Τό τραγικό θέατρο στήν Ἀθήνα καί τή Ρώμη

0
50

Μιλώντας γιά τήν Ἀθηναϊκή Δημοκρατία εἶναι σοβαρή παράλειψη νά μή μιλήσουμε γιά τήν Ἀθηναϊκή τραγωδία. Καί τοῦτο γιατί ἡ Δημοκρατία καί ἡ Τραγωδία εἶναι ἄρρηκτα συνυφασμένες στήν Ἀθηναϊκή πολιτεία τοῦ 5ου π.Χ. αἰῶνα. Τό τραγικό (φυσικά καί τό κωμικό) θέατρο εἶναι ἕνας πολιτικός-δημοκρατικός θεσμός, πού τελεῖ ὑπό τήν αἰγίδα τῆς Ἀθηναϊκῆς πολιτείας, πλάϊ στούς ἄλλους δημοκρατικούς θεσμούς, ὅπως εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Δήμου, ἡ Βουλή τῶν Πεντακοσίων, τό Δικαστήριο τῆς Ἡλιαίας κ.ἄ. Μάλιστα ἦταν ἰδιαίτερα δημοφιλές στούς Ἀθηναίους, γιατί συνδύαζε τό διδακτικό μέ τό ἀπολαυστικό στοιχεῖο.
Γιατί ὅμως ἡ τραγωδία καί ἡ δημοκρατία εἶναι στενά συνδεδεμένες στήν Ἀθηναϊκή πολιτεία τοῦ 5ου αἰῶνα; Γιατί τό τραγικό στοιχεῖο διέτρεχε τήν Ἀθηναϊκή δημοκρατία ἀπό τήν σύστασή της μέχρι τήν πτώση της; Σέ τί συνίστατο ἐν τέλει τό τραγικό στήν Ἀθηναϊκή Δημοκρατία;
Ὁ Κ. Καστοριάδης ἀναφερόμενος στό γενικώτερο φαντασιακό τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ κόσμου γράφει: «Τό ἐξαιρετικό καί μοναδικό φαινόμενο πού παρατηρεῖται στήν ἀρχαία Ἑλλάδα, προϋπόθεση καί ἀποτέλεσμα μιᾶς ἄλλης θεώρησης τοῦ κόσμου, εἶναι ἡ ἀμφισβήτηση τῆς παράδοσης: ἡ κοινωνία δέν μένει προσκολημμένη στούς παραδοσιακούς θεσμούς, σ ̓αὐτό πού βρήκαμε ἀπό τούς πατεράδες μας, στόν λόγο καί τίς ἐντολές τοῦ Ἰεχωβᾶ, ἤ σέ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐξωτερική καί ἐξωκοινωνική ἀρχή καί πηγή θέσμισης. Θέτει ὑπό ἀμφισβήτηση τούς παραδοσιακούς θεσμούς, ἀφ ̓ἑνός μέν ὡς νόμους μέ τήν στενή καί τρέχουσα σημασία τοῦ ὅρου, δηλαδή νόμους πολιτικούς, νόμους συνταγματικούς, νόμους καταστατικούς τῆς πολιτικῆς κοινότητας, νόμους πού ἀπαντοῦν ἅπαξ διά παντός στό ἐρώτημα: ποιός ἄρχει; (βασιλιάς καί ἀριστοκράτες, ὅπως κατά τήν παράδοση, ἤ δῆμος, σύμφωνα μέ τή νέα θέσμιση;), ἀφ ̓ἑτέρου δέ ὡς κοινωνικές παραστάσεις (εἰκόνες) τοῦ κόσμου, δηλαδή θεσμισμένες παραστάσεις μέ τίς ὁποῖες γαλουχοῦνται τά παιδιά καί μαθαίνουν ἐξ ἁπαλοτάτων ὀνύχων τί εἶναι καλό, τί εἶναι κακό, τί εἶναι κόσμος, γιά ποιό πράγμα ἀξίζει κανείς νά ζεῖ ἤ νά πεθαίνει».[1]
Αὐτή ἡ ἀμφισβήτηση, ἡ ἀνατροπή τοῦ παρελθόντος καί ἡ αὐτονόμηση τοῦ ἐλεύθερου πολίτη θά γεννήσει τό τραγικό στοιχεῖο στήν γενικώτερη κουλτούρα καί στούς θεατρικούς θεσμούς τῆς δημοκρατικῆς Ἀθήνας. Τό τραγικό ἀναδύεται ὅταν ὁ ἐλεύθερος πλέον πολίτης διαρρηγνύει τήν κηδεμονία τοῦ θείου, τήν ἐξάρτησή του ἀπό τόν θρησκευτικό, πατρογονικό μῦθο, αὐτονομεῖται καί παίρνει τή μοῖρα του πάνω του. Ὁ καθ. Βασίλειος Κύρκος ἀναφερόμενος στήν ἔννοια τοῦ τραγικοῦ γράφει: «Τήν οὐσία τοῦ τραγικοῦ, ὅπως τήν συνέλαβαν οἱ Ἕλληνες στό τέλος τοῦ 6ου αἰ. καί ἐβίωσαν καθόλον τόν 5ον αἰ. π.Χ., σ ̓ αὐτήν τήν σπάνια ἐποχή τοῦ ἱστορικοῦ τους βίου, καλούμαστε νά ἀποκρυπτογραφήσουμε ἐμεῖς, οἱ μεταγενέστεροι, ἀπό τήν μελέτη τῶν τραγωδιῶν. Φαίνεται πώς τόν πυρῆνα τοῦ τραγικοῦ πρέπει νά τόν ἀναζητήσουμε στήν διατάραξη τῶν σχέσεων τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν κόσμο τοῦ (κοσμογονικοῦ) μύθου, δηλαδή τῶν σχέσεών του μέ τό θεῖον… Ἡ ἀπομύθευση τοῦ κόσμου συγκλόνισε τόν ἄνθρωπο τῆς ἀρχαϊκῆς κοινωνίας καί τοῦ στέρησε τήν συμμετοχή του στά θεῖα δρώμενα. Συγχρόνως ἀπογύμνωσε τό θεῖον ἀπό τό μυστήριο καί ἔθραυσε τούς δεσμούς τοῦ ἀνθρώπου μέ τό ἱερό καί τό ἐπέκεινα. Ἡ φύση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς θρησκείας, πού δέν εἶχε δογματική θωράκιση καί δέν διέθετε ἕρμα ἱερῶν κειμένων μέ δεσμευτικούς κανόνες καί τρόπους τοῦ ζῆν, ἄφηνε στόν ἄνθρωπο περιθώρια νά ἀναπτύξει πολιτική σκέψη καί φιλοσοφική κοσμοθεώρηση. Αὐτά τά δύο, μέγιστα πνευματικά ἐπιτεύγματα, ὡρίμασαν τήν κοινωνική συνείδηση καί ἀνέδειξαν τόν ἐλεύθερο ἄνθρωπο καί τόν πολίτη. Ὁ ἐλεύθερος ἄνθρωπος, ὅπως εἶναι εὔλογο, ἐπεζήτησε νά ἀναλάβει τίς εὐθύνες τῶν πράξεών του καί νά λογοδοτεῖ γι ̓ αὐτές (λόγον διδόναι)… Ἡ ρήξη καί ἡ σύγκρουση μέ τό θεῖον, ἡ καταγγελία τῆς παρέμβασης τοῦ θεοῦ στά ἀνθρώπινα ἦταν ἀναπόφευκτη καί μοιραία. Μόνο ὁ ἐλεύθερος ἄνθρωπος τόλμησε νά ἀντιπαρατεθεῖ μέ τόν θεό· καί τότε μόνο θά ἀναρωτηθεῖ γιά τήν οὐσία του καί τό Εἶναι του. Συγχρόνως μέ τό ἐρώτημα αὐτό θά ἀναδυθεῖ ἡ τραγική αἴσθηση τῆς ζωῆς καί θά τόν διαπεράσει τό ρῖγος τῆς ὑπαρξιακῆς διακινδύνευσης, καί θά τόν κυριεύσει ὁ φόβος τοῦ κενοῦ. Μόνο ἀπό τήν ἀρχαία ἑλληνική θρησκεία θά μποροῦσε νά ἀναδυθεῖ τό τραγικό αἴσθημα τῆς ζωῆς, ἡ αἴσθηση τῆς τραγικότητας τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως, γιατί μόνο σ’ αὐτήν ἐπετράπη στόν ἄνθρωπο νά ἀναπτύξει τόν θεόμαχο λόγο (ἤ μήπως ἡ ἄρθρωση τοῦ φιλοσοφικοῦ λόγου διέλαθε τῆς θεϊκῆς ἐπιστασίας;!). Ἡ ἀπώλεια τῆς μεταφυσικῆς γέννησε, ἐντέλει, τήν τραγωδία, ὅπως καί στούς νεώτερους χρόνους (Σαίξπηρ)»[2].
Τό τραγικό πνεῦμα δεσπόζει στόν πνευματικό καί πολιτικό ὁρίζοντα τῆς κλασσικῆς Ἀθήνας. Ἡ τραγωδία εἶναι σύμφυτη μέ τήν δημοκρατία, γι ̓αὐτό καί ὅταν παρακμάζει ἡ δημοκρατία στερεύει καί ἡ τραγική φλέβα. Ἡ Jaqueline de Romilly γράφει ἐπ ̓αὐτοῦ: «Ἡ τραγωδία, ἀπ ̓ὅλα τά λογοτεχνικά εἴδη πού ἐμφανίστηκαν τότε, συνδέεται στενότερα μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς Ἀθήνας καί τῆς δημοκρατίας της…Ἡ τραγωδία γεννιέται καί πεθαίνει τή μεγάλη ὥρα τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας: συμπίπτουν ἡ μιά μέ τήν ἄλλη».[3] Ἀκόμη ἡ ἴδια συγγραφεύς, ἡ Jacqueline De Rommilly, γράφει γιά τή σχέση τῆς πολιτικῆς λάμψης τῆς δημοκρατικῆς Ἀθήνας μέ τήν τραγωδία: «Ἡ ἀρχαία ἑλληνική τραγωδία, μέ τήν πλούσια συγκομιδή πού ἔδωσε ἀπό ἀριστουργήματα, ἔζησε συνολικά ὀγδόντα χρόνια. Αὐτή ἡ περίοδος τῶν ὀγδόντα χρόνων ἀντιστοιχεί ἀκριβῶς μέ μιά στιγμή πολιτικῆς ἄνθησης τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας – καί ἡ σχέση δέν εἶναι ἀσφαλῶς τυχαία…Ἡ ζωή τῆς ἴδιας τῆς τραγωδίας σταμάτησε τή στιγμή ἀκριβῶς πού χανόταν τό μεγαλεῖο τῆς Ἀθήνας».[4] Ἡ τύχη τῆς δημοκρατίας εἶναι παράλληλη ὄχι μόνο χρονολογικά, ἀλλά καί αἰτιακά μέ τήν τραγωδία, ἀκριβῶς γιατί, ὅπως ἀνελύσαμε μόλις ἀνωτέρω, ὁ ἐλεύθερος πολίτης θραύει τούς δεσμούς του μέ τήν θεοκρατική παράδοση, παίρνει τή μοῖρα του στούς ὤμους του, γίνεται κύριος τοῦ πεπρωμένου του καί προσπαθεῖ νά θεμελιώσει μόνος του τήν ἐνθαδική εὐτυχία του ἐρήμην τῶν θεῶν. Τό τραγικό γεννᾶται ἀνάμεσα στό πέρασμα ἀπό τήν θεοκρατία στήν ἀνθρωποκρατία καί στήν μεταξύ τους ἀντιμαχία ὡς πρός τό ποιά ἀπό τίς δυό δυνάμεις – ἡ θεία ἤ ἡ ἀνθρώπινη –νομιμοποιεῖται νά καθορίζει τό ἀνθρώπινο πεπρωμένο. Γι ̓αὐτό τραγωδία ἔχουμε μόνο δυό φορές στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος: στήν Ἀθήνα τοῦ 6ου καί κυρίως τοῦ 5ου αἰῶνα καί στήν αὐγή τῶν νεωτέρων χρόνων μέ τό Ἐλισαβετανό θέατρο στήν Ἀγγλία (Σαίξπηρ, Μάλροου) καί τό τραγικό Γαλλικό θέατρο (Ρακίνας, Κορνέιγ).
Τό τραγικό θέατρο στήν ἀθηναϊκή δημοκρατία ἦταν βαθιά ριζωμένο στούς πολιτικούς θεσμούς της. Δέν ἀποτελοῦσε μία ἀμιγή μορφή τέχνης, ὅπως συμβαίνει μέ τό σύγχρονο θέατρο. «Ἡ τραγωδία δέν εἶναι μονάχα μιά μορφή τέχνης, εἶναι ἕνας κοινωνικός θεσμός, πού εἰσάγει ἡ πόλη μέ τήν ἵδρυση τῶν τραγικῶν ἀγώνων, πλάϊ στά πολιτική καί δικαστικά της ὄργανα»[5] θά πεῖ ὁ Βερνάν. Κυριολεκτικῶς εἰπεῖν τό τραγικό θέατρο ἀποτελοῦσε ἕνα κοινωνικό-πολιτικό θεσμό, ἀφοῦ πέρα ἀπό ἐργαστήριο παραγωγῆς πολιτικῆς σκέψεως καί προβληματισμοῦ τόσο ἡ σύνθεσή του (οἱ ἠθοποιοί καί ὁ τραγικός χορός ἦσαν πολῖτες), ὅσο καί ἡ ἀξιολόγησή του (οἱ κριτές ἦσαν πολῖτες καί, ἐπειδή ἡ ἐπιλογή γινόταν μέ κλήρωση, κάθε πολίτης ἦταν, δυνάμει τοὐλάχιστον, κριτής) ἐλάμβαναν χώρα ἀπό ἐνεργούς πολῖτες.
Ἦταν τόσο μεγάλη ἡ δημοφιλία τῆς τραγωδίας, ὥστε ὁ Πλάτων γράφει γιά τήν τραγωδία: “ἔστιν δέ τῆς ποιήσεως δημοτερπέστατόν τε καί ψυχαγωγικώτατον ἡ τραγωδία”.[6] «Ὁ βασικός λόγος γιά τή δημοτικότητα τῆς τραγωδίας καί τῆς κωμωδίας ἦταν ὅτι διατηροῦσαν πάντοτε κάποια σχέση μέ τήν “πολιτική” ἐπικαιρότητα» γράφει ὁ καθ. Horst-Dieter Blume[7]. Ἡ ἀθηναϊκή πολιτεία ἦταν μία θεατροποιημένη κοινωνία, μέ τήν κυριολεκτική ἔννοια τοῦ ὅρου, ὥστε ὁ Πλάτων στό ἥμισυ περίπου τοῦ 4ου αἰώνα, ὅταν πλέον ἡ τραγική φλέβα εἶχε στερεύσει ὁριστικά, χαρακτηρίζει τήν Ἀθηναϊκή πολιτεία τοῦ 5ου αἰώνα, ὑποτιμητικά εἶναι ἀλήθεια, οὔτε ὡς δημοκρατία, οὔτε ὡς ἀριστοκρατία, ἀλλά ὡς θεατροκρατία. (Πλάτωνος, Νόμοι 701a). Ὁ Ρaul Cartledge ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ Πλάτων ἐπινόησε τόν ὅρο θεατροκρατία γιά νά συνεπινοήσει τήν ὑπέρτατη ἐξουσία τοῦ θεατρικοῦ κοινοῦ θέλοντας νά ὁρίσει τή δικτατορία τῆς μάζας.[8] Ὁ ἴδιος μάλιστα ἐρευνητής χαρακτηρίζει τό Ἀθηναϊκό κράτος τοῦ 5ου αἰώνα ὡς «θεατρικό κράτος» καί τόν Ἀθηναϊκό πολιτισμό ὡς «πολιτισμό τῶν παραστάσεων».[9] Τόσο κυρίαρχο ρόλο καί μεγίστη λειτουργία στήν πολιτική ζωή καί – ὄχι μόνο – τῆς Ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας ἔπαιζε τό τραγικό (καί τό κωμικό φυσικά) θέατρο.
Τό τραγικό θέατρο διαδραμάτιζε μεγίστης σημασίας πολιτική λειτουργία στό ἀρχαῖο ἄστυ. Μέ τή μορφή τοῦ τραγικοῦ μύθου συζητοῦνταν πλεῖστα πολιτικά, ἠθικά, ἰδεολογικά καί θεσμικά προβλήματα τῆς Ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας καί γίνονταν ζυμώσεις καί προβληματισμός πάνω σ ̓ αὐτά. Κυριολεκτικῶς εἰπεῖν ἡ τραγωδία ἦταν σχολεῖο δημοκρατίας καί ἠθικῆς στό κλεινόν ἄστυ. Ἦταν ἕνα εἶδος λαϊκῆς ἐπιμόρφωσης ἤ ἕνα εἶδος think tank τῆς ἐποχῆς. Μέ τό θέατρο, τραγικό καί κωμικό, ἐπετελεῖτο ἡ διά βίου παιδεία τῶν Ἀθηναίων πολιτῶν. Εἶναι γεγονός ὅτι «τό δράμα ἦταν ἀπό τή φύση του ἕνα μέσο ἔκφρασης πολιτικῶν ἀπόψεων».[10] Ὅπως ἔχει γραφεῖ «ὁ ποιητής ἐνοφθαλμίζει στόν ὑπό δραματοποίηση μύθο σύγχρονους προβληματισμούς, καθιστώντας ἔτσι ἐπίκαιρο τό ἔργο του καί ἐνεργό τήν παρουσία του στό ἱστορικό καί κοινωνικό γίγνεσθαι τῆς ἐποχῆς του».[11] Δεδομένου ὅτι στήν Ἀθηναϊκή κοινωνία τοῦ 5ου αἰώνα δέσποζε κυριαρχικά ἡ πολιτική, ἡ λειτουργία τοῦ δραματικοῦ θεάτρου ἦταν κυρίως – ὄχι βέβαια ἀποκλειστικά – πολιτική. Ἀποτελοῦσε χῶρο πολιτικῶν ζυμώσεων καί πολιτικοῦ προβληματισμοῦ. Ὁ Ἀριστοτέλης στό δεύτερο ἥμισυ τοῦ 4ου αἰώνα, ὅταν πλέον ἡ τραγική μοῦσα εἶχει σιγήσει ὁριστικά, στήν Ποιητική λέγει ὅτι “οἱ μέν γάρ ἀρχαῖοι πολιτικῶς ἐποίουν λέγοντας, οἱ δέ νῦν ρητορικῶς”[12] (Μετάφραση: «Διότι οἱ μέν ἀρχαῖοι ποιηταί παρίσταναν ἥρωας ὁμιλοῦντας πολιτικῶς, οἱ δέ σημερινοί ρητορικῶς»).[13]
Ἡ Δημοκρατία εἶναι ἕνα τραγικό καθεστώς. Παρέχει ὅσο τό δυνατόν πλήρη ἐλευθερία στούς πολῖτες της. Ἀλλά καί οἱ πολῖτες ὀφείλουν νά κάνουν συνετή διαχείριση τῆς ἐλευθερίας, εἰδάλλως ἐλλοχεύει ἡ καταστροφή. Ὁ Κορνήλιος Καστοριάδης γράφει: «Ἡ αὐτονομία δέν εἶναι δυνατή παρά ἄν ἡ κοινωνία ἀναγνωρίζει ὅτι εἶναι ἡ πηγή τῶν νορμῶν της. Κατά συνέπεια, ἡ κοινωνία δέν μπορεῖ νά ἀποφύγει αὐτό τό ἐρώτημα: Γιατί αὐτή ἡ νόρμα κι ὄχι ἐκείνη ἡ ἄλλη… Δέν μπορεῖ ἐπίσης νά ἀποφύγει τό ἐρώτημα τῶν ὁρίων τῶν πράξεών της. Σέ μιά δημοκρατία ὁ λαός μπορεῖ νά κάνει ὁτιδήποτε – καί ὀφείλει νά ξέρει ὅτι δέν πρέπει νά κάνει ὁτιδήποτε. Ἡ δημοκρατία εἶναι τό καθεστώς τοῦ αὐτοπεριορισμοῦ· εἶναι συνεπῶς ἐπίσης τό καθεστώς τοῦ ἱστορικοῦ ρίσκου – ἄλλος τρόπος νά ποῦμε ὅτι εἶναι τό καθεστώς τῆς ἐλευθερίας – καί ἕνα καθεστώς τραγικό. Ἡ μοίρα τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας δείχνει αὐτό τό πράγμα. Ἡ πτώση τῆς Ἀθήνας – ἡ ἧττα της στόν Πελοποννησιακό πόλεμο – ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ὕβρεως τῶν Ἀθηναίων. Τώρα ἡ ὕβρις δέν ὑποθέτει ἁπλῶς τήν ἐλευθερία· ὑποθέτει ἐπίσης τήν ἀπουσία πάγιων νορμῶν, τήν θεμελιώδη ἀβεβαιότητα τῶν ἔσχατων σημασιῶν γιά τίς πράξεις μας. (Ἡ χριστιανική ἁμαρτία εἶναι, φυσικά μιά ἔννοια ἑτερονομίας). Ἡ παραβίαση τοῦ νόμου δέν εἶναι ὕβρις, εἶναι ἕνα ὁρισμένο καί περιορισμένο παράπτωμα. Ἡ ὕβρις ὑπάρχει ὅταν ὁ αὐτοπεριορισμός εἶναι ἡ μόνη νόρμα, ὅταν παραβιάζονται ὅρια πού δέν ἦταν πουθενά ὁρισμένα».[14] Ἄρα στή Δημοκρατία εἶναι ἀναγκαῖοι οἱ θεσμοί αὐτοπεριορισμοῦ, αὐτοσυγκράτησης. Καί ὄντως ὑπάρχουν θεσμοί αὐτοπεριορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας στήν Ἀθήνα. Ὁ σημαντικώτερος ἀπό αὐτούς τούς θεσμούς εἶναι ἡ τραγωδία.[15] Ὁ Κορνήλιος Καστοριάδης εἶναι χαρακτηριστικός ἐπ ̓ αὐτοῦ: «Δέν ὑπάρχει ἑλληνική τραγωδία, ὑπάρχει μόνο ἀθηναϊκή τραγωδία. Δέν παράγουν ὅλες οἱ ἑλληνικές πόλεις τραγωδία, οὔτε κἄν ὅλες οἱ δημοκρατικές πόλεις. Μόνο ἐκεῖ πού κορυφώνεται ἡ αὐτοδημιουγία τῆς δημοκρατίας, στήν Ἀθήνα, ἐμφανίζεται συγχρόνως καί ἡ τραγωδία. Χωρίς ἀμφιβολία ἐπίσης, διότι ἀκριβῶς στήν Ἀθήνα – ἐξ αἰτίας τῆς ἰσχύος τῆς θέσης της – κάτι ἔπρεπε νά θυμίζει ὅτι εἴμαστε ἐλεύθεροι, πλήν ὅμως, ὅπως παρατηρεῖ ἡ Hannah Arendt ἄν καί ἔχουμε τή δυνατότητα νά ἐκτελέσουμε πράξεις, δέν εἴμαστε ποτέ κύριοι τῶν ἐπιπτώσεών τους, καί κυρίως – ἐπειδή δέν πρόκειται περί ὑλικῶν ἐπιπτώσεων, δέν μιλοῦν γι ̓ αὐτές οἱ τραγωδίες – δέν εἴμαστε κύριοι τῆς σημασίας τους. Αὐτό ἀκριβῶς θυμίζει συνεχῶς ἡ τραγωδία στό ἀθηναϊκό κοινό. Καί, ὅπως γνωρίζετε, παρουσιαζόταν ἔτσι, ὥστε κατά κάποιο τρόπο νά συμμετέχουν οἱ πάντες σ ̓ αὐτή τή μεγάλη λαϊκή γιορτή. Ἡ τραγωδία εἶναι θεσμός μέ ἀπολύτως θεμελιώδη πολιτική διάσταση – ἤ μᾶλλον πού παίζει θεμελιώδη ρόλο στούς ἀθηναϊκούς πολιτικούς θεσμούς».[16]
Ἀκόμη ὁ Κ. Καστοριάδης γράφει γιά τήν ἀρχαία τραγωδία: «Ἑπομένως αὐτό τό πρόταγμα δράσης ἀποτυγχάνει, ἀλλά ὄχι μέ τήν κοινότοπη ἔννοια διότι αὐτό πού δείχνει ἡ τραγωδία δέν εἶναι ὅτι οἱ προθέσεις καί οἱ δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπινου ὄντος εἶναι μηδαμινές σέ σύγκριση μέ τήν τάξη τῶν πραγμάτων, καί ὡς ἐκ τούτου θά ἦταν καταδικασμένες σέ ἀποτυχία· δέν δείχνει ἁπλῶς ὅτι δέν ἐλέγχουμε τίς συνέπειες τῶν πράξεών μας. Αὐτό πού δείχνει ἐπίσης εἶναι ὅτι δέν εἴμαστε κύριοι τῆς σημασίας τῶν πράξεών μας. Φυσικά, οἱ δύο ἀπόψεις δέν μποροῦν νά ἀποσυνδεθοῦν, δεδομένου ὅτι ἡ σημασία τῶν πράξεών μας δέν μπορεῖ νά περιοριστεῖ στίς προθέσεις πού τίς διέπουν, ἀκόμη κι ἄν ὑποθέσουμε ὅτι οἱ προθέσεις ἀνήκουν στήν σημασία. Ἡ τραγωδία δείχνει ὅτι δέν εἴμαστε κύριοι τοῦ νοήματος τῶν πράξεών μας».[17] Ἔτσι οἱ ἐναγώνιες καί ἀποφασιστικές πράξεις πού κάνει ὁ Οἰδίπους γιά νά ἀποφύγει τήν μοῖρα του, τόν ἐμπλέκουν πιό βαθιά στό ἀδυσώπητο δίχτυ της. Ἠ προσπάθεια τῆς Δηϊάνειρας στίς Τραχίνιες τοῦ Σοφοκλῆ νά κρατήσει κοντά της τόν Ἡρακλῆ ἐπιφέρουν τήν καταστροφή καί τόν θάνατό του, τόν ἀπομακρύνουν ὁριστικά ἀπό αὐτήν. Δέν εἴμαστε κύριοι τοῦ νοήματος καί τῶν συνεπειῶν τῶν πράξεών μας παρ ̓ ὅλες τίς ἀγαθές προθέσεις μας. (Στόν βαθμό πού ὑπάρχει καί αὐτή ἡ ἀγαθότητα τῶν προθέσεων καί ἡ ἀνιδιοτέλεια τῶν κινήτρων – καθότι καί αὐτές εἶναι συζητήσιμο ἄν πράγματι ὑφίστανται). Γι ̓ αὐτό καί τό ἀποτέλεσμα τῶν πράξεών μας πολλές φορές εἶναι τό ἀντίθετο τοῦ ποθουμένου καί τοῦ ἐπιδιωκουμένου· εἶναι τό ἀντίθετο τῶν προθέσεών μας.
Ὁ Κ. Καστοριάδης συνεχίζει γιά τήν διδαχή τῆς τραγωδίας: «Ἡ τραγωδία μᾶς ἐπιτρέπει νά δοῦμε τήν ἀβεβαιότητα πού ὑπερισχύει στό πεδίο αὐτό, τόν μονίμως εὔθραστο καί ἀνολοκλήρωτο χαρακτῆρα τῶν αἰτιῶν καί τῶν κινήτρων πάνω στά ὁποῖα μποροῦμε νά βασίσουμε τίς ἀποφάσεις μας. Σκιαγραφεῖ μάλιστα, ὅπως σᾶς εἶπα, τήν ἰδέα ὅτι τά κίνητρα αὐτά δέν εἶναι ἀναγκαστικά ἁγνά. Αὐτό πού ἔχουμε ἐδῶ κατά βάθος εἶναι μία ἐπίμονη προειδοποίηση ἐναντίον τῆς ὕβρεως, ἀκόμη καί ὅταν αὐτή κρύβεται πίσω ἀπό ἀνώτερα κίνητρα καί μιλᾶ μιά ἐντελῶς λογική καί ἐκλογικευμένη γλῶσσα. Γιά νά τό πῶ καί πάλι: ἀκόμη καί ὅταν πιστεύετε ὅτι ἡ δράση σας καί ἡ ἀπόφασή σας βασίζονται στά καλύτερα κίνητρα τοῦ κόσμου, εἶναι πιθανό νά παίρνετε τερατώδεις ἀποφάσεις ἤ ἀποφάσεις τά ἀποτελέσματα τῶν ὁποίων θά εἶναι τερατώδη. Ἰδού τί λένε στόν ἀθηναϊκό δῆμον στά μέσα τοῦ 5ου αἰῶνα οἱ ποιητές του».[18]
Οἱ τραγικοί ποιητές ἦσαν οἱ δάσκαλοι τοῦ ἀθηναϊκοῦ δήμου. Ὁ Ἀριστοφάνης στήν κωμωδία του Βάτραχοι ἐξετάζει τό ρόλο πού μπορεῖ νά διαδραματίσει ἡ τραγική ποίηση στήν πόλη, στή λύση τῶν προβλημάτων της καί στή διαπαιδαγώγηση τῶν πολιτῶν. Ἔτσι στούς στίχους 1008 ἕως 1010 βάζει τόν Εὐριπίδη νά ἀπαντᾶ στήν καίρια ἐρώτηση τοῦ Αἰσχύλου “τίνος ἕνεκα χρή θαυμάζειν ἄνδρα ποιητήν;” ὡς ἑξῆς: “(ἕνεκα) δεξιότητος καί νουθεσίας, ὅτι βελτίους ποιοῦμεν τούς ἀνθρώπους ἐν ταῖς πόλεσι”. Ἐνῶ λίγο πιό κάτω στόν στίχο 1055 ὁ Αἰσχύλος ἀποκαλεῖ τόν ποιητή ὡς δάσκαλο τοῦ λαοῦ.
Ὁ Wilamonitz γράφει χαρακτηριστικά ὅτι «ὁ Ὅμηρος καί οἱ τραγικοί ἀποτελοῦν γιά τήν Ἑλλάδα τόν Μωϋσῆ καί τούς προφῆτες».[19]
Οἱ τραγικοί ποιητές ἔχουν στό ἐπίκεντρό τους τόν ἄνθρωπο καί τά νόμιμα ὅρια τῆς δράσεώς του μέσα στόν κόσμο καί τήν πόλη. Ἡ τραγωδία ἀποτελεῖ μέσο ἀναζήτησης τῆς θέσεως τοῦ ἀνθρώπου στόν κόσμο καί τήν κοινωνία. Ἡ ἀρχαία ἑλληνική τραγωδία ἔθεσε προβλήματα σχετικά μέ τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Γιατί ὁ τραγικός ἥρωας πάσχει; Γιατί συντρίβεται; Εὐθύνεται ὁ ἴδιος περιπίπτοντας στήν ὕβριν δι ̓ ἁμαρτίαν τινά, ὅπως λέγει ὀ Ἀριστοτέλης στήν Ποιητική του ἤ εἶναι μαριονέττα, ἕνα ἄβουλο ἄθυρμα στή μοχθηρία τῶν θεῶν, τῆς τυφλῆς τύχης καί τῆς μοίρας; Γιατί ὑποφέρει ὁ ἄνθρωπος; Γιατί εἶναι εὔθραστη ἡ εὐτυχία του; Γιατί ἀνά πᾶσα στιγμή ὑπόκειται στήν μετάπτωση τῆς τύχης του ἀπό εὐτυχία σέ δυστυχία; Ποιά εἶναι τά νόμιμα ὅρια τῆς δράσεώς του, ἔξω ἀπό τά ὁποῖα παραμονεύει ἡ ὕβρις καί ἡ ἀναπόδραστη Ἄτη (=συμφορά); Γιατί ὁ ἄνθρωπος διχάζεται καί τανύζεται ἀνάμεσα στό καλό καί τό κακό, τήν ἀλήθεια καί τήν πλάνη; Νά μερικά ἀπό τά ἐρωτήματα πού βασανίζουν τούς Ἀθηναίους τραγικούς τόν 5ο αἰώνα. Καί ὅπως γράφει ἡ Jacqueline De Rommilly «ἡ τραγωδία προσδιορίζεται περισσότερο ἀπό τήν φύση τῶν ἐρωτημάτων πού θέτει παρά ἀπό τήν φύση τῶν ἀπαντήσεων πού δίνει».[20] Καί τά προβλήματα αὐτά ἀφοροῦν ὄχι τόν ἄνθρωπο ὡς μεμονωμένο ἄτομο, ἀλλά τόν ἄνθρωπο ὡς πολίτη, ὡς μέλος ὀργανικό τῆς πολιτικῆς κοινωνίας, τήν πόλιν ἔν τέλει στό σύνολό της. Ὅπως ἔχει γραφεῖ: «Στήν τραγωδία, ὁ μῦθος ἐξετάζεται ἀπό τή ματιά τοῦ πολίτη ἐνῶ συγχρόνως ἐξετάζεται ἡ ἴδια ἡ πολιτεία σέ ὁρισμένες ἀπό τίς οὐσιαστικές ἀρχές της, ὅπως λογουχάρη, στήν ἔννοια καί τήν ἐξέλιξη τῆς δικαιοσύνης. Ἔτσι, ἀπό τά θέματα καί τήν μορφή της, ἡ τραγωδία εἶναι ἡ ἴδια ἡ πόλη, ἡ ὁποία γίνεται θέατρο πού παίζεται μπροστά στό σύνολο τῶν πολιτῶν, καί ὁ ἥρωας τοῦ μύθου δέν εἶναι πιά ἕνα “πρότυπο”, ὅπως στό ἔπος ἤ στή λυρική ποίηση: γίνεται πρόβλημα. Ἡ κάθαρση (ἐξαγνισμός ἤ ἐξιλέωση) τοῦ ἥρωα λειτουργοῦσε μέσω τῆς μέθεξης στό ἐπίπεδο τοῦ θεατῆ-πολίτη, τοῦ ἀτόμου-μέλους τῆς κοινωνικῆς ὁμάδας».[21]
Ἡ Ρώμη δέν βίωσε τό τραγικό στοιχεῖο στήν ἱστορική διαδρομή της οὔτε δημιούργησε ἀξιόλογη τραγωδία, ἀνάλογη μ ̓αὐτή τῆς Ἀθήνας, ἀκριβῶς γιατί δέν εἶχε τίς ἀνάλογες πολιτικές, ἱστορικές καί πνευματικές προϋποθέσεις. Τό Ρωμαϊκό δρᾶμα δέν ἔχει πρωτοτυπία· εἶναι διασκευή τοῦ Ἑλληνικοῦ δράματος.[22] Οἱ Ἕλληνες τραγικοί καί κυρίως ὁ Εὐριπίδης ἦσαν τά πρότυπα τῶν Ρωμαίων τραγικῶν τῆς δημοκρατικῆς περιόδου, οἱ κυριώτεροι τῶν ὁποίων ἦσαν ὁ Ἀνδρόνικος Λίβιος, ὁ πατέρας τῆς Λατινικῆς λογοτεχνίας τόν 3ο αἰῶνα π.Χ., ὁ Ἔννιος τόν 3ο καί 2ο αἰῶνα π.Χ., ὁ Πακούβιος καί ὁ Ἄκκιος τόν 2ο π.Χ. αἰῶνα. Κυριώτερος Ρωμαῖος τραγικός τῆς αὐτοκρατορικῆς περιόδου εἶναι ὁ Σενέκας τόν 1ο μ.Χ. αἰῶνα. Σημειωτέον ὅτι οἱ κυριώτεροι κωμωδιογράφοι τῆς δημοκρατικῆς περιόδου εἶναι ὁ Πλαῦτος τόν 3ο καί 2ο π.Χ. αἰῶνα καί ὁ Τερέντιος τόν 2ο π.Χ. αἰῶνα.
Ἡ τραγωδία δέν ἀγαπήθηκε ὡς μορφή τέχνης ἀπό τόν Ρωμαϊκό λαό ἐν ἀντιθέσει πρός τούς Ἀθηναίους. Ὁ καθηγητής H.J. Rose γράφει πώς «ἡ τραγωδία ἦταν μιά τέχνη ξένη πού ποτέ δέν ἀγαπήθηκε ἀληθινά ἀπό τόν λαό τῆς Ρώμης».[23] Οἱ τραγωδίες ποτέ δέν ἀπέκτησαν δημοτικότητα στή Ρώμη,[24] ἐν ἀντιθέσει πρός τήν δημοφιλία τῆς Ἀθηναϊκῆς τραγωδίας. Ὅπως γράφει ὁ καθηγητής H.J.Rose «ἡ τραγωδία, στήν καλύτερη περίπτωση, ἦταν κάτι ξενόφερτο καί ὁ ἐνθουσιασμός τῶν λίγων μελῶν μιᾶς μικρῆς τάξης, πού ἦταν πράγματι μορφωμένη ὥστε νά εἶναι σέ θέση νά ἐκτιμᾶ τίς καλές τέχνες καί τήν ἀξία τους, δέν ἦταν ἀρκετός γιά νά ἐξουδετερώσει τήν ἔλλειψη τῆς λαϊκῆς ὑποστήριξης».[25]
Στήν Ρωμαϊκή τραγωδία δέν ὑπάρχει τό ἀνάλογο τῆς Ἀθηναϊκῆς τραγωδίας, ἡ προβολή δηλαδή τοῦ μύθου στά σύγχρονα μέ αὐτήν πολιτικά γεγονότα καί ἡ ἀνάδυση ἑνός γενικωτέρου προβληματισμοῦ στό κοινό πού προκύπτει ἀπό αὐτήν ἀκριβῶς τήν προβολή. Ὁ καθηγ. Horst- Dieter Blume γράφει: «Στήν Ρώμη οἱ ρίζες τοῦ δράματος στή λατρεία ἦταν λιγότερο βαθιές, καί τό ἐπικαιρικό στοιχεῖο ἀπουσίαζε σχεδόν ὁλοκληρωτικά».[26] Ἡ ἔλλειψη αὐτή τοῦ ἐπικαιρικοῦ στοιχείου στούς Ρωμαίους τραγικούς τούς ἀφαιρεῖ τό διδακτικό στοιχεῖο. Οἱ Ρωμαῖοι τραγικοί δέν ἦσαν οἱ δάσκαλοι τοῦ λαοῦ, ὅπως ἦσαν οἱ Ἀθηναῖοι τραγικοί. Βέβαια δέν μποροῦμε νά ἀρνηθοῦμε κάθε διδακτική χροιά στήν Ρωμαϊκή τραγωδία. Μόνο πού αὐτή περιοριζόταν στήν ἐξύμνηση τῆς ἀρετῆς, τῆς virtus. Ὅπως ἔχει γραφεῖ: «Ὁ ὑψηλότερος σκοπός τῆς τραγωδίας ἦταν ἡ ἐξύμνηση τῆς virtus εἴτε στήν εἰρήνη εἴτε στόν πόλεμο καί μέ ὅρους πού οὐσιαστικά ἦταν ὅροι τῆς σύγχρονης πολιτικῆς. Ἡ λέξη virtus χαρακτήριζε τήν καλή φυσική κατάσταση, τήν ἀντοχή, τή γενναιότητα, τήν πρωτοβουλία, τήν εὐσέβεια, τήν εὐστροφία, ἤ ἀκόμα καί τήν εὐφράδεια. Ἀπό αὐτήν πηγάζουν ἡ σταθερότητα τῆς πολιτείας καί ἡ προσωπική τιμή καί δόξα. Ἔτσι ἡ λέξη virtus ἐνῶ σίγουρα δέν ἦταν καθόλου κάποια συγκεκριμένη ἠθική ἀξία, ἦταν ἕνα σύνολο ἀνταγωνιστικῶν δεξιοτήτων πού θά ἔπρεπε νά χρησιμοποιοῦνται μέ καλό σκοπό στήν ὑπηρεσία τῆς πολιτείας. Μέσω τῆς στωϊκῆς φιλοσοφίας κατά τόν δεύτερο αἰῶνα προστέθηκε, ἀλλά δέν ἀντικαταστάθηκε, ἡ ἰδέα τῆς ἠθικῆς ἀκεραιότητας. Ἡ κορυφαία ἑλληνική ἀρετή τοῦ μέτρου εἶναι δευτερεύουσας σημασίας στή Ρωμαϊκή τραγωδία, καί ἐμφανίζεται μέ αὐτή τήν ἔννοια μόνο ὡς γυναικεία virtus, ἤ ὡς κριτήριο πού πρέπει νά γίνεται σεβαστό ὅταν ἡ ἀτομική δίψα γιά δόξα θέτει σέ κίνδυνο τά κοινά συμφέροντα.Ἑπομένως, οἱ ἠθικές ἀνησυχίες τῆς Ρωμαϊκῆς τραγωδίας, καθώς καί ἡ ἀντίληψή της γιά τόν ἥρωα τῆς τραγωδίας ἦταν μειωμένες καί μή συστηματικές, ἄν καί πολύ σχετικές μέ τίς πολιτικές διαμάχες τοῦ δεύτερου αἰῶνα».[27]
Χαρακτηριστικό τεκμήριο τῆς ὑποβαθμισμένης θέσης πού εἶχε ἡ τραγωδία στή συνείδηση τοῦ Ρωμαϊκοῦ λαοῦ εἶναι ὅτι στή Ρώμη δέν ὑπῆρχε κανένα μόνιμο θέατρο ἕως τό 55 π.Χ. Τό ἔτος αὐτό ὁ Πομπήϊος κτίζει τό πρῶτο λίθινο θέατρο στή Ρώμη. Ἄν κανείς λάβει ὑπ ̓ ὄψιν του ὅτι ἡ μεταβολή τοῦ πολιτεύματος σέ μοναρχία ἔγινε ἀπό τόν Αὔγουστο τό 27 π.Χ. τό πρῶτο μόνιμο θέατρο κτίστηκε στίς τελευταῖες δεκαετίες τῆς Δημικρατίας, ὅταν αὐτή ἔπνεε πλέον τά λοίσθια.
Γιά τό τραγικό θέατρο τῆς αὐτοκρατορικῆς περιόδου εἴπαμε ἤδη πώς ὁ βασικός ἐκπρόσωπός του εἶναι ὁ Σενέκας τόν 1ο μ. Χ. αἰῶνα. Τό κύριο χαρακτηριστικό τῶν τραγωδιῶν τοῦ Σενέκα εἶναι ὁ τονισμός καί ὁ τραγικός φωτισμός τοῦ κακοῦ στόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο. Ὅπως ἔχει γραφεῖ: «Ἡ κάθε μία ἀπό τίς τραγωδίες τοῦ Σενέκα, ἰδωμένη σάν μιά ἑνότητα, παρουσιάζει τήν εἰκόνα μιᾶς ὁλοκληρωμένης μελέτης μιᾶς ἤ περισσοτέρων βασικῶν φρικαλεοτήτων πού μερικές φορές ἀπειλοῦν νά καταστρέψουν τήν ἑνότητα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης: ὁ πανταχοῦ παρών θάνατος, τά πάθη, ἡ ἑκούσια ἤ ἀκούσια ἐνοχή καί ἡ πολιτική τυραννία. Ἡ καθεμία διαπερνᾶται ἀπ ̓ ἄκρη σ ̓ ἄκρη ἀπό μιά φοβερή σκιά κακοῦ, μέ τρόπο πού δέν παρατηρεῖται σέ κανένα ἄλλο ἔργο τῆς ἀρχαίας λογοτεχνίας (σύγχρονες ἀντιστοιχίες μποροῦν νά βρεθοῦν στίς φανταστικές ἱστορίες τοῦ Edgar Allan Poe).»[28]
Ἡ Ρώμη, καί εὐτυχῶς γι ̓αὐτήν, δέν ἐπέδειξε ποτέ τήν τραγική πνοή πού διεῖπε τήν δημοκρατία τῆς Ἀθήνας. Οἱ Ἀθηναῖοι τραγικοί ποιητές διαρκῶς ὑπεμίμνησκαν στούς Ἀθηναίους τόν αὐτοπεριορισμό, τά ἀξεπέραστα ὅρια τῆς πολιτικῆς δράσεως, ἡ ὑπέρβαση τῶν ὁποίων συνιστᾶ ὕβριν, ἡ ὁποία ἀφεύκτως ἐπιφέρει τήν ἄτη, τήν καταστροφή. Καί οἱ Ἀθηναῖοι δέν διδάχθηκαν ἀπό τούς ποιητές τους… Γι ̓αὐτό καί ἡ δημοκρατία τους ἦταν τραγικό πολίτευμα, πρᾶγμα πού ἐπαληθεύθηκε καί ἱστορικά. Ἡ Ρώμη τοὐναντίον μέ τό συντηρητικό πνεῦμα της καί τήν ἑδραία ἐμμονή της στήν θρησκευτική, πνευματική καί πολιτική παράδοσή της ἀπέφυγε τό τραγικό ρίσκο καί τήν τραγική κατάληξη τῆς Ἀθήνας. Καί στή Ρώμη εἴχαμε τό χάος τῶν ἐμφυλίων πολέμων τόν 1ο προχριστιανικό αἰῶνα, τήν ὀργή τῶν προγραφῶν τοῦ Σύλλα, τό αἷμα πού ἔρρεε ἄφθονο ἀπό τίς ἐμφύλιες διενέξεις. Ὅλα αὐτά ὅμως ὑπερκεράσθηκαν μέ τήν μοναρχία τοῦ Αὐγούστου, δημιουργήθηκε μία νέα τάξη πραγμάτων πού συμφιλίωσε τίς ἀντιμαχόμενες δυνάμεις καί ξεπεράστηκαν ὁριστικά οἱ ἡμέρες ὀργῆς τῶν ἐμφυλίων σπαραγμῶν.
Σημειώσεις
1 Κορνηλίου Καστοριάδη, Ἡ ἀρχαία ἑλληνική δημοκρατία καί ἡ σημασία της γιά μᾶς σήμερα, Ὕψιλον/Βιβλία, Ἀθήνα 1999, σελ.12

2  Βασιλείου Κύρκου, «Τό  “κράτος” τῶν θεῶν καί ἡ εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου» στόν Τιμητικό Τόμο τοῦ Κώστα Ε. Μπέη, τόμος τέταρτος, ἐκδ. Σάκκουλα, Ἀθήνα 2003, σσ. 3030-3031

3 Jaqueline de Romilly, Γιατί ἡ Ἑλλάδα;, μετάφραση Ἀθηνᾶ-Μπάμπη Ἀθανασίου-Κατερίνα Μηλιαρέση, ἐκδ. Τό  Ἄστυ, Ἀθήνα 1996, σελ. 183

4 Jacqueline De Rommilly, Ἀρχαία ἑλληνική τραγωδία, μετάφραση Μίνα Καρδαμίτσα-Ψυχογιοῦ, ἐκδ. Καρδαμίτσα, Ἀθήνα 1997, σσ. 8-9

5 Jean-Pierre Vernant, Μῦθος καί κοινωνία στήν ἀρχαία Ἑλλάδα, μετάφραση Στέλλας Γεωργούδη, ἐκδ. Ἰ. Ζαχαρόπουλος, Ἀθήνα χ.χ., σελ. 27

6Πλάτωνος, Μίνως a 4.

7 Horst-Dieter Blume, Εἰσαγωγή στό ἀρχαῖο θέατρο, μετάφραση Μαρία Ἰατροῦ, ἐκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Ἀθήνα 2008, σελ. 140

8 P.E. Easterling (ἐπιμέλεια), Ὁδηγός γιά τήν ἀρχαία ἑλληνική τραγωδία ἀπό τό Πανεπιστήμιο τοῦ Καῖμπριτζ, μετάφραση Λίνας Ρόζη καί Κώστα Βουλάκου, Πανεπιστημιακές ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο 2007, σελ. 11

9 P.E. Easterling (ἐπιμέλεια), ἔνθ. ἀν., σελ. 7

10 Christian Meier, Ἡ πολιτική τέχνη τῆς Ἀρχαίας Τραγωδίας, μετάφραση Φλώρας Μανακίδου, ἐκδ. Καρδαμίτσα, Ἀθήνα 1997, σελ. 187

11 Δανιήλ Ἰ. Ἰακώβ, Ἡ ποιητική τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς τραγωδίας, ἐκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Ἀθήνα 2001, σελ. 55-56

12 Ἀριστοτέλους, Περί ποιητικῆς 1450 b 17

13 Ἀριστοτέλους, Περί ποιητικῆς, μετάφρασις ὑπό Σίμου Μενάρδου, εἰσαγωγή, κείμενον καί ἑρμηνεία ὑπό Ἰωάννου Συκουτρῆ, Ἐστία, Ἀθῆναι χ.χ., σελ. 64 (τοῦ κειμένου)

14 Κορνηλίου Καστοριάδη, Χῶροι τοῦ ἀνθρώπου, μετάφραση Ζήση Σαρίκα, Ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 1995, σελ. 198-199

15 Κορνηλίου Καστοριάδη, Ἡ ἑλληνική ἰδιαιτερότητα, μετάφραση, μετάφραση  Ζωή Καστοριάδη, ἐκδ. Κριτική, Ἀθήνα 2008, σελ. 207-209

16 Κορνηλίου Καστοριάδη, Ἡ ἑλληνική ἰδιαιτερότητα, μετάφραση Ξενοφῶντα Γιαταγάνα, ἐκδ. Κριτική, Ἀθήνα 2007, σσ. 63-64

17 Κορνηλίου Καστοριάδη, Ἡ ἑλληνική ἰδιαιτερότητα, μετάφραση  Ζωή Καστοριάδη, ἐκδ. Κριτική, Ἀθήνα 2008, σελ.210

18 Κορνηλίου Καστοριάδη, Ἡ ἑλληνική ἰδιαιτερότητα, μετάφραση  Ζωή Καστοριάδη, ἐκδ. Κριτική, Ἀθήνα 2008, σελ. 220

19 Ulrich von Wilamovitz-Moellendorff, Ἡ Ἀττική τραγωδία. Γένεση καί διαμόρφωση ἑνός εἴδους, μετάφραση Ἠλία Τσιριγκάκη, ἐπιμέλεια Δανιήλ Ἰ. Ἰακώβ, ἐκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 65

20 Jacqueline De Rommilly, Ἀρχαία ἑλληνική τραγωδία, μετάφραση Μίνα Καρδαμίτσα-Ψυχογιοῦ, ἐκδ. Καρδαμίτσα, Ἀθήνα 1997, σελ. 201

21 Ἐγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τόμος πεντηκοστός ὄγδοος, Πάπυρος, λῆμμα Τραγωδία, σελ. 18

22 E.J.Kenney-W.V.Clausen, Ἱστορία τῆς Λατινικῆς λογοτεχνίας, μετάφραση Θ. Πίκουλα, Α.Σιδέρη-Τόλια, ἐκδ. Δημ. Ν. Παπαδήμα, Ἀθήνα 2013, σελ. 125

23 H.J. Rose,Ἱστορία τῆς Λατινικῆς λογοτεχνίας, μετάφραση Κ.Χ. Γρόλλιου,τόμος πρῶτος, Μ.Ι.Ε.Τ., Ἀθήνα 2005, σελ. 10

24 H.J. Rose, ὅ.π., σελ. 27

25 H.J. Rose, ὅ.π., σελ. 66

26 Horst-Dieter Blume, ὅ.π., σελ. 140

27 E.J.Kenney-W.V.Clausen, ὅ.π., σσ. 194-195 

28 E.J.Kenney-W.V.Clausen, ὅ.π., σελ. 700

πηγή: Aντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here