Φιλόσοφος Συσχέτιση Προόδου

(ετεροθαλώς αυτοθαλής αυτογνωσία - Α')

1
510

Αν ήμουν προσωκρατικός φιλόσοφος και έπρεπε να επιλέξω μία σταθερά ως ουσιώδη αρχή της ύπαρξης, θα επέλεγα όχι μία, αλλά δύο συνδεδεμένες αρχές, μίας μυστήριας κι ανώνυμης (ακατάδεκτη ονόματος, λόγω εύρους ομορφιάς) ουσίας: τη σχέση και την πρόοδο. Αυτό γιατί δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που να μην βρίσκεται σε έμμεση και άμεση σχέση με όλα τα άλλα. Η ύπαρξή του και μόνο συνουργεί, μέσω της συσχέτισής του πάντα, την εξέλιξη των πραγμάτων. Τα πάντα πάντα «συναλλάζουν» (τα) πάντα. Ειδικότερα για το ανθρώπινο ον, το προικισμένο με Μνήμη (μητέρα των Μουσών, άρα γιαγιά των τεχνών), οι έννοιες της σχέσης και της προόδου είναι θεμελιακές οντολογικά. Μένοντας στην ελληνική γλώσσα, το ίδιο ον, προσδιορίζεται μέσω του ουρανού (κοιτάει ψηλά, ετυμολογικά), και ως  διαπροσωπικό ον, υπάρχει μόνο όταν υπάρχει κάτι μέσα στο οποίο καθρεφτίζεται (η λέξη πρόσωπο προκύπτει από  την αρχαία λέξη για το μάτι «οπή» και τη συνάντηση της τελευταίας με άλλες – προς-οπές). 

  Όσον αφορά στην πρόοδο, η λέξη αλήθεια, στα ελληνικά, δηλώνει αυτό που ο Ηράκλειτος έλεγε περί φύσεως – πως της αρέσει να κρύβει τον εαυτό της (fr. 123) – συνεπώς, μέσω ενός αγώνα προόδου τα κεκρυμμένα έρχονται σε εμφάνεια, βγαίνουν από τη λήθη, κι εμείς, ακολούθως, μπορούμε να δηλώνουμε πως γνωρίζουμε την αλήθεια ενός πράγματος, μιας πραγματικότητας. Η συνοχή αυτής της διατύπωσης, μέσω του Ηρακλείτου, επιβεβαιώνεται και μέσω του αποσπάσματος 54: είναι καλύτερη (και σημαντικότερη) από την φανερή η κρυφή αρμονία. 

  Όπως ο Ζήσιμος Λορεντζάτος μιλάει για την ζωντανή – και τη ζωντάνια της – γλώσσα, η οποία είναι τέτοια μόνο ως τρεχούμενο νερό (Στου Τιμονιού το Αυλάκι), εννοώντας σε συνεχή πρόοδο, έτσι μπορούμε να πούμε πως και ο άνθρωπος μένει ζωντανός και μάλιστα έχοντας την αξιοθαύμαστη ζωντάνια – δεν επιβιώνει μόνο σαν να ήτανε βρισκόμενος σε κώμα (ένα «κόμμα» οποιασδήποτε φύσεως) – όντας «τρεχούμενος». Και αντιθέτως, μένοντας στάσιμος καταντάει σαν εκείνα τα νερά που δεν είναι πόσιμα άλλα βλαβερά, έως και θανατερά βλαβερά.

*

  Η κριτική ικανότητα του ανθρωπίνου νου, καθιστά το ον μονίμως, δραστηριολογικά, αυθυπερβατικό. Η μνήμη του αγαθού και δικαίου του το επιβάλλει. Όπως λέει και ο Καμύ χαρακτηριστικά, «είναι το μόνο πλάσμα που (εκ φύσεως) αρνείται να είναι αυτό που (εκ φύσεως) είναι» (Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος). Άλλα χαρακτηριστικά είναι, π.χ., η απογοήτευση στην οποία είναι ικανό να περιπέσει σε σχέση με τα άλλα ζώα, η αισχύνη, η χαρά, η θυσιαστικότητα, η ασκητικότητα κ.ά.

  Ο ζήλος αφορά πάντα σε κάτι καλύτερο από τον εαυτό του, το οποίο και μιμείται ως Είναι (άμεσα) και ως έργο του Είναι (έμμεσα), μιας και δεν μπορεί  να μεταλλάξει οντολογικά την φυσιολογία του και τα όριά της. Και βλέποντας την θαυμάσια αυτή φύση περιβάλλουσα την ύπαρξή του, γνωρίζοντας ότι κανένα ζώο δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει κάτι τόσο μεγαλειώδες, αναγκαστικά καταλήγει σε μεταφυσικές εξηγήσεις. Θεωρεί,  αρχαιόθεν, έναν Θεό – ή πολλούς – υπεύθυνο γιʼ αυτή τη δημιουργικότητα μες στην οποία συγκαταλέγεται και ο ίδιος και μάλιστα ως κορωνίδα της δημιουργίας αυτής. 

  Μες στα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τον άνθρωπο από τα ζώα είναι και η υπερπερίσσεια δημιουργικότητά του. Και όπως με τα διάφορα έργα του μιμείται, π.χ., την ταχύτητα κάποιων ζώων, ή το καμουφλάζ κάποιων άλλων, έτσι προσπαθεί να μιμηθεί και τον Θεό, δημιουργώντας αρχικά (αρχή συστημοτοποιημένης μνήμης) αιώνια πρόσωπα: θεότητες. Σε διαφοροποίηση με τα πουλάκια, δε φτιάχνει μόνο τη φωλιά του επί γης, αλλά και την πνευματική φωλιά του, στην οποία έχουν μεγάλο ρόλο να παίξουν οι θεότητες αυτές, εφόσον τα πράγματα είναι πασιφανώς εκτός ελέγχου εκ μέρους μας: εμείς τον λέμε «θάνατο». Μία μυστήρια νοσταλγία μένει αιώνια μέσα του, που προκύπτει από το γεγονός για το οποίο και μιλάει με τα έργα του: πως είναι τα πάντα, πως θέλει να είναι αθάνατος και θεωειδής ο ίδιος, ως έσχατος αναβαθμός της υπαρκτικής του προόδου και του συσχετισμού του με τον κόσμο. Γι’ αυτό ο Χριστός παρουσιάστηκε έτσι: ήταν η εν ανθρώπω απάντησή Του προς τον άνθρωπο (ολόκληρο τον άνθρωπο, όχι τη φωλιά του μόνο) που ζητάει αυτό το υπερβατικό, το «υπέρ νουν». Πώς θα το πάρει ο άνθρωπος αυτό; Ας πούμε πώς δε θα το πάρει.

  Η ένδειξη της θεότητας, ως κατασκεύασμα ανθρωπίνου νου, έχει πάντα, ένα περιεκτικό χαρακτηριστικό: κυριαρχεί, εξουσιάζει, τιμωρεί και βραβεύει κατά προτίμηση, κατά «κομματική» γραμμή. Αν και αποτελεί θεολογικό δεδομένο, μπορούμε και με (ανθρωπο-)λογικά συμπεράσματα να καταλήξουμε στο εξής συμπέρασμα: δεν μπορεί να αυτοθεωθεί ο άνθρωπος. Και προφανώς, κάθε φορά που το επιχείρησε (όλοι μας, όλοι μέρα το επιχειρούμε λίγο-πολύ – μη ξεχνιόμαστε), ως θεός που δεν θεώθηκε από έναν άλλο Θεό (τον όντως), δημιούργησε μια κόλαση για τον εαυτό του και τους άλλους. Με τις αδέξιες κι ανόσιες μεθόδους του πέρασε τον κόσμο (που μπορούσε να περάσει) από τον προκρούστη των συνθηκών που απαιτούνταν για την πραγματοποίηση της αυτοθεώσεώς του αυτής, και είχε ως αποτέλεσμα τον σταματημό της προόδου και την εξασθένιση των σχέσεών του με τα όντα. Αυτοί που για λίγο ένιωσαν ότι κυβερνούν τον κόσμο (ποιανού είναι;), αυτοί για λίγο είχαν ένα μεγάλο προσωπικό πρόβλημα, είχαν ένα μεγάλο πειρασμό και πρέπει να τους πονάμε. Γιατί παρόλα αυτά τα αρνητικά που θάλλουν στην εγωτική αυτή άμπελο της «θέλησης της δυνάμεως», αν όντως υπάρχει ένας Θεός δικαιοσύνης και αγάπης, δεν αποτελούν εμπόδιο στην πρόοδο των υπολοίπων όντων, παρά μόνο φαινομενικά και αφαιρώντας το μυστήριο της ύπαρξης (την αναγκαιότητα της θλίψεως), κάτι το παράλογο και άδοξο για την ανθρώπινη υπόσταση.

  Το ότι κάποια φυσικά δεδομένα μοιάζουν αρνητικά στον άνθρωπο, οφείλεται στο ότι ο τελευταίος έχει προσκολληθεί ανορθολογικά με τον κόσμο και τους φυσικούς νόμους του. Αυτή ήταν η «διατριβή» του Επικτήτου. Αυτό το γνωρίζουν αρχαιόθεν οι φιλόσοφοι, με πολύ χαρακτηριστική διατύπωση και του Δημοκρίτου, πως σκοπός της ζωής είναι η «αθαμβία». Έπειτα, το γεγονός ότι υπάρχει αρμονία στα του κόσμου, είναι μια πεποίθηση η οποία αναγκαστικά θα οδηγούσε, ασκητικά, τον άνθρωπο σε μία συνεκτικότητα λογισμών, αισθημάτων, συμπεριφορών. Όλα αυτά καλλιεργούνται, όλα δύνανται να κακοποιούν και αρετοποιούν, να είναι έκλυτα η δεμένα στην αρμονία του ενός προσώπου, του αληθινού προσώπου, πίσω (και μετά) το εγωτικό προσωπείο. Γιατί, π.χ., ο θάνατος να είναι κάτι το αρνητικό, τη στιγμή που ο κόσμος είναι κάτι που μας θαμπώνει με το κάλλος του; Ρώτα τον φιλόσοφο ή τον άγιο, θα σου πουν: εφόσον υπάρχει η Πρόνοια, η μεγαλύτερη από τη δική μας, υγιής θα είσαι όταν «θα θέλεις» να πεθάνεις, τόσο πολύ, όσο «δεν θα θέλεις» να πεθάνεις, δε θα θες να αποφασίσεις για σένα και τους άλλους, δεν θα αίρεις (είσαι αιρετικός) κατά γούστον, δε θα ευλαβείσαι το ένα ή το άλλο παραπάνω στη ζωή. Ο θάνατος είναι είτε καλός είτε κακός. Ο θάνατος είναι καλός γιατί μόνο έτσι παύει για πάντα να υπάρχει για μας, και παύουμε για πάντα να υπάρχουμε και γι’ αυτόν. Η σχέση μας με τον θάνατο είναι τόσο σημαντική κι ασήμαντη όσο ένα ποτήρι νερό – για την ώρα τα έχουμε απόλυτη ανάγκη.

  Είτε θέλοντας να αυξήσουμε τα αρεστά είτε θέλοντας να μειώσουμε τα δυσάρεστα της ζωής, λανθάνουμε. Και όχι γιατί είναι λάθος κινήσεις αλλά ο τρόπος και ο σκοπός που επιχειρούμε είναι ανάξιος του μυστηρίου που μας συνιστά. Είμαστε λίγοι και μες τα σχέδιά μας και μες τα σχέδια των άλλων, και όλοι μαζί είμαστε λίγοι μες στα σχέδια της φύσης πολλές φορές (εξαιρώντας τον «νορμάλ» θάνατο). Ορθολογικά προοδεύουμε μόνον συσχετιζόμενοι με αυτόν τον άξονα, με το γεγονός ότι υπάρχει κάτι που μας ξεπερνά, άρα μέσω αυτού θα μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τον εαυτό μας (που πλήττει κατά κύριον λόγο), ο οποίος κατά βάση είναι η αληθεύουσα – ή ψευδόμενη – συνείδησή μας. Κατά την πνευματική φόρμουλα, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο πόρισμα πως υπάρχει ορθολογικός τρόπος και σκοπός να υποφέρουμε και να απολαμβάνουμε τους φυσικούς μας περιορισμούς και καθηλώσεις. Η φιλοσοφία μας βοηθά, με τη σοφία, να μείνουμε στην Πρόνοια, και να συναντηθούμε με τα επέκεινα. Η φιλοσοφία είναι η θεολογία των αμυήτων και η θεολογία είναι η σιωπή των ταπεινών. Η φιλοσοφία είναι η «θέληση για πίστη», η θεολογία είναι πράξη της ζωντανής πίστεως. 

  Ξεπερνώντας την μυωπική πεποίθηση της θέλησης ό,τι είναι ευχάριστου άμεσα και μόνο, αντιλαμβανόμαστε πως η μεταφυσική οδός είναι αναπόφευκτη και πως χωρίς αυτή, η φυσική είναι μια φυλακή, με μεγάλη ή μικρότερη έκταση για τον καθένα, αναλόγως με τις βλέψεις του και το κατά πόσο αυτές ικανοποιούνται. Λέμε δηλαδή πως δεν μετράται-ζυγίζεται η καλή ζωή – ένα περιεκτικό πρότυπο ζωής – δια των επιτυχιών κι αποτυχιών της θελήσεώς της. Πολύ περισσότερο μετράται με τις στιγμές που την πέταξαν στη μπάντα – αυτή και το θέλημά της – και το τί έκανε εκεί πέρα μέσα, «μόνη» της. Αυτό είναι που θα βοηθήσει κι εμάς «εδώ πέρα», τους «μόνους» μας, αλλά και όχι (είμαστε μαζί στη μοναξιά του αγνώστου).

  Μου αρέσει η φράση: δεν έχω λόγια! Έχοντας αποδεχτεί την αναζήτηση του Θεού ως συνάντηση αλλά και ένωση, έχουμε να ερευνήσουμε το πώς αυτές οι δύο διεξάγονται ορθολογικά, έστω κι αν αυτό σημαίνει την έρευνα για το πώς δεν διεξάγονται ορθολογικά, δηλαδή την δια αποφατισμού προσέγγιση. «Αποφατισμός σημαίνει την άρνηση να εξαντλήσουμε την αλήθεια στη διατύπωσή της» (Χρήστος Γιανναράς, Το Αλφαβητάρι της Πίστης).

  Η μεταφυσική μας εντέλει, αν αξίζει κάτι, θα είναι μόνο μέσω της ανάδειξης των πάντων ως τέλεια και καλά (μέσα στην ατέλεια και την κακότητά τους), ή ως ατελή και άσχημα. Είναι καλό, εξερευνώντας το τόσο μεγάλο κι άγνωστο, να έχουμε μια ιδέα για το τέλος, να κοιτάμε τα πράγματα από το τέλος. 

  Μια άλλη φράση που μου αρέσει: του βγήκε η πίστη! Θυμόμαστε τη χαρακτηριστική φράση στο θεατρικό του Ζαν Πωλ Σαρτρ (Ο Διάβολος και ο καλός Κύριος): ας κολαστώ χίλιες φορές, αρκεί να υπάρχει ο Θεός. Και σίγουρα δεχόμαστε τον συναγωνισμό, στην πορεία προς την αλήθεια και το αγαθόν (κατά τον Μάξιμο τον Ομολογητή αποτελούν το τέλος της θεωρίας και της πράξης, αντίστοιχα – βλ. Περί Θελήσεως), που συνβόσκει σε μια πεδιάδα ανάλογου ύψους αγωνίας, στη φράση-αίτηση του Νίτσε (Στον Άγνωστο Θεό): εσένα Ασύλληπτε Ένα, συγγενή με μένα, θέλω να σε γνωρίσω, και να σε υπηρετήσω ακόμα. Κριτικής σημασίας το γεγονός πως οι παραπάνω δύο διατυπώσεις ανήκουν σε δύο άθεους (και αντίθεους) τυπικά. Ουσιαστικά όμως, καταλαβαίνουμε πως «η αίτηση του Θεού» είναι ανθρωπολογικό φαινόμενο και όχι εποχικό, εθνολογικό, θρησκευτικό, κοινωνικο-φιλοσοφικό γενικότερα. Ένα είναι όλα, κι έναν συναγωνισμό έχουμε να διεξάγουμε. Ο ανταγωνισμός είναι αίρεση.

  *

  Έχοντας αποδεχτεί ότι ο εαυτός, μόνος του, δε μπορεί να συνθέσει εκ του μηδενός μία φιλοσοφία ζωής, καταφάσκουμε στην ανάγκη της συσχέτισης, ελάχιστος απαιτούμενος αναβαθμός της οποίας: η ιστορία και η σοφία των προαγωνισθέντων – δεχόμαστε ότι κινούμαστε, προς την όποια εφικτή ανάβαση, ταπεινώς, πίσω από τους Μεγάλους. 

  Η λησμοσύνη της ανέφικτης αυθυπαρξίας και παρθενογένεσης, δεν μπορεί παρά να ρίξει τον αυτοεξεταζόμενο νου στην ανθρωπόλεθρη οίηση, ικανή να παράγει μόνο έργα ύβρεως. Οι Χριστιανοί, ασκούμενοι, ξεφεύγουν εξ αρχής αυτού του πειρασμού, μιας και διδάσκονται από το πρότυπό τους πως άνευ Αυτού «ου δύνανται ποιείν ουδέν» (Ιω. 15,5), ότι «τὸ κλῆμα οὐ δύναται καρπὸν φέρειν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ἐὰν μὴ μείνῃ ἐν τῇ ἀμπέλῳ» (15,4). Προ Χριστού, συναντάμε το ανάλογο στους Πυθαγόρειους, όπου όλα όσα «κατακτούσαν» οι εν λόγω ασκητές τα χρέωναν ταπεινά στον πρώτο διδάξαντα και ιδρυτή της σχολής, τον ίδιο τον Πυθαγόρα (D.K./Σχολή Πυθαγορείων). Κι όπως και σ’ όλους τους Μεγάλους, δεν ειναι εκπληκτικός ο ίδιος ως άνθρωπος, αλλά είναι εκπληκτική η σχέση του με τη φιλοσοφία (πριν σηκωθεί από το κρεβάτι, έπρεπε να μνημονεύσει όλα τα γεγονότα της προηγούμενης ημέρας, π.χ.). Και αν και δεν έχουμε όλοι να πάρουμε πολλά θετικά πράγματα από το έργο του καθενός Μεγάλου, υπάρχει ένα συνοπτικό κάλεσμα που μας κάνει αυτό, από το οποίο όντως όλοι μπορούν να πάρουν το εν ου εστί χρεία: υπάρχει άνω-οδός (άνοδος υπαρκτική) και μπορούμε να την απολαύσουμε μέσα μας, δική μας, όλων μας.

  Ειδικά στη σύγχρονη εποχή, που ο υλισμός είναι η νούμερο ένα θρησκεία παγκοσμίως, οι άνθρωποι έχουν μεγάλο αγώνα να κάνουν ξεκινώντας τον φιλόσοφο βίο έως ότου φθάσουν σε έναν μεταφυσικό αναβαθμό (συνειδησιακής προκοπής), και ακόμα μεγαλύτερο αν ο τελευταίος είναι συγκεκριμένος (π.χ. να πιστέψουν συγκεκριμένα στον Χριστό ως τέτοιο). Συνοπτικά, σε τρεις αναβαθμούς, υπολογίζω: α) έχουν μεγάλο αγώνα προς τον Θεό β) έχουν άλλο τόσο προς τον Θεό με πρόσωπο (γιατί απρόσωπο είναι εύκολο και άκοστο) γ) κι άλλο τόσο (και παραπάνω) προς έναν Θεό που υπάρχει ως Αγάπη, μέσα τους.

  Η «φυσιολογική» πορεία ξεκινά με την παρατήρηση της ιστορίας, των σημείων φωτόςς που προσωποποιούνται στα πρόσωπα των ανθρώπων που πάλεψαν με αυτοθυσία για τον όποιο τύπο δικαιοσύνης και προόδου.

*

  Αν, π.χ., κοιτάξουμε αυτή την απαίτηση μελέτης μέσα από τον χώρο της τέχνης, θα παρατηρήσουμε ότι κατά την σύγχρονη εποχή, ο ιδιάζων καλλιτέχνης και η αυτάρεσκα παραγώμενη αυθαιρεσία αυξάνουν, ενώ τα μεγάλα έργα, τα εν καιρώ κλασικά, απουσιάζουν. Μάλιστα, οξύμωρο σημείο αποτελεί ότι πολύ εύκολα, ειδικά στον χώρο του μοντέρνου καλλιτεχνισμού, θα ακούσουμε να μιλούν για «πρωτοτυπία». Οξύμωρο γιατί το υπόβαθρο της σύνθεσης-παραγωγής του σύγχρονου καλλιτέχνη ενδέχεται να μην έχει «βάθος μελέτης» μεγαλύτερο του ενός αιώνα, να μη λαμβάνει υπόψιν αυτό που ο Λορεντζάτος σημειώνει αυστηρώς, με αφορμή την λογοτεχνική τέχνη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, πως «πρωτοτυπία είναι το να μένεις πιστός στους πρώτους τύπους, στα αιώνια πρότυπα, να σβήνεις την ίδιαν φρόνησιν μπροστά στον ξυνόν λόγον (Ηράκλειτος), με παράλληλα λόγια, να χάνεις την ψυχή σου αν θέλεις να τη βρεις, και όχι να προβάλλεις την ιδιορρυθμία σου ή να κάνεις του κεφαλιού σου» (Μελέτες, τ.1/Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Α’. Πενήντα χρόνια από τον θάνατό του).

  Αυτή η πρωτοτυπία έχει την ίδια διατύπωση και στην αγγλική γλώσσα, ως originality (από το origins: πρωταρχικά στοιχεία). Και, ξεκινώντας ανάποδα χρονικά, αυτή η νοοτροπία, της καλλιτεχνικής αυταπάρνησης, μας πάει από το σήμερα έως και τους πρώτους τεχνοκριτικούς, όπως οι Ηράκλειτος και Ξενοφάνης (βλ. Monroe C. Beardsley, Ιστορία των Αισθητικών Θεωριών) και ακόμα παλαιότερα.

  Δείγματα προώθησης της φυσιολογικής αυταπάρνησης στην τέχνη: Ο A. Rimbaud μιλάει για «αδιάκοπη παράδοση του εαυτού, έτσι όπως είναι εκείνη την ώρα, σε κάτι που έχει μεγαλύτερη αξία […]η πρόοδος του καλλιτέχνη είναι μία συνεχής αυτοθυσία, ένα αδιάκοπο σβήσιμο προσωπικότητας» (Προς Georges Izambard, 13.5.1871/via Ζ. Λορεντζάτος, Collectanea/497). Ο T. S. Eliot μιλάει χαρακτηριστικά για «ανεξατομίκευση» (έτσι μου λειτουργεί το «depersonalization»), στο δοκίμιό του «Tradition and the Individual Talent» (Selected Essays). Ο M. Heidegger, στο «Η Προέλευση του Έργου Τέχνης», αναφέρει «μια πορεία αυτοεκμηδενισμού μέσα στη δημιουργία για χάρη της ανάδυσης του καλλιτεχνήματος». Ο A. Tarkofsky στο «Σμιλεύοντας τον Χρόνο», λέει το ανάλογο, κι επιμένει να επανέρχεται σ’ αυτό ξανά και ξανά. Κρατάω το τελευταίο αυτό κείμενο, ως ένα ακόμα πραγματικό ευαγγέλιο της πνευματικής υπόστασης κι αποστολής της τέχνης. 

  Προχωρώντας στους αιώνες προς τα πίσω, βλέπουμε τον Χριστιανισμό, να θεωρεί, π.χ., την εικονοποιΐα ως μέρος της απαιτούμενης πνευματικής άσκησης του καλλιτέχνη. 

  Όλοι οι αρχαίοι μιλούσαν για το απαραίτητο ιερό πνεύμα που πρέπει να διακατέχει τον καλλιτέχνη ώστε να γράψει ποίηση: Λογγίνος, Αριστοτέλης, Πλάτων, Αριστοφάνης, Μεγάλοι Τραγικοί, Δημόκριτος, Πίνδαρος, Όμηρος, Ησίοδος. Όσον αφορά στην αρχαία παρτίδα καλλιτεχνών και κριτικών, ας μη ξεχνάμε ότι το μεταφυσικό υπόβαθρο υπάρχει σε κάθε καλλιτεχνική δημιουργία, ενώ οι μεταγενέστεροι νοσταλγούν μακρηγορώντας (δικαιολογημένα σίγουρα) για την απουσία αυτού του θείου ανοίγματος στις σύγχρονες απόπειρες καλλιτεχνουργίας.

  Κλείνοντας το κεφάλαιο θα συνόψιζα, μέσω του Έλιοτ πάλι, που εξηγεί πως ο καλλιτέχνης (μιλάει για συγγραφείς, εσύ βλέπε άνθρωπος) έχει την υποχρέωση να ενώσει τα έργα του με τα παρελθοντικά στο τώρα να τιμήσει την κοινή ιστορία της ανθρωπότητας και με αυτό το ήθος να καλλιεργήσει αυτό που δύναται να καλλιεργήσει. 

*

  Ό,τι υπάρχει, υπάρχει συνυπάρχωντας. Η πρόοδος βασιζόταν πάντα στην τίμηση αυτής της συνυπαρκτότητας με την οποία είμαστε συνδεδεμένοι, ότι «[…]η οποιαδήποτε παιδεία, εγγράφεται στον κύκλο μιας συνέχειας είναι παράδοση και πρόοδος μαζί, επένδυση των αξιών του παρελθόντος στις ανάγκες του μέλλοντος» (Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Πολιτισμός κι Ελληνισμός). 

  Αν υπολογίζαμε την φαινομενικά ακραία διατύπωση της Simone Weil, πως πρέπει να ζήσουμε σαν «εμείς να έχουμε μόνο υποχρεώσεις και οι άλλοι μόνο δικαιώματα» (Ανάγκη για Ρίζες), τότε θα ξεπερνούσαμε τις προβληματικές καταστάσεις που δημιουργούνται από την σύγχρονη τάση του δικαιωματικού ατομισμού. Και η Βέιλ από το τέλος μας κοιτάει και μας προτείνει να οργανωθούμε, είναι αληθινή φιλόσοφος, βρήκε αληθινά τη θεολογία. Μοιάζει ουτοπικό και κάπως σκληρό: σαν να λέει πως εμείς πρέπει να αγαπάμε, είτε οι άλλοι μας αγαπούν είτε όχι. Μοιάζει επίσης με την αγιοκεντρική πραγματικότητα όπως διατυπώνεται σε κείμενα σαν κι αυτό του Αββά Ισαάκ του Σύρου που μας προτρέπει να καταδιωκόμαστε και να μην καταδιώκουμε, να αδικούμαστε και να μην αδικούμε, να σταυρωνόμαστε και να μη σταυρώνουμε (Λόγοι Ασκητικοί, ΝΗ’). 

  Η ενάρετη ζωή στην οποία μας προωθεί η θεωρία και πράξη των φιλοσόφων και αγίων της παράδοσής μας, της πνευματικής παράδοσης της ανθρωπότητας του Δυτικού ημισφαιρίου της γης, έχει ως σημείο αναφοράς ένα ιδανικό: την αξία της προτεραιότητας του Άλλου. Η προτεραιότητα δίνεται στον Άλλο, με την υπακοή στην Ομορφιά, σε όσα πνεύματα τον Υπηρέτησαν ανά τους αιώνες. Αυτό, σε ανθρώπινη (φιλοσοφία) ή θεανθρώπινη (θεολογία) μορφή, είναι κάτι με το οποίο αν συσχετιστούμε θα προοδεύσουμε υπαρκτικά και κατʼ επέκταση συνυπαρκτικά. Σαφώς και η τάξις των τελείων και ωρίμων που μελετάμε (βλ. π.χ. Αββά Ισαάκ) είναι κάτι το σχεδόν μυθώδες, το φαινομενικά άπιαστο κι ανεπίδεκτο κατακτήσεως. Είναι θετική η αίσθηση αυτής της υπερβατικότητας. Είναι καλό, αυτό το πυρ της αγαθότητας και του φιλόσοφου αγώνα να το αφήσουμε να μας κρίνει, δοκιμάσει και καθοδηγήσει. Το παράδειγμα των Μεγάλων είναι – ως εν ζωή αποτέλεσμα – η ετεροθαλώς αυτοθαλής αυτογνωσία μας, όσο «εξωτική» κι αν μοιάζει από την πραγματικότητά μας, ξεκινώντας προς τα εκεί. Άλλωστε, εάν δεν ελπίσουμε πώς θα βρούμε το ανέλπιστο (Ηράκλειτος, fr. 18), κι αν δε συσχετιστούμε πρώτα, πώς θα ελπίσουμε σε οτιδήποτε μεγαλύτερο από εμάς, διεξάγοντας τη ζωή ως προόδο;

 

Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας: Χρήστου Μποκόρου, “Η σκοτεινή σκιά του ανθρώπου φωτισμένη”

1 σχόλιο

  1. Υψηλού βεληνεκούς φιλοσοφία. Σίγουρα έχει κάτι να πει σε όσους αναζητήσουν το νόημα της παρακολούθησης πίσω από τις λέξεις. Κάτι που σίγουρα έχει σχέση και πρόοδο.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here