Όροι και όρια μιας εισόδου στον κόσμο της εξωστρέφειας

1
554

«Όταν είσαι κάτι περίσσιο, σαν άνθρωπος, είναι ανθρώπινο;» Antonio Porchia

Όταν ο μετανεωτερικός θεωρητικός της ιστορίας Keith Jenkins επιχείρησε να απαντήσει στο διάσημο ερώτημα του E.H. Carr «Τι είναι η ιστορία», έκρινε ως επείγον να στοχαστεί πρώτα πάνω σε ένα προϋπάρχον ερώτημα, που αποτελεί και τον ορίζοντα του πρώτου: «Ποιος γράφει και για ποιον την ιστορία;». Κατ’ αναλογία, τον ηγεμονικό λόγο της εποχής μας που μας καλεί σε μια «έξοδο από την εσωστρέφεια», μια στοιχειώδης κριτική σκέψη μας αναγκάζει πρώτα απ’ όλα να τον ρωτήσουμε: Ποιος τη ζητά και για ποιόν σκοπό; Και βεβαίως, τι εννοεί αυτός ο λόγος με τη λέξη «εσωστρέφεια» και πώς αντιλαμβάνεται την έξοδο από αυτήν; Γιατί, είναι αλήθεια ότι η προσωποποίηση των εκάστοτε ερωτημάτων είναι κι από μόνη της ικανή να μεταθέσει την προβληματική από τα υψίπεδα μιας άχρονης μεταφυσικής, που συνεχίζει να επιβιώνει πολυτρόπως στις μέρες μας, στο επίπεδο μιας έγχρονης ιστορικότητας, που αντιμετωπίζει τα ερωτήματα απλώς ως πρόσκαιρα εργαλεία κατανόησης του κόσμου.

Έτσι, καθημερινά ακούμε στους χώρους της οικονομίας, της πολιτικής, της εκπαίδευσης, της θρησκείας, αλλά και σε κάθε τομέα της κοινωνίας, να προβάλλεται ο λόγος της «εξόδου από την εσωστρέφεια» ως η βασιλική, θεραπευτική οδός προς τη «σωτηρία». Τι εννοεί όμως αυτός ο λόγος με τη λέξη «εσωστρέφεια»; Ασκώντας την μετανεωτερική διδακτική μέθοδο του «καταιγισμού των ιδεών» (brainstorming), μπορούμε να συλλέξουμε μια σειρά από συνώνυμες λέξεις που επιθυμούν να τη συντροφέψουν: καθήλωση, ναρκισσισμός, εγωισμός, υπεροψία, εθνικισμός, φονταμενταλισμός, αυτοφαγία, απόρριψη του μέλλοντος, εγκλεισμός στο παρόν ή στο παρελθόν, πλήξη, μαρασμός, απαισιοδοξία, μεμψιμοιρία, μηρυκασμός, απομονωτισμός, αμυντισμός, περιχαράκωση, ενδοτικότητα, ερμητικότητα, μυστικισμός, κ.ά. Ο κατάλογος είναι πραγματικά ατέλειωτος, γιατί όσοι έχουν αναλάβει αυτό το εγχείρημα της εξόδου από την εσωστρέφεια έχουν εγκύψει ιδιαίτερα στους νεολογισμούς, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ο κόσμος οδεύει προς το μετασχηματισμό του πάντοτε μέσα από τη λειτουργία της ρητορικής: ο καινούργιος κάθε φορά κόσμος σκάει πρώτα-πρώτα με λέξεις…

Σήμερα, η προφάνεια αυτών των συνώνυμων της εσωστρέφειας όρων είναι πραγματικά δυσκαταμάχητη, αν όχι αφοπλιστική. Αλλά, το θεμελιώδες ερώτημα παραμένει: ποιος πρωτοζήτησε αυτήν την έξοδο; Δεν χρειάζεται να προβούμε σε μια εξονυχιστική αρχαιολογία της έννοιας, για να αναγνωρίσουμε ότι σήμερα η εξωστρέφεια αποτελεί πρώτα από όλα μια οικονομική – εμπορευματική επιταγή. Μέσα στον ορίζοντα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, αρκεί λ.χ. κανείς να ξεφυλλίσει τις οικονομικές σελίδες των ελληνικών εφημερίδων για να διαπιστώσει αυτόν τον ντετερμινισμό που τις πλημμυρίζει: η εσωστρέφεια των ελληνικών επιχειρήσεων αποτελεί ένα συμβόλαιο θανάτου που έχει ήδη υπογραφεί και δεν θα αργήσει καθόλου να υλοποιηθεί… Αλλά, επειδή ακριβώς η οικονομία κυριαρχεί παντού, αυτή η εμπορευματική πρωτόνοια αγκαλιάζει και σύρει στο χορό της κάθε άλλη πτυχή του κόσμου. Κι αυτό, γιατί θεωρείται δεδομένο ότι όλες, ως ερχόμενες απλώς από το παρελθόν, μετέχουν της εσωστρέφειας, ενοχοποιούνται από τη συγγένεια μαζί της, συνεπώς όλες υποχρεούνται να απογαλακτιστούν από αυτήν. Γιατί το παρελθόν αποτελεί ουσιαστικά τη συνεκδοχή της εσωστρέφειας και ο μεγάλος του αντίπαλος, η εμπορευματική εξωστρέφεια, ασκώντας το ρόλο του ντετέκτιβ ή του Μεγάλου Ιεροεξεταστή, προσπαθεί με όλα τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα να αποκαλύψει ίχνη, σπέρματα και ψηφίδες εσωστρέφειας παντού, γιατί η έξοδος από αυτήν οφείλει να είναι παγκόσμια και ολική, αλλιώς δεν έχει νόημα, δηλαδή κέρδος, να αναληφθεί ένα τέτοιο εγχείρημα. Δεν επιτρέπονται λοιπόν νησίδες εσωστρέφειας στο δημιουργούμενο ωκεανό της εξωστρέφειας, δεν επιτρέπονται άβατα, γιατί και μόνο η σιωπηλή παρουσία τους μπορεί ενδεχομένως να αποβεί απειλητική για τη σύγχρονη «ομο-ηγεμονικο-ποίηση» του κόσμου, κατά την ακριβόλογη έκφραση του Ντερριντά. Έτσι, η εσωστρέφεια οφείλει να προσδιοριστεί και να καταπολεμηθεί με ηθικολογικούς, μανιχαϊστικούς όρους, εφόσον η εξωστρέφεια πρέπει να εισέλθει οπωσδήποτε στα σύγχρονα ήθη για να είναι εν τέλει αποτελεσματική, δηλαδή ολοκληρωτική (Ζαν Μπωντριγιάρ).

Αλλά, όλη αυτή η κοσμική σωτηριολογία της εξωστρέφειας που παραπέμπει; Πάλι ασκώντας τον «καταιγισμό των ιδεών», θα συντροφεύαμε την εξωστρέφεια με όρους όπως είναι η αυτοπραγμάτωση, η αυτορρύθμιση, η κοινωνικοποίηση, η καινοτομία, η ποιότητα ζωής, η αειφορία, ο διεθνισμός, ο ειρηνισμός, η ανάπτυξη, η πρόοδος, η ωριμότητα, ο ακτιβισμός, η ευελιξία, η προσαρμοστικότητα, ο εκδημοκρατισμός, το παιγνιώδες, η κατανάλωση, η διακινδύνευση κ.ά. Και αυτών των πολυάριθμων λέξεων η προφάνεια είναι σήμερα πραγματικά δυσκαταμάχητη, αν όχι αφοπλιστική, ώστε και η παραμικρή αμφισβήτησή τους να συνιστά μια βαριά, τρομοκρατική σχεδόν, αν-ηθικότητα, εφόσον το παιχνίδι δεν παίζεται πλέον στο επίπεδο των λέξεων ή ακόμη και της ίδιας της πραγματικότητας, αλλά τρέχει ιλιγγιωδώς προς τα ήθη.

Και στην περίπτωση όμως της εσωστρέφειας και στην περίπτωση της εξωστρέφειας, πέρα από την κατασκευασμένη τους προφάνεια, εντύπωση προκαλεί η ξύλινη, δηλαδή μη-ποιητική και αυτοαναφορική γλώσσα, με την οποία συνήθως προσδιορίζεται το πεδίο τους. Ο λόγος για αυτές είναι πραγματικά ολοστρόγγυλος, αδιάβροχος και αντισηπτικός, όπως ακριβώς είναι και ο σύγχρονος, εξαιρετικά κατεργασμένος, λόγος της εξουσίας: μέσα από πολυειδείς και άκρως ελεγχόμενες δικτυώσεις παραπέμπει ευθέως στην ενστικτώδη παρόρμηση, προβάλλεται ως καθρεπτικός των θεμελιωδών ανθρώπινων αναγκών, σύμφωνα βέβαια με τον καταναλωτικό τους προσδιορισμό.

Διαρρηγνύοντας όμως αυτό το επίπεδο της προφάνειας, πώς θα μπορούσαμε αλήθεια να συλλάβουμε το ζήτημα της εξωστρέφειας; Ελάχιστες σκέψεις για έναν ελάχιστο χώρο: Είναι κοινός τόπος ότι ο δυτικός άνθρωπος είναι δέσμιος των ερωτημάτων του. Διεγείρεται αλλά και κατατρύχεται από την ίδια την ερωτηματοθεσία, έχοντας αναγνωρίσει τη φύση του ως κατεξοχήν απορητική. Ο ρόλος του είναι ακριβώς να ανακρίνει τα πάντα και η εισαγγελική του νοοτροπία είναι όντως ασυναγώνιστη, ενώ φοβερή αγωνία τον κατέχει μήπως κάποτε ξεμείνει από ερωτήματα, μήπως βυθιστεί σε μια ανόργανη ιλύ, όπου τα ερωτήματα θα χάσουν την αυταξία τους ή δεν θα εγείρονται καν.

Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος θα μπορούσε να θεωρήσει την εσωστρέφεια ως τη βύθιση σε έναν ανερώτητο κόσμο, την επιστροφή στη βαθιά αν-οργανικότητα, τη παλιννόστηση στη φύση μιας πέτρας χωρίς άνθη, στη μαύρη τρύπα της ενοείδειας. Όταν όμως τα όρια του κόσμου εγκλωβίστηκαν στα όρια της γλώσσας, όταν ο κόσμος έγινε όλος ένα ερώτημα, μια απορία, τότε άρχισαν, σαν από μια παράδοξη μολυσματική ασθένεια, οι ατέρμονες πτυχώσεις και επιπτυχώσεις αυτού του μοναδικού ερωτήματος, ο πραγματικά καρκινικός πολλαπλασιασμός τους. Κι έφτασαν οι πολλαπλές αυτές εκδοχές να πλεονάζουν και να λιμνάζουν κι οι άνθρωποι κατέληξαν «όντα της περίσσειας» (Ζ. Μπατάιγ), φιγούρες πλεονασμού, παράδεισοι υγροβιότητας που γεννούν αποικιοκρατικά βρύα και ιούς ιμπεριαλισμού.   

Μέσα σε αυτήν λοιπόν την προοπτική, η εξωστρέφεια πρέπει, κατεξοχήν, να εννοηθεί ως μια ροπή ατέρμονου πολλαπλασιασμού, ως μια ιλιγγιώδης πορεία εκχέρσωσης αλλά και επιπτύχωσης του υπάρχοντος. Στην επικράτειά της το πλέον είναι ο παντοτινός εχθρός του πλείστον, γιατί αυτό που φαίνεται να κυριαρχεί είναι ακριβώς ο ντετερμινισμός του ακόρεστου. Γιατί άραγε σήμερα το ανθρώπινο είδος, αυτή η ανθρωπολογική σταθερά, απειλείται τόσο πολύ να αποκτήσει την υβριδική ιδιοσυστασία ενός cyborg; Διότι ακριβώς εξουθένωσε τους όρους του κόρου. Ο κόρος ήταν κάποτε όρος ύπαρξης αυτού του κόσμου, όπως ήταν η Ύβρις και η Νέμεσις, και σήμερα η ιλιγγιώδης απαρχαίωσή του, όχι από τους λίγους, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, αλλά από όλο και περισσότερους, έγινε το αόρατο μέλος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ή καλύτερα, η υπέρτατη νομογραφική αρχή.

Η εξωστρέφεια λοιπόν παρουσιάζεται ως ο μεταμοντέρνος ντετερμινισμός. Η θεμελιώδης αρχή της είναι η νευρωτική αει-καινοθηρία, μέσα στη μονοκρατορία και τη δοξολογία της πλήρους διαφάνειας και της ανέγγιχτης θετικότητας των πάντων. Αυτό έχει ως συνέπεια ο κόσμος να καλείται ευθέως να γίνει κατάφορτος και αθρόος, γιατί η δαψίλεια λογίζεται πλέον ως ιερή και η αφειδία ως απειροπλάσια. Στο άπλετο φως μιας άφθονης διόγκωσης των πάντων, ακένωτη φαντάζει η περίσσεια: στον παχυλό αυτόν πλεονασμό καμιά δίαιτα δεν επιτρέπεται, εφόσον η εξωστρέφεια ετοιμάζει ακριβώς έναν κόσμο ανυπέρβλητα πορώδη στην απειρία…

Σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονός ότι ο στοχασμός, για να είναι κριτικός, πρέπει να εξέρχεται του περιβάλλοντός του, πρέπει πρώτα από όλα, όχι απλώς να το αμφισβητεί, αλλά ολοκληρωτικά να το αποδοκιμάζει. Πρέπει να αίρεται υπεράνω της επιρροής του, και αυτό συμβαίνει μόνο όταν αποφασίσει ότι οφείλει να το πολεμήσει. Η σκέψη είναι πολεμική, αλλιώς δεν είναι σκέψη, έδειξε τόσο πειστικά ο Π. Κονδύλης. Και τον ηγεμονικό ρόλο της εξωστρέφειας μόνο πολεμώντας τον μπορείς να τον κατανοήσεις. Όταν ο Ηράκλειτος μίλησε για τον πόλεμο «ως πατέρα πάντων», ως πρωταρχική αμάχη των πάντων, διείδε μέσα σε αυτήν την αιμάσσουσα έννοια το ίδιο το εργαλείο της συγκρότησης του ανθρώπινου νου. Πρώτα από όλα, είναι ο νους που είναι ο πολεμικός, αυτή είναι και η υφή και η λειτουργία του. Μόνο λοιπόν μαχόμενος ανακαλύπτεις τις λανθάνουσες δυνατότητες του εαυτού σου και του αντιπάλου. Μόνο μαχόμενος τους φέρνεις στο ξέφωτο της κατανόησης, μόνο μαχόμενος τους κάνεις να ζουν.

Η ίδια η εξωστρέφεια είναι λοιπόν μια πολεμική έννοια, άρα μόνο πολεμώντας την μπορείς να την κατανοήσεις. Και είναι πολεμική γιατί η ύπαρξή της καθορίζεται από τη ροπή, αποζεί από τη διαφορά του δυναμικού: «Όλα είναι όπως τα ποτάμια, έργο των πλαγιών», θα μιλήσει σιγαλά αλλά καίρια αυτή η κορυφαία αυτοσυνειδησία της αινιγματικότητας, ο Ιταλο-αργεντινός ποιητής Antonio Porchia. Και ακριβώς η εξωστρέφεια επιτελεί την εξάλειψη του αινίγματος, καλύτερα τον ευνουχισμό του μυστηρίου, μια και το μυστήριο είναι πάντοτε αυτό που γονιμοποιεί τη ζωή. Ο κόσμος της εξωστρέφειας είναι ένας κόσμος που αποστρέφεται το μυστήριο, κι ακόμη περισσότερο, ένας κόσμος που το μυστήριο τον τρελαίνει, αν κάποτε φθάσει να αγγίξει το κατώφλι του. Γι’ αυτό και ο λόγος για την εξωστρέφεια μέσα σε μια καταναλωτική κοινωνία είναι απόλυτα συμβατός με αυτήν: είναι αυτή που τον τροφοδοτεί και τον περιθάλπει. Είναι στο δικό του αίτημα που η κοινωνία αυτή ανέλαβε να απαντήσει. Κι όσο αυτός ερωτά, τόσο αυτή επιμερίζει τις απαντήσεις. Η καταναλωτικότητα είναι ακριβώς η χειρουργία της μυστηριακότητας, η παραφορά της διαφάνειας, ένας πραγματικά ιλιγγιώδης «πληθωρισμός του ορατού».

Γιατί, η κλήση προς τους ανθρώπους να εξω-στρέψουν, τους οδηγεί κατεξοχήν να αδράξουν την όραση ως την ανθρώπινη πεμπτουσία, να συνοψίσουν τα πάντα σε έναν οργανικό και πανίσχυρο συνδυασμό όρασης και φαντασίας, και επιπλέον σε έναν αέναο διαμελισμό της ορατότητας. Η εξωστρέφεια λοιπόν απωθεί την εν-όραση και εξωθεί στην εξώ-ραση: μετακινεί τη φαντασία από το αινιγματικό περιθώριο της ζωής στον ασκίαστο ωκεανό του προσκήνιου και της διαφάνειας. Η εξωστρέφεια είναι ο μοχλός της φαντασίας, παρά το γεγονός ότι στο τέλος θα είναι εκείνη που θα την εξουθενώσει.

Ίσως, μια όψη αυτού του ηγεμονικού ρεύματος της εξωστρέφειας μπορούμε να αναγνωρίσουμε σήμερα στη ραγδαία έξοδο προς την αφυλία. Η ιλιγγιώδης διαφοροποίηση του κόσμου στην οποία έχει αναλωθεί η εξωστρέφεια, αυτή η μανιώδης κονιορτοποίηση των πάντων, αναπόφευκτα επιβάλλει την ανάδυση μιας ισοκυρίας για τα πάντα. Όλα οφείλουν να μετάσχουν ενός εκδημοκρατισμού των λειτουργιών, μιας πολυτροπικότητας των αληθειών. Η αέναη αυτή επιπτύχωση δεν αναγνωρίζει βάθη, ύψη, ποιότητες, αποχρώσεις: με τον πιο εκλεπτυσμένο τρόπο όλα, αναπόδραστα, ποσοτικοποιούνται, όλα απο-ιεραρχούνται. Δεν μοιάζει να είναι τυχαίο λοιπόν που η φαλλοκρατία του παρελθόντος οδήγησε στην αυξανόμενη εκθήλυνση, ήταν μοιραίο. Αυτή η αδυσώπητη συναλλαγή πλεονασμάτων, αυτή η τραχύτατη δοσοληψία υπερεπαρκειών, δεν πρόκειται όμως να κορεσθεί μέχρις ότου επιτύχει την αφυλία, μέχρις ότου ισοπεδώσει όλα τα βουνά σε αμέτρητες, φαντασμαγορικές ποικιλίες κάμπων, μέχρις ότου δηλαδή εκμηδενίσει την επιθυμία, καταστήσει την επιθυμία μια για πάντα ανεπιθύμητη και, επιπλέον, άχρηστη. Γιατί η ουσία ακριβώς του φύλου δεν είναι τίποτε άλλο από το επτασφράγιστο μυστικό του, αυτό που αοράτως κομίζει στη φαντασία, για να αναμοχλεύει το πάθος, για να επιτρέπει στο πάθος επιτέλους να πάσχει. Κι είναι αυτό το μυστικό ένα πελώριο ερώτημα που αφουγκράζεται τον άλλο, ως έτερον και όχι ως ίδιον, που δεν τον αντιλαμβάνεται ως δεδομένο, που δέεται για τη συνάντησή του, που εκλύεται στην ιδέα και μόνο μιας συνομιλίας. Άφυλος είναι λοιπόν ο από κορεσμό ανόργανος, και η εξωστρέφεια είναι αυτή που θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην αν-οργανικότητα, δηλαδή στην αν-ερωτησία. Ο τερατώδης πολλαπλασιασμός των ερωτημάτων θα κάνει τα ερωτήματα κοινόχρηστα, ουδέτερα, μη-αποχρώντα, και θα προξενήσει εν τέλει τον εκφυλισμό τους…

Υστερόγραφο: Αν εξετάσουμε την παραδειγματική διέλευση από τον κόσμο μας κάποιων σύγχρονων αγιασμένων μορφών της Ορθόδοξης Εκκλησίας, μπορούμε ίσως να στοχαστούμε πάνω στο ερώτημα: ήταν άραγε εσωστρεφείς ή εξωστρεφείς; Οι χιλιάδες των επισκεπτών τους και των πολλαπλώς ευεργετηθέντων από αυτούς υποδεικνύουν βεβαίως προς την κατεύθυνση της εξωστρέφειας. Αν όμως στοχαστούμε την οδυνηρή περίοδο της προετοιμασίας τους γι’ αυτήν την πολυάνθρωπη επαφή, αλλά και την επίσης οδυνηρότατη βιωτή τους ενώ τη δημιουργούσαν, τότε θα διαπιστώσουμε τον αληθινά απύθμενο εγκλεισμό τους: «μόνος μόνω Θεώ». Με ποιον τρόπο λοιπόν μπορούμε να κατανοήσουμε αυτή την εκρηκτική τους διπλωπία, αυτή την πραγματικά εξτρεμιστική λειτουργία της προσωπικότητάς τους; Και στην εσωτερικότητα και στην εξωτερικότητα έδειχναν να αφιερώνουν ολόκληρο τον εαυτό τους, ώστε η διαρκής αλλοίωση του ημερολογιακού χρόνου που επιτελούσαν στη διάρκεια της ζωής τους να είναι πασιφανής.

Θα αποτολμούσαμε την υπόθεση ότι ίσως μια μονάχα διάκριση μπορεί να είναι θεμιτή στην περίπτωσή τους: η εσωστρέφεια ως κλήση και επιλογή και η εξωστρέφεια ως υπακοή και φιλανθρωπία. Η εκπληκτική εξωστρέφεια αυτών των μορφών δεν θα μπορούσε να εννοηθεί ποτέ ως ψυχολογική αποφόρτιση ενός χαρίσματος, ομόλογη με την άτακτη διάχυση ενός πλεονάσματος πλήξης κατά την ηγεμονική επιταγή της καταναλωτικής μας κοινωνίας, αλλά ως απόδειξη αγάπης μόνο καθ’ υπακοήν. Το οδυνηρότατα αλλά και πλουσιοπάροχα από τη Θεία Χάρη κατεργασμένο χάρισμά τους, μέσα στις ατέλειωτες ώρες της εσωστρέφειάς τους, ξεχύθηκε στους συνανθρώπους τους όχι για να αναιρέσει απλώς τον εγκλωβισμό τους, αλλά ως θυσιαστικός καταναγκασμός μιας υπακοής που ακούει στο όνομα της φιλανθρωπίας. Ήταν η ευπειθής και φρόνιμη καταδαπάνηση ενός πλεονάζοντος θησαυρού, ως επιταγή όμως Θεού, όχι ως κοινωνική ανάγκη, καταναλωτική δια-σκέδαση, ανακουφισμός, αναπτυξιακή δραστηριότητα, δημιουργικός καρκινισμός, καινοθηρική έξοδος… Αντίθετα, ήταν η είσοδος και η δεξίωση των ανθρώπινων ψυχών στα «ταμεία του Θεού», γιατί η εξωστρέφεια αυτή είχε πάνω απ’ όλα το χαρακτήρα μιας ιεραποστολής: ήταν το πρόσχημα, το αγκίστρι για να συλλεχθούν ψυχές και αυτός ο τελευταίος προσδιορισμός της είναι που την καθιστά ουσιαστικά μια μη-καταναλωτική ποιότητα, επειδή ακριβώς κινείται στο εύφλεκτο πάντα μεταίχμιο εγκοσμιότητας και υπερκοσμιότητας.

Το παράδειγμα αυτών των μορφών θα μπορούσε λοιπόν να αποτελέσει ένα κίνητρο για να ανοίξει ένας διάλογος πάνω στην ιδιοσυστασία αλλά και στην αναγκαιότητα της εξωστρέφειας σήμερα. Κι ένας τέτοιος διάλογος είναι επείγων, γιατί τη μέρα που η καταναλωτική εξωστρέφεια θα έχει εκπληρώσει τη δική της δυσκαταμάχητη ιερ-αποστολή το ημερολόγιο θα έχει πλέον απορροφηθεί από τον ίδιο του το χρόνο… 

*Αναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Οδός Διδότου”, 1976) είναι έργο του Κώστα Μαλάμου.

1 σχόλιο

  1. Αναμφίβολα, μονάχα το μέγεθος της Αγιότητας μπορεί να συνθέσει εσωτερικότητα και εξωστρέφεια, με τρόπο δημιουργικό και γόνιμο, ενώ το μεταμοντέρνο Υποκείμενο περιπλανιέται, χρόνια τώρα, σε διαδρομές αδιέξοδες και μάλλον κινδυνώδεις…

    Θερμά συγχαρητήρια, λοιπόν, στον κ. Αντ. Σμυρναίο για την εξαιρετική ερμηνευτική του προσέγγιση!…

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here