Το χρονικό μιας προδοσίας

6
213

Η Δευτέρα 15η Ιουλίου 1974 εκδηλώθηκε στη Λευκωσία, από την ελεγχόμενη από τη χούντα Εθνική Φρουρά, το προδοτικό πραξικόπημα κα­ι του αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Το πραξικόπημα αυτό είχε από καιρό σχεδιαστεί στους παράδρομους της CIA και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που εκμεταλλευθήκαν άριστα τη μικρόνοια της ιωαννιδικής δικτατορίας. Η επιβολή της 21ης Απριλίου άλλωστε ήταν υπό τις «ευλογίες» του αμερικανικού παράγοντος που επιθυμούσε σφόδρα να κλείσει με μια λύση διπλής ένωσης το Κυπριακό, μόνιμη εστία εσωτερικής αναταραχής στο NATO. Παράλληλα από καιρό ήθελε να απαλλαγεί από τον Μακάρι­ο τον οποίο θεωρούσε εν δυνάμει «Κάστρο της Μεσογείου» και απειλή για την ασφάλεια του Ισραήλ.

Η επιβολή αυτής της «λύσης» (που με την ιερή λέξη της Ενώσεως κάλυπτε την ουσία που ήταν η διχοτόμηση) με πολιτικά μέσα είχε αποτύχει (σχέδιο Άτσεσον κ.λπ.) αφού ο Μακάριος ανθίστατο και δεν υπήρχε Ελλαδίτης πολιτικός που θα αναλάμβανε αυτό το κόστος. Δεν απέμενε παρά η δημιουργία μιας σκηνοθετημένης πολεμικής κρίσης. Πρώτη δοκιμή υπήρξαν τα γεγονότα του 1967 αλλά η υποχώρηση Παπαδόπουλου, και η προδοτική απόσυρση της μεραρχίας και του βαρύτατου οπλισμού της προ του τουρκικού τελεσιγράφου, θεωρηθήκαν επαρκές πρώτο βήμα.
Ακολούθησαν τα χρόνια της σκληρής αντιπαράθεσης με τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Είναι πασίγνωστη η μέθοδος του ιμπεριαλισμού, όταν έχει να αντιμετωπίσει έναν σκληροτράχηλο αντίπαλο ηγέτη, να ενισχύει υπόγεια έναν ακόμη πιο «αδιάλλακτο» υπερπατριωτικό πόλο ώστε με τα μαξιμαλιστικά αιτήματα του να υπερκερνά τη στρατηγική του αυθεντικού αντιπάλου. Στην Κύπρο η παράταξη του γενναίου στρατιώτη αλλά πολιτικά αφελούς, Γ. Γρίβα έπεσε σε αυτή την παγίδα, ιδιαίτερα, μετά τον θάνατο του τελευταίου που αναίρεσε και το τελευταίο εμπόδιο αφού ο έλεγχος της ΕΟΚΑ-Β πέρασε πλέον απ’ ευθείας στη χούντα των Αθηνών.
Η υπονόμευση του εσωτερικού μετώπου στην Κύπρο στηρίχθηκε σε δύο σχήματα προπαγάνδας. Στον «κομμουνιστικό κίνδυνο» (είμαστε σε μια ε­υχή αντικομμουνιστικής τύφλωσης) και στη δήθεν αντίδραση του Μακαρίου στην ένωση. Ένας εθνικισττής, ενωτικός και αντικομμουνιστης ηγέτης όπως ο Μακάριος κατηγορήθηκε για την αντιδυτική του πολιτική. Όταν όμως οι δυτικές χώρες δεν του πω­λούσαν οπλισμό (άρματα, τορπιλακάτους κ.λπ.), δεν έπρεπε να αγοραστούν έστω τα ρωσικά άρματα και οι ρωσικές τορπιλάκατοι που διετίθεντο; Όταν απειλείτο με τουρκική εισβολή δεν έπρεπε να επι­διώξει σοβιετική παρέμβαση αφού οι ΗΠΑ ανέχονταν τους βομβαρδισμούς της Τηλλυρίας (καλο­καίρι 1964) για να εκβιάσουν τη διπλή ένωση, το σχέδιο Άτσεσον που όλοι σήμερα προβάλλουν α­ποκρύπτοντας το διχοτομικά του στοιχεία; Ή όταν υπονομεύετο πανταχόθεν, δεν ήταν αναγκασμένος να αναζητήσει στήριξη στο αριστερό ΑΚΕΛ; Κι ό­μως. Τις ενέργειες αυτές οι μικρόνοες τις χρησι­μοποιούσαν στη συνέχεια ως… απόδειξη του φιλοσοβιετικού τάχα προσανατολισμού του αρχιεπι­σκόπου.
Ο ταξίαρχος Χάντζος, αμετανόητος αντιμακαριακός, σε πόνημα του για το 1974, ομολογεί ότι πολιτική όλων των ελλαδικών κυβερνήσεων, των χουντικών συμπεριλαμβανομένων, ήταν η διπλή έ­νωση. Σε αυτή την ένωση αντετίθετο ο Μακάριος. Αλλά η προδοτική χούντα προπαγάνδιζε στην Κύ­προ αορίστως περί ενώσεως παρασύροντας τους αγνούς Κυπρίους στον ολέθριο διχασμό. Ο Μακά­ριος όπως κάθε Έλλην Κύπριος επιθυμούσε δια­καώς την ένωση αλλά κατανοούσε ότι άμεσα ήταν αδύνατη αφού η Αθήνα δεν ήταν αποφασισμένη να την επιδιώξει. Πραξικοπηματική ένωση σήμαινε πό­λεμο με την Τουρκία. Κι εκεί όλες οι κυβερνήσεις των Αθηνών έκαμναν πίσω, δειλές όντας και στην υπηρεσία αλλότριων συμφερόντων.
Δεδομένου ότι η Ζυρίχη απέκλειε ρητώς την ένωση και ο Μακάριος με την αναθεώρηση του συντάγματος φαινόταν ως αίτιος της κρίσης (τυπικά διότι ουσιαστικά το κράτος δεν μπορούσε να λειτουργήσει) δεν ή­ταν δυνατόν να επιδιώκει επίσημα την ένωση. Με την πολιτική του ο Μακά­ριος θα πετύχει να «σπρώξει» τους Τουρκοκυπρίους στους θυλάκους που δεν περνούσαν το 6% της νή­σου. Η κυπριακή δημοκρατία είχε κα­ταστεί, με την αποχώρηση των Τ/Κ από τα πολιτειακά όργανα, ένα αμι­γώς ελληνικό κράτος. Οι άθλιες συν­θήκες στους θυλάκους είχαν αναγκά­σει τους Τ/Κ να εξέρχονται σιγά- σι­γά απ’ αυτούς είτε προς το νότο είτε στο εξωτερικό και η πορεία της επα­νένταξης τους ως μειονότητας ήταν νομοτελειακή με την τακτική κωλυ­σιεργίας του Μακαρίου στις διακοι­νοτικές. ΗΠΑ και Τουρκία φυσικά α­ντιλαμβάνονται αυτή τη στρατηγική. Επείγονται λοι­πόν για την ανατροπή του Μακαρίου.
Σε αυτό το «παιχνίδι» ενεπλάκη η ηλίθια προ­δοτική χούντα των Αθηνών. Και είναι αποκαλυπτικό των σχεδίων ότι το πραξικόπημα θα εκδηλωθεί σε μια χρονική στιγμή που οι Τουρκοκύπριοι, κουρα­σμένοι από τον περιορισμό στους θυλάκους, ανα­ζητούν μια λύση και οι διακοινοτικές συνομιλίες φτάνουν για πρώτη φορά κοντά σε μια συμφωνία που επιβεβαιώνει την ενότητα της Κυπριακής Δη­μοκρατίας και περιορίζει τα προνόμια της Ζυρίχης, Οι Αμερικανοί επείγονται αφού η κρίση στο Αιγαίο φτάνει τον Ιούνιο σε ακραία όρια και παρότι έχουν πετύχει να συρθεί η ελληνική χούντα σε συνομιλί­ες με την Τουρκία για το Αιγαίο.
Όταν ο Ιωαννίδης αποφασίζει την ανατροπή του Μακαρίου νομίζει ότι εισηγείται κάποιο δικό του σχέδιο στους Αμερικανούς που τον περιμέ­νουν με ανοιχτή αγκάλη. Τον διαβεβαιώνουν μάλι­στα ότι δεν πρόκειται να εκδηλωθεί τουρκική αντί­δραση. Κι είναι απορίας άξιον, κάποιοι που ήθελαν να παριστάνουν τους «επαναστάτες» και τους «ε­θνικιστές» πώς αποδέχονται τόσο αβασάνιστα τις διαβεβαιώσεις των πρακτόρων, αφού φυσικά ο Κίσινγκερ ήταν αρκετά ευφυής ώστε να μην συνομι­λεί απ’ ευθείας μαζί τους.
Το σχέδιο αυτό ήταν έτοιμο πριν την περίφημη επιστολή Μακαρίου της 2ας Ιουλίου 1974 και δεν προκλήθηκε δήθεν από την επιστολή με την οποία ο Μακάριος ζητούσε ανάκληση των Ελλαδιτών α­ξιωματικών από την Εθνική Φρουρά. Η απόφαση ελήφθη πριν την παραλαβή της επιστολής. Η μι­κρόνοια και η ευθύνη για την απόφαση ανατροπής του Μακαρίου ή τη μη πρόληψη της δεν αφορά μόνο την ομάδα Ιωαννίδη αλλά συνολικά όλο το πλέγμα εξουσίας του 1974. Όλους όσοι παρίστα­ναν τον «πρόεδρο της δημοκρατίας» (τον περίφη­μο Γκιζίκη που ποικιλοτρόπως προστατεύθηκε α­πό τη δημοκρατία μας για ευνόητους λόγους), τον πρωθυπουργό, τους «υπουργούς» και εν συνόλω την αστική μας τάξη που μέχρι τότε απολάμβανε τη χουντική ευημερία πριν ανακαλύψει, υπό το βάρος της προδοσίας, τη «δημοκρατία» (διάβαζε αλλαγή φρουράς). Η μικρόνοια (μόνιμο χαρακτηριστικό της ελληνικής ακροδεξιάς) στην ιστορία έχει αποδει­χθεί συχνά χειρότερη και από τη συνειδητή προδο­σία. Ενημέρωση των Αμερικανών για το σχέδιο ανα­τροπής του Μακαρίου σημαίνει φυσικά και ενημέρωση των Τούρκων οι οποίοι αναμένουν. Ο Ίνονου έχει αφήσει τις υποθήκες του: «Ετοιμαστείτε και μη βιάζεστε. Αφήστε πρώτα τους Έλληνες να φα­γωθούν μεταξύ τους και μετά μ’ έναν περίπατο θα πάρετε ό, τι θέλετε».
Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου θα προκαλέ­σει βαρύ πλήγμα στην Εθνική Φρουρά. Τα αιματηρά εμφύλια επεισόδια δημιουργούν κατάσταση χάους. Οι μονάδες εγκαταλείπουν τις στρατηγικές θέσεις τους, διασκορπίζονται αναζητώντας τον… εχθρό. Και εχθρός είναι τώρα οι «μακαριακοί», όπως για τους μακαριακούς εχθρός είναι οι «χουντικοί» και οι εοκαβήτες και όχι οι Τούρκοι που ετοιμάζονται. Οι μοίρες καταδρομών «πρέπει» να είναι μακριά από τις προβλεπόμενες θέσεις τους τη μέρα της εισβολής. Η αμυντική ισχύς της Κύπρου ελαχιστο­ποιείται και υλικά και ψυχολογικά. Σαν να μη φτά­νουν αυτά προστίθεται μια επιλογή – προβοκάτσια: Επιλέγεται ως νέος πρόεδρος ο Ν. Σαμψών που η ηρωική αλλά και χωρίς ηθικούς φραγμούς δράση του κατά Βρετανών και Τούρκων τον είχαν καταστή­σει ιδιαιτέρως μισητό πρόσωπο και πάντως όχι ι­δανικό για ανώτατη πολιτειακή θέση.
Ο Ετζεβίτ από την 15η Ιουλίου παραπλανητικά δηλώνει ότι τα γεγονότα αποτελούν «εσωτερική υπόθεση των Ελληνοκυπρίων» και από την άλλη διατάσσει εσπευσμένες προετοιμασίες του αποβατικού σώματος. Από την πρώτη μέρα του πραξι­κοπήματος εισηγείται χωρίς περιστροφές την ε­πέμβαση και το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας α­ποφασίζει από το βράδυ της 15ης Ιουλίου απόβα­ση για τις 20 Ιουλίου. Ταξιδεύει το βράδυ της 17ης στο Λονδίνο για να έχει το άλλοθι ότι διαβουλεύθηκε προ της επιθέσεως και με την άλλη εγγυή­τρια δύναμη και συναντά εκεί και τον Αμερικανό υφυπουργό Εξωτερικών Σίσκο, δηλώνοντας ξεκά­θαρα ότι η Τουρκία θα επέμβει. Παράλληλα εξα­σφαλίζει τη σοβιετική ουδετερότητα που δεν δυ­σαρεστείται ιδιαίτερα από την ελληνοτουρκική δια­μάχη.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τη μεσολάβηση δεν α­ναλαμβάνει ο Κίσσινγκερ αλλά ένας υφυπουργός του, οι «πιέ­σεις» του οποίου κάθε άλλο παρά συγκινούν την Άγκυρα. Στην Αθήνα, παρά τα σαφή μη­νύματα από πρεσβείες και μυ­στικές υπηρεσίες, ουδείς δια­τάσσει οποιαδήποτε προπαρα­σκευή για αντιμετώπιση της ε­πικείμενης τουρκικής επίθεσης αλλά και ούτε κάνουν μια διπλω­ματική κίνηση προς την Τουρκί­α ώστε, υποσχόμενοι π.χ. κά­ποιον συμβιβασμό στο κυπρια­κό πρόβλημα, να κερδίσουν χρόνο. Ήθελαν να ανατρέψουν το Μακάριο; Θαυμάσια! Γιατί δεν έλαβαν τα στοιχειώδη μέσα α­μύνης στο διάστημα 15-20 Ιου­λίου; Ένα ερώτημα που αποκαλύπτει τον πυρήνα της προδοσίας.
Το μέγα έγκλημα προετοιμάζεται. Ο Σίσκο επι­σκέπτεται την Αθήνα στις 19 Ιουλίου. Το σχέδιο εκτυλίσσεται άψογα, ο Σίσκο από τη συνάντηση με τον Ετζεβίτ ήδη γνωρίζει ότι η Τουρκία θα χτυπή­σει. Ο Ιωαννίδης δεν πιστεύει, έχει άλλες διαβε­βαιώσεις αλλά καλού – κακού απειλεί με πόλεμο χωρίς όμως να πάρει οποιοδήποτε μέτρο προπα­ρασκευής. Ο Σίσκο δηλώνει στην πολιτική και στρα­τιωτική ηγεσία ότι «έρχεται ως εκπρόσωπος της κυβερνήσεως του για να μεσολαβήσει για την ει­ρηνική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφο­ρών». Προτρέπει την Ελλάδα να φανεί διαλλακτι­κή, να δεχθεί τους τουρκικούς όρους παραχωρώ­ντας διέξοδο των Τουρκοκυπρίων στη θάλασσα και ανεχόμενη στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στη νήσο. Πρόκειται σαφώς για το σχέδιο που προβλέ­πει τη διπλή ένωση, τον τελευταίο εκβιασμό πριν την επέμβαση. Ούτε τότε αντιλαμβάνεται η Αθήνα ότι πρέπει να προετοιμαστεί για τη σύγκρουση. Ας αποπλέει το πρωί της 19ης Ιουλίου από τη Μερσί­να ο τουρκικός αποβατικός στόλος.
Η περιοχή Αδάνων – Μερσίνας είναι ήδη κατά­μεστη στρατού, φορτηγών, τεθωρακισμένων. Στην Κύπρο δεν λαμβάνονται τα αναγκαία προπαρα­σκευαστικά μέτρα. Το Γενικό Επιτελείο της Εθνικής Φρουράς χρειάζεται 48 ώρες για την υλοποίη­ση των σχεδίων συναγερμού και επιστρατεύσεως. Και παρότι ο χρόνος υπήρχε, ουδείς αποφασίζει να εφαρμοστούν τα προβλεπόμενα σχέδια, έστω υπό τύπον ασκήσεων. Ούτε καν τίθεται η Εθνοφρουρά υπό προειδοποίησιν, ένα μέτρο που θα κατέπαυε τα εμφύλια πάθη με το ψυχολογικό βάρος της τουρ­κικής απειλής. Η Εθνοφρουρά θα υποστεί στρατη­γικό και τακτικό αιφνιδιασμό. Ούτε λόγος φυσικά για την ανάγκη να αποσταλούν άμεσα στην Κύπρο μονάδες βαρέων όπλων (και δη αντιαεροπορικού και αντιαρματικού πολέμου).
Σαν να μη φτάνουν αυτά κάποιοι παραπληρο­φορούν την Αθήνα με ανοησίες για κινήσεις στα βουλγαρικά σύνορα, λες και η ΕΣΣΔ ήθελε να απο­τρέψει την ενδονατοϊκή σύρραξη ή θα απειλούσε την Ελλάδα, μια νατοϊκή χώρα. Σε τέτοιον παρά­φρονα αντικομμουνισμό πελαγοδρομούσαν οι στρα­τιωτικοί ηγέτες και τέτοιο παιχνίδι έπαιζαν οι Αμε­ρικανοί αφού η «πληροφορία» ήρθε από το στρα­τιωτικό τους ακόλουθο στη Σόφια…
Μόνη αντίδραση υπήρξε από τον Α/ΓΕΝ Αραπάκη που στέλλει τρία υποβρύχια στην περιοχή Ρόδου. Τα υποβρύχια, για να φτάσουν από τον Πει­ραιά στην Κύπρο εν καταδύσει και να δράσουν, ή­θελαν πέντε μέρες. Σπεύδοντας εν αναδύσει ως τη Ρόδο μπορούσαν να βρεθούν στις ακτές της Κυρήνειας το μεσημέρι της 22ας. θα ήταν αργά για τον Αττίλα-1 (αφού τα F-84 που βρίσκονταν στην Κρήτη δεν στέλλονται) αλλά προλάβαιναν το δεύ­τερο κύμα αποβάσεως, το οποίο μπορούσαν να πλήξουν με τη μοίρα αεροσκαφών F-4E που όμως μόλις στις 22 στέλλεται στην Κρήτη. Αν δε απέπλεαν από τις 15 Ιουλίου, θα ήσαν στην Κύπρο από τη μέρα της πρώτης απόβασης. Δυστυχώς, μόλις το μεσημέρι της 20ης τα δύο εξ αυτών θα διατα­χθούν να πλεύσουν προς την Κύπρο για να ανακλη­θούν την επομένη.
Νύχτα της 19ης Ιουλίου. Ο τουρκικός στόλος με την αποβατική δύναμη πλησιάζει ανενόχλητος τις ακτές της Κύπρου παρότι εντοπίζονται από τα ραντάρ των ακτών. Η μη εκμετάλλευση αυτής της νύχτας θα αποδειχθεί μοιραία. Ο Σίσκο προσπαθεί στην Άγκυρα να αποτρέψει την επιχείρηση χωρίς όμως εξουσιοδότηση για μια σαφή απειλή παρε­μπόδισης της. Και στην Κύπρο; Αδράνεια εν όψει του επερχόμενου κινδύνου, ανικανότητα στην εκτί­μηση της κατάστασης και τη λήψη αναγκαίων μέ­τρων, ανικανότητα στην αντιμετώπιση της έκτακτης κατάστασης. Η εσχάτη προδοσία δεν είναι κάτι πε­ρισσότερο απ’ αυτά. Προδότης δεν είναι μόνο ο συνειδητός και ο αμειβόμενος πράκτορας. Μπορεί να είναι και ένας ηλίθιος εθνικόφρων. Οι μονάδες αποκοιμίζονται από το ΓΕΕΦ, που καθησυχάζει ακό­μη και τους διοικητές ταγμάτων. Μάταια φωνάζουν οι σταθμοί έγκαιρης ειδοποίησης και οι διευθύν­σεις πληροφοριών: Οι Τούρκοι φτάνουν!
Στις πέντε το πρωί τουρκικά αεροσκάφη βομ­βαρδίζουν ελληνοκυπριακούς στόχους. Πέφτουν οι πρώτοι αλεξιπτωτιστές στο θύλακα της Λευκωσίας στο Κιόνελι, και τα αποβατικά κινούνται προς την ακτή ενώ ξημερώνει. Ο πρώτος καταπέλτης αποβατικού πέφτει στην παραλία Πεντεμίλι Κυρήνειας, σε περιοχή όπου αναμενόταν κατά τα ελληνικά σχέδια. Οι άνδρες αποβιβάζονται από τα αποβατικά με άνεση μεγαλύτερη και από εκτέλεση άσκησης. Κατέρχονται σε μπουλούκια, μέσα σε σύγχυση όλες οι μονάδες σε έναν αιγιαλό πλάτους 200 μ. Πρωτοφανής υπήρξε η απόβαση τόσων δυνάμεων σ’ ένα μόνο αιγιαλό. Τόσο σίγουροι ήσαν την έλλειψη αντίστασης. Τα πυρά υποστήριξης του στόλου τους ήσαν αναπάντεχα άστοχα. «Αραιά που ακούγονταν ριπές αυτομάτων», θα γράψει ο Μπιράντ. Ήσαν οι λιγοστοί γενναίοι που αυτοβούλως αμύνονταν αφού μόλις στις 10 εμφανίστηκε τμήμα της Εθνοφρουράς, το γενναίο 251 του Κουρούπη. Στο μεταξύ οι αλεξιπτωτιστές και καταδρομείς ενισχύουν το θύλακο Λευκωσίας.
Ο εκτελών χρέη διοικητού της Εθνοφρουράς (ο αφελέστατος στρατηγός Ντενίσης είχε κληθεί στην Αθήνα), ο θλιβερός ταξίαρχος Γεωργίτσης που είχε ξοδέψει όλο του το πάθος στις συνωμοσίες και το πραξικόπημα και δεν είχε καιρό για την απόκρουση της εισβολής, αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Ενημερώνει τον Μπονάνο (που το βράδυ της 19ης άνετος κοιμόταν στο θέρετρο του Αγ. Ανδρέα) ότι πραγματοποιείται τουρκική απόβαση στην Κερύνεια και πέφτουν αλεξιπτωτιστές στον θύλακο Λευκωσίας – Αγύρτας ενώ η τουρκική αεροπορία βομβαρδίζει τον Πενταδάκτυλο και στόχους της ελληνικής Λευκωσίας. Ο Μπονάνος αρνείται ακόμη και τότε να δώσει διαταγές για αντεπίθεση λέγοντας χαρακτηριστικά στον αντιπλοίαρχο Νικολόπουλο (ένορκη κατάθεση τελευταίου) ότι «η Τουρκία χτυπά την Κύπρο και εμείς είμαστε Ελλάς;»!! Η ΕΛΔΥΚ, για την ενέργεια της οποίας απαιτείται διαταγή του ΑΕΔ, ολιγωρεί και χάνονται πολύτιμες ώρες. Λίγες ώρες πριν, ο Μπονάνος έχει διατάξει το αρματαγωγό «Λέσβος», που έφτασε με 450 άνδρες της ΕΛΔΥΚ για να αντικαταστήσουν τη σειρά που απολυόταν, να γυρίσει στην Ελλάδα παρότι έβλεπε πως οι άνδρες αυτοί ήσαν παραπάνω από απαραίτητοι εν όψει της τουρκικής θέσης! Ακόμη και τα πυρομαχικά που μετέφερε το αρματαγωγό διέταξε να μην εκφορτωθούν!
Η εθνοφρουρά αναλαμβάνει αυτοβούλως να αμυνθεί αφού βάλλεται και η ΕΛΔΥΚ. Αλλά είναι ήδη αργά. Μια μερική έστω επιστράτευση την προηγούμενη θα επέτρεπε το πρωί της 20ης Ιουλίου να υπάρχουν τα προβλεπόμενα δύο τάγματα στον χώρο απόβασης και την Κυρήνεια, να είχε οργανωθεί επάκτιο πυροβολικό και να συμπληρωνόταν η εμπόλεμη σύνθεση των μονάδων. Η μόνη μονάδα ακτής, το ηρωικό 251 Τ.Π., δεν θα σφαγιαζόταν φεύγοντας από την εν ειρήνη έδρα του. Η ταυτόχρονη αντιμετώπιση θυλάκων και απόβασης απαιτούσε επιστράτευση, η Εθνοφρουρά των 10.000 δεν μπορούσε και τον επιθετικό ελιγμό κατά των θυλάκων και κατά των εισβολέων να ενεργήσει συγχρόνως, με την Ελλάδα παρατηρητή.
Όταν οι ελληνοκυπριακές μονάδες το πρωί της εισβολής σπεύδουν να βγουν από τα στρατόπεδα, δέχονται τα καταστρεπτικά πυρά της τουρκικής α­εροπορίας. Τα ελληνικά τάγματα που περισφίγγουν τον θύλακο Λευκωσίας – Αγύρτας έχουν χάσει την υπεροχή. Το χειρότερο είναι ότι, λόγω του πρα­ξικοπήματος, δεν βρίσκονται ούτε αυτά ούτε οι μοί­ρες καταδρομών στις προβλεπόμενες από τα σχέ­δια θέσεις αφού ασχολούνταν με την επιβολή του νέου καθεστώτος. Οι τρεις μοίρες καταδρομών, που θα επετίθεντο στο βόρειο ορεινό τμήμα του θυλά­κου στον Πενταδάχτυλο, είναι στη Λευκωσία για την ασφάλεια του πραξικοπήματος από το οποίο και έχουν μειωμένη μαχητική ικανότητα.
Στο μεταξύ στην Αθήνα ο Σίσκο διαβεβαιώνει ότι θα στα­ματήσει τους Τούρκους αν δεν κηρύξει η Ελλάδα τον πόλεμο. Η στρατιωτική ηγεσία και το «υ­πουργικό συμβούλιο» των ασπαλάκων συνέρχεται, κουβε­ντιάζει και κηρύσσει γενική επιστράτευση. Ο Ιωαννίδης α­πειλεί με πόλεμο επειδή τον «εξαπάτησαν» ενώ ο στρατός θέλει δυο μέρες για να προε­τοιμαστεί. Ο «πρόεδρος της δημοκρατίας» Γκιζίκης, οι με­γαλόσχημοι ως τότε υπουργοί και στρατηγοί, ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων (ΓΕΕΘΑ) στρατηγός Μπονάνος οι αρχη­γοί των Επιτελείων (Γαλατσάνος, Παπανικολάου, Αραπάκης), άβουλα ανθρω­πάκια ως τότε στα χέρια του ταξιάρχου Ιωαννίδη, θα του αντιταχθούν για τον ίδιο λόγο που τον υπά­κουαν. Για τη σωτηρία του ασήμαντου τομαριού τους. Ο Αραπάκης προτείνει ανοιχτά την παράδοση της εξουσίας στους πολιτικούς.
Τα περί πολέμου ήσαν ανοησίες αφού ο όγκος των ελληνικών μονάδων είναι στην… Αθήνα και όχι στον Έβρο όπου ο εχθρός έχει προετοιμαστεί και είναι τριπλάσιος σε μεραρχίες και τετραπλάσιος σε άρματα μάχης. Η σωτηρία της Κύπρου μπορού­σε να προέλθει μόνο με την πρόβλεψη της εισβο­λής ή έστω την αποστολή των υποβρυχίων και των F-84 ή των F-4Ε αμέσως μετά την εκδήλωση της και χωρίς να κηρυχθεί πόλεμος. Έτσι την ευθύνη για κήρυξη πολέμου θα την είχε η Τουρκία, πράγμα απίθανο. Αλλά τα 22 υπερσύγχρονα F-4 Ε μόλις στις 22 Ιουλίου θα σταλούν από την Ανδραβίδα στην Κρήτη!
Απόγευμα της 20ης Ιουλίου, θαυμάστε την πε­ριγραφή του Μεχμέτ Αλή Μπιράντ: «Ο Μεχμέτ κλείνει το ραδιόφωνο του. Γύρω απλώνεται μια πε­ρίεργη νεκρική σιωπή. Πού είναι αυτοί οι Έλληνες τέλος πάντων; Οι Τούρκοι δεν είχαν συναντήσει καμιά σοβαρή αντίσταση κατά την προέλαση τους». Χωρίς ενόχληση τα αποβατικά γυρίζουν στη Μερσί­να για να… φέρουν και το δεύτερο κύμα της επίθεσης! Η αντεπίθεση που θα εξαπολύσουν μετά το απόγευμα και το βράδυ οι ελληνικές δυνάμεις εί­ναι ισχνότατη (από τα 27 άρματα στη Λευκωσία, ακινητοποιούνται τα 23 αφού οι διοικητές τους. Λαμπρινός και Κορκόντζελος, ήξεραν μόνο κατά του Μακαρίου να τα χρησιμοποιούν και να πολιτικολο­γούν αντί να κάνουν συντήρηση), με εξαίρεση την επίθεση των καταδρομέων που γρήγορα διατάσ­σονται να υποχωρήσουν. Από τις 04:30 το πρωί, με την τουρκική αεροπορία να κυριαρχεί, η πίεση χα­λάρωσε.
Ο Αττίλας τόσον από πλευράς σχεδίου όσον και εκτέλεσης αποδείχθηκε απίστευτα πρόχειρος και ερασιτεχνικός. Αποβιβάστηκε ευχερώς επειδή δεν συνάντησε αντίσταση. Δεν διέθετε επαρκείς και κατάλληλες δυνάμεις (αποβιβάστηκαν μόλις 6.000 άνδρες), δεν μερίμνησε για τον απαιτούμενο στρατηγικό εδαφικό χώρο, ακριβώς επειδή ήταν ενήμερος ότι δεν θα συναντούσε αντίσταση. Οι σπο­ραδικές αντιστάσεις των γενναίων τού δημιουρ­γούν αμηχανία. Αδρανεί καίτοι επιτιθέμενος, ζητεί απεγνωσμένα ενισχύσεις που χρειάζονται 48 ώρες για να φτάσουν. Και γι’ αυτό τρέμει το πρώτο βράδυ της εισβολής, φοβάται νυχτερινή αντεπίθεση της Εθνοφρουράς. Παρά ταύτα δεν περιφρουρεί το χώ­ρο του με προφυλακές μάχης ούτε κάνει προσπά­θεια διεύρυνσης του μετά την αποβίβαση. Ποιοι τον καθησυχάζουν;
Η μάχη που θα μπορούσε να κερδηθεί από την πρώτη νύχτα δεν δόθηκε ποτέ από την Εθνοφρου­ρά. Την είχαν διαλύσει τα εμφύλια πάθη, το πραξι­κόπημα και η χουντική αβελτηρία. Δεν εφαρμόστη­καν τα προβλεπόμενα σχέδια. Η μάχη αυτή δεν δό­θηκε ποτέ. Το Συμβούλιο Ασφαλείας ζητεί κατά­παυση του πυρός και απόσυρση των ξένων δυνά­μεων από την Κύπρο. Ο Κίσινγκερ πέτυχε αυτό που ήθελε, τώρα έπρεπε να αποτραπεί ο ελληνο­τουρκικός πόλεμος και να αρκεστούν οι Τούρκοι σε όσα είχαν κατακτήσει. Ο Σίσκο μεταφέρει στην Ά­γκυρα ότι η χούντα συμφώνησε να παραμείνουν στην Κύπρο αλλά εντός των θυλάκων τα τουρκικά στρατεύματα που είχαν αποβιβαστεί, να αντικατασταθεί ο Σαμψών και να αποσυρθούν οι αξιωματικοί που έλα­βαν μέρος στο πραξικόπημα. Οι Τούρ­κοι έχουν υλοποιήσει την πρώτη φά­ση του σχεδίου τους που προέβλεπε διέξοδο του θυλάκου στη θάλασσα και δημιουργία προγεφυρώματος, ώστε να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για το νέο κυπριακό κράτος ή τη διπλή ένω­ση.
Η κατάπαυση του πυρός είναι μια καλή λύση και για τον Αττίλα που βρί­σκεται σε δυσχερή θέση. Η οδός Κε­ρύνειας – Λευκωσίας δεν έχει τεθεί ακόμη υπό έλεγχο, στον Πενταδάχτυλο συνεχίζονται συγκρούσεις, οι θύ­λακοι πολιορκούνται (έχουν πέσει Λε­μεσού, Λάρνακας και Πάφου). Την ί­δια μέρα (21 Ιουλίου), τουρκικά αε­ροσκάφη βομβαρδίζουν μοίρα του στό­λου τους, την οποία εκλαμβάνουν ως ελληνική νηοπομπή και βυθίζουν το αντιτορπιλικό Κοτζάτεπε. Τι είχε συμ­βεί; Το αρματαγωγό «Λέσβος», που απέπλευσε μετά τη διαταγή της Α­θήνας για να επιστρέψει με τους άν­δρες της ΕΛΔΥΚ που απολύονταν, σταματά στην Πάφο, βομβαρδίζει τον τουρκοκυπριακό θύλακο και αποβιβά­ζει τους άνδρες. Την ενέργεια αυτή εξέλαβαν οι Τούρκοι ως άφιξη ενισχύ­σεων από την Ελλάδα και, αναζητώ­ντας τη νηοπομπή, εβύθισαν το «Κο­τζάτεπε».
Στην Αθήνα οι αρχηγοί των επιτε­λείων αποκρούουν την ανόητη εισή­γηση Ιωαννίδη για πόλεμο (ανόητη διό­τι ήταν αργά και όχι γιατί δεν έπρε­πε) και ο Μπονάνος ζητεί από τον Αραπάκη να ανακληθούν τα υποβρύχια. Όντως αυτά διατάσσονται μεσημέρι 21ης να επιστρέψουν, για να διατα­χθούν και πάλι στις 22 να πλεύσουν προς Κύπρο και να… ανακληθούν εκ νέου στις 23! Ο Μπονάνος διατάσσει και την επιστροφή του οχηματαγωγού «Ρέθυμνο» που είχε φτάσει 100 μί­λια νότια της Λεμεσού με το 537 Τ.Π. και ένα τάγμα Κυπρίων εθελοντών. Η ελληνική μοίρα καταδρομών, που ξε­κινά με 15 Νοράτλας από την Κρήτη, φτάνει νύχτα 21 προς 22 με απώλειες λόγω της κατάρριψης ενός και των ζημιών σε τρία αεροσκάφη από κακή συνεννόηση με τις φίλιες δυνάμεις. Δεν ξέρανε καν αν έρχονταν μαχητικά ή μεταγωγικά! Υπεύθυνος και για αυ­τό το αίμα υπήρξε ο θλιβερός Μπο­νάνος που δεν θεώρησε σωστό να βρίσκεται στο γραφείο του τη νύχτα για να συντονίσει τις επιχειρήσεις και να ενημερώσει το ΓΕΕΦ για την αποστο­λή της μοίρας. Επιπρόσθετα ας σκε­φτούμε και κάτι άλλο: Αφού έφθασαν τα Νοράτλας, γιατί δεν μπορούσαν να φτάσουν και μαχητικά, να ανεφοδια­στούν και να αρχίσουν δράση το πρωί της 22ας;
Οι Τούρκοι εκμαιεύουν το βράδυ από τον Κίσινγκερ κατάπαυση πυρός (από τις 16:00 της επομένης όμως!) για να σταθεροποιηθούν στο προγε­φύρωμα. Ο Κίσινγκερ τους διαβεβαιώ­νει ότι, αφού οι ενισχύσεις από το δεύτερο κύμα με τα άρματα μάχης φτάνουν από ώρα σε ώρα, είναι εφι­κτή η εκεχειρία το απόγευμα της ε­πομένης. Ρητά δε τους ενθαρρύνει να συνεχίσουν την αποστολή ενισχύ­σεων και μετά την κατάπαυση του πυ­ρός! Το μεσημέρι της 22ας Ιουλίου καταλαμβάνεται η περικυκλωμένη Κε­ρύνεια και αποβιβάζεται το δεύτερο κύμα. Η Αθήνα διά στόματος Αραπάκη (κυβέρνηση και Ιωαννίδης έχουν εξα­φανιστεί) αποδέχεται στη διάρκεια της νύχτας τη σχετική μεσολάβηση, τα υποβρύχια διατάσσονται να επι­στρέψουν αφήνοντας ελεύθερο το χώ­ρο μεταξύ Μ. Ασίας- Κύπρου προ και κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας.
Η «τρίτη χούντα», που επέζησε μόλις δυο μέρες και αποτελείτο από τους Μπονάνο- Αραπάκη- Γαλατσά-νο- Παπανικολάου συνεχίζει κι αυτή εν αγνοία της το σχέδιο των Αμερικα­νών. Η Ελλάδα αντί να αντεπιτεθεί και να εξαλείψει το αδύνατο προγεφύ­ρωμα, απαγορεύοντας συνάμα την ε­νίσχυση του από την Ανατολία αναζη­τεί τη λύση στην πολιτική μεταβολή. Η χούντα είναι πια άχρηστη για τους πάτρωνες της. Οι Τούρκοι, παρά την εκεχειρία, μετά την Κυρήνεια και τη συνένωση της με το θύλακο της Λευ­κωσίας, καταλαμβάνουν την Άσπρη Μούττη στον Πενταδάχτυλο και την πεδιάδα του Δικώμου. Ολοκληρώνε­ται η μεταφορά της 39ης μεραρχίας και μεταφέρεται απρόσκοπτα και άλ­λη μία, η 28η. Έρχονται άρματα. Η ε­κεχειρία είναι απαραίτητο στάδιο του σχεδίου για τη σταθεροποίηση και ε­νίσχυση των Τούρκων, αλλά και για τη δρομολόγηση των μεταπολιτευτικών διαδικασιών στην Ελλάδα.
23 Ιουλίου. Στρατιωτική ηγεσία και υπουργικό συμβούλιο αγνοούνται, τα έχουν χαμένα. Η Ελλάδα δεν εκ­προσωπείται από κανέναν. Ο ναύαρ­χος Αραπάκης αναλαμβάνει πρωτο­βουλία, μη υπάρχοντος άλλου, δια­πραγματεύεται και αποφασίζει. Το μείζον είναι να παραδώσουν την ευ­θύνη της εξουσίας άρον – άρον κι όχι η σωτηρία της Κύπρου. Το ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως. Οι χουντικοί ασπάλακες ενδιαφέρονται πια μόνο για τη σωτηρία του τομαριού τους. Οι «αρχηγοί» αποφασίζουν πολιτικοποί­ηση και ο Μπονάνος σπεύδει στον Γκιζίκη, ο οποίος καλεί το μεσημέρι τους άλλους αρχηγούς και εν συνεχεία τον Ιωαννίδη που ζητεί 48ωρη άδεια α­φού υπόσχεται πως δεν θα αντιδρά­σει! Η σύσκεψη των πολιτικών αρχη­γών με τον Γκιζίκη οδηγεί σε εντολή προς τον Π. Κανελλόπουλο. Αραπά­κης και Αβέρωφ όμως επικοινωνούν με τον Καραμανλή, η εντολή προς Κα­νελλόπουλο αίρεται.
Τη νύχτα της 23ης Ιουλίου οι Έλ­ληνες με τα κεράκια γιορτάζουν το τέλος της χούντας. Ο Κίσινγκερ ανα­σαίνει με ανακούφιση. Το χειρότερο, η λαϊκή εξέγερση του ένοπλου επι­στρατευμένου λαού είχε αποφευχθεί. Με την υψηλή αμερικανική εποπτεία δίνονται οι σχετικές διαβεβαιώσεις και η τρίτη χούντα παραδίδει την πολιτι­κή εξουσία αφού παραμένει επικεφα­λής του στρατού- προφανώς λόγω των μέχρι τότε θριάμβων της. Η αλ­λαγή φρουράς αποκαλείται «αποκα­τάσταση της δημοκρατίας». Η νέα η­γεσία κράτησε την υπόσχεση της, δεν έθιξε τους υπεύθυνους της τραγω­δίας, άλλωστε σε λίγες εβδομάδες κατέστη συνένοχη μέσω της ανοχής του Αττίλα-2. Φροντίζει να εντάξει στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας τους αφελείς του Κέντρου παραδί­δοντας μάλιστα στο Γ. Μαύρο την η­λεκτρική καρέκλα του υπουργείου Ε­ξωτερικών για να τον καταστήσει συ­νένοχο της εγκατάλειψης της Κύ­πρου. Όπερ και εγένετο.
Στις 25 Ιουλίου αρχίζει η διάσκε­ψη της Γενεύης, χωρίς τον χουντικό ΥΠ.ΕΞ. Κυπραίο που δήλωνε ότι προ­τιμά τη Γενεύη γιατί του αρέσει το ελβετικό «φοντί». Δεν πρόλαβε να το απολαύσει. Οι Τούρκοι προελαύνουν και ενισχύουν τις δυνάμεις τους πα­ραβιάζοντας χωρίς προσχήματα την ε­κεχειρία. Ο Γ. Μαύρος απειλεί με α­ποχώρηση αλλά οι Τούρκοι συνεχίζουν να προωθούνται αφού ο θύλακος Κε­ρύνειας – Λευκωσίας δεν ικανοποιεί τα σχέδια τους. Ζητούν να αποσυρθούν οι ελληνικές δυνάμεις από τους θυ­λάκους της Νότιας Κύπρου. Οι Τούρ­κοι ζητούν προκειμένου να σταματή­σουν την προώθηση τους, την εκκέ­νωση των τουρκικών χωριών από τις ελληνικές δυνάμεις. Το προγεφύρω­μα διευρύνεται συνεχώς.
Στις επίμονες διαπραγματεύσεις για κατάπαυση πυρός, η Ελλάδα δέ­χεται να παραμείνουν οι τουρκικές δυ­νάμεις στη γραμμή που θα υπάρχει όταν υπογραφεί η συμφωνία! Η μεγά­λη νεκρή ζώνη θα επιτρέπει την πε­ραιτέρω προέλαση ενώ οι Τούρκοι αρνούνται και την παρουσία ειρηνευ­τικής δύναμης στη νεκρή ζώνη. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Γκιουνές τη χαρακτηρίζει «χαλκά στο λαιμό του τουρκικού στρατού». Αρ­νείται και την παρακολούθηση των α­κτών από τον ΟΗΕ που θα απέτρεπε την άφιξη νέων ενισχύσεων. Οι Αμε­ρικανοί που έχουν τη δυνατότητα να σταματήσουν έστω τους Τούρκους στην περιοχή που κατέχουν αναπτύσσοντας ειρηνευτικές δυνάμεις πέριξ αυτών, δεν πιέζουν ούτε κατ’ ελάχιστον.
Η Ελλάδα αποδέχεται την παραμονή τουρκικών δυνάμεων ακόμη και μετά την ανακωχή και γίνεται μνεία για «αποχώρηση όλων των ξένων (sic) στρατευμάτων μόνο μετά τη λύση και της συνταγματικής πτυχής του κυπριακού» και «όταν δημιουργηθούν συνθήκες αμοιβαίας εμπιστοσύνης»! Όμως ούτε αυτή τη διατύπωση ανέχεται ο Ετζεβίτ που διατάσσει τον Γκιουνές να αποσυρθεί από τη διάσκεψη αν η Αθήνα δεν αποδεχθεί επίσημα τα τετελεσμένα και την εγκαθίδρυση ενός νέου ομοσπονδιακού κράτους στην Κύπρο, με δύο αυτόνομες διοικήσεις. Ομολογεί ο Μπιράντ: «Κα­τά τη διάσκεψη της Γενεύης ο Ετζεβιτ προσπάθησε σκληρά για την επίτευξη ενός και μόνο σκοπού. Να παραστεί ανάγκη δεύτερης στρατιωτικής επιχείρησης».
Ο Μαύρος δέχεται ακόμη και την αναφορά σε δύο διοικήσεις για να σαποτρέψει το ναυάγιο της διάσκεψης και τη νέα προέλαση. Με παρέμβαση του Κίσινγκερ η αναφορά στην αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων παίρνει έναν εντελώς άχρωμο χαρακτήρα («σταδιακή» και «σε εύθετο χρόνο» αφού ληφθούν εκείνα «τα μέτρα που θα συνέβαλλαν σε αποκατάσταση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης»).Η Ελλάδα αποδέχεται και το νέο κείμενο. Η συμφωνία της Γενεύης (30 Ιουλίου) υπήρξε αναμφισβήτητα μια πολιτική νίκη της Τουρκίας ανώτερη των στρατιωτικών ως τότε επιτυχιών. Πανηγυρίζει η Αθήνα γιατί δεν χρειάζεται να πολεμήσει. Τους προδότες έχουν διαδεχτεί οι δειλοί ενώ στην αντιπολίτευση μονάχα πατριδοκάπηλοι και καιροσκόποι φωνασκούν. Καμία ψυχωμένη πατριωτική πρόταση. Ένας λαός αθλίων που ανέχτηκε (τουλάχιστον… ) τη χούντα των πατριδοκάπηλων και τους Παττακούς κάνον­τας αντίσταση με ανέκδοτα, δοξολογεί τώρα τον Καραμανλή που «μας έσωσε από τον πόλεμο».
Εκμεταλλευόμενοι την εκεχειρία οι Τούρκοι αποβιβάζουν συνεχώς δυνάμεις και εφόδια, προωθούν τις γραμμές τους. Η Ελλάδα αντίθετα δεν εκμεταλλεύεται την εκεχειρία για την αποστολή ενισχύσεων και βαρειά εξοπλισμένων μονάδων. Όταν εξαπο­λυθεί ο Αττίλας-2 είναι πια αργά. Τις πρώτες μέρες του Αυγούστου κατα­λαμβάνονται Καραβάς, Λάπηθος και το ανατολικά αυτής ζωτικής σημασί­ας ύψωμα του Πενταδάκτυλου Κόρνος (1023). Μάταια ο ΟΗΕ καταγγέλ­λει τις τουρκικές δυνάμεις για συνε­χείς παραβιάσεις της εκεχειρίας. Η Βρετανία απορρίπτει πρόταση της Α­θήνας για αεροπορική κάλυψη μιας νηοπομπής με ενισχύσεις.
Στις 8 Αυγούστου συγκαλείται και η δεύτερη διάσκεψη της Γενεύης με τους Τούρκους να έχουν καταλάβει 100 τ. χλμ. από την ημέρα της εκεχει­ρίας της 30ης Ιουλίου. Οι Τούρκοι θέ­τουν πλέον ανοιχτά τις πολιτικές και συνταγματικές τους αξιώσεις για ε­γκαθίδρυση μιας ομοσπονδίας με κα­ντόνια. Η Άγκυρα προτείνει σύστημα με έξι τουρκικά καντόνια στο βορρά αλλά και στο νότο, συνολικής εκτάσε­ως 34% της νήσου ενώ εναλλακτικά ο Ντενκτάς προτείνει διζωνική ομο­σπονδία με όρια από το Λιμνίτη στα δυτικά και, μέσω της κατεχόμενης κατά το ήμισυ Λευκωσίας, ως το λι­μάνι Αμμοχώστου στα δυτικά. Ακρι­βώς δηλαδή τη γραμμή που επρόκει­το να καταλάβουν μερικές μέρες αρ­γότερα οι τουρκικές δυνάμεις αλλά και τα όρια του σχεδίου Ανάν!
Όταν είδαν ότι η Ελλάδα δεν ε­πρόκειτο να πολεμήσει για την Κύ­προ αποθρασύνθηκαν. Έτσι από το 5% του εδάφους έφτασαν στο 35%. Στις 01:45 της 14ης Αυγούστου, 45 λεπτά πριν δοθεί το σύνθημα για τη νέα επί­θεση του Αττίλα, ο Γκιουνές παρου­σίαζε το τουρκικό τελεσίγραφο για με­ταβίβαση σε 24 ώρες στην τουρκοκυ­πριακή διοίκηση της περιοχής που α­πέμενε για να συμπληρωθεί το κύριο καντόνι Λευκωσίας- Κυρήνειας (που κάλυπτε το 17% της νήσου). Ζητούσε επίσης την άμεση παράδοση των τουρκικών τομέων Λευκωσίας και Αμ­μοχώστου και σε τρεις μέρες των υ­πολοίπων «καντονιών» που θα απο­τελούσαν το 34% της Κύπρου. Κληρίδης και Μαύρος ζητούν 48 ώρες προ­θεσμία αλλά ο Γκιουνές εν όψει της επιθέσεως αποχωρεί από τη διάσκε­ψη.
Στις 04:30 η τουρκική αεροπορία εξαπολύει σφοδρό βομβαρδισμό. Α­κολουθεί η προέλαση των τεθωρακι­σμένων και του πεζικού που προχω­ρεί κατά μπουλούκια, οι πεδιάδες Μόρφου και Μεσαυρίας παραδίδονται αμαχητί αφού η γραμμή αμύνης ορίζεται στους πρόποδες του Τροόδους. Οι Αβέρωφ, Αραπάκης και Παπανικολάου μεταπείθουν τον Κα­ραμανλή να μη σταλούν υποβρύχια, αεροσκάφη ή ενισχύσεις κατά των Τούρκων! Ήταν αργά. Είκοσι μέρες είχαν χαθεί χωρίς σοβαρή ενίσχυση της Κύπρου. Ένδεκα χρόνια περίμενε την επιστροφή ο Κ. Καραμανλής, δεν ήταν διατεθειμένος να ρισκάρει έναν πόλεμο που έχει πάντα την πιθανό­τητα ήττας. «Η Κύπρος κείται μακράν» δηλώνει και η Ελλάδα αντί να δώσει τον αγώνα της τιμής εξαπολύει την τρακατρούκα της αποχώρησης από το NATO. H ελλαδική αριστερά τσιμπά το δόλωμα και θυσιάζει κι αυτή τον κυπριακό ελληνισμό. Οι Τούρκοι θα κα­ταλάβουν περισσότερα εδάφη από τα προκαθορισμένα για διαπραγματευ­τικούς λόγους, όπως ομολογούν ο Μπιράντ από τότε, ο Εβρέν πρόσφα­τα. Σε 48 ώρες (ως τη νέα εκεχειρία) η Β. Κύπρος είχε παραδοθεί.
Με το πλεονέκτημα της χρονικής απόστασης μπορούμε σήμερα να πού­με την αλήθεια. Δεν ηττηθήκαμε στρα­τιωτικά. Ηττηθήκαμε πολιτικά και η­θικά. Και αυτό υπήρξε απείρως χει­ρότερο. Την προδοσία της στρατιωτι­κής χούντας διαδέχθηκε η αναξιότητα και η αναξιοπρέπεια ενός πολιτι­κού εσμού που για μήνες βάδισε χέ­ρι – χέρι με τους επικεφαλής των επι­τελών της χούντας, των ίδιων ανθρώ­πων που δεν έπραξαν τίποτε για να εμποδίσουν την εισβολή. Χρόνια ολό­κληρα δεν ομολόγησαν την ήττα γιατί φοβούνταν ότι ένα μεγάλο τμήμα του ελληνικού λαού, μέσα στη ηθική ανά­ταση της δημοκρατικής απελευθέρω­σης, θα αξίωνε μιαν ιστορική απάντη­ση, θα επέβαλλε την πολιτική της ρε­βάνς.
Αυτό έτρεμε το μεταπολιτευτικό κατεστημένο. Να καταστεί στη λαϊκή συνείδηση η Κύπρος μια νέα Αλσατία -Λωρραίνη που θα έσυρε τους πολι­τικούς στη μόνη αξιοπρεπή πολιτική, την ανατροπή των τετελεσμένων. Σήμερα που ο λαός αυτός εκφυλίστηκε οριστικά και δεν υπάρχει φόβος πα­τριωτικής αντίδρασης, θρασύτατα α­ποφαίνονται ότι «ηττηθήκαμε το 1974» για να εκμαιεύσουν τη συναί­νεση στη νέα εθνική ταπείνωση. Κα­νένα δάκρυ μάνας αγνοούμενου δεν φτάνει για να ταράξει την ευωχία αυ­τού του λαού και των αντάξιων του ηγετών.

πηγή: από το τεύχος 40-41 του Άρδην

6 Σχόλια

  1. Πολύ καλό το άρθρο. 2 παρατηρήσεις:
    1. Ευθύνες έχει και ο Μακάριος, το πιο επιεικές που θα μπορούσε να πει κάποιος είναι πως απομονώθηκε διπλωματικά και δεν είχε συμμάχους (οι διεθνείς παίκτες ήταν από εχθρικοί έως αδιάφοροι), αυτό το λιγότερο δεν συνιστά εμπνευσμένη εξωτερική πολιτική (πολλοί πάνε ακόμη παραπέρα και τον θεωρούν έως και προδότη, δεν συμμερίζομαι αυτή την άποψη).
    2. Έχω ακούσει ιστορίες από αξιωματικούς ελλαδίτες που ισχυρίζονται ότι εστάλησαν (με καθυστέρηση και ποια ακριβώς ημερομηνία?) και πολεμικά αεροπλάνα αλλά και πλοία τα οποία αναχαιτίσθηκαν καθ’ οδόν από Αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις. Δεν ξέρω εάν αυτό τελικά έγινε, αν όμως έτσι συνέβη, δηλ υπήρξε ΚΑΙ στρατιωτική εμπλοκή (πέρα από την πολιτική-διπλωματική) των Αμερικανών, τότε ειλικρινά δεν μπορούσε να γίνει μάλλον τίποτε, η τύχη της μεγαλονήσου είχε κλειδώσει…

  2. Ευχαριστώ τον Γιώργο Σαλεμή που με παρακίνησε να διαβάσω το “Χρονικό της προδοσίας” του κυρίου Χατζηαντωνίου. Το τύπωσα, 9 και κάτι Α4 σελίδες κι άρχισα να το διαβάζω. Σταμάτησα αμέσως μόλις διάβασα την πρώτη παράγραφο, 8 και μισή γραμμές όλες κι όλες…πρέπει να τη σχολιάσω:
    Το “προδοτικό πραξικόπημα κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου”. Ναι, ήταν παράνομο και κατ’ ακολουθία προδοτικό. Δεν το αμφισβητώ. Τι γίνεται όμως όταν ο ηγέτης εναντίον του οποίου στρέφεται το πραξικόπημα έχει αποδεδειγμένα καταπατήσει τον όρκο του όσο αφορά το μέλλον της πατρίδας του; Εγώ λέω το πραξικόπημα εξακολουθεί να είναι παράνομο και προδοτικό, κι αν θέλουμε να απομακρύνουμε έναν “προδότη” το παλεύουμε με τις δημοκρατικές διαδικασίες, κι ας μην το καταφέρουμε ποτέ. Όμως η ανηθικότητα της καταπάτησης του όρκου θα είναι εκεί, δεν θα πάθει ποτέ τίποτε. Θα παραμένει μια εσαεί πρόκληση. Για την καταπάτηση του όρκου εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου υπάρχουν πολλές μαρτυρίες και αποδείξεις. Μερικές υπάρχουν στο βιβλίο “Δέκα χιλιάδες μέλισσες”. Υπάρχουν κι άλλες οι οποίες τώρα ακόμα και δειλά δειλά αρχίζουν να βγαίνουν στο φως. Σε κάποια στιγμή ίσως πω περισσότερα πάνω σε αυτό το θέμα. Για την ώρα είμαστε ακόμα στην πρώτη παράγραφο του κυρίου Χατζηαντωνίου.
    Η “μικρόνοια της ιωαννιδικής δικατορίας”. Μόνο μικρόνοια; Πολλά άλλα μπορούν να καταλογισθούν στην απερίγραπτη συμπεριφορά των δικτατόρων. Όμως από την άλλη πλευρά, εκ μέρους του Μακαρίου, τί είχαμε; Μια διαρκή προσπάθεια, που ξεκινά πολύ πριν την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, περιφρόνησης, έκθεσης, διασυρμού, κοροϊδίας, μείωσης όλων ανεξαιρέτως των ελληνικών κυβερνήσεων και γενικότερα του ονόματος της Ελλάδος στην Κύπρο.
    Στη γενική διαβολή εναντίον της Ελλάδος δυστυχώς συνέδραμε τον Μακάριο το κομμουνιστικό κόμμα Κύπρου για τον απλούστατο λόγο ότι δεν επιθυμούσε την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, γιατί η Ελλάδα ήταν χώρα του ΝΑΤΟ. Αυτά στη λεπτομέρειά τους δεν έχουν μελετηθεί ακόμα από κανένα.
    Η “επιβολή της 21ης Απριλίου υπό τις ευλογίες του αμερικανικού παράγοντος”: Γιατί μάς εκπλήττει αυτό; Ο αμερικανικός παράγων, κατά την ταπεινή μου άποψη, κατέφυγε σε αυτό το μέτρο όταν η ελληνική κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου απέτυχε να επιβάλει την Ένωση στην Κύπρο. Εδώ βρίσκεται το πιο τραγικό σημείο της νεότερης κυπριακής Ιστορίας. Θα προσπαθήσω να είμαι λακωνικός: Εμείς θέλαμε την Ένωση. Επειδή οι Άγγλοι δεν ήθελαν να μας τη δώσουν ανέμιξαν στο παιγνίδι την Τουρκία. Μετά τις ενδοκοινοτικές συγκρούσεις του 63-64 και τις κινήσεις του Μακαρίου προς το ανατολικό μπλοκ, οι Αμερικανοί αποφάσισαν ότι το πιο συμφέρον για το ΝΑΤΟ ήταν η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα (σχέδιο Άτσεσον). Ήθελαν, όμως, να δώσουν και κάτι στην Τουρκία, αφού ήταν πια αναμεμιγμένη ελέω Άγγλων. Σε αυτό ο Μακάριος στάθηκε σωστά “όχι δεν δίνουμε τίποτε”. Επειδή, όπως ξέρουν όλοι οι μελετητές της αμερικανικής διπλωματίας, οι Αμερικανοί έχουν έτοιμες πολλές λύσεις στο πρόβλημα που τους απασχολεί, αποφάσιασν ότι στην ανάγκη η Τουρκία ας μην έπαιρνε τίποτε. Προς τούτο δεν έφεραν ένσταση στην οχύρωση της Κύπρου με μια ελληνική μεραρχία με δύναμη πυρός σώματος στρατού. Παρόλη, λοιπόν, την ετοιμότητα του Γεώργιου Παπανδρέου να έδινε κάτι στην Τουρκία, καταλαβαίνει τώρα ότι έχει τη δυνατότητα να πάρει όλη την Κύπρο. Ετοιμάζεται κιόλας να ρίξει τον Μακάριο (έγγραφα αμερικάνικού υπ. εξωτερικών F768803-1592/3 και 1594/95 της 23ης Αυγούστου 1964 που δημοσίευσε ο καθηγητής του Παντείου Μάριος Ευρυβιάδης στον κυπριακό “Φιλελεύθερο” στις 18 Ιουλίου 2010), αλλά ο Μακάριος που δεν θέλει την Ένωση “απειλεί” μέσω Ανδρέα Παπανδρέου και Λουκή Ακρίτα ότι μπορεί να κινητοποιήσει τον ήδη από τον ίδιο εκτροχιασμένο κυπριακό λαό εναντίον και αυτής ακόμα της μεραρχίας. Ότι η ατόφια ένωση ήταν εφικτή (αν υπήρχε σύμπνοια μεταξύ Κύπρου Ελλάδος όσο αφορά εμάς) αποδεικνύεται και από το δισέλιδο έγγραφο DEFE 11/456 του Foreign Office της 25ης Αυγούστου 1964 που δημοσιεύεται στο “Δέκα χιλιάδες μέλισσες”. Εκεί οι Άγγλοι προειδοποιούν τους Αμερικανούς ότι με το σχέδιο Άτσεσον, όπως εξελίχθηκε, οι Τούρκοι δεν θα έπαιρναν τίποτε απολύτως. Πράγμα που θα σήμαινε ότι μακροπρόθεσμα θα κινδύνευαν και οι αγγλικές βάσεις στην Κύπρο.
    Πιθανό να να επανέλθω διαβάζοντας τη συνέχεια του άρθρου του κυρίου Χατζηαντωνίου. Στο μεταξύ στέλνω στο Αντίφωνο το σχετικό με όλα αυτά άρθρο μου “Στα σπλάχνα του θηρίου” που δημοσιεύτηκε στο Άρδην 78.

  3. Σήμερα είναι η πέμπτη μέρα από τότε που έγραψα το προηγούμενο σχόλιο. Η επιθυμία μου δεν είναι να εκθέσω τον κ.Χατζηαντωνίου αποδεικνύοντας το άρθρο του λανθασμένο. Φαίνεται, όμως, να είναι (δεν το διάβασα όλο ακόμα) γραμμένο στο πνεύμα της “αλήθειας” που δεν έχει ποτέ εξετασθεί με άλλο φακό εκτός από τον γνωστό, ευρέως διαδεδομένο, και που μπορεί σήμερα να αμφισβητηθεί από το πνεύμα λαϊκής αντίστασης κατά της πολτικής και της “φιλοσοφίας” Μακαρίου (το αληθινό ενωτικό πνεύμα που δεν θα εκλείψει ποτέ από την Κύπρο – έχει ήδη επιβιώσει 2.500 χρόνια), αλλά και από επίσημα αγγλοαμερικανικά έγγραφα που τώρα έρχονται (με τις γνωστές διαδικασίες) στο φως.
    Για τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου του κυρίου ΧΑντωνίου -την αποχώρηση της μεραρχίας τον Δεκέμβρη 1967 – όταν η Λευκωσία “εφωταγωγήθη με ιδιάιτερη λαμπρότητα”, τάχα λόγω Χριστουγέννων (σ. 373 των “Μελισσών”), θα προσπαθήσω να δημοσιεύσω εδώ, πολύ σύντομα, την προσωπική μαρτυρία αξιόπιστου, επώνυμου προσώπου που ήταν παρών στα γεγονότα της Κοφίνου, τα οποία οδήγησαν στην αποχώρηση της μεραρχίας. Για την τρίτη παράγραφο ίσως να είναι αρκετό να αναφέρω τρία περιστατικά που αποδεικνύουν, στο δικό μου μυαλό, ότι ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος φαίνεται να μην υπήρξε ποτέ ενωτικός.
    Α. Η Κυπρία φιλόλογος-συγγραφέας κυρία Αγγελική Σμυρλή διηγήθηκε σε μένα ότι λίγες μέρες πριν την 1η Μαρτίου 1959 (σημειώστε καλά την ημερομηνία), μέρα άφιξης του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στην Κύπρο από την εξορία, μετά την υπογραφή της Ζυρίχης, μέρα που εκφώνησε από τα μπαλκόνια της Αρχιεπισκοπής στη Λευκωσία, ενώπιον του μισού πληθυσμού της Κύπρου τότε, το περίφημο “Νενικήκαμεν” (ένα ψέμα, γιατί αυτοί που είχαν νικήσει ήταν οι Τούρκοι και οι Άγγλοι κι όχι εμείς), λίγες μέρες, λοιπόν, πριν, η κυρία Αγγελική τελειόφοιτος της Φιλολογίας εταξίδευσε αεροπορικώς από την Αθήνα για να παρευρεθεί στον εορτασμό. Δίπλα της καθόταν στενή συγγενής του Αρχιεπισκόπου, επίσης τελειόφοιτος άλλης επιστήμης (γνωρίζω προσωπικά και τη δεύτερη και δεν θέλω να αναφέρω ακόμα το όνομά της για να μην την στενοχωρήσω). “Εγώ” λέει η κυρία Σμυρλή “πίστευα τότε, όπως και πολλοί άλλοι, ότι η Ζυρίχη ήταν απλώς ένα μεταβατικό στάδιο προς την Ένωση”. Όταν εξέφρασε, όμως, την άποψη αυτή, αφελώς, στη συγγένισσα του Αρχιεπισκόπου, πιστεύοντας ότι κι εκείνη πρέσβευε τα ίδια, εκείνη απάντησε (διατηρώ την κυπριακή διάλεκτο): “Μα είσαι πελλή; Μα δεν τους είδες (εννοώντας συλλήβδην τους Ελλαδίτες Έλληνες και την ελληνική Κυβέρνηση) τζαι θέλεις ακόμα ένωσιν μαζίν τους;” Προσέξτε, φράση από στενό συγγενή που έβλεπε σχεδόν καθημερινά τον Αρχιεπίσκοπο εν έτει 1959, μόλις είχε λήξει ο ενωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ.
    Β. Τον Φεβρουάριο του 1956, δέκα μόλις μήνες μετά την έναρξη του Αγώνα της ΕΟΚΑ (1.4.1955) έγινε η πρώτη μυστική συνάντηση μεταξύ Μακαρίου-Διγενή στη Μονή Κύκκου. Εκεί ο Μακάριος είπε στον Διγενή ότι ο λαός “εκουράστηκεν” από τον Αγώνα!! και ότι ήταν και πολλά τα έξοδα!! (Μαρτυρία στο βιβλίο του γραμματέα του Αρχιεπισκόπου Νίκου Κρανιδιώτη “Δύσκολα χρόνια”, Εστία 1981, σ.158)
    Γ. Περί της κατά Μακάριο “κούρασης” του λαού, δέστε το βιβλίο του συνεξόριστου του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, Παπασταύρου Παπαγαθαγγέλου “Η Μαρτυρία μου”, 2η έκδοση, Ίδρυμα Ππασταύρου Παπαγαθαγγέλου, Λευκωσία 2001, σ.325-326 και πιο αναλυτικά στις “Μέλισσες”, κεφάλαιο 22, σ.210-215
    Λυπούμαι ειλικρινά για το γεγονός ότι ψέματα που εδραιώνονται ως “αλήθειες” για πολλούς και διάφορους λόγους, για πολλά χρόνια, έρχεται κάποτε η στιγμή που διαψεύδονται. Και περισσότερο λυπούμαι για εκείνους που καλή τη πίστη αποδέχονται τέτοιες “αλήθειες” και θεωρούν καθήκον και επίτευγμά τους να τις διαδώσουν ευρύτερα.

  4. Όπως υποσχέθηκα αναφορικά με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου του κ Χατζηαντωνίου, επανέρχομαι σήμερα και δημοσιεύω επιστολή του αρχιτέκτονα και συγγραφέα Χάρη Φεραίου προς τον Θεόδωρο Ι. Ζιάκα, ως διόρθωση (προσωπική μαρτυρία) στο κατά τα άλλα εξαίρετο βιβλίο του Ευάγγελου Κοροβίνη “Η Νεοελληνική φαυλοκρατία”.
    Η επιστολή:
    Αγαπητέ Θεόδωρε,
    Διάβασα, μονορούφι σχεδόν, το έξοχο, με εξοχότερο τον τίτλο (Η Νεοελληνική Φαυλοκρατία) βιβλίο του κ. Ε. Κοροβίνη που μου έστειλες, για το οποίο σε ευχαριστώ. Είναι εξαιρετικό, και το ίδιο βεβαίως και οι δικές σου παρεμβάσεις, ιδίως ο ( διεισδυτικά ερμηνεύων το φαινόμενο) «Επίλογος».
    Μια παρατήρηση μόνο αν θέλεις να διαβιβάσεις στον κ. Κοροβίνη. Αναφέρεται σε μια φράση της σελίδας 144, (…Η επίθεση του Γεώργιου Γρίβα κατά Τουρκοκυπρίων στο χωριό Κοφινού…) και γίνεται από κάποιον μάρτυρα στα ανεκδιήγητα, και ιδίως φαύλα, εκείνα γεγονότα που οδήγησαν στην παγίδα της Κοφίνου. (Και όχι Κοφινού. Στην Κύπρο υπάρχει διαδεδομένο αυτό το ιδίωμα σε τοπωνύμια: Σκαρίνου, Αρμίνου, Ασίνου. Το τελευταίο με τον περίφημο βυζαντινό ναό του 12ου αιώνα της Παναγίας Φορβιώτισσας, μνημείο προστατευόμενο μάλιστα, θεός φυλάξει, από την UNESCO). Συγκεκριμένα υπηρετούσα τότε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός πυροβολικού, στην μονάδα που έλαβε μέρος στην επιχείρηση Κοφίνου, και παράλληλα, ως ο μόνος υπηρετών τότε στην Εθνική Φρουρά αρχιτέκτονας, είχα αποσπαστεί στο γραφείο της Διοίκησης Μηχανικού του Γενικού Επιτελείου, που ασχολείτο εκείνη την εποχή εντατικά με την κατασκευή των παράκτιων πυροβολείων, γραφείο που ήταν γειτονικό με εκείνο του αρχηγού του επιτελείου Στρατηγού Γρίβα.
    Συνεπώς έχω άμεση γνώση του εκνευρισμού (τι εκνευρισμού, οι φωνές του Γρίβα ακούγονταν σ’ όλο τον όροφο), που για δυο μήνες, μέχρι την επιχείρηση, επικρατούσε σ’ εκείνο τον όροφο του Επιτελείου. Σ’ εμάς τους κατώτερους αξιωματικούς βεβαίως ο «εκνευρισμός» έφτανε απλώς ως: «κάποια επιχείρηση απαιτεί επίμονα ο Μακάριος από την Εθνική Φρουρά να κάνει, με την οποία διαφωνεί έντονα ο Γρίβας, και προσπαθεί να πείσει γι’ αυτό και το ΓΕΣ στην Αθήνα».
    Συνοδεύσαμε μάλιστα τον Γρίβα στο αεροδρόμιο που ταξίδευσε γι’ αυτόν ειδικά τον σκοπό στην Αθήνα. (Σημείωσε ότι το αεροπλάνο των Κυπριακών Αερογραμμών, με το οποίο θα επέστρεφε απ’ εκείνο το ταξίδι στην Αθήνα ο Γρίβας, και στο οποίο μόλις την τελευταία στιγμή δεν επιβιβάστηκε, κατέπεσε από έκρηξη βόμβας μεταξύ Ρόδου και Καστελλόριζου! Ήταν η 10η Οκτωβρίου 1967. Καμιά «έρευνα» δεν έγινε για το γεγονός, μέχρι και σήμερα…) Με την επιστροφή του πάντως αργότερα ησυχάσαμε, διότι «κυκλοφόρησε» πως, ως αποτέλεσμα του ταξιδιού του στην Αθήνα, δεν θα γινόταν τελικά εκείνη η «επιχείρηση».
    Πλην όμως, λίγες μέρες μετά κατέφθασε στην Κύπρο, ως παράξενος επισκέπτης, ο Στρατηγός Σπαντιδάκης (ο τότε άνθρωπος του βασιλιά στη Χούντα των συνταγματαρχών), για να συναντήσει τον Μακάριο, και με την αποχώρησή του ξανάρχισε ο «εκνευρισμός» της άγνωστης (σ’ εμάς τους κατώτερους αξιωματικούς) επιχείρησης. Ακολούθησε νέα «ανάπαυλα» (για μας τους κατώτερους αξιωματικούς φυσικά) όταν ο Γρίβας έστειλε τον έμπιστό του Συνταγματάρχη Τσατσανίφο στην Αθήνα, (να μεταπείσει δια ζώσης, όπως μάθαμε αργότερα, το ελλαδικό Επιτελείο).
    Μετά από λίγες μέρες πήρα εγώ ξαφνική μετάθεση πίσω στη μονάδα μου πάλι, του Πυροβολικού! Όταν έφτασα εκεί, παραμονή της (περιβόητης) «επιχείρησης», πληροφορήθηκα ότι επρόκειτο για μια επίθεση εναντίον της Κοφίνου, ενός από τους σημαντικούς θύλακες των Τουρκοκυπρίων, στο δρόμο προς τη Λεμεσό. (Ήδη μια πυροβολαρχία, όχι η δική μου, ήταν εκτός στρατοπέδου, ταγμένη και έτοιμη για βολές!).
    Τα πιο πάνω γεγονότα που σου περιέγραψα όπως τα είδα από τη μικρή γωνιά μου στο Επιτελείο εγώ, αργότερα, πολύ μετά την καταστροφή, πιστοποιήθηκαν, ερμηνεύθηκαν και φωτίστηκαν με φοβερά ντοκουμέντα, στο βιβλίο του Σπύρου Παπαγεωργίου (Κύπριου την καταγωγή αρχισυντάκτη της ΕΣΤΙΑΣ) «Επιχείρηση Κοφίνου – Μικρός Αντιφάκελος», εκδόσεις Κ. Επιφανίου, 1987. Και τότε φάνηκε περίτρανα πως δεν επρόκειτο για «επίθεση του Γρίβα κατά Τουρκοκυπρίων», όπως έντεχνα διέδωσαν τότε οι επιτήδειοι, αλλά για μια περίεργου προορισμού παγίδα, που έστησαν στην ΕΦ, ο Μακάριος από την Λευκωσία, και «κάποιος» άλλος επιτήδειος από την Αθήνα! Και αυτός ο «κάποιος» επιτήδειος ήταν ο άνθρωπος του βασιλιά: Ο Στρατηγός Σπαντιδάκης.
    Αυτά όλα αγαπητέ μου Θεόδωρε, δεν τα γράφω γιατί θέλω ίσως να «δικαιώσω» τον Γρίβα, ούτε θα μου πήγαινε άλλωστε αυτός ο ρόλος. (Παρότι, ούτως ή άλλως, η παραχάραξη στα εθνικά θέματα είναι άκρως επικίνδυνη για τον αγώνα και την αγωνία που ακόμα ζει η Κύπρος). Τα γράφω διότι νομίζω πως ένα βιβλίο, τόσο σημαντικό για την ανίχνευση της Νεοελληνικής Φαυλοκρατίας, υστερεί όταν αγνοεί τα φαύλα που η φαυλοκρατία αυτή διέπραξε τότε. Εκείνη του Μακαρίου από τη μια, ο οποίος ήδη από τριετίας επιθυμούσε διακαώς να απαλλαγεί από τη μεραρχία που έστειλε εδώ ο Γεώργιος Παπανδρέου, (και βεβαίως τον εξ αυτής κίνδυνο της Ένωσης), και του παλατιού από την άλλη, να απαλλαγεί, μέσω μιας εθνικής αναταραχής στην Κύπρο, από τον δικτάτορα Παπαδόπουλο. Θα θυμάσαι ότι λίγες μόνο μέρες μετά (13 Δεκεμβρίου) έγινε το αποτυχημένο εκείνο κίνημα του Κωνσταντίνου.
    Νεοελληνική φαυλότητα που βέβαια δεν ήταν η πρώτη. Διότι τρία χρόνια πριν, (Αύγουστος ’64) οι ίδιοι πρωταγωνιστές ματαίωσαν την Ένωση, το μεν παλάτι ενώπιον του κινδύνου να μείνει, αν την πετύχει, μακροχρόνιος στην εξουσία ο Γεώργιος Παπανδρέου και βεβαίως το Κέντρο, ο δε Μακάριος να μην είναι αιώνιος πρόεδρος, παρασύροντας σημειωτέον μαζί του σ’ αυτή τη φαυλότητα και τον γιό του Γ. Παπανδρέου τον Ανδρέα, ενδεχομένως διότι εκείνος το γνώριζε ότι δεν ήταν ακόμα αναμφισβήτητος διάδοχος του πατέρα του στην ΕΚ! Και ένα χρόνο πριν (Δεκέμβριος ’66) την είχε επαναλάβει ο πολύς Κανελλόπουλος, ανατρέποντας τον Στεφανόπουλο, έτσι ώστε να μην καρπωθεί εκείνος (ο αποστάτης) την πραγματοποίηση της ξανασυζητούμενης τότε Ένωσης (συμφωνία Τούμπα – Τσακλαγιαγκήλ), για να τη θάψουν όμως οριστικά, εννέα μήνες αργότερα στον Εύρο, η πονηριά ενός υπεύθυνου Προέδρου της Λευκωσίας (ανήκουστες δηλώσεις του στους Sunday Times), και η υπέρμετρη εξυπνοβλακεία ενός ανευθυνοϋπεύθυνου συνταγματάρχη της Αθήνας, του Γεώργιου Παπαδόπουλου.
    Και φοβούμαι Θεόδωρε πως δεν ήταν και η τελευταία. Αν δεν μου αποδείξει κάποιος, ότι κάτι παρόμοιο της Κοφίνου δεν επιχειρήθηκε τον Ιούλιο του ’74… Εννοώ την απίστευτη επιστολή του (ευφυούς) Μακαρίου προς τον (άφρονα) Γκιζίκη, (την περιφερόμενη μέχρι Παρισίων, και των εκεί αυτοεξορίστων!), και βέβαια την «απάντηση» του «αφανούς» Ιωαννίδη, με τα τανκς βεβαίως. (Πως αλήθεια αλλιώς ένας παρανοϊκός!). Με απλώς «αναπάντεχα», και για όλους, αποτελέσματα…
    Φαύλων φαύλα. (Για να κάνω μια παραλλαγή στον Παπαδιαμάντη – Ναυαγών ναυάγια). Ανθρώπων θλιβερών, και ανήμπορων και ανίκανων (ή τάχα απρόθυμων) να κατανοήσουν εκείνο που κάποτε είχε πει ο Αθηναγόρας, ότι «η Μικρασία δεν χάθηκε το 1453 με την πτώση του Βυζαντίου, αλλά το 1922 με τη Μικρασιατική Καταστροφή». Και ιδίως ότι η Μικρασιατική Καταστροφή, και βεβαίως η συνακόλουθη συρρίκνωση του Νεοελληνικού Κράτους, δεν ολοκληρώθηκε με την πυρπόληση της Σμύρνης, παρά θα ολοκληρωθεί με την απώλεια και του τελευταίου εδάφους, που θα μπορούσε να έχει η Ελλάδα στην Ανατολή: Την Κύπρο…
    Φιλικά, (με πόνο ψυχής εν τούτοις)

    Χάρης Φεραίος 24/10/09

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here