Όταν τραγουδά η λιτότητα

2
1749

Αιώνες τώρα η λαϊκή Μούσα στην Ελλάδα είναι δακρυσμένη. Η φωνή της, μέσα στα τραγούδια, φθάνει στ’ αυτιά μας σαν να ’χει σηκώσει ένα φορτίο τόσο βαρύ που την κάνει να λυγίζει. Τι ακριβώς την πιέζει; Συχνά τα πολλά της παράπονα θολώνουν τη  σκέψη και δεν είναι εύκολο να βρεθούν οι βαθιές αιτίες τους.Είναι πάντως αισθητό ότι στίχοι και νότες έχουν πάνω τους τα σημάδια που άφησαν ανεκπλήρωτες επιθυμίες, διαψεύσεις, συμφορές που χτύπησαν κατακέφαλα τους ανύποπτους, και άλλοτε πάλι αποχωρισμοί που αφήνουν για πάντα ανοιχτές πληγές.

Ωστόσο, σε καιρούς παλαιότερους η λύπη αντισταθμιζόταν κάπως χάρη στη «συλλύπηση». Μαζεμένοι γύρω-γύρω οι άνθρωποι επιδίδονταν σε φωνητικές τελετές με τις οποίες οι καημοί ξεθύμαιναν, αν και δεν λησμονούνταν. Άρχιζε το ομαδικό τραγούδι⸱ και με κάθε του γύρισμα ήταν σαν οι βαρυφορτωμένοι με πικρίες άνθρωποι να ένιωθαν ελαφρωμένοι, καθώς καταλάβαιναν πως δεν υπάρχει τίποτα το ανεπανάληπτο, τίποτα το μοναδικό σε όσα η ζωή εξαπολύει πάνω στους θνητούς. Όλοι μοιράζονται τα απρόβλεπτα και τα προβλεπτά. Όλοι περιορίζονται και υπομένουν. Ενώνοντας τις φωνές τους επικυρώνουν αυτή την αλήθεια, αλλά και πηγαίνουν πιο πέρα απ’ αυτήν. Το γεγονός ότι δεν επέλεξε ο καθένας να κρυφτεί κάπου και να κλάψει μόνος του ή να ξεσπάσει βρίζοντας και βλασφημώντας την ώρα που γεννήθηκε, το γεγονός αυτό τους επαναφέρει στον στίβο του αγώνα. Βρίσκονται όλοι μαζί, καθιστοί ή όρθιοι (αν προχωρήσουν σ’ έναν κυκλικό χορό), σ’εκείνο το αλώνι των θρύλων όπου οι δυνάμεις της ζωής, στο πρόσωπο ενός ρωμαλέου βοσκού, ή ενός Διγενή, παλεύουν με τον Χάρο. Δεν είναι όμως εδώ αντιμέτωποι μόνο η ζωή με τον θάνατο. Είναι η θεληματικότητα με την παραίτηση⸱ είναι το πείσμα με την υποχωρητικότητα⸱ η υπερηφάνεια με την κακομοιριά.

Πουθενά αλλού δεν αντήχησε τόσο καθαρά η σύγκρουση αυτή όσο στα δημοτικά τραγούδια. Αργότερα στα λαϊκά –με όλες τις διαφορές ανάμεσα στα είδη τους– η εξέλιξη ήταν διαφορετική. Πρώτα απ’όλα, την δεσπόζουσα θέση του πνευστού οργάνου την πήρε το έγχορδο. Με το φύσημα του κλαρίνου οι πάσχοντες έπαιρναν ξανά τον «αέρα» απέναντι στις δυσκολίες της ζωής, ενώ, αντίθετα, οι πενιές, όσο κι αν ήταν μαλακιές, έγδερναν τις καρδιές, υπενθυμίζοντάς τους το άδικο που δεν διορθώνεται, τα λαχταριστά πράγματα που παραμένουν άπιαστα, τις ζαριές που ρίχνουν μάταια οι παραγκωνισμένοι σ’ έναν προδιαγεγραμμένο κόσμο. Λίγο-λίγο η αγωνιστική διάθεση διαβρώθηκε από μια μορφή παραδοχής της μοίρας, παραδοχή που μολονότι πονούσε, πότιζε το μυαλό και το νάρκωνε. Δεν ήταν όπιο εναντίον της οδύνης. Ήταν όπιο προορισμένο να φέρει τη συμφιλίωση μαζί της. Έδρασε αποτελεσματικά; Δεν μπορούμε να το πούμε. Η νάρκωση που προσέφερε  ήταν μόνο επιφανειακή και προσωρινή. Οι Έλληνες δεν είναι Ινδοί. Ποτέ οι επιθυμίες τους δεν υποκύπτουν εντελώς  στο πεπρωμένο. Ούτε το αρνούνται αγέρωχα –γιατί αυτό δεν τους ενέπλεκε σε μεγάλες περιπέτειες– ούτε το πολεμούν ευθέως, υπολογίζουν όμως ότι θα του ξεγλιστρήσουν, θα το ξεγελάσουν για λίγο.

Χωρίς αμφιβολία ήταν μια τακτική που τους προσέφερε μερικές υπηρεσίες. Με την πάροδο όμως του χρόνου η κατάχρησή της έφερε αλλοιώσεις στα συναισθήματα που δεν θεραπεύονται εύκολα. Η συνήθεια να ελίσσεσαι, να αποφεύγεις τις κακοτοπιές και τι παγίδες, να φυλάς συνεχώς τα ρούχα σου για να μη τα πάρει ξαφνικά μια ριπή  συμπτώσεων, σε διαπλάθει έτσι ώστε, εκτός από τις εξωτερικές καταστάσεις να μην εμπιστεύεσαι ούτε και τις πιο δικές σου, τις πιο εσωτερικές. Ό,τι πάει να ξεπηδήσει αυθόρμητα από τα μύχια, εμποδίζεται να βγει, από τον φόβο μήπως και προκαλέσει προβλήματα μη διαχειρίσιμα. Βαθμιαία, έτσι, ένα αυξανόμενο τμήμα του λαού απομακρύνθηκε από τις πηγές των συγκινήσεών του, νομίζοντας ότι θα γινόταν, με τον τρόπο αυτό, πιο επιδέξιο, πιο ψύχραιμο στις πρακτικές υποθέσεις του. Αντάλλαξε τη συγκίνηση μ’ ένα ρεαλισμό του ποδαριού, που δεν ήταν τελικά παρά η πονηριά του φτωχού που βάλθηκε να ξεφύγει, με κάθε τίμημα, από τη φτώχεια, να γίνει δηλαδή πονηρός με λεφτά –πράγμα που σημαίνει ισοβίως ανήσυχος. Η επιχείρηση είχε ένα κόστος που δεν εκτιμήθηκε σωστά. Διαπιστώθηκε πως είναι αφόρητα άχαρο για έναν τέτοιο λαό να ξεφυλλίζει νυχθημερόν, στον ξύπνιο και στον ύπνο του, το τεφτέρι με τα κέρδη του και τις ζημιές του. Ανακάλυψε ο εμποράκος σε κάθε επάγγελμα ότι δεν είχε πια την όρεξη να δοθεί σε κάποια παρόρμηση. Έτειναν να χλωμιάζουν και οι συμπάθειες και οι αντιπάθειές του. Μια κούραση τον κατέλαβε, και μια υποψία ντροπής, επειδή είχε διώξει από μέσα του αυτό που τον έκανε, άλλοτε, να θέλει να πιει, να αφηγηθεί, να αστειευτεί ή να θρηνήσει τραγουδώντας.

Φυσικά, τα διαλείμματα της χαράς δεν έλειπαν. Ήταν όμως μια χαρά που την έζωναν φόβοι. Υπήρχε συνεχώς ο φόβος πως τα χαμόγελα θα κοπούν απότομα, πως κάποια βουλή ύπουλη και στριμμένη θα τιμωρούσε τη χαρά για την αυθάδεια που είχε να ξεφυτρώσει απροσδόκητα. Ένα τέτοιο συναίσθημα, μολυσμένο από το μικρόβιο της ασταμάτητης ανησυχίας, είναι καταδικασμένο να σβήνει πρόωρα. Από τη δειλία του ο άνθρωπός μας το έθαβε με τα ίδια του τα χέρια, στρέφοντας αλλού το βλέμμα για να μη δει την τρύπα που έχασκε μέσα του. Δεν άντεχε να βλέπει το κενό που μεγάλωνε. Και για να μη το σκέπτεται, έπρεπε να έλθει ένας θόρυβος να γεμίσει το κρανίο του. Ανατέθηκε, έτσι, σε ηχεία και φωνές ειδικά ρυθμισμένες να τον διασκεδάσουν. Η παραγγελία ήταν σαφής, αν και όχι ρητή: αφού πάσχουμε από καχεξία συγκινήσεων, πρέπει ν’ ακουστούν μουσικές και λόγια που να μας διεγείρουν σε σημείο να ξεχάσουμε ότι εμείς οι ίδιοι αδειάσαμε τον εαυτό μας.

Το αποτέλεσμα το ξέρουμε όλοι: γίναμε δέκτες μιας βιομηχανίας της τραγουδιστικής πόζας. Κατάλληλα γυμνασμένοι λάρυγγες, πνευμόνια, χείλη, χέρια και πόδια συντονίζονται σ’ ένα μόνο σκοπό: στο πώς να υπερτονίσουν. Ό,τι βγαίνει από το στόμα πρέπει να βγαίνει έντονα, και να συνοδεύεται από χειρονομίες και μορφασμούς που αντί να το συμπληρώνουν, ή να το απεικονίζουν «επεξηγηματικά», να αποκλίνουν από το όποιο νόημα, δίνοντας τη δική τους, εντελώς ξεχωριστή παράσταση. Ώμοι και μπράτσα κουνιούνται για άγνωστους λόγους, ανασηκώνονται ή χαμηλώνουν αυθαίρετα, διάφοροι φθόγγοι παράγονται στο εργαστήριο του θώρακα και της μύτης και εξέρχονται με μια περιπάθεια που δεν έχει άλλον αποδέκτη από το μικρόφωνο. Επιδεικτικές ερωτοτροπίες μ’ένα μεταλλικό αντικείμενο. Του μιλάνε, του ψιθυρίζουν, του εξομολογούνται ή και του φωνάζουν ξαφνικά, λες και φταίει εκείνο που αυτοί αγωνιούν μήπως και τα κόλπα τους πέσουν στο κενό.

Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια, αλήθεια, για να καθαρίσουν τα αυτιά από το ηχητικό κράμα της σύγχυσης και της προσποίησης. Επειδή διαχέεται παντού, επειδή αποτελεί υπόκρουση της κάθε ημέρας και επειδή απειλεί με τα ντεσιμπέλ του ακόμη και το φυσιολογικά αναγκαίο νυκτερινό καταλάγιασμα, πρέπει κανείς να ψάξει πολύ για να βρει καταφύγιο. Οι έρευνες δεν αποκλείεται να αποδώσουν. Μπορεί να βρεθούν ορισμένα κύτταρα μέσα στον συλλογικό οργανισμό, τον άρρωστο από την αθυμία του, που να θέλουν να του ξαναδώσουν τις ικμάδες του. Η απόπειρα είναι από τη φύση της διακριτική. Δεν γίνεται απέναντι στους Κορύβαντες που χτυπάνε τα κύμβαλα της παραζάλης να αντιτάξεις μεγαλοφώνως άλλες αξίες. Πιο αποτελεσματικό θα ήταν να εναντιωθεί στον θορυβώδη θεατρινισμό η λιτότητα της ειλικρίνειας. Όταν παρουσιάζονται τα δείγματά της, γίνονται αμέσως αντιληπτά από εκείνους που την έχουν ανάγκη. Υπάρχουν, ευτυχώς, ακόμη τέτοια δείγματα έκφρασης. Τα διακρίνουμε σε φωνές που αντίθετα απ’ αυτές που μας ξεκουφαίνουν, μας απευθύνονται απαλά και σταθερά, σαν να’ρχονται από πολύ μακριά και από πολύ παλιά και μοιάζουν ταυτόχρονα πολύ κοντινές –μας αγγίζουν, χωρίς να επιδιώκουν να μας παρασύρουν. Ακούσαμε μια τέτοια φωνή⸱ ανήκει στον τραγουδιστή και συνθέτη Δημήτρη Υφαντή.

Ακούσαμε έναν ήχο που έδειχνε να ξέρει πώς να συγκρατείται. Φαινόταν να θέλει να ελέγξει μια λύπη που δεν ήταν ατομική και δεν προερχόταν από το ένα ή το άλλο συμβάν. Ήταν η κάμψη της ψυχής μπροστά σε όσα είναι αναγκασμένος να υφίσταται ένας άνθρωπος ή ένας λαός. Λίκνο όμως της ψυχής του τραγουδιστή συμβαίνει να είναι η Ήπειρος. Και επειδή εκεί τα πάντα έχουν κάτι από πέτρα και βουνίσιο νερό, το άσμα του στυλωνόταν στην πέτρα, έπαιρνε κουράγιο από τη συμπαγή της μάζα και συγχρόνως εμπιστευόταν το νερό που κυλούσε δίπλα του. Για μερικές στιγμές η φωνή, καταπνίγοντας έναν μικρό στεναγμό, βυθιζόταν στο λαγαρό, τρεχούμενο νερό. Ύστερα έβγαινε αποκαθαρμένη, δροσερή, έτοιμη να μας αναγγείλλει πως τα βάσανα των ανθρώπων εξισορροπούνται και πως οι χαρές δεν μπορούν να αφανισθούν απ’ τον κόσμο. Ονειροπολούσε; Όχι. Δεν αφηνόταν σε οπτασιασμούς, όπως εκείνους που ξετρέλλαιναν, κάποτε, τους τροβαδούρους της Δύσης, τραγουδούσε αλλιώς: ετοίμαζε, παρασκεύαζε τις προϋποθέσεις για να πλησιάσει αυτό που ποθούσε. Στην Ήπειρο τίποτα δεν εγκαταλείπεται στην τύχη του. Όποιοι θέλουν να ζήσουν και να προκόψουν, πρέπει εκτός από το να μάθουν, να ενστερνιστούν,επιπλέον, τα μυστικά της πειθαρχίας και της αντοχής του χτίστη, του τσοπάνη, του ξυλουργού. Όποιοι αγαπούν πρέπει να ασκηθούν κι αυτοί πάνω σε όλα τα ενδεχόμενα: της αίσιας αμοιβαιότητας των αισθημάτων ή, αντίθετα, της αδιέξοδης μονομέρειάς τους, κι ακόμη,της φθοράς, της αναλαμπής, της θαλπωρής που έρχεται απο ένα αγκάλιασμα ή της ψύχρανσης μέσα σ’ ένα άλλο. Ο τραγουδιστής μας ξετυλίγει τις προσδοκίες του έρωτα με τις οποίες τρέφεται η καρδιά. Διηγείται την πορεία που ξεκινά από αυτό που μας λείπει προς αυτό που δεν ξέρουμε αν μας γεμίσει. Μας μιλά, άραγε, σαν κάποιος που ταλαντεύεται; Μήπως πασχίζει να πιαστεί από κάποια πίστη; Ελπίζει ήσυχα, ή μήπως καίγεται για να αποκτήσει ό,τι επιθυμεί; Όχι, τίποτα απ’ όλα αυτά. Είναι κάποιος που αγαπά να υπάρχει αυτό που αγαπά. Να υπάρχει, όπως γύρω του οι βουνοκορφές, τα βαθύρριζα δέντρα και τα αρυτίδωτα νερά της λίμνης Ζαραβίνα τον Αύγουστο.

2 Σχόλια

  1. “Θέε μου τί παράξενοι που είναι οι δικοί μας τόποι/
    θλιμμένα τα τραγούδια μας, μα γελαστοί οι ανθρώποι”

    τραγουδά ο “Χαίνης” Δ. Αποστολάκης. Όχι ηπειρώτης βέβαια αλλά Κρητικός.

    Είθε, να βρούμε εκείνο το δυσεύρετο πλέον “Αχ” που είναι γραμμένο ” στην αρχή των τραγουδιών” που κάνει τους ανθρώπους να σμίγουν γελαστοί όχι βέβαια τριγύρω από τηλεοπτικά τραπέζια που κομίζουν λείψανα “παραδοσιακά”.
    Υφαντήδες πάντως υπάρχουν νομίζω πολλοί και πολύ νέοι. Και ήδη εκπροσωπούν μία γενιά που έχει σιχαθεί την πόζα και τον βαρύθυμο τηλεοπτικό νταλκά του Σαββατόβραδου.
    Έχουν βέβαια άλλους δαίμονες να ξορκίσουν..

  2. Πόσο διαφέρει η ευχαρίστηση από την χαρά, ή η δυσφορία από την λύπη; Πόσο διαφέρει ο ήχος που μας προκαλεί ευχαρίστηση ή δυσφορία στα αφτιά από τον ήχο που μας προκαλεί χαρά η λύπη βαθύτερα στην καρδιά; Πόσο διαφέρει ο θόρυβος από την μουσική καθώς πηγαίνουμε από την αίσθηση στο συναίσθημα; Πόσο λογικό ή αυθόρμητο είναι το συναίσθημα που προκαλεί μια μουσική που παρακολουθεί κανόνες καθώς πηγαίνουμε από την μια χώρα στην άλλη, κι από τον ένα πολιτισμό στον άλλο; Που βρίσκονται τα όρια της αισθητικής που ξεχωρίζει το σωστό από το φάλτσο; Ισως η μουσική αυτή καθ εαυτή είναι μια άσκηση για όσους θέλουν να αφουγκράζονται και να ακούνε τα βαθύτερα μηνύματα που μεταφέρει η εποχή τους καθώς το ουσιαστικό παραμένει και διατηρείται στην μνήμη, τόσο σε ατομικό όσο και συλλογικό επίπεδο.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here