Τρεις δρόμοι ανοίγονται μπροστά

0
238

Ο Ισοκράτης επιλέγει

1.2    ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΣΤΗΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

7.2.7    Οι τρεις πολιτικές επιλογές συμπεριφοράς
Στη βάση των προηγουμένων, καθίσταται κατά τη γνώμη μου φανερό ότι η Ελλάδα χρειάζεται μια ενεργητική πολιτική που να κινείται προς πολλές κατευθύνσεις και να διακρίνεται από τη λήψη συνεχών και πολύμορφων πρωτοβουλιών. Η εκ μέρους μου επιλογή μιας τέτοιας πολιτικής γίνεται μέσα από τη σύγκριση τριών εν δυνάμει πολιτικών και συμπεριφορών στο διεθνές περιβάλλον. Πιο συγκεκριμένα, η Ελλάδα έχει να επιλέξει ανάμεσα στις εξής πολιτικές:

Η πρώτη επιλογή είναι αυτή της πολιτικής της ρητορείας. Διακηρύσσει κανείς τον σκληρό εθνικισμό, αλλά παραδίδεται γεμάτος φόβο στην πρώτη πρακτική ντουφέκια (κυριολεκτική ή και μεταφορική) του αντίπαλου. Είναι μια συμπεριφορά που λέει πολλά και κάνει λίγα. Αρέσκεται σε μεγαλοστομίες αλλά την ώρα της πράξης υλοποιεί την «πολιτική» «την ουρά κάτω από τα σκέλια». Μιλά με τον δήθεν λόγο των όπλων, αλλά οδηγεί πάντα την Ελλάδα σε καταστροφή. Είναι όπως με τα σχέδια των διαπλεκομένων στο εσωτερικό της χώρας. Ποτέ δεν «έτυχαν» εφαρμογής, διότι ήταν εξωπραγματικά, αλλά πάντα είχαν αρνητικές επιπτώσεις για τη χώρα.
Η ιστορία της Μικρασιατικής καταστροφής επιτρέπει το τύπωμα τόνων συγγραμμάτων πάνω στο ζήτημα, της μεγαλοστομίας που οδηγεί στην καταστροφή. Ο πραξικοπηματίας Σαμψών που τάχα θα έδενε τη Μεγαλόνησο με την Ελλάδα, μητέρα-πατρίδα, ουσιαστικά υπονόμευσε την ίδια την υπόσταση της Κύπρου και παρέδωσε ντε φάκτο το βόρειο τμήμα της στους Τούρκους που άρπαξαν «την εύκαιρία από τα μαλλιά». Και μάλιστα, ουσιαστικά, οι άνθρωποι του παραδόθηκαν αμαχητί, επιδεικνύοντας μια πρωτοφανή έλλειψη οργάνωσης, αλλά ακόμα και ικανότητας να χρησιμοποιήσουν στρατιωτικά μέσα ενάντια στον Τούρκο κατακτητή. Τα όπλα γνώριζαν, όπως και η χούντα των Αθηνών, να τα χρησιμοποιούν μόνο στο εσωτερικό, ενάντια στην άοπλη κοινωνία.
Αυτή η πρώτη «πολιτική επιλογή-στρατηγική» (σε εισαγωγικά διότι δεν είναι στρατηγική) επανακάμπτει στην Κύπρο μαζί με τον ανοικτό ενδοτισμό. Είναι μια γραμμή που γράφει στα «πατριωτικά της λάβαρα» το όνομα της μη υποχωρητικότητας και της μη αποδοχής οποιουδήποτε συμβιβασμού. Αρέσκεται να λέει ότι είναι η πιο συνεπής πολιτική γραμμή εξωτερικής πολιτικής. Πιστεύει ότι όσο πιο πολύ φωνασκεί, τόσο πιο αποτελεσματική γίνεται. Ότι όσο πιο πολύ εμφανίζεται ως ανυποχώρητη, τόσο δεν θα υποχωρήσει τη στιγμή της αλήθειας. Δυστυχώς, η ιστορική πείρα μας έχει δείξει ότι αυτή η γραμμή είναι ένα αντιδημοκρατικό «λιοντάρι» στο εσωτερικό «μέτωπο» και «κότα» τη στιγμή της πραγματικής δράσης στην εξωτερική πολιτική. Συχνά δε μια «κότα» που μπαίνει στη λάσπη και αν κάνει το λάθος (ή εξαναγκαστεί) να την ακολουθήσει η χώρα, τότε τη βρομίζει και εκείνην. Δυστυχώς, όποτε δοκιμάστηκε αυτή η γραμμή, στο τέλος ήταν μια γραμμή άτακτων υποχωρήσεων κάτω από το βάρος επιπόλαιων αν όχι και συνειδητά προδοτικών πολιτικών επιλογών, που σε τελευταία ανάλυση εξυπηρέτησαν (ακόμα και αν δεν το ήθελαν) τα συμφέροντα τρίτων. Το Κυπριακό κραυγάζει με αγωνία από μόνο του.
Οι δυνάμεις που στηρίζουν ή κραυγάζουν γι’ αυτή την πρώτη επιλογή πράγματι, με μια έννοια, δεν κάνουν κακούς συμβιβασμούς, διότι δεν είναι σε θέση να κάνουν οποιονδήποτε συμβιβασμό, ούτε καν λογικούς. Στην πολιτική, και στην εξωτερική-διεθνή πολιτική, όμως, χρειάζονται συμβιβασμοί τέτοιοι που να δίνουν τη δυνατότητα να αναπτύσσεται το κύριο, η κοινωνία και οι δυνατότητες μιας χώρας, να μην καταστρέφονται οι χωρητικότητες της, να διατηρείται το εθνικό της όραμα. Όλοι μας γνωρίζουμε τι απέγινε με την Κύπρο, όπου κάποιοι ήθελαν να εκβιάσουν την «εθνική ενότητα». Ουσιαστικά, στο όνομα της «εθνικής» μεγαλοστομίας ανέτρεψαν την νόμιμη κυπριακή κυβέρνηση και οδήγησαν στην κατοχή της βόρειας Κύπρου από την Τουρκία. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι οι δυνάμεις αυτές, που είχαν οργανώσει τους παρακρατικούς μηχανισμούς, δεν έκαναν ποτέ τους αυτοκριτική γι’ αυτή την ντε φάκτο προδοσία. Αλλά εξίσου γεγονός είναι ότι οι μεταχουντικές δημοκρατικές κυβερνήσεις, με δική τους ευθύνη (ανευθυνότητα θα το έλεγα), άφησαν το φάκελο της Κύπρου κλειστό και μαζί με αυτό εγκατέλειψαν την υποχρέωση τους να συμβάλουν στον σαφή καταλογισμό ευθυνών για την προδοσία της Κύπρου. Επιπλέον, στέρησαν τη δυνατότητα να γίνει τεκμηρίωση αυτής της πτυχής της ιστορίας και να κατακτηθεί η εθνική αυτογνωσία για την προδοσία της Κύπρου. Ας ελπίσουμε ότι η παρούσα κυβέρνηση, που διακηρύττει τη διαφάνεια, θα προχωρήσει στο άνοιγμα των τριών μεγάλων σιδερένιων μπαούλων που περιμένουν στο υπουργείο Εξωτερικών το άνοιγμα της Αλήθειας. Οι Έλληνες δικαιούνται να γνωρίζουν και να κρίνουν. Ουδείς μπορεί να καλύπτει τα εγκλήματα εις βάρος του ελληνισμού.

Η δεύτερη επιλογή πολιτικής συμπεριφοράς είναι, αυτή της παθητικότητας. Αποδέχεται τα γεγονότα όπως διαμορφώνονται από τρίτους. Αδιαφορεί στο όνομα του ότι δεν θέλει να επιτρέψει σε στρατηγικές «πρώτου τύπου» να οδηγήσουν τη χώρα στην καταστροφή. Στην πραγματικότητα και αυτή η επιλογή οδηγεί τη χώρα σε υποχωρήσεις, ακόμα και καταστροφές. Δεν την οδηγεί μεν σε «ακαριαίο θάνατο», αλλά σίγουρα σε «αργό». Αυτό μπορεί να μη γίνεται πάντα έγκαιρα αντιληπτό. Αλλά ο θάνατος παραμένει θάνατος. Συχνά αυτή η επιλογή επικαλείται την πρόθεση να διατηρήσει το στάτους κβο. Λαθεύει, όμως, διότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και των γρήγορων αλλαγών δεν υπάρχουν στάτους κβο, όπως δείχνει και το Κυπριακό τα τελευταία χρόνια. Στην πραγματικότητα, μια τέτοια πολιτική, στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα το Κυπριακό, σημαίνει να αφήνει κανείς παθητικά να διολισθαίνει η πραγματικότητα προς όλο και χειρότερη κατάσταση/συνθήκες.
Η παθητικότητα οδηγεί τη χώρα να χάνει συνεχώς έδαφος. Η παθητικότητα μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να γλιτώνει από το φανερό μεγάλο λάθος, αλλά δεν «σώζει» από τα συνεχή «μικρά λάθη» που σωρευτικά υπονομεύουν την ίδια την υπόσταση, την κυριαρχία και τις δυνατότητες άσκησης αυτοτελούς εξωτερικής πολιτικής. Μέσω των «μικρών» λαθών και παραλείψεων, που συσσωρεύονται διαρκώς, μια χώρα όπως η Ελλάδα, αλλά και η Κύπρος, χάνει σειρά από δυνατότητες. Υπονομεύονται οι χωρητικότητες της. Υποχωρεί στη διεθνή σκηνή.
Η γραμμή αυτής της παθητικότητας προβάλλεται από ορισμένους συχνά σε αντιδιαστολή με μια ενεργητική παρεμβατική πολιτική, θεωρούν ότι μην κάνοντας τίποτε, δεν γίνονται και λάθη. Ότι δεν υποχωρούν με αυτό τον τρόπο σε πιέσεις. Μια τέτοια στάση θα είχε μια κάποια λογική, αν ο κόσμος κινείτο με πολύ αργούς, σχεδόν μηδενικούς ρυθμούς. Και αυτό διότι πρόκειται για μια πολιτική αδράνειας και στασιμότητας. Σε ένα βαθμό, εάν όλα έμεναν στάσιμα ίσως και να μην πείραζε σε καταστροφικό βαθμό αν κάποιο κράτος δεν κινείτο και άφηνε τα πράγματα να πηγαίνουν όπως πηγαίνουν. Ίσως η μόνη απώλεια θα ήταν η μη αποκόμιση κερδών. Αν και δεν νομίζω ότι θα τη γλίτωνε, ακόμα και σε μια τέτοια περίπτωση, με τόσο «μικρές απώλειες».
Είναι φανερό ότι αυτή η γραμμή της αδράνειας, που χαρακτήρισε σε μεγάλο βαθμό την πολιτική των κυβερνήσεων της Ν.Δ., είναι καταστροφική σε μια εποχή που διακρίνεται από την πύκνωση του χρόνου, από την ύπαρξη δυνάμεων που επιταχύνουν τη δράση τους συνολικά και στην εξωτερική / διεθνή πολιτική ειδικότερα. Όταν, επί παραδείγματι, στη περιοχή μας πραγματοποιούνται μεγάλες αλλαγές με έναν ανερχόμενο εθνικισμό, τον αλβανικό, με έναν αναθεωρητικό εθνικισμό, αυτόν των σλαβομακεδονικών ελίτ στη ΠΓΔΜ, με την προσπάθεια επανασταθεροποίησης των Σέρβων και με τη δημιουργία νέων κρατικοειδών οντοτήτων, όπως το Κόσοβο, και το κυριότερο με μια Τουρκία που δείχνει διατεθειμένη και σε ένα βαθμό ικανή να επανακάμψει στον οθωμανισμό, η πολιτική της αδράνειας και του «βλέποντας και κάνοντας» που ακολουθήθηκε τα τελευταία χρόνια υπήρξε καταστροφική για τη χώρα. Έχασε θέσεις.
Υποχώρήσε η διεθνής επιρροή και το (έστω και περιορισμένο) ειδικό βάρος της στην παγκόσμια σκηνή. Η Ελλάδα έχασε σε αυτά τα χρόνια θέσεις σε σχέση με άλλες χώρες. Τόσο απόλυτα, όσο και σχετικά.
θα πρέπει να σημειώσω σε αυτό το σημείο ότι παραλλαγι) της γραμμής της αδράνειας είναι εκείνη της διαχείρισης. Σε αυτή την περίπτωση, η αδράνεια αντικαθίσταται από καθημερινές ενέργειες διεκπεραίωσης, οι οποίες, όμως, δεν εντάσσονται σε ένα σχέδιο. Συνεχίζεται, εξαιτίας της δύναμης της αδράνειας, να ασκείται εξωτερική πολιτική με ρυθμούς, στόχους και διαδικασίες του παρελθόντος, ως να μη ζούμε ήδη σε μια εποχή γοργών ρυθμών και αλλαγών που απαιτούν, πρώτα απ’ όλα, μια στρατηγική στόχευση και καινούργια μέσα, νοοτροπίες και συνήθειες στην υλοποίηση τους.

Η τρίτη πολιτική γραμμή είναι αυτή που υποστηρίζω και αναπτύσσω στο παρόν κείμενο. Είναι η στρατηγική της ποικιλοτρόπως ενεργητικής πολιτικής. Προετοιμάζεται να αντιμετωπίσει με ενεργητι­κότητα τα περιφερειακά, ευρωπαϊκά και παγκόσμια προβλήματα. Ταυτόχρονα, όμως, είναι πάντα έτοιμη να αντιμετωπίσει δυνάμεις οι οποίες μπορεί να έχουν επιλέξει να είναι ενεργητικά αντίπαλες απέναντι στην Ελλάδα. Εξασφαλίζει την ειρήνη, γιατί δεν φοβάται τις μη ειρηνικές δυνάμεις. Αυτή η στρατηγική πρέπει να αποτελέσει και το δόγμα εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας. Η επιμονή μου σε μια ενεργητική στρατηγική δεν σημαίνει καθόλου ότι κάθε ενεργητική πολιτική είναι εξ ορισμού θετική. Μια ενεργητική αρνητική πολιτική μπορεί να οδηγεί και στον πυθμένα της ιστορίας. Εδώ αναφέρομαι σε μια δημοκρατική, επιστημονικά συνεκτική, θετική, ενεργητική εξωτερική πολιτική. Που έχει και εκπέμπει θετική ενέργεια.
Η τρίτη αυτή πολιτική επιλογή, με τις διευκρινίσεις που μόλις έκανα, συσσωρεύει χωρητικότητες όλων των ειδών. Διπλωματία. Οικονομικούς πόρους και σχέσεις. Πολιτικές αλληλεξάρτησης. Πολιτιστική, τουριστική, οικονομική διπλωματία. Διπλωματία αγωγών. Προσέχει, όμως, ταυτόχρονα την άμυνα της. Υπερασπίζεται κάθε πιθαμή διπλωματικής ανεξαρτησίας και εδαφικής κυριαρχίας. Προσέχει και τους συμβολισμούς που εκπέμπει. Αυτή η προσοχή και «εκπομπή» εντάσσονται, όμως, στα γενικότερα πλαίσια εξωτερικής πολιτικής που είναι φιλειρηνική, δημοκρατική και δημιουργική.
Η τρίτη στρατηγική διαθέτει, ταυτόχρονα, εργαλεία υπεράσπισης της. Δεν αρνείται την ανάγκη να ετοιμάζεται και για μη φιλικές συμπεριφορές από γείτονες και διεθνή δίκτυα, αλλά δεν ανάγει τις
προθέσεις τρίτων σε κύριο συστατικό της. Από την άλλη, ο φιλειρηνικός χαρακτήρας της δεν σημαίνει παραίτηση από τα αμυντικά καθήκοντα, ούτε φόβο στην άσκηση τους. Κατά κανόνα δε, η ιστορία) έχει δείξει ότι μόνο προετοιμάζοντας κανείς τον εαυτό του για τις πιο διαφορετικές καταστάσεις είναι σε θέση να προωθήσει τη (φιλειρηνική) στρατηγική του επιλογή κατά τον καλύτερο τρόπο.
Η τρίτη γραμμή έχει και ορισμένα άλλα χαρακτηριστικά που θα τα αναπτύξω στην πορεία, πριν απ’ όλα όπως θα δείξω, στο έκτο κεφάλαιο, διαθέτει δύο θεμέλια. Αυτά είναι, αφ’ ενός, η εν δυνάμει ει­δίκευση της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας εντός των πλαισίων που μόλις ανέλυσα, καθώς και, αφ’ ετέρου, ο ενεργητικός, χωρίς φόβους, τρόπος που κινείται στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης. Αυτή η τρίτη γραμμή επιδιώκει να κινήσει την αντιφατική πραγματικότητα προς όφελος της χώρας. Δεν αρνείται συμβιβασμούς που γίνονται στη βάση αρχών και μακροχρόνιας διασφάλισης των συμφερόντων της χώρας.
Γενικότερα, οι συμβιβασμοί αυτοί μπορούν να χωριστούν σε τρεις : κατηγορίες. Σε εκείνους που είναι αναγκαίοι σε μια συγκεκριμένη  περίοδο. Σε εκείνους που ως έξυπνη κίνηση επιδιώκουν να προλάβουν μελλοντικούς συσχετισμούς στους οποίους η άλλη πλευρά πιθανά να διαθέτει περισσότερα ατού από ό,τι σήμερα (όπως με την Τουρκία, αν συνεχίσει η εις βάρος μας αλλαγή συσχετισμού ισχύος σε πολλά πεδία – οικονομία και ανάπτυξη, δημογραφικά, μείωση της σημασίας της Δύσης στον σημερινό κόσμο κοκ.) και όπου ο όποιος μελλοντικός συμβιβασμός μπορεί να γίνει με χειρότερους όρους. Τέλος, τρίτον, συμβιβασμοί που δίνουν αναπνοές στη χώρα προκειμένου να βγει από μια δύσκολη κατάσταση στα πλαίσια της οποίας δεν μπορεί να επιστρατεύσει ακόμα το σύνολο των δυνατοτήτων της, όπως είναι σήμερα με την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας και την αποδιοργάνωση πολλών τομέων της……..

Απόσπασμα από το μόλις εκδοθέν βιβλίο του Νίκου Κοτζιά “Η εξωτερική πολιτική της Ελλάδος στον 21ο αιώνα”εκδόσεις Καστανιώτης σελ.32-37

Ο Ισοκράτης σχολιάζει

Τα παλιά τα χρόνια,τα προπολεμικά,όταν δήμαρχος Αθηναίων ήταν ο Κοτζιάς,διαδραματίστηκε ετούτο εδώ το περιστατικό σε ένα χωριό από την ευρύτερη ομάδα των Δερβενοχωρίων,εδώ παραέξω από την Αθήνα.
Σούρουπο, έξω από το αγροτικό σπίτι μαζεμένη όλη η οικογένεια,ή μάλλον όλο το σόϊ.
Ο παπούς διαβάζει εφημερίδα μεγαλοφώνως.Βλέπετε δεν υπάρχει τότε δελτίο των οκτώ!
Διαβάζει και το κείμενο αναφέρει πολλές φορές το επίθετο του δημάρχου.
Τότε πετάγεται η γιαγιά που είναι μισοξαπλωμένη και ξεκουράζεται από την κούραση της ημέρας και τον ρωτάει στα αρβανίτικα:
-Φίλιππο,τσι ις Κοτζάου; (ποιός είναι ο Κοτζιάς;)
Και ο Φίλιππος της απαντάει σκοπτικώς,παιχνιωδώς και ακαριαίως:
-χαλβατζής!
Σαν να της έλεγε …“πού να σου εξηγώ εσένα τώρα ποιός είναι ο Κοτζιάς και πού να καταλάβεις”.

Αυτή η εικόνα,που έχω από αφηγήσεις των δικών μου,μού ήρθε στο μυαλό τη στιγμή που ο Γ.Πρετεντέρης,στο δελτίο των οκτώ,ρώτησε ενοχλημένος:
-Μα ποιός είναι επιτέλους αυτός ο Κοτζιάς;
Ήταν 2007 και παραμονές των εσωκομματικών εκλογών του ΠΑΣΟΚ,τότε ακούστηκε στις ειδήσεις το όνομα του Νίκου Κοτζιά.
Για εκείνους που τότε εξεπλάγησαν όπως και για τους άλλους που μαθαίνουν εξωτερική πολιτική από τον Βασίλειο Μαρκεζίνη, ιστορία από τους Καλύβα και Μαραντζίδη και πολιτική από τον Γιανναρά, στην ερώτηση “ποιός είναι ο Νίκος Κοτζιάς;”απαντάμε:“χαλβατζής”.
Στους άλλους, προτείνουμε να διαβάσουν ό,τι πέφτει στα χέρια τους και το έχει γράψει ο Νίκος Κοτζιάς.  Μόνο όφελος θα έχουν!

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here