτι ποὺ μᾶς φαίνεται ἢ εἶναι ἐχθρικό».[2]

Ἡ θρησκεία βέβαια, ὡς ἐγγενὴς πειρασμὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ διευθετεῖται καὶ νὰ καταλαγιάζει ὅσο πιὸ καταπραϋντικὰ ὁ ὑπαρκτικὸς βρασμός, ἐκβάλλει καὶ σὲ φιλοσοφικὲς τοποθετήσεις, ποὺ ἐμφανίστηκαν μὲ ἀξιώσεις… λύτρωσης ἀπὸ αὐτή! Τέτοια εἶναι, γιὰ παράδειγμα, ἡ περίπτωση ἑνὸς ἐκ τῶν προκλητικότερων κατὰ τὰ ἄλλα ἐκπροσώπων τοῦ εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ, τοῦ De Sade. Σύμφωνα μὲ τὴν ἀναγνώρισή του ὅτι ὁ ἄνθρωπος συνιστᾶ ἀμιγῆ ὕλη ἢ Φύση, ὁ De Sade θεωρεῖ ὅτι ὁ ἐντολοδόχος τῆς Φύσης ἄνθρωπος, ἀπολύτως συντονισμένος μὲ τὶς ἐπιταγὲς αὐτοῦ ποὺ ὁ ἴδιος εἶναι (Φύση) πρέπει πρωτίστως νὰ αὐτοσυντηρεῖται (πρῶτος πειρασμός). Αὐτὸ δὲν σημαίνει τίποτε περισσότερο ἢ λιγότερο ἀπὸ τὴ διαρκῆ ἐπιδίωξη τῆς ἡδονῆς (δεύτερος πειρασμός), τὴν ὁποία ἐξασφαλίζει ἡ ἰσχύς (τρίτος πειρασμός).

Στὴν περίπτωση αὐτὴ κανένα φιλοσοφικὸ λεπίδι δὲν ἀποκαθαίρει τὴν πειρασμικὴ κακοήθεια. Ἀντιθέτως, υἱοθετεῖ πανηγυρικὰ τὴν οὐσία της καὶ μάλιστα στὸ ὄνομα τῆς χειραφέτησης τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως τὸ ποικιλόχρωμο ἀλλὰ οὐσιαστικὰ ἐνιαῖο πλαίσιο τοῦ Διαφωτισμοῦ διεκήρυσσε. Οἱ προαναφερθέντες ἄθεοι Γερμανοὶ φιλόσοφοι ἀνέτεμαν τὸ φαινόμενο τῆς θρησκείας ἀποκαλύπτοντας τὰ γενεσιουργὰ αἴτιά του. Ὁ De Sade ὅμως θεμελιώνει σὲ αὐτὰ τὴ μαχητικὴ ἀντιθρησκευτική του θέση ἀποδεικνύοντας ὅτι ἡ θρησκεία συνιστᾶ, εἴτε στὴ ἔνθεη εἴτε στὴν ἄθεη ἐκδοχή της, συγκεκριμένο τρόπο βίου.

Εἰδικότερα δὲ στὴ σαδικὴ θεώρηση μπορεῖ νὰ ἀνιχνευθεῖ ἕνας πρώιμος φροϋδισμός, ἐφόσον ἡδονὴ καὶ ἰσχὺς συμπλέκονται μὲ κοινὸ παρονομαστὴ καὶ διήκουσα ἀρχὴ στὶς μεταξύ τους σχέσεις τὴ σεξουαλικότητα. Ἂν ὁ δεύτερος πειρασμὸς τοῦ Χριστοῦ προκαλεῖ τὴ συναίνεση στὴ μαγικὴ-αὐτοματικὴ λύση τῶν καταγωγικῶν ἐρωτημάτων τῆς ἀνθρωπότητας, τότε ὁ Π. Εὐδοκίμωφ ἔχει δίκιο νὰ ταυτίζει τὴν ἡδονὴ μὲ τὴ μαγεία ποὺ «διεγείρει τὸν ὁμαδικὸν ἔρωτα τοῦ πλήθους»,[3] καθῶς ἡ «μαγεία βιάζει τὸ μυστήριο τῆς φύσεως, βεβηλώνει τὴν ἱερότητα τοῦ κόσμου ὡς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ».[4] Γι’ αὐτό, κατὰ τὸν ἴδιο, ἡ μοναχικὴ ὑπόσχεση τῆς παρθενίας, μακριὰ ἀπὸ εὐσεβιστικὲς στρεβλώσεις, ἀποπειρᾶται πρωτίστως νὰ θεραπεύσει αὐτὴ τὴν ἐξουσιαστικὴ-ἡδονικὴ κατάκτηση τῆς γνώσης.[5]

Ἀπὸ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς ἑωσφορικῆς πρόκλησης στὴν ἔρημο ὁ ὅρος ἀναμέτρησης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος μὲ τὸ διαρκὲς ἐνδεχόμενο (καὶ πραγματικότητα ἐνίοτε) τῆς θρησκειοποίησης θεμελιώνεται στὴν ἀνυποχώρητη πρόταξη τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς θυσίας. Ὁ Χριστὸς ἀρνεῖται νὰ μετατρέψει τοὺς λίθους σὲ ψωμὶ ἐλευθερώνοντας τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ ροπὴ νὰ ἐξαντληθεῖ ἡ ζωὴ στὴ βιολογική της ἀναγκαιότητα. Ὅταν ἀποκρούει τὴν πρόκληση νὰ πέσει ἀπὸ τὸ ναό, ὥστε νὰ Τὸν σώσει ὁ Θεός, χαράσσει τὴν μόνη ὁδὸ πρὸς τὴν ἀλήθεια, ποὺ εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ διαρκὴς αὐτοπαράδοση στὸν ἄλλο καὶ ὄχι ἡ σύνθλιψή του ἀπὸ τὴν ἐκβιαστικὴ ἀπαίτηση τῆς ἀντικειμενικότητας. Τέλος, μὲ τὴν ἀπόρριψη τῆς ἐξουσίας, προκρίνει τὴ θυσιαστικὴ-σταυρικὴ κοινωνία ἔναντι τῆς ἐπιβολῆς καὶ τῆς καταδυνάστευσης τοῦ πλησίον.

Κάθε συμβιβασμὸς καὶ ὑποχώρηση στὶς προκλήσεις τοῦ θαύματος, τοῦ μυστηρίου καὶ τοῦ κύρους μεταβάλλει τὸν χριστιανὸ στὴ δολιότερη καὶ ἀποκρουστικότερη ἐκδοχὴ ἀθέου· διότι κατὰ τοὺς πειρασμοὺς στὴν ἔρημο ὁ ἀρχέκακος δὲν κάλεσε τὸν Χριστὸ νὰ ἀρνηθεῖ ἄμεσα τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Τοῦ προσέφερε ἐναλλακτικὲς προτάσεις. Σκοπὸς του δὲν ἦταν ἡ ἀπροκάλυπτη ἀποκήρυξη τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ ἡ ψευδαισθητικὴ ὑποκατάστασή Του ἀπὸ τὸν εἰδωλοποιημένο ἑαυτό, ποὺ κατοχυρώνεται, καταξιώνεται καὶ ἐπιβάλλεται. Ἡ νόσος δὲ αὐτὴ πραγματώνεται τόσο στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ὅσο καὶ ἐναντίον Του.

Θὰ λειτουργοῦσε ἴσως ἀνακαινιστικὰ ἡ σκέψη ὅτι ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἀνδρωνόταν μὲ τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων, διωκόταν μὲ τὴν κατηγορία τῆς ἀθεΐας.  Οἱ ἀντάρτες-μάρτυρες τῆς πίστεως ἀπέρριψαν τὸ «ἰδανικὸ» τοῦ ἀμέριμνου βίου, ποὺ θωπεύει μὲ τὴν καλοπέραση τὸν ἑαυτὸ (θαῦμα). Ἀρνήθηκαν ἡ ἀλήθεια τους νὰ μεταβληθεῖ σὲ μαγικὴ συνταγή, ποὺ θὰ πείσει εὔκολα καὶ ἀντικειμενικὰ ὡς ἰδεολογία (μυστήριο). Ἔστρεψαν τὰ νῶτα στὶς σειρῆνες τῆς ἐξουσίας, ποὺ ἤθελαν τὴν Ἐκκλησία θεραπαινίδα τοῦ ἄρχοντα (κύρος). Γιὰ τοὺς λόγους αὐτούς, καὶ στὸ πλαίσιο ποὺ ἤδη διαγράφηκε ἁδρά, θὰ μποροῦσε νὰ προσαχθεῖ ὡς συνώνυμος ὅρος τοῦ ἐκκλησιοποιούμενου βίου ὁ «ἐν Χριστῷ ἀθεϊσμός». Πρόκειται γιὰ τὸν ἀθεϊσμό, ποὺ θανατώνει τοὺς πεινασμένους θεοὺς τῆς αὐτοθέωσης, ὥστε «κι ὁ θεὸς ἐπιτόπου δίχως κανένα βοερὸ θρήσκευμα ἢ ἀτυχήματα μεταφυσικὰ τῆς διάνοιας»[6] νὰ ἀνασταίνεται.

 

Σημειώσεις

[1] Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου, Ὁμιλία 43, PG 34, 773A.

[2] Nicolas Berdiaeff, Χριστιανισμὸς καὶ κοινωνικὴ πραγματικότητα, μετάφραση Βασίλη Τ. Γιούλτση, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη, 21986, σ. 64 · 66.

[3] Παύλου Εὐδοκίμωφ, Ἡ πάλη μὲ τὸν Θεόν, μετάφραση Ἰ. Κ. Παπαδόπουλου, ἐκδ. Πατριαρχικὸν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 51991, σ. 174.

[4] στὸ ἴδιο.

[5] ὅ.π., σ. 173-178.

[6] Νίκος Καροῦζος, Ἡ σγουρὴ φωτιὰ στὴν πλατεία

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here