Τό ἑλληνικό δίλημμα

0
252

Στέλιος Ράμφος

Θα ’ταν τό λιγώτερο γελοῖο νά κάνουμε βαρύγδουπες διακηρύξεις ἐπειδή τυπώσαμε κουτσά-στραβά ένα βιβλιαράκι κι ἐπειδή θέλουμε νά συνεχίσουμε. Ἔπειτα εἶναι γνωστή ἡ διαφορά πού χωρίζει αὐτό πού θέλει κανένας μ’αὐτό πού μπορεῖ. Τί λέτε ἐσεῖς; Ἄν αὐτά τά δυό ἦταν ἴδια, θά καθόμαστε τώρα νά κάνουμε ἐκδόσεις;  Πιστεύουμε ὅμως πώς, μεγαλώνοντας συνέχεια αὐτό πού «μποροῦμε» θά φτάσουμε σίγουρα σ’αὐτό πού σήμερα «θέλουμε». Κάποιοι ἄλλοι μικραίνοντας συνέχεια αὐτό πού «θέλουν» θά τό κάνουν σίγουρα τόσο ὅσο αὐτό πού σήμερα «μποροῦν». Μιά ἀπόδειξη τοῦ ὅτι αὐτό πού ἐμεῖς θέλουμε τό θέλουν κι ἄλλοι θά’ταν νά μή σταματήσουν οἱ ἐκδόσεις τῆς «Νέας Ἀριστερᾶς», ὅπως συχνά συμβαίνει, στό δεύτερο-τρίτο βιβλίο. Κι αὐτό θά γίνει ἄν ἕνας κύκλος ἀναγνωστῶν δέν βοηθήσει μ’ ἕνα ἀσήμαντο ἤ μεγαλύτερο ποσό ὁ καθένας καί κυρίως ἄν σέ κάθε ἐμφάνισή τους δέν ἀπλώνονται σέ περισσότερα χέρια δημιουργώντας ἕνα διάλογο κι ἕνα κίνημα.

Ὅταν λέμε «δημιουργώντας ἕνα διάλογο κι ἕνα κίνημα», ἄς μή δημιουργηθοῦν παρεξηγήσεις. Δέν εἴμαστε ὁργανωμένη πολιτική κίνηση. Εἴμαστε ὁμάδα πού κάνει ἐκδόσεις, προβάλλοντας τίς διάφορες ἀπόψεις πού ὑπάρχουν σήμερα στό ἐπαναστατικό στρατόπεδο. Ἀλλά κι ἄν κάποτε, κάτω ἀπ’τό γενικό νόμο τῆς διαρκοῦς μεταβολῆς, μποῦμε καί μεῖς σάν κάτι τί σ’αὐτό τό φοβερό παζάρι πού’γινε ἡ ἑλληνική ἀριστερά, δέν σκοπεύουμε νά τό κάνουμε διαλαλώντας πώς μονάχα τά δικά μας πορτοκάλια εἶναι φαγώσιμα κι ὅτι ὅποιος δοκιμάσει ἀπό τοῦ διπλανοῦ θά πεθάνει.
ΟΥΤΕ βέβαια μ’ἕνα ἤ μέ χίλια περιοδικά καί βιβλία θά δοῦμε τό πρόβλημα λυμένο. Μόνο ἡ κοινωνική ἐπανάσταση θά δημιουργήσει τίς προϋποθέσεις γιά νά τερματιστεῖ ἡ μονοπώληση τῶν γνώσεων. Ἡ δικιά μας εὐθύνη ἀρχίζει ἀπό τή στιγμή, πού, ξέροντας καλά τό τί μᾶς λείπει, περιμένουμε μέ σταυρωμένα χέρια τό «μεσσία», πού θ’ἀρχίσει νά μᾶς μοιράζει φαγητά καί βιβλία, πού θά μᾶς βάλει ξαφνικά πολύ μυαλό, δηλαδή τήν ἐπανάσταση καί τή νίκη της. 
ΤΟ ΤΡΑΝΤΑΓΜΑ τῶν τελευταίων χρόνων μᾶς βοήθησε, μέσα στ’ἄλλα, νά δοῦμε τό πόσο πίσω εἴμαστε στόν πνευματικό τομέα σέ σύγκριση μέ τίς περισσότερες χῶρες. Πέρασε ἡ ἐποχή πού ὁ Καραγκιόζης κορόϊδευε τούς ἄλλους καί τόν ἑαυτό του κάνοντας τό γιατρό, τόν ἀστροναύτη, τό φιλόσοφο, ὅπως ἔκανε τό μάγειρα καί τό συνταγματάρχη. Ὅσοι τό’χουν συνειδητοποιήσει αὐτό πρέπει νά κινηθοῦν. Καί ἀκόμα περισσότερο ἐμεῖς, πού μένουμε στό ἐξωτερικό ὅπου τό χέρι καί πιό πολύ τό μάτι τοῦ καθεστῶτος εἶναι δύσκολο νά μᾶς φτάσει.
ΧΩΡΙΣ διάλογο, προβληματισμό, ενημέρωση σ’ὅ,τι ἔγινε καί θά γίνει ὁπουδήποτε ἡ διαχωριστική γραμμή ἀνάμεσα στό «προοδευτικό» καί τό «ἀντιδραστικό» ἀρχίζει νά χαλάει, τό ὁριστικό πέρασμα ἀπό τό πρῶτο στό δεύτερο μπορεῖ νά γίνει «ξαφνικά» καί μέ τόν πιό εὔκολο τρόπο. Δίχως δικιά μας σκέψη, δικιά μας, σύγχρονη ἑλληνική κουλτούρα δέ μᾶς μένει ἄλλη λύση ἀπό τίς ἀντιγραφές. Κι οἱ ἀντιγραφές δέν μποροῦν νά παίξουν τό ρόλο τοῦ πρωτότυπου. Τί ἄλλο παράδειγμα ἀπό τό «ἑλληνικό» ἀριστερό κίνημα, πού σέρνεται τώρα ἐκθέτοντας τίς ἁγιάτρευτες πληγές του, πού τίς ὁφείλει τόσο καί στό ὅτι οἱ ἀποφάσεις του ἦταν ἐλάχιστα ἑλληνικές;
ΤΟ «ΕΛΛΗΝΙΚΟ δίλημμα» γράφτηκε τόν Αὔγουστο τοῦ 1967 καί τήν ἴδια ἐποχή κυκλοφόρησε σέ 500 πολυγραφημένα ἀντίτυπα. Ἔτσι ἐμεῖς θεωροῦμε τήν τωρινή ἔκδοση, σέ χίλια ἀντίτυπα, σάν δεύτερη ἔκδοση. Συγγραφέας του εἶναι ὁ Στέλιος Ράμφος, 30 χρονῶν, πού σπουδάζει τώρα φιλοσοφία στό Παρίσι. Νομίζουμε πώς τό «ἑλληνικό δίλημμα» παρουσιάζει, πέρα ἀπ’τ’ἄλλα, καί μερικά «εἰδικά» προτερήματα. Μερικοί ἀπό μᾶς, γιά παράδειγμα, διαφωνοῦν μέ ἀρκετές θέσεις τοῦ κειμένου. Γιά ἄλλους αὐτό θά σήμαινε τήν ἀπόρριψή του. Γιά μᾶς εἶναι μιά εὐκαιρία νά δείξουε, πώς ὅταν λέμε ἀριστερό κίνημα, δέν ἐννοοῦμε ἐργοστάσιο κονσερβοποιΐας. Δεύτερο: Πρόκειται γιά ἕνα γραφτό τρομερά δύσκολο, σέ πολλά σημεῖα, στό διάβασμα καί γιατί πολλά πράγματα, ὅση καλή θέληση καί νά’χεις, δέν ἀπλοποιοῦνται καί γιατί ὁ συγγραφέας του δέν ἐνδιαφέρθηκε – κατά τή γνώμη μας – ν’ἀπλοποιήσει μερικά ἄλλα, πού λεγόντουσαν καί πιό ἁπλά. Αὐτό ἔχει καί τό καλό του : Γίνεται ἔτσι ἕνα μέτρο τῆς δυσκολίας, πού ἔχουν νά ἀντιμετωπίσουν ὅλοι ὅσοι ἀποφασίζουν νά βαθύνουν τόν προβληματισμό τους. Τέλος τά προβλήματα πού δείχνει τό «ἑλληνικό δίλημμα» θά φανοῦν ἴσως γιά πολλούς σάν δευτερεύοντα ἤ σάν μιᾶς ἄλλης περιόδου κι ὄχι προβλήματα σημερινά, καυτά. Στήν πραγματικότητα βρίσκονται στό κέντρο, ἀνήκουν στήν οὐσία τοῦ βασικοῦ προβλήματος.  Κάθε φορά πού θά τ’ἀφήνουμε γι’ἀργότερα, δέν θά καταλαβαίνουμε καί πάλι γιατί καί πῶς μιά ἐπανάσταση πού κατατρόπωσε τούς ἐχθρούς της κατακουρελιάστηκε μετά ἀπό τούς ἴδιους τούς χτεσινούς ἐπαναστάστες.
Φυσικά θά συνεχίσουμε μέ τήν ἔκδοση βιβλίων τόσο ἑλληνικῶν ὅσο καί ξένων. Ἄλλωστε κείμενα ἑλληνικά σπανίζουν καί θά σπανίζουν μάλλον γιά καιρό. Σκοπός μας εἶναι νά ἐκδόσουμε βιβλία πού ἀπό διαφορετικές ἀφετηρίες κατευθύνονται στόν ἴδιο στόχο. Βιβλία «εὔκολα» καί βιβλία «δύσκολα». Βιβλία πού θά’ρχονται ἀπό τά πιό μακρινά ἐπαναστατικά μέτωπα. Ἀπό τήν Ἀσία μέχρι τήν Ἀφρική καί τήν Ἀμερική, ἀπό τήν κάμαρα τοῦ στοχαστῆ μέχρι τό ἀντίσκηνο τοῦ ἀντάρτη, βιβλία πού νά μιλᾶνε γιά τό τί πρέπει νά πετύχει μιά ἐπανάσταση καί βιβλία πού νά λένε γιά τό πῶς γίνεται μιά ἐπανάσταση. 
Κ.Δ.

Τό ἑλληνικό δίλημμα

Τό πραξικόπημα τῆς 21 Ἀπριλίου ἦταν μιά ἀπό τίς «λύσεις», πού κυοφοροῦσε τό κοινωνικο-πολιτικό καθεστώς στήν Ἑλλάδα καί πού προωθοῦνται μέ μιά ἀνεξάντλητη ποικιλία μορφῶν στό σύγχρονο κόσμο. Τί «λύσεις» ὅμως ἐγκυμονοῦν τά καθεστῶτα στήν ἐποχή μας; Ποιός εἶναι ὁ χαρακτήρας τῶν ἴδιων τῶν καθεστώτων; Τί προβλήματα ἐπιχειροῦν νά ἀντιμετωπίσουν; Πῶς δημιουργοῦνται τέτοια προβλήματα;Τί διαστάσεις εἶχαν πάρει στήν Ἑλλάδα καί ποιές μορφές; Νά ἐπιχειρήσει κανείς νά δώσει ἀπάντηση σ’αὐτά τά ἐρωτήματα σημαίνει : νά προσπαθήσει νά θέσει τό ἑλληνικό πρόβλημα στό ἐπίπεδο τοῦ ἱστορικοῦ γίγνεσθαι, νά τό δεῖ σάν μιά στιγμή τῆς ὁλότητας πού ὁνομάζουμε «ἡ ἐποχή μας». Μ’αὐτόν ὅμως τόν τρόπο ἡ ἀναζήτηση οὔτε ἀρχίζει οὔτε καί ἐξαντλεῖται στά πολιτικά ἤ πραγματολογικά καθέκαστα, δέν περιορίζεται στό «ποιός εἶναι ποιός» τῶν δικτατόρων καί τῶν πραγματικῶν ἤ πιθανολογούμενων συνεταίρων τους, οὔτε ἀρκεῖται νά ἀναθεματίσει τούς ὑπαίτιους. Ὑποθέσεις ὅπως ἐκεῖνες πού ἔρχονται νά ὑποκαταστήσουν τό γεγονός μιᾶς κοινωνίας πού φασιστικοποιεῖται μέ πολιτικές «ἐκτιμήσεις» (σκευωρία τῆς ἀμερικανικῆς Κ.Υ.Π. καί ἀνακτόρων ἤ βασιλικό πραξικόπημα ἤ συνωμοσία τῶν συνταγματαρχῶν)  ὄχι μόνον εἶναι ἐξαιρετικά περιορισμένης σημασίας ἀλλά, τό κυριότερο, καθιστοῦν τό φαινόμενο ἀκατανόητο. Ἕνα φαινόμενο ὅμως πού δέν κατανοεῖται εἶναι μιά καιροσκοπική πολιτική γραμμή, καί μιά καιροσκοπική πολιτική γραμμή εἶναι ὁ θετικότερος ὅρος γιά νά σταθεροποιηθεῖ ὁ φασισμός στή χώρα μας. Κατά συνέπεια δέν εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν γεγονότων καθεαυτῶν τό ζητούμενο, ἀλλά ὁ ἱστορικός τους χαρακτήρας, τά γεγονότα δηλ. σάν ἐνσάρκωση μιᾶς ἀπό τίς «λύσεις» πού ἡ κοινωνία ἐτοίμαζε στό ἐργαστήριό της. Ποιά ὅμως κοινωνία; πού ὑπάρχει σέ ποιόν κόσμο; πού προετοίμαζε ποιές «λύσεις»; πού ἡ «λύση» τῆς δικτατορίας εἶχε γι’αὐτήν ποιό νόημα; 


Ὁ σύγχρονος κόσμος στά  βαθύτερά του γνωρίσματα

Κατοικοῦμε ἕνα κόσμο πού οἱ βαθύτερές του ἀντινομίες εἶναι τόσο καλά κρυμμένες, ὥστε νά παίρνουμε τά προϊόντα τους γι’αὐτές τίς ἴδιες. Βλέπω ὅμως στό προϊόν μιᾶς ἱστορικῆς κατηγορίας, ὅπως λ.χ. ὁ καπιταλισμός, τήν ἴδια τήν ἱστορική κατηγορία (ἀναγνωρίζω δηλ. στήν φτώχεια τόν καπιταλισμό), αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ καπιταλισμός δέν ὑπάρχει ἔξω ἀπό τή φτώχεια καί ὅτι δέν ἔχω παρά νά πετύχω ἕνα ὑψηλό ἐπίπεδο μισθῶν καί ἡμερομισθίων γιά νά τόν καταργήσω. Ἄν ὅμως οἱ φτωχοί ὑπάρχουν αἰῶνες πρίν κάνει τήν ἐμφάνισή του ὁ καπιταλισμός, γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία οἱ ἀπόκληροι τῶν τελευταίων 200 χρόνων συνδέουν τήν τύχη τους μέ τό μισθό τους, ἀναφέρονται δηλ. στό ἱστορικό χαρακτηριστικό τοῦ ἴδιου τοῦ καπιταλισμοῦ πού εἶναι ἡ σχέση τῆς μισθωτῆς ἐργασίας. Ἡ φτώχεια προκαλεῖ ὁπωσδήποτε ἔλκος, ἀλλά δέν δημιουργεῖ ποτέ προλεταρίους. Οἱ προλετάριοι εἶναι συστατικό καί δημιούργημα τοῦ καπιταλισμοῦ. Κατά συνέπεια καταργῶ τόν καπιταλισμό σημαίνει ὄχι ὅτι πραγματοποιῶ τήν «κοινωνία τῆς ἀφθονίας» ή ότι πετυχαίνω «μεταρρυθμίσεις στρουκτούρας», ἀλλά ὅτι καταργῶ τά ἱστορικά καθέκαστα, ὅτι καταργῶ τίς σχέσεις μισθωτῆς ἐργασίας, ὅτι καταργῶ τόν καπιταλιστή σάν καπιταλιστή καί τόν προλετάριο σάν προλετάριο, ὅτι καταργῶ τό κεφάλαιο ὄχι ρίχνοντας στή θάλασσα ὅλα τά χρήματα τοῦ κόσμου ἤ μοιράζοντάς τα ἐξ ἴσου σέ ὅλους, ἀλλά καταργώντας μιά ἱστορική-κοινωνική σχέση, πού χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἰδιοποίηση ἐκ μέρους ὁρισμένων κοινωνικῶν ὁμάδων ἤ τάξεων τοῦ κοινωνικοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας.

Αὐτήν τήν προβληματική γύρω ἀπό τίς ἀντινομίες καί τά παράγωγά τους δέν τήν προκαλεῖ καμία συζήτηση γιά τήν φτώχεια, ἀλλά ἡ ἐκρηκτική κατάσταση τῆς ἐποχῆς μας, ἡ ἄνοδος τῶν λαῶν τῶν καθυστερημένων περιοχῶν τῆς γῆς στό προσκήνιο τῆς ἱστορίας, ἡ ἀπάθεια πού δείχνουν οἱ μάζες τῶν βιομηχανικά προηγμένων χωρῶν, οἱ κοινωνικές μεταβολές καί τά πολιτικά ἀδιέξοδα πού δημιουργήθηκαν στίς ἀνεπτυγμένες χῶρες, ἡ ἔλλειψη ἑνός ριζοσπαστικά προσανατολισμένου κινήματος, ἡ ἀνάγκη, τέλος, τῆς ἐπαναστατικῆς προοπτικῆς στήν Ἑλλάδα.

Τό ἐρώτημα πού προβάλλει εἶναι : ὑπάρχει μιά κρίση στόν κόσμο μας καί σέ τί συνίσταται; Στό ἐρώτημα αὐτό ἡ παραδοσιακή προοπτική δίνει τήν ἀπάντηση ὅτι οἱ «ἀντικειμενικές ἀντιθέσεις τῆς καπιταλιστικῆς οἰκονομίας καί ἡ ἀντικειμενική της ἀδυναμία ἱκανοποιήσει τίς οἰκονομικές διεκδικήσεις τῶν ἐργαζομένων» συνιστοῦν τήν κρίση τοῦ συστήματος. Σύμφωνα μέ τήν ἀντίληψη αὐτή τό θεμελιακό δεδομένο στήν καπιταλιστική κοινωνία εἶναι ὅτι ἡ ἐργασία, ὡς μισθωτή ἐργασία, ὑπηρετεῖ τό κεφάλαιο, γεγονός πού στό ἐπίπεδο τῆς οἰκονομίας ἐκδηλώνεται, ὡς ἐκμετάλλευση τοῦ μεγέθους ἐργατική δύναμη, δηλ. ὡς ἰδιοποίηση ἀπό τήν κυρίαρχη τάξη ἑνός μέρους ἀπό τό κοινωνικό προϊόν, τό ὁποῖο καί χρησιμοποιεῖ πρός τό συμφέρον της. Πῶς τό χρησιμοποιεῖ; τό χρησιμοποιεῖ συσσωρεύοντάς το, δηλ. αὐξάνοντας τό κεφάλαιό της μέ τό νά μετατρέπει ἕνα μέρος ἀπό τήν ὑπεραξία σέ ἐπιπλέον μέσα παραγωγῆς. Ἡ συσσώρευση τοῦ κεφαλαίου συνδυαζόμενη μέ τήν τεχνολογική ἀνάπτυξη ὁδηγεῖ στήν αὔξηση τῆς συνολικῆς παραγωγῆς καί τῆς παραγωγικότητας. Ἡ ἀνάπτυξη αὐτή καταστρέφει τίς προκαπιταλιστικές μορφές παραγωγῆς, προλεταροποιεῖ τήν κοινωνία καί πραγματοποιεῖ τήν συγκέντρωση καί τήν συγκεντροποίηση τοῦ κεφαλαίου, καταστρέφοντας τούς μικρούς καπιταλιστές ἤ ὑποχρεώνοντάς τους νά προσχωρήσουν στήν συνένωση μέ τούς μεγάλους. Ἡ ἐκπρολεταριοποίηση τῆς κοινωνίας ἀντιφέρεται στήν μεγάλη παραγωγή, δημιουργεῖται κρίση ὑποκατανάλωσης καί ἡ κρίση αὐτή ὁδηγεῖ στήν κοινωνική ἐπανάσταση. Ἡ ἀνάπτυξη ὅμως αὐτή δέν εἶναι σέ θέση νά δώσει μιά συστηματική ἀπάντηση στό ἀκόλουθο ἐρώτημα: τί εἶναι ἐκεῖνο πού μπορεῖ νά ὁδηγήσει τό προλεταριάτο σέ πολιτική δραστηριότητα, πού νά τείνει νά μεταμορφώσει τήν κοινωνία; ἤ μέ μιά διαφορετική διατύπωση ποιοί εἶναι οἱ παράγοντες πού καθορίζουν τήν ἔνταση τῆς ἐκμεταλλευτικῆς διαδικασίας ;

Ἡ ἔνταση πού παίρνει ἡ ἐκμετάλλευση, ὑποστηρίζει ὁ Μάρξ, ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικά ἀπό ἀντικειμενικούς οἰκονομικούς παράγοντες, οἱ ὁποῖοι καί διαρκῶς τήν αὐξάνουν. Οἱ παράγοντες αὐτοί εἶναι : ἡ ἀνά ὥρα πραγματική παραγωγή τοῦ προϊόντος (πού καθορίζεται ἀπό τό ἐπίπεδο τῆς τεχνολογίας) καί, δεύτερο, τό ὕψος τοῦ ἐργατικοῦ μισθοῦ (πού καθορίζεται ἀπό τό ἀντικειμενικά «ἐλάχιστον συντηρήσεως» τοῦ ἐργαζομένου καί τῆς οἰκογενείας του). Ἡ ἀπόλυτη ἰσχύς τῶν δύο αὐτῶν προσδιοριστικῶν παραγόντων, εἶναι τό δεδομένο σύμφωνα μέ τό ὁποῖο, πάντα κατά τόν Μάρξ, ἡ ἐργατική δύναμη εἶναι καθ’ὁλοκληρίαν ἐμπόρευμα. Ὅτι ἡ βαθύτερη τάση τοῦ καπιταλισμοῦ εἶναι νά μεταβάλει τόν προλετάριο σέ ἀντικείμενο, αὐτό εἶναι ἔξω ἀπό κάθε ἀμφισβήτηση. Ὅτι ὅμως, ἄν αὐτό μποροῦσε νά συμβεῖ ἔστω καί γιά μία ὥρα, τό σύστημα θά κατέρρεε εἶναι ἐπίσης ἀδιαμφισβήτητο. Ὁ καπιταλισμός δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξει χωρίς προλεταριάτο, ὅπως καί τό προλεταριάτο εἶναι ἀδύνατο νά ὑπάρξει, ἄν κάθε στιγμή δέν παλεύει μέσα στήν παραγωγή νά μήν ἀντικειμενοποιηθεί. Αὐτή ἡ ἀσταμάτητη πάλη, αὐτός ὁ λυσσαλέος ἀγώνας εἶναι ὁ παράγοντας πού καθορίζει τήν ἀνά ὥρα πραγματική παραγωγή τοῦ προϊόντος καί τό ὕψος τοῦ ἐργατικοῦ μισθοῦ ἡ ταξική πάλη καί τίποτε ἄλλο δέν ἀποφασίζει τό ὕψος καί τήν ἔνταση τῆς ἐκμεταλλευτικῆς διαδικασίας. Ἄλλωστε, ἄν ἕνας ἀντικειμενικός καθορισμός ἦταν δυνατό να ρυθμίσει τήν ἐκμετάλλευση καί τό ὕψος της, τότε ὁ καπιταλισμός θά ἦταν τό πιό «λογικό»”πρᾶγμα στόν κόσμο καί φυσικά κάθε συζήτηση γιά σοσιαλισμό περιττή.

Ποῦ βρίσκονται λοιπόν οἱ ἀντικειμενικές καί μοιραῖες γιά τό σύστημα ἀντιθέσεις; Μήπως θά πρέπει νά ἐνσωματώσουμε σ’αὐτές τήν ταξική πάλη; Μά τότε γιατί τό προλεταριάτο ἔχει πέσει σέ πλήρη ἀπάθεια στίς βιομηχανικές χῶρες; Στά ἐρωτήματα αὐτά οἱ «μαρξιστές» προτείνουν δύο «ἐξηγήσεις» : ἡ πρώτη θεωρεῖ ὅτι ὁ καπιταλισμός κατάφερε μέ τούς τοπικούς πολέμους καί τούς ἐξοπλισμούς νά ξεπερνᾶ τήν κρίση του. ἡ δεύτερη «ἐξήγηση» – νεόκοπη αὐτή –  ξεκινώντας ἀπό τήν θέση ὅτι ὁ καπιταλισμός εἶναι παγκόσμιο σύστημα καί ἀπό τήν διαπίστωση ὅτι οἱ μεγαλύτερες καί πιό πυκνοκατοικημένες περιοχές τῆς γῆς εἶναι μή καπιταλιστικές καί ἀποικιακά ἐξαρτημένες, καταλήγει στό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀποικιακή ἐκμετάλλευση μεγάλων ἀγορῶν ἔδωσε τήν δυνατότητα στόν καπιταλισμό νά ξεπεράσει τίς ἀντιθέσεις του καί ὅτι μέ τόν ἀπελευθερωτικό ἀγώνα τῶν καθυστερημένων λαῶν καί τήν νικηφόρα του ἔκβαση ἡ κρίση εἶναι πιά ἀναπόφευκτη. Στήν πρώτη «ἐρμηνεία» τό μόνο πού ἔχει κανείς νά ἀντιπαρατηρήσει εἶναι ὅτι ὁ οἰκονομικός ρόλος τῶν ἐξοπλισμῶν μόνο ποσοτικά διαφέρει ἀπό τήν κατασκευή τῶν λοιπῶν δημοσίων ἔργων – καί τά καπιταλιστικά κράτη κάνουν πολλά καί μεγάλα δημόσια ἔργα – ἐνῶ σ’ὅ,τι ἀφορᾶ τίς διαστημικές ἔρευνες καί αὐτή ἡ ποσοτική διαφορά ἐξαλείφεται. Ἐκεῖνο πού δέν βλέπουν ὡστόσο οἱ «ἐρμηνευτές» αὐτοί εἶναι κάτι πολύ οὐσιῶδες : ὅτι οἱ ἐξοπλισμοί, τά δημόσια ἔργα, οἱ διαστημικές ἔρευνες κλπ., εἶναι ὅψεις ἑνός νέου ρόλου πού διαδραματίζει τό σύγχρονο κράτος στήν οἰκονομική ζωή καί πού συνίσταται στόν καθορισμό τῆς συνολικῆς ζήτησης, φαινόμενο ἀδιανόητο πρίν μερικές δεκαετίες. Τό ὅτι μπορεῖ νά ἐπεμβαίνει τό σύγχρονο κράτος καί νά καθορίζει τή συνολική ζήτηση δέν εἶναι ἀδυναμία του ἀλλά μεγάλο πλεονέκτημα, πού σχετίζεται μέ σοβαρές ἀλλαγές στίς ὁργανωτικές μορφές τοῦ καπιταλισμοῦ τῆς ἐποχῆς μας. Πρόκειται μέ ἄλλα λόγια γιά μιά «ἐρμηνεία» πού ἄν δέν μυστικοποιεῖ τό πρόβλημα, καταλήγει σέ ἐπιχειρήμα ὑπέρ τοῦ συγκεκριμένου κοινωνικοῦ συστήματος. Ἡ δεύτερη «ἑρμηνευτική» πρόταση οἰκοδομεῖ τήν συλλογιστική της παίρνοντας σάν ἀφετηρία μιά παρανόηση : ὅτι ἡ παγκοσμιότητα τοῦ καπιταλισμοῦ εἶναι μέγεθος τυπικά γεωγραφικό. Ἡ παγκοσμιότητα τοῦ καπιταλιστικοῦ συστήματος ὅμως, ἔγκειται στό ὅτι «ἡ μεγάλη βιομηχανία γέννησε τήν παγκόσμια ἀγορά», ἔκανε νά πέσουν τά ἐθνικά σύνορα, ἐνιαιοποίησε τήν παραγωγή καί τήν κατανάλωση σ’ὅλες τίς χῶρες, καθιέρωσε διεθνεῖς τιμές καί διεθνῆ νομίσματα. Ἐάν ἡ παγκοσμιότητα τοῦ καπιταλισμοῦ συνίσταται στό νά μεταβληθῆ ἡ ὑψήλιος σ’ἕνα Ντητρόϊτ ἤ ἕνα Στάλινγκραντ καί δεδομένου ὅτι «ποτέ μιά κοινωνία δέν τελειώνει τή ζωή της πρίν ἀναπτύξει στό ἔπακρο ὅλες τίς παραγωγικές δυνάμεις πού μπορεῖ νά περιέχει», τότε ἡ μαρξική ἐπαναστατική πολιτική τοῦ «Κομμουνιστικοῦ Μανιφέστου» καί τοῦ «Κεφαλαίου»”ἦταν ἕνα παραλήρημα, ἀλλά καί κάθε συζήτηση σήμερα γιά σοσιαλισμό, μιά οὐτοπία. Τέλος, αὐτό σημαίνει καί κάτι ἄλλο : ὅτι ἡ πάλη τῶν τάξεων στίς βιομηχανικές χῶρες μπορεῖ νά καταπεύσει, ὅταν προσφέρεται ἕνα ὑψηλό βιωτικό ἐπίπεδο, πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι ἡ ταξική πάλη στίς συνθῆκες τοῦ καπιταλισμοῦ εἶναι κατά τήν ἀντίληψη αὐτή – καί ποτέ κατά τήν μαρξική ἀνάλυση – πάλη φτωχῶν καί πλουσίων καί ὄχι προλεταρίων καί καπιταλιστῶν. Δέν ἔχουμε λοιπόν, ἐφ’ὅσον ἀποφαίσουμε νά δεχθοῦμε αὐτήν τήν «ἐρμηνεία», παρά νά περιμένουμε τήν ἔκβαση τῶν ἀπελευθερωτικῶν κινημάτων τῶν ὑπαναπτύκτων καί ἀφοῦ γίνει αὐτό, τότε θά ἔρθει πιά ἡ ὥρα πού ὅντας ἐξαθλιωμένοι ὅλοι θά ἐπαναστατήσουμε, μέσα στίς «ὡριμασμένες ἀντικειμενικές καί ὑποκειμενικές συνθῆκες». Αὐτό ὅμως δέν πρόκειται νά γίνει ποτέ, ἄν ἡ περιρρέουσα «ἱδεολογική ἀτμόσφαιρα» καλλιεργεῖ τέτοιους μύθους, ἄν μ’ἄλλα λόγια, μή μπορώντας νά δοῦμε τήν κρίση τοῦ καπιταλισμοῦ μέσα στόν ἴδιο τόν καπιταλισμό, ἐναποθέτουμε τίς ἐλπίδες μας στίς περιοχές τῆς γῆς, πού μοναδική τους ἐπιδίωξη εἶναι νά μποῦν στό σύστημα καί νά μοιραστοῦν φυσικά τήν κρίση του.

Ἡ συνθήκη γιά τόν σοσιαλισμό εἶναι μία καί μοναδική καί αὐτή οὔτε «ὑποκειμενική» οὔτε «ἀντικειμενική» ἀλλά ἱστορική εἶναι ἡ ὕπαρξη τοῦ προλεταριάτου, τῆς μισθωτῆς ἀνθρωπότητας. Τό ὅτι ἡ ἱμπεριλαιστική καταπίεση ὁδηγεῖ τόν φτωχό λατινοαμερικάνο ἀγρότη στόν θάνατο ἀπό τήν πεῖνα καί τίς ἀρρώστειες, αὐτό δέν σημαίνει καί ὅτι τόν φέρνει σέ  σοσιαλιστικά αἰτήματα ἐκεῖνο πού ζητάει εἶναι ἡ κοινωνική μεταβολή πού θά τοῦ ἐξασφαλίσει ψωμί καί γιατρό καί ὄχι ὁ κοινωνικός μετασχηματισμός, πού θά καταργήσει τήν ἐκμεταλλευτική σχέση μισθωτῆς ἐργασίας καί κεφαλαίου, χωρίς βέβαια αὐτό νά μειώνει στό ἐλάχιστον τήν τεράστια θετική σημασία τῆς πάλης τῶν καθυστερημένων λαῶν γιά τή πολιτική τους ἀνεξαρτησία καί τήν κοινωνική καί οἰκονομική τους πρόοδο. Ὁ μισθωτός ἀντίθετα, ζώντας τήν ἐμπειρία τῆς καταπιεστικῆς σύγχρονης κοινωνίας στήν ἐργασία καί τόν «ἐλεύθερο» χρόνο του, μόνο αὐτός μπορεῖ νά συλλάβει τήν ἀνάγκη νά ἀναδιοργανωθεῖ σοσιαλιστικά ἡ παραγωγή καί ἡ κοινωνία. Τό προλεταριάτο εἶναι τάξη ἱστορικά ἐπαναστατική, γιατί μόνο αὐτό μπορεῖ νά θέσει στήν κουβέντα τῆς καθημερινῆς ζωῆς τό κρίσιμο πρόβλημα τοῦ σοσιαλισμοῦ : τήν τύχη τοῦ ἀνθρώπου στή σύγχρονη παραγωγή καί τήν κοινωνική ζωή. Συνεπῶς ἡ «ὡρίμανση τῶν συνθηκῶν γιά τή σοσιαλιστική μεταβολή δέν ἔχει νά κάνει καθόλου μέ τά «μαθήματα τοῦ παρελθόντος» ἀλλά μέ τήν «συσσώρευση τῶν ἀντικειμενικῶν δεδομένων σέ μιά ἀντίστοιχη συνείδηση», συσσώρευση πού εἶναι προϊόν τῆς δραστηριότητας τοῦ ἴδιου τοῦ προλεταριάτου, γιατί τό ὑποκειμενικό δέν ὑπάρχει παρά στό βαθμό πού μεταμορφώνει τό ἀντικειμενικό καί τό ἀντικειμενικό δέν ἔχει παρά τή σημασία πού τοῦ προσδίδει ἡ δράση τοῦ ὑποκειμενικοῦ. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, τό καίριο πρόβλημα τῆς σημερινῆς ἐπαναστατικῆς προοπτικῆς εἶναι κατ’ἐξοχήν πολιτικό καί συνίσταται στό πῶς ἡ ταξική πάλη ἀπό τό ἐπίπεδο τῆς ἐπιχειρηματικῆς μονάδας καί τοῦ ἀπομονωμένου κοινωνικοῦ χώρου θά περάσει στό ἐπίπεδο τῆς κοινωνίας σάν συνόλου, μέ βάση ἕνα πρόγραμμα ἐξανθρωπισμοῦ τῆς ἐργασίας καί τῆς κοινωνίας.
Ἕνα πρόγραμμα ριζικῆς κοινωνικῆς ἀλλαγῆς γεννιέται πάντοτε ὅταν μιά κοινωνία περνᾶ βαθύτατη κρίση ἐάν, ὅπως εἴδαμε ἡ παραδοσιακή κριτική δέν εἶναι σέ θέση νά ὑποδείξει τήν κρίση, αὐτό σημαίνει ὄχι ὅτι δέν ὑπάρχει κρίση ἀλλά ὅτι ἡ κρίση τοῦ καπιταλισμοῦ ἐμπεριέχει τό ἀδιέξοδο τῆς κριτικῆς αὐτῆς. Σέ τί συνίσταται ἡ κρίση τοῦ συστήματος στήν ἐποχή μας; Ὁ καπιταλισμός ἔχει πετύχει νά «ἐλέγχει» τό ἐπίπεδο τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητας σέ τρόπο ὥστε οἱ διακυμάνσεις στήν παραγωγή καί τήν ζήτηση νά περιοριστοῦν καί οἱ κρίσεις νά ἀποτραποῦν. Αὐξήθηκαν τά ἡμερομίσθια, αὐξήθηκε ὁ ἀριθμός τῶν μισθωτῶν, καθιερώθηκαν τά ἐπιδόματα ἀνεργίας, ἡ ἐπέμβαση τοῦ κράτους στήν οἰκονομία ἔγινε καθοριστική. Ὁ ρόλος τῶν συνδικάτων μεταβλήθηκε ριζικά καί ὁ προορισμός καί ἡ πολιτική τους συνίσταται σέ ρόλο εἰρηνοποιοῦ μέσα στήν ἐπιχείρηση, ἐνῶ ἡ πολιτική ἔγινε ὑπόθεση εἰδικευμένων στελεχῶν καί οἱ πολιτικές ὁργανώσεις τοῦ προλεταριάτου μετατράπηκαν σέ ἐκλογικούς μηχανισμούς ἐπανδρωμένους μέ ἐπαγγελματικά στελέχη. Τέλος, τό ἴδιο τό προλεταριάτο ἔχει πάψει νά εἶναι «τάξη γι’αὐτήν, ἔγινε τάξη καθεαυτήν», δηλ. κοινωνική κατηγορία, πού ἐνῶ ὁ ἐσωτερικός της δεσμός ὀφείλεται στήν ἀντικειμενική ταυτότητα συνθηκῶν τῶν ἀτόμων πού τήν ἀπαρτίζουν, ὡστόσο τά ἄτομα αὐτά δέν θέτουν συλλογικά το πρόβλημα τῆς τύχης τους στήν κοινωνία.  Μιά ὅμως συνείδηση πού δέν εἶναι συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ της, δέν εἶναι σέ θέση νά σκεφτεῖ τήν μεταμόρφωση τοῦ κόσμου. Αὐτές οἱ μεταβολές, πού δέν θίγουν διόλου τήν ἀπανθρωπία τῆς σύγχρονης κοινωνίας, συνοδεύονται καί ἀπό ἄλλες βαθύτερες καί πιό ὁλοκληρωτικές, πού συνιστοῦν τήν κρίση της.

Ἡ πρώτη – ὄχι χρονικά ἀλά ἀπό συστηματική ἄποψη – βαθειά μεταβολή, παρουσιάζεται στίς νέες μορφές κοινωνικοῦ ἐλέγχου, πού δημιουργοῦνται στήν σύγχρονη κοινωνία. Στό βαθμό πού ἡ ἀπελευθέρωση ἀπό τή πεῖνα γίνεται στίς βιομηχανικές χῶρες μιά πραγματικότητα, ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ πνεύματος, τό δικαίωμα στή πολιτική ἀντίθεση, ἡ ἐπαναστατική προοπτική, χάνουν τήν θεμελιακή κριτική τους λειτουργία, ἐφ’ὅσον ἡ μέχρι τώρα τοποθέτησή τους εἶχε σάν σημεῖο ἀναφορᾶς τήν φτώχεια καί τήν δυστυχία. Στήν κοινωνία τῆς «ἀφθονίας», φαίνεται ἀνώφελο νά μήν προσαρμόζεται κανείς μέ τό σύστημα, τήν στιγμή πού τό ἴδιο τό σύστημα καταργεῖ τήν ἀνέχεια. Ἔτσι, ἐνῶ ἀκριβῶς στήν φάση αὐτή οἱ δυνατότητες γιά τήν ἀνθρώπινη ἀπελευθέρωση εἶναι περισσότερες παρά ποτέ, στήν πραγματικότητα ἡ κυρίαρχη κοινωνική ὁμάδα μέ τή δύναμη καί τό κύρος, πού τῆς δίνει ἡ νίκη κατά τῆς πείνας, ἐπιβάλλει τίς οἰκονομικές καί πολιτικές της ἀπαιτήσεις, ἀπαιτήσεις πού ἀφοροῦν τήν ὁργάνωση καί τόν ἀσταμάτητο ἐκσυγχρονισμό τῆς στρατιωτικῆς ἄμυνας, καθώς ἐπίσης καί τήν ἀδιάκοπη ἀνάπτυξη τῆς παραγωγῆς, ἐπιθέτοντας ἔτσι τόν ἑαυτό της στό σύνολο τῶν κοινωνικῶν δραστηριοτήτων κατά τρόπο ὁλοκληρωτικό. Ἡ ὁλοκληρωτική ὅμως ἐπιβολή προϋποθέτει ἀντίστοιχες ὑλικές δυνατότητες αὐτές τίς παρέχει ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ὁργανώνει τήν τεχνική βάση της ἡ σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία. Ἡ ὁργάνωση τῆς παραγωγικῆς δραστηριότητας στήν ἐποχή μας διακρίνεται ἀπό τίς ἀντίστοιχες ὁργανωτικές σχέσεις ὅλων τῶν ἄλλων φάσεων τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, χάρη στό γεγονός ὅτι ἐκτός ἀπό τό κοινό χαρακτηριστικό τοῦ ἐξωτερικοῦ καταναγκασμοῦ, ὑπάρχει ἐπί πλέον ἡ τάση ἡ κοινωνική διεύθυνση νά εἰσχωρήσει στήν ψυχική ἐνδοχώρα τῆς ἐργασιακῆς δραστηριότητας, ἐφ’ όσον οἱ τεχνικές μέθοδοι πού προκρίνονται καί τά ἐργαλεῖα πού κατασκευάζονται τείνουν νά καθορίζουν ἀκόμη καί τίς χειρονομίες τοῦ ἐργαζομένου. Ὑπό τίς συνθῆκες αὐτές, ἡ κυριαρχία καί ἡ ἐκμετάλλευση μέ τήν μάσκα τῆς «ἀφθονίας» καί τῆς ἐλευθερίας» ὄχι μόνο ἀπλώνονται στό σύνολο τῶν ἐκδηλώσεων τῆς ζωῆς ἀλλά ἀπορροφοῦν καί διαλύουν κάθε διαφορετικό πολιτικό προσανατολισμό. Ἡ λογική τῆς γραφειοκρατίας, πού θέλει νά «ταυτίζει τά πράγματα μέ τίς λειτουργίες τους», ἀποκαλύπτει ἐδῶ ἀκριβῶς τόν πολιτικό της χαρακτήρα, μέ τό νά δημιουργεῖ ἕναν κόσμο, ὅπου «κοινωνία καί φύση, νοῦς καί σῶμα βρίσκονται ἀδιάκοπα σέ ἐγρήγορση γιά νά τόν διαφυλάξουν». Αὐτή ὅμως ἡ λογική ἔχει τό ὑλικό της ὑπόβαθρο. δέν πρόκειται μέ ἄλλα λόγια γιά «ἐπιβολή ψευδοῦς συνειδήσεως»”ἀνεξάρτητα ἀπό τίς κρατοῦσες καί ἀμετακίνητες ὑλικές σχέσεις ἀλλά πρώτιστα γιά βαθειά μεταβολή τῶν ὑλικῶν δεδομένων, τῶν πραγματικῶν παραγόντων τοῦ κοινωνικοῦ εἶναι, πού μέ τή σειρά της διαφοροποίησε τίς «ἰδέες» τῶν ἐργαζομένων γιά τήν θέση τους στήν παραγωγή. Συγκεκριμένα, ἐνῶ κατά τό παρελθόν, ἡ μηχανή ἦταν μία «ἀπόλυτη καί αὐτοτελής ἐνότητα» καί ὁ ἐργαζόμενος στήν σχέση του μ’αὐτή ἔπρεπε νά ξοδέψει ὅλο του τόν φυσικό ἑαυτό, σήμερα ἡ μηχανή στήν αὐτοματοποιημένη παραγωγή ἔγινε μία «τεχνική πραγματικότητα ἐξατομικευμένη», πού δέν ἀπαιτεῖ τήν σωματική κόπωση τοῦ ἐργάτη ἀλλά τήν διανοητική του προσπάθεια καί ἔνταση καί πού λειτουργεῖ μέ τό ὑπόλοιπο τεχνικό σύνολο ὡς ἀδιάσπαστη ἐνότητα. Ὅταν ὅμως ἡ μηχανή χάνει τόν ἀτομικό της χαρακτήρα στό παραγωγικό σύνολο, τότε ἡ μαρξική θεωρία γιά τήν «ὁργανική σύνθεση τοῦ κεφαλαίου» καί τήν «ὑπεραξία» χάνει τήν ὑλική βάση της. Σύμφωνα μέ τήν θεωρία αὐτή, ἡ μηχανή δέν δημιουργεῖ ποτέ ἀξία. ἡ μηχανή μεταφέρει τήν ἀξία της στό προϊόν, ἐνῶ ἡ ὑπεραξία δημιουργεῖται ἀπό τήν ἐκμετάλλευση τῆς «ζωντανῆς ἐργασίας». στήν μηχανή εἶναι ἁπλῶς ἐνσωματωμένη ἀνθρώπινη ἐργασία, ἤ «νεκρή ἐργασία», πού διατηρεῖ καί καθορίζει τήν «ζωντανή ἐργασία». Μέ τήν αὐτοματοποίηση ὡστόσο, ἡ παραγωγικότητα καθορίζεται ὄχι ἀπό τήν ἀτομική ἀπόδοση τοῦ ἐργάτη ἀλλά ἀπό τίς ἴδιες τίς μηχανές μέ συνέπεια νά ἀλλοιώνεται ποιοτικά ἡ σχέση «ζωντανῆς» καί «νεκρῆς» ἐργασίας ὑπό τήν ἔννοια ὅτι εἶναι πλέον ἀδύνατο νά μετρηθεῖ ἡ ἐργασιακή ἀπόδοση ἑνός ἀτόμου, ἐνῶ ἀντίθετα ἐκεῖνο πού μπορεῖ νά μετρηθεῖ εἶναι ἡ ἀπόδοση ἑνός παραγωγικοῦ τμήματος στήν ἐπιχείρηση. Ὅταν λοιπόν μιλᾶμε γιά αὐτοματοποίηση δέν ἐννοοῦμε ὅτι ὑπάρχουν πολλές μηχανές ἀλλά ὅτι «ἡ ἀτομική παραγωγικότητα, ὡς τέτοια, ἔπαψε πιά νά μπορεῖ νά μετριέται». Αὐτή ἡ μεταβολή στά πυρηνικά στοιχεῖα τῶν ἐργασιακῶν σχέσεων – καί ὄχι ἡ ἐκμετάλλευση τῶν ἀποικιῶν, πού ὑπῆρχε ἄλλωστε στήν ἐποχή τοῦ Μάρξ καί πού δέν τόν ὁδήγησε ποτέ στό νά τήν ἀντιμετωπίσει ὡς ἐνδεχόμενο σωσίβιο τοῦ καπιταλισμοῦ – εἶναι τό ὑλικό ὑπόβαθρο πού μπορεῖ νά ἐμφανίζει τό προλεταριάτο ὄχι πιά ὡς τήν ἀπόλυτη ζωντανή ἀντίθεση – αὐτή εἶναι ἡ πραγματική ἔννοια τῆς θεωρίας γιά τήν ἀπόλυτη ἐξαθλίωση πού δέν ἔχει καμία σχέση μέ τίς ἀπλοϊκότητες ἑνός διαρκοῦς φτωχέματος – στίς κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις ἀλλά ὡς παράγοντα ἐνσωματωμένο σ’αὐτές, μέ ἀποτέλεσμα νά δημιουργεῖται ἔτσι ἡ ψευδής ταξική συνείδηση. Πρόκειται γιά σχέσεις, πού τό κύριο τους χαρακτηριστικό εἶναι ἡ ἐργαλειοποίηση τοῦ ἀτόμου, ἡ μεταβολή του σέ ἐξάρτημα τῆς παραγωγικῆς μηχανῆς. αὐτή ἡ ἐργαλειοποίηση γεννᾶ τήν πιό ὁλοκληρωτική σκλαβιά, μιά «σκλαβιά ματαρσιωμένη», ἐξιδανικευμένη. Τήν ἴδια ὅμως στιγμή, πού οἰκοδομεῖται ἡ «μεταρσιωμένη σκλαβιά», τήν ἴδια ἐκείνη στιγμή ἡ αὐτοματοποίηση εἶναι καί ἕνας δυνάμει καταλύτης της, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀποτελεῖ τήν καίρια ὑλική προϋπόθεση, πού «μπορώντας νά ἀποχωρήσει τό ἄτομο ἀπό τήν ἐργατική του δύναμη, ἐφ’ὅσον τήν μεταβάλλει σέ ἀνεξάρτητο παραγωγικό ἀντικείμενο», δημιουργεῖ τίς προϋποθέσεις πού ἐπιτρέπουν στόν σύγχρονο ἄνθρωπο νά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τήν ἴδια τήν ἐργασία.

Μιά δεύτερη βαθειά μεταλλαγή στήν λειτουργία τῶν προηγμένων σύγχρονων κοινωνιῶν ἔρχεται νά ἀλλοιώσει τίς προοπτικές στήν ὁργάνωση, τήν λειτουργία καί τούς προσανατολισμούς τῶν πολιτικῶν σχηματισμῶν. Τό κράτος τῆς «εὐημερίας» εἶναι σέ θέση νά προκαλεῖ τήν συνεχῆ ἄνοδο τοῦ βιωτικοῦ ἐπιπέδου στό βαθμό πού ἡ παραγωγικότητα αὐξάνει καί ἡ παραγωγή ἀπλώνεται σέ νέα ἐπίπεδα. Ὅσο αὐτό πραγματοποιεῖται, τόσο ἀναγκαία γίνεται ἡ ἐπιβολή ἑνός συνολικοῦ ἐλέγχου, τόσο πιό ἀπαραίτητη εἶναι ἡ διοικητικοποίηση τῆς ζωῆς καί ἡ πειθαρχία τοῦ πληθυσμοῦ στίς ἐπιταγές τοῦ κυρίαρχου διευθυντικοῦ μηχανισμοῦ. Πρός τόν σκοπό αὐτό, πού ἡ πολιτική του πρόθεση εἶναι νά ἐκμηδενίζει κάθε ἀντιπολιτευτική κίνηση, τό κατεστημένο, σέ ὅλες τους τίς μορφές, χρησιμοποιεῖ δυό ὅπλα : τήν ἰδεολογία τῆς «μοναδικότητάς του» ἤ τοῦ «ρεαλισμοῦ» καί τήν ἰδεολογία τοῦ «ἐσωτερικοῦ κινδύνου». Ἡ πρώτη, πού χρησιμοποιεῖ σάν ἐπιχείρημα ὅτι τό ὑπάρχον καθεστώς εἶναι ἡ ἐνσάρκωση τῆς «λογικῆς» γιατί μόνο αὐτό μπόρεσε νά ἐξαλείψει τήν πεῖνα καί τήν ἀνέχεια καί νά ὁδηγήσει στήν «εὐημερία», καταλήγει νά προβάλλει τό δίλημμα : ἤ αὐτή ἡ κοινωνική ὁργάνωση μέ τά «τρωτά» της ἀλλά χωρίς δυστυχία ἤ ἡ πεῖνα, ἡ ἐξαθλίωση καί ἡ «ἀναρχία». Στό δίλημμα αὐτό πού «ἀφοπλίζει», τό πρῶτο σκέλος του προσωποποιεῖται στόν κυρίαρχο μηχανισμό, ἐνῶ τό δεύτερο στόν «ἐσωτερικό κίνδυνο». Ὁ «ἐσωτερικός κίνδυνος» εἶναι μία συνεχής ἀπειλή μέσα στό σύστημα, πού δέν ἀνταποκρίνεται σέ καμία κατάσταση ἔκτακτης ἀνάγκης ἤ πολέμου, πού κινεῖται ὑποχθόνια «κάτω ἀπό τήν ἐπιφάνεια τῆς «γαλήνιας» καθημερινῆς ζωῆς καί πού ἡ ἀντιμετώπισή του εἶναι μία ζωτική ἀνάγκη – ὅπως λόγου χάρη ἡ ἐκπαίδευση – τῆς ὁποίας ἡ ἱκανοποίηση συνιστᾶ ἕνα ἀπό τά «βάθρα» τῆς κοινωνίας. Βέβαια, οὔτε ἡ αὐξανόμενη παραγωγικότητα, οὔτε τό ὑψηλό βιωτικό ἐπίπεδο κινδυνεύουν ἤ ἐξαρτῶνται ἀπό καμία «ἐσωτερική ἀπειλή» ἀπό τήν «ἐσωτερική ἀπειλή» ἐξαρτᾶται ἁπλῶς ἡ κατάλληλη χειραγώγησή τους, πού μόνη αὐτή μπορεῖ νά ἀποτρέψει τήν κοινωνική μεταβολή καί νά ἐπιτρέψει τήν διαιώνιση τῆς σκλαβιᾶς. Τό σύγχρονο κράτος εἶναι μιά σιδερόφρακτη εὐημερία. Ἡ διπλῆ αὐτή του διάσταση – εὐημερία σύν παραλήρημα ἐξοπλισμῶν – εἶναι ἡ λογική καί ἡ ὑλική βάση, ὅπου ἐμπεδώνεται ἡ ἐνσωμάτωση στό σύστημα τῶν πολιτικῶν κομμάτων – δέν ἔχει τήν παραμικρή σημασία τό γεγονός ὅτι τά κόμματα ἀλληλοκατηγοροῦνται ἤ ἀλληλοανα-θεματίζονται καθημερινά – καί πού ἔχει καταφέρει νά ἐξουδετερώνει πρός τό παρόν κάθε ριζοσπαστικά προσανατολισμένη πολιτική κίνηση.

Ἐάν ἡ βιομηχανική κοινωνία ἔχει τήν δυνατότητα νά ἐξουδετερώνει κάθε ἀντιπολιτευτικό πολιτικό προσανατολισμό ἀπορροφώντας τον, ἐάν δηλ. ἡ βαθύτερη τάση της εἶναι νά ἐπιβάλλει στήν κοινωνία τήν διάστασή της, μπορεῖ νά ἀφήνει ἀναλλοίωτες τίς πολιτισμικές λειτουργίες; Πράγματι στόν χῶρο αὐτό ἔχει συντελεστεῖ μιά μεταβολή, ἡ τρίτη πού ἐξετάζουμε, χαρακτηριστική. Ἕνα ἀπό τά στοιχεῖα πού ὑψώνουν τήν τέχνη σέ μεγαλειώδη ἀνθρώπινη πραγματοποίηση εἶναι ὅτι μέ τίς εἰκόνες της ὁργανώνει σέ κόσμο σημασίες ἀσυμφιλίωτες μέ τήν κάθε φορά λογική τῶν πραγμάτων. Ἡ τέχνη ἀρνεῖται καί ἡ ἄρνησή της στόν βαθμό πού πραγματοποιεῖται μετουσιώνει τίς εἰκόνες της σέ λόγο. Ἡ «πραγματικότητα» εἶναι γιά τήν τέχνη ἕνα «ὑποκείμενο ὑπό μεταμόρφωση».  Τήν «ἀνταγωνιστική» σχέση τῆς τέχνης πρός τήν κοινωνική πραγματικότητα, τήν συνύπαρξη τοῦ θετικοῦ καί τοῦ ἀρνητικοῦ δέν τήν ἀνέχεται ἡ σύγχρονη ὁλοκληρωτική κοινωνία. Ἐπιχειρεῖ λοιπόν νά ἀπορροφήσει τήν τέχνη ἐμπορευματοποιώντας την, μετατρέποντας τά ἔργα της σέ ἀνταλλακτικές ἀξίες, ἔτσι ὥστε ἐνσωματώνοντάς τας στίς «ἀξίες» τοῦ ὑλικοῦ της πολιτισμοῦ νά τά ἐξουδετερώσει ὡς ἀξίες-φορεῖς τῆς ἀλήθειας. Ἡ τέχνη δέν ἀναζητεῖ πιά τήν ἄρνηση ἀναζητεῖ τήν «νέα μορφή» γιατί τήν «εὐτυχία» μόνο ἕνας «καλαίσθητος» πίνακας ἤ ἕνα ὡραῖο αὐτοκίνητο μποροῦν νά τήν ὑποσχεθοῦν. Οἱ ἀξίες τοῦ πολιτισμοῦ εἶναι πράγματα ξεπερασμένα . ἡ προσαρμογή στήν κοινωνία εἶναι τό «πᾶν». Ἡ στάση αὐτή τῆς κοινωνίας τῆς ἀφθονίας ἀπέναντι στίς πολιτισμικές λειτουργίες δέν ἐκδηλώνεται ὅμως μέ ἀφορισμούς καί ἀπαγορεύσεις ἐκδηλώνεται μέ τήν δημιουργία τοῦ «μαζικοῦ πολιτισμοῦ». Ποιοί εἶναι οἱ ὑλικοί ὅροι, πού ἐπιτρέπουν τήν ἀνάπτυξη αὐτοῦ τοῦ «πολιτισμοῦ»;  Τά ἀντιφερόμενα μεγέθη – καθεστώς καί ἄρνησή του -, πού ἡ κοινωνία μας συγχωνεύει μέ τόν «μαζικό πολιτισμό», μποροῦν νά συγχωνεύονται χάρη στήν ὑλική βάση πάνω στήν ὁποία στηρίζεται τό σύστημα καί ἡ ὁποία συνίσταται σέ μία «συνεχῶς αὐξανόμενη ἱκανοποίηση καταναλωτικοῦ χαρακτήρα, πού ἐπιτρέπει στά ἄτομα νά πραγματοποιοῦν μιά ἀδιάκοπη καταπιεστική ἐκμεταρσίωση». Μέ μιά διαφορετική διατύπωση, ἕνα ἔργο πολιτισμοῦ μπορεῖ νά μεταβληθεῖ σέ καταναλωτικό προϊόν, ὅπως τό παγωτό, ὅταν ἡ ἀπόλαυση πού προκαλεῖ εἶναι ἄμεση καί ὄχι ἔμμεση, ὅταν ἡ λειτουργία του ἱκανοποιεῖ μιά βιωτική στήν κυριολεξία ἀνάγκη – στήν περίπτωσή μας, τήν ἀνάγκη γιά «ἐνημέρωση», τήν ἀνάγκη «νά περάσει ἡ ὥρα», τήν ἀνάγκη «νά μέ πάρει ὁ ὕπνος», τήν ἀνάγκη γιά «κοινωνική ἐπίδειξη» κοκ. –  ἀντί νά μεταρσιώνει, νά ἐξιδανικεύει, νά «κοινωνικοποιεῖ» τόν ἐνστικτικό κόσμο τοῦ ἀνθρώπου. Στό σημεῖο ἀκριβῶς αὐτό ἀποκαλύπτεται μία ἄλλη πλευρά τῆς βαθειᾶς διείσδυσης τοῦ συστήματος στόν ἀνθρώπινο ἐσωτερικό χῶρο τό σύστημα διεγείρει συνεχῶς τίς ἐνστικτικές ἀτομικές λειτουργίες μέσω τῶν τεχνητῶν καταναλωτικῶν ἀναγκῶν πού δημιουργεῖ καί κατόπιν τίς ἱκανοποιεῖ ὡς τέτοιες, μέ συνέπεια νά ἀποκολλῶνται οἱ ἄνθρωποι ἀπό τήν κοινωνική τους διάσταση μεταβαλλόμενοι ἔτσι καί ψυχικά σέ δούλους. Πρόκειται σίγουρα γιά τήν πιό ἀποκρουστική μορφή διαστροφῆς, πού ὡστόσο δείχνει ὅτι ἡ βιομηχανική κοινωνία τήν στιγμή πού διαστρέφει ἔχει κιόλας δημιουργήσει μέσα της τούς ὅρους γιά ἕνα πολυδιάστατο πολιτισμό.
Τό συμπέρασμα πού προκύπτει, καί πού μᾶς ὁδηγεῖ νά δοῦμε ποῦ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ κρίση τοῦ συστήματος εἶναι ὅτι ἡ σύγχρονη βιομηχανική καί ὁλοκληρωτική κοινωνία, μέ τίς μορφές πού τήν συναντοῦμε σ’Ἀνατολή καί Δύση, ὡς προϊόν κι’αὐτή τῶν ταξικῶν ἀγώνων, ἔχει διαμορφώσει καί κυριαρχεῖται ἀπό μία δομή, ὅπου ἡ διεύθυνση τῶν κοινωνικῶν δραστηριοτήτων ἐνεργεῖται ἀπό ἕναν μηχανισμό ἱεραρχικά ὁργανωμένον, κοινωνικά προνομιοῦχο καί δημιουργημένο ἀπό τήν συγκέντρωση καί τήν «ἐκλογίκευση» τῆς παραγωγῆς, τό σύγχρονο κράτος – πού ὁ ρόλος του συνίσταται στόν ἔλεγχο, τήν διεύθυνση καί τήν ὁργάνωση τοῦ «ἀμυντικοῦ» μηχανισμοῦ τῆς κοινωνίας – καί τέλος τίς πολιτικές καί τίς συνδικαλιστικές ὁργανώσεις παραδοσιακοῦ χαρακτήρα. Σήμερα, τό σύστημα ἔχει πιά ξεπεράσει τίς σφαῖρες τῆς παραγωγῆς, τοῦ κράτους καί τῆς πολιτικῆς ἡ γραφειοκρατικοποίηση ἔχει εἰσχωρήσει ἀπ’ἄκρη σ’ἄκρη στήν κατανάλωση τῶν ἀγαθῶν, πού οὔτε ὁ ὅγκος της, οὔτε ἡ σύνθεσή της ἐξαρτῶνται ἀπό αὐθόρμητες οἰκονομικές διαδικασίες ἤ ψυχολογικούς παράγοντες ἀλλά πού συνιστοῦν τό ἀντικείμενο μιᾶς προσπάθειας, ἡ ὁποία ἐπιδιώκει νά χαλιναγωγήσει κάθε μηχανισμό πού ἀντιστοιχεῖ στήν κατανάλωση, ὅπως ἡ διαφήμιση καί οἱ ὑπηρεσίες πωλήσεων. Ἡ ἴδια διείσδυση ἔχει συντελεστεῖ στίς πολιτισμικές λειτουργίες καί στόν «ἐλεύθερο χρόνο» τῶν ἀτόμων, ἄν λάβουμε ὑπ’ὄψη ὅτι καί οἱ δυό αὐτοί χῶροι ἔχουν μεταβληθεῖ σέ ἀντικείμενο ἑνός πυκνοῦ δικτύου ἐπιχειρηματικῶν δραστηριοτήτων – ταξειδιωτικά γραφεῖα, γραφεῖα γιά τήν «διοργάνωση ἑορτῶν», ραδιόφωνο, τύπος, κινηματογράφος, τηλεόραση, κοκ. -καθώς καί στήν ἐπιστημονική ἔρευνα, πού ἐξαρτᾶται ὁλοκληρωτικά ἀπό τίς ἀνάγκες τῶν μεγάλων ἐπιχειρήσεων καί τοῦ κράτους. Δέν πρόκειται λοιπόν ἀπλῶς  καί μόνο γιά τήν ὕπαρξη καί τήν κυριαρχία ἑνός στρώματος μέ ἀπόλυτες ἐξουσίες πρόκειται ἐπί πλέον καί κυρίως γιά τήν ἐπιβολή μιᾶς «λογικῆς» στό κοινωνικό σύνολο, πού ἀποβλέπει στήν ἐκμετάλλευση καί πού συνίσταται στήν «συστηματική καταστροφή τῶν σημασιῶν τῶν κοινωνικῶν δραστηριοτήτων» – ἡ ἐργασία θεωρεῖται σάν πηγή εἰσοδήματος καί τό εἰσόδημα σάν πηγή εὐτυχίας, ἐνῶ ἡ εὐτυχία συνίσταται στήν ὑψηλή καταναλωτική ἱκανότητα, ἡ ὁποία ὅμως γιά νά ἔχει κάποιο νόημα θά πρέπει νά καλύπτει ἀνάγκες  τήν «δημιουργία» τῶν ἀναγκῶν τήν ἀναλαμβάνουν οἱ «εἰδικευμένοι» ὁργανισμοί τῆς διαφήμισης καί τῆς πώλησης, οἱ ὁποῖοι προβάλλοντάς τες καί καλλιεργώντας τες σάν πραγματικές ἀνάγκες στό «κοινό», ταυτόχρονα τό χειραγωγοῦν -πού στίς ἀκραῖες της συνέπειες τείνει νά μεταμορφώσει τό κάθε ἄτομο σέ ἰδιωτικοποιημένο ὅν, σέ ἐκτελεστικό ὅργανο, τό ὁποῖο ἐπιβιώνει σέ μιά ἀτμόσφαιρα πλήρους ἀναισθησίας, πού ἀναλαμβάνουν νά διαμορφώσουν τά κλιματιστικά μηχανήματα ἑνός ἀχανοῦς παραγωγικοῦ συνόλου. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ κρίση τοῦ συστήματος – καί ὅταν μιλᾶμε γιά κρίση δέν ἐννοοῦμε κανένα «ἀντικειμενικό ἀδιέξοδο»  τέτοια ἀδιέξοδα δέν ὑπάρχουν στήν ἱστορία ἀλλά μόνο στό μυαλό ἐκείνων, πού στήν κρίση βλέπουν ἕνα γεγονός, κάτι σάν τήν καταστροφή τῆς Πομπηίας, γιατί δέν καταλαβαίνουν ὅτι μιά κοινωνία περνάει κρίση, ὅταν οἱ ἀντιθέσεις της θέτουν καθημερινά σ’ἐκείνους πού τίς ζοῦν τό αἴτημα τῆς ἄρσης τους, μέσα ἀπό τήν ἀνατροπή της – ὄχι μόνο ὑπάρχει ἀλλά εἶναι βαθύτερη παρά ποτέ.

Ἡ Ἑλλάδα στόν σύγχρονο κόσμο, ἡ δικτατορία καί τό νόημά της

Εἰκονογραφήσαμε τό σύστημα, πού ἀποφασίζει τίς τύχες τοῦ κόσμου. Ἡ Ἑλλάδα δέν βρίσκεται μέσα στό σύστημα ἤ τουλάχιστον στήν καρδιά του,  βρίσκεται ὅμως στόν κόσμο πού ἀποφασίζεται απ αὐτό, καί ἐπί πλέον ὑφίσταται μία δικτατορία. Πῶς ἦταν δυνατή καί τί νόημα ἔχει μιά τέτοια «ἐξέλιξη» στήν χώρα μας;

Ἡ στρατιωτική δικτατορία δέν ἦρθε νά συμπληρώσει μέ ἀπόφαση τῶν Ἀνακτόρων, τόν κύκλο ἑνός καθαρά πολιτικοῦ «ἀδιέξοδου» – καμία στενά πολιτική ἀναμέτρηση δέν ὁδηγεῖ σέ παρόμοιες «λύσεις», πολύ περισσότερο μάλιστα, ὅταν οἱ ἀντίπαλοι εἶναι ἡ Ἕνωση Κέντρου καί τά Ἀνάκτορα – οὔτε ὁφείλεται στήν «καθαρή» πρωτοβουλία μιᾶς ὁμάδας στρατοκρατῶν, οὔτε τέλος στήν ἐκτέλεση ἑνός τακτικοῦ χαρακτῆρα ἐγχειρήματος ἀπό τήν πλευρά τῶν Ἀμερικανῶν. Ἡ δικτατορία εἴτε εἶναι, ὡς γεγονός, προϊόν τῶν ἐνεργειῶν ἑνός ἀπό τούς τρεῖς παράγοντες ἤ καί τῶν τριῶν ἀπό κοινοῦ,  δέν θά μποροῦσε ποτέ νά ὑπάρξει ὡς προοπτική, ἐάν τά προβλήματα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, οἱ λύσεις καί τά «ἀδιέξοδα», πού μεθοδικά καί ἀπρόσωπα ὑφαίνοντα, δέν τήν καλλιεργοῦσαν κι’αὐτήν καθώς καί ἄλλες δυνατές λύσεις, σάν ἐνδεχόμενες πραγματοποιήσεις. Οἱ παράγοντες αὐτοί ὑπῆρξαν – καί μόνο ἔτσι εἶναι δυνατό νά τούς κατανοήσουμε – τά «ἐκτελεστικά ὄργανα», πού ἡ κοινωνία δημιούργησε τήν ὥρα πού γεννιώνταν οἱ ἀντινομίες της, ἤ διαφορετικά, οἱ παράγοντες αὐτοί ἐνσαρκώνουν κοινωνικά προβλήματα, τῶν ὁποίων ἡ οὐσία εἶναι ἡ ὕπαρξη τῶν ἴδιων παραγόντων. Ἡ ἀντίληψη αὐτή ὑποβάλλει μιά ἐρευνητική, τῆς ὁποίας οἱ κατηγορίες εἶναι προϊόντα τῆς ἐξελισσόμενης ἱστορικῆς διαδικασίας καί πού φέρνουν στήν ἱστορική γνώση, μόνο ὅταν σαρκώνονται στήν ἐνεργό κοινωνική ζωή. Ὑπ’αὐτό τό πρίσμα, ἡ ἀνίχνευση τοῦ κοινωνικοῦ χώρου γίνεται καρποφόρα, ἐφ’ὅσον τά ἐπίπεδα στά ὁποῖα κινούμαστε ἀφήνουν νά ἀναδειχθεῖ τό μέγιστο τῶν κοινωνικῶν δυνατοτήτων, νά γίνει αἰσθητή σέ ὅλη της τήν πολυμορφία ἡ κοινωνική ἐμπειρία, νά καταστεῖ δυνατή ἡ κατανόηση δηλ. ἡ τοποθέτηση στό ἱστορικό τους πλαίσιο, τῶν προβλημάτων πού ἀνακύπτουν. Αὐτά τά ἐπίπεδα εἶναι : ἡ πολιτική, δηλ. ὅτι ἀφορᾶ ἄμεσα ἤ ἔμμεσα τά ζητήματα τῆς ἐξουσίας . ἡ οἰκονομία, δηλ. ὅτι ἀναφέρεται ἄμεσα ἤ ἔμμεσα στήν παραγωγή καί τήν κατανάλωση τῶν κοινωνικῶν ἀγαθῶν ἡ ἐπικοινωνικότητα τῶν κοινωνικῶν χώρων,  ὅτι δηλ. συνδέεται μέ τήν γνώση καί τήν πληροφόρηση στήν εὐρύτερή τους μορφή, μέ τό περιεχόμενό τους καί μέ τούς θεσμούς πού ἀφοροῦν στήν μετάδοσή τους. Τέλος, τό ἄτομο στήν κοινωνική συμπεριφορά του, ὡς κοινωνικά διαμορφωμένο ἐγώ, δηλ. τά κίνητρα, τά ψυχικά χαρακτηριστικά καί τό κοινό συμβολικό πλέγμα, πού ἐξ αἰτίας τους τά μέλη ἑνός δεδομένου πολιτισμικοῦ συνόλου συνδέονται θετικά ἤ ἀρνητικά μέ τό κοινωνικό ἀντικείμενο. Εἶναι φανερό, ὅτι αὐτή ἡ προσέγγιση ἐγκαταλείπει τήν γόνιμη πολλές φορές διάκριση σέ δομές καί ὑπερδομές, ἡ ὁποία ἀντιμετωπίζοντας φαινόμενα σάν τήν πολιτική στό ἐπίπεδο τῶν θεσμῶν καί τῶν κανόνων τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, καταλήγει νά παραγνωρίζει τούς κινδύνους, πού ἡ δραστηριότητα αὐτή περικλείει.

Ἡ πολιτική ζωή στήν Ἑλλάδα ξετυλίγεται σ’ἕνα ἀνώμαλο πεδίο. Ἡ συμμετοχή στήν στρατιωτική «συμμαχία» τοῦ ΝΑΤΟ ἦταν καί εἶναι ὁ ἄξονας ἀναφορᾶς στήν διεθνῆ τοποθέτηση τῆς χώρας καί ἡ ἐγγύηση τῆς στρατιωτικῆς της ἑτοιμότητας γιά «κάθε ἐνδεχόμενο» – σέ σχέδιο τοῦ ὁργανισμοῦ αὐτοῦ ὁφείλεται ἡ ἀριστοτεχνική ἐκτέλεση τοῦ στρατιωτικοῦ πραξικοπήματος τῆς 21 Ἀπριλίου. Ἡ ὕπαρξη ἑνός καλά ὁργανωμένου καί ἐξοπλισμένου στρατοῦ, τῶν παραστρατιωτικῶν ὁργανώσεων (ΤΕΑ) καί τῶν ὑπερτροφικῶν «σωμάτων ἀσφαλείας» –  ὁ πολιτικός τους ρόλος ἦταν ἄμεσος καί ἔμμεσος, μέσω τῆς διογκωμένης τους συμμετοχῆς στά ἔξοδα τοῦ δημοσίου προϋπολογισμοῦ, τῆς πολιτικῆς τρομοκρατίας πού ἀσκοῦσαν, τῆς ΚΥΠ, τοῦ ραδιοσταθμοῦ «Ἐνόπλων Δυνάμεων», τῆς ποικιλόμορφης προπαγάνδας – ὑπό τόν ἀποκλειστικό ἔλεγχο τοῦ Παλατιοῦ καί τῶν Ἀμερικανῶν, συνιστοῦσε τό σημεῖο ἀναφορᾶς κάθε πολιτικῆς προοπτικῆς στήν Ἑλλάδα. Ἐάν στούς δύο αὐτούς θεμελιακούς παράγοντες προσθέσουμε τό ἐκκρεμές ἐθνικό πρόβλημα τῆς Κύπρου, τό ἀπαρχαιωμένο θεσμικό σύστημα – βυζαντινορωμαϊκή νομοθεσία, ἐκπαίδευση τοῦ προηγούμενου αἰώνα – , τήν συνεχῆ ρευστότητα τῆς κοινωνικῆς στρωματογραφίας – νέες ἀπασχολήσεις, νέοι προνομιοῦχοι μετά τόν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ἀλλαγές στήν σύνθεση τοῦ ἀστικοῦ πληθυσμοῦ -, τό μεγάλο μεταναστευτικό ρεῦμα πρός τό ἐξωτερικό – αὐτή ἡ  «λύση» προκρίθηκε γιά νά ἀντιμετωπιστεῖ ἡ ἐπικίνδυνη οἰκονομικοκοινωνική ἐξαθλίωση στήν ὕπαιθρο -, ἡ συγκέντρωση τοῦ πληθυσμοῦ στά ἀστικά κέντρα, κυρίως στήν πρωτεύουσα, καί ἡ βαθμιαία ὑπαλληλοποίησή του, τέλος, ἡ ἐμφάνιση τῶν μηχανισμῶν τῆς καπιταλιστικῆς καταναλωτικῆς οἰκονομίας – μεγάλα καταστήματα, διαφημιστικές ἐπιχειρήσεις, μέσα μαζικῆς ἐπικοινωνίας -, δέν εἶναι δύσκολο νά ἀντιληφτοῦμε τό πόσο εὔθραυστη ἦταν ἡ κοινωνική συνοχή καί τί βαθειές ἀντινομίες ἔπρεπε νά ἀντιμετωπίζει συνεχῶς ἡ πολιτική πρακτική.

Τό κυριότερο χαρακτηριστικό πού συναντοῦμε στά ἑλληνικά πολιτικά πράγματα εἶναι ὅτι ὁ ζωτικός χῶρος τῶν κέντρων ἐξουσίας ἀποτελεῖ ἕνα στεγανό διαμέρισμα ἐν σχέσει πρός τίς κοινωνικές ὁμάδες καί τάξεις, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἡ διεύθυνση καί ὁ ἔλεγχος ἀνήκουν κατ’ἀποκλειστικότητα στό Παλάτι, τούς Ἀμερικανούς καί κατά δεύτερο λόγο τά κόμματα. Τά κίνητρα καί οἱ δραστηριότητες τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων, ἐξαντλοῦνταν στήν ἀνεύρεση αἰχμῶν μεταξύ τῶν παραγόντων τῆς ἐξουσίας, γιά νά πετύχουν ὀφέλη καί ὄχι γιά νά ἐπιβάλλουν μέ τήν κινητοποίησή τους μιά ἀναδιάταξη τῶν δυνάμεων στά ἴδια τά κέντρα ἐξουσιασμοῦ. Τό φαινόμενο τῶν κέντρων ἐξουσίας, πού εἶναι περικυκλωμένα ἀπό τίς «ὁμάδες πιέσεως» ἦταν ἄγνωστο – γιά τήν ἀκρίβεια ἄρχισε νά φανερώνεται ὡς μακρινή προοπτική μέ τήν δημιουργία συλλόγων καί σωματείων καί τό κῦμα συνεδρίων, πού παρατηρήθηκε μετά τόν Ἰούλιο τοῦ 1965- πρᾶγμα πού ἔδινε τήν δυνατότητα στά κόμματα νά διοχετεύουν τήν πολιτική τους γραμμή στά κοινωνικά στρώματα ὑπό μορφή αἰτημάτων, ὥστε ἐλέγχοντάς τα ἀπό μέσα, νά ἐνισχύουν τήν διαπραγματευτική τους ἱκανότητα στίς δοσοληψίες τους μέ τούς ὑπόλοιπους παράγοντες ἐξουσίας. Ὁ ἑτεροκαθορισμός τῶν κοινωνικῶν αἰτημάτων εἶναι ἡ χειρότερη μορφή πού μπορεῖ νά πάρει ἡ ἀποξένωση τῆς κοινωνίας ἀπό τούς πολιτικούς της θεσμούς, γιατί τά αἰτήματα προβάλλονται τότε καί μέ τέτοιο περιεχόμενο, ὥστε νά ἐξυπηρετοῦνται οἱ κομματικοί μηχανισμοί, ἐνῶ ἀντίστροφα οἱ συνδικαλιστικές, ἐκπολιτιστικές κλπ. ὁργανώσεις, μεταβάλλονται σέ ἀγωγούς γιά τήν διοχέτευση τῆς πολιτικῆς τους γραμμῆς.

Σοβαρά προβλήματα παρουσιάζονται καί σ’ὅ,τι ἀφορᾶ τήν φυσιογνωμία καί τήν λειτουργία τῶν κομμάτων. Τά «ἀστικά» κόμματα ἦταν οὐσιαστικά ὁμάδες συμπραττόντων πολιτικῶν, χωρίς συγκεκριμένες «ἀρχές» καί χωρίς ἐσωτερική ζωή. Οἱ πολιτικοί εἶχαν ἕνα προσωπικό ἐκλογικό «ἔρεισμα» καί ἕνα πυκνό δίχτυ δεσμῶν μέ ἄλλους πολιτικούς, μέ δημοσιογραφικούς καί οἰκονομικούς κύκλους, μέ τά «Ἀνάκτορα καί τόν ξένο παράγοντα. Γιά λειτουργική αὐτονομία δέν μπορεῖ νά γίνει λόγος, ἐκτός ἄν τήν δοῦμε σάν τάση – κυρίως μετά τά «Ἱουλιανά» τοῦ 1965 καί ὅσον ἀφορᾶ τήν Ἕνωση Κέντρου, ἡ ὁποία φάνηκε νά προσανατολίζεται πολύ διστακτικά πρός τήν μετατροπή της σέ σύγχρονο «κόμμα μαζῶν» –  δεδομένου ὅτι τά κόμματα, ὡς κόμματα, εἶχαν ἀνάγκη ἀπό ἕνα τέτοιο μετασχηματισμό, πού θά τούς ἐπέτρεπε νά συμμετάσχουν πραγματικά στήν ἄσκηση τῆς ἐξουσίας, ἐνῶ οἱ πολιτικοί, ὡς παράγοντες, δέν ἤθελαν κάτι τέτοιο γιατί τούς στεροῦσε τό «πλεονέκτημα» νά παραμείνουν παράγοντες. Προκειμένου γιά τήν «Ἀριστερά» , ἕνα κόμμα ἀποδεδειγμένης πιά νομιμοφροσύνης καί ἀθωότητας, μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ἦταν «κόμμα μαζῶν» κυρίως γιά τόν λόγο ὅτι οἱ κοινωνικές ὁμάδες πού τό στηρίζουν ἔχουν εὑρύτερα κοινωνικά αἰτήματα. Αὐτό φυσικά δέ σημαίνει ὅτι ἡ ὑποτυπώδης του λειτουργία δέν εἶχε ἕναν καθαρά ἐθιμοτυπικό χαρακτήρα. σημαίνει ἁπλῶς ὅτι ἡ ὁργάνωση τοῦ τύπου «κόμματος μαζῶν», ἀνταποκρίνεται στά βαθύτερα αἰτήματα τῆς σύγχρονης γραφειοκρατικοποιημένης κοινωνίας. Οἱ δυό ἄλλοι, οἱ κύριοι παράγοντες τῆς ἐξουσίας – τό Παλάτι καί οἱ Ἀμερικανοί = ἦταν κυριολεκτικά ἐμβόλιμοι : τό Παλάτι, γιατί ἡ παρουσία του ἀνταποκρίνεται στήν σκοτεινή προοπτική τῶν «προστατῶν» τῆς χώρας, νά ὑπάρχει ἕνα ἱσχυρό καί ἀκραῖα συντηρητικό θεσμικό ἔρεισμα, πού νά στηρίζεται στόν στρατό καί σέ οὐσιώδεις, ὅσον ἀφορᾶ τήν ρύθμιση τῆς λειτουργίας τοῦ καθεστῶτος, ἐξουσίες, ὥστε νά μπορεῖ νά ἐξουδετερώνει, ἐκ τῶν προτέρων ἄν εἶναι δυνατό, κάθε προσπάθεια τῶν πολιτικῶν δυνάμεων νά ἀποκτήσουν αὐθυπαρξία καί νά ἀσκήσουν ἀποφασιστικές ἐξουσίες. Ὅσο γιά τούς Ἀμερικανούς, πού ἀπό τό 1947 καί ἐδῶ, ἔχουν ἀντικαταστήσει τούς Ἐγγλέζους στό ρόλο τοῦ «προστάτη» τῆς χώρας, αὐτοί ὑποκαθιστοῦν τήν ἀνύπαρκτη κοινωνική βάση τῶν Ἀνακτόρων, ἀσκώντας τήν πολιτική τους ἐπιρροή πρός κάθε κατεύθυνση, ἐλέγχοντας ὑπό τό κάλυμμα τοῦ ΝΑΤΟ τόν ἑλληνικό στρατό καί χρησιμοποιώντας τήν στρατιωτική τους ἰσχύ – Ἕκτος ἀμερικανικός στόλος – σάν συνεχῆ ἀπειλή.

Τό συμπέρασμα στό ὁποῖο ὁδηγούμαστε εἶναι ὅτι ἡ ἑλληνική πολιτική ζωή ἔτεινε πρός μία κατεύθυνση : νά ἐξασφαλίζεται ἡ διαρκής ἐπιβίωση τοῦ κατεστημένου καί ἡ κυριαρχία του πάνω σέ κάθε κοινωνική δύναμη. Πρόκειται γιά μεταφορά στό ἐπίπεδο τῶν βαθύτερων πολιτικῶν διεργασιῶν, τοῦ προσκυνήματος πού ἐπέβαλλαν οἱ αὐθέντες τῆς Ἀνατολῆς, ὅταν προκειμένου νά μπεῖ κανέις στίς τεράστιες αἴθουσες τοῦ θρόνου ἔπρεπε νά περάσει ἀπό εἰσόδους, πού τό ὕψος τους δέν ξεπερνοῦσε τό ὕψος μικροῦ παιδιοῦ. Ἕνα δεύτερο συμπέρασμα εἶναι ὅτι τό κρίσιμο πολιτικό πρόβλημα πολύ ἀπέχει ἀπό τό «ἀγωνιῶδες» ἐρώτημα, πού ἔθεσαν πρῶτος ὁ Καραμανλῆς καί μετά ὁ Παπανδρέου, δηλ. τό «ποιός κυβερνάει τήν Ἑλλάδα;», διότι ὅποια καί νά εἶναι ἡ ἀπάντηση στό ἐρώτημα αὐτό, τά στεγανά κέντρα τῆς ἐξουσίας παραμένουν ἄθικτα καί μαζί τους μένει ἄθικτη ἡ θεσμική λειτουργία τοῦ καθεστῶτος. Ἕνα τρίτο, τέλος, συμπέρασμα εἶναι ὅτι καμιά προοπτική δέν μπορεῖ νά ἀποβλέπει σέ μιά μεταμόρφωση τῆς πολιτικῆς ζωῆς, ἐάν δέν ἔχει σάν ἀφετηρία καί σάν «τελική» ἐπιδίωξη τό ἱστορικό ὤριμο αἴτημα : ὅλη ἡ ἐξουσία στό λαό.
Ὁ πολιτικός ἑτεροκαθορισμός συνιστᾶ τήν κυρίαρχη δομή, πού χαράζει τά ὅρια καί χαρακτηρίζει τήν φύση τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομίας. Στό πλέγμα τῶν στρατιωτικῶν συμμαχιῶν καί τῆς ἐσωτερικῆς κατοχῆς, ἀντιστοιχεῖ μία οἰκονομία στατικα περιφερειακοῦ τύπου. Ἡ οἰκονομία μιᾶς ὑπό ἀνάπτυξη χώρας μπορεῖ νά εἶναι εἴτε δυναμικά εἴτε στατικά περιφερειακή. Στήν πρώτη περίπτωση, ἡ συγκεκριμένη χώρα συναντᾶ τά τεχνολογικά της πρότυπα στίς βιομηχανικά προηγμένες χῶρες ἀλλά τά ἐνσωματώνει στίς λειτουργικές της ἀπαιτήσει. στήν δεύτερη περίπτωση, οἱ ἀπαιτήσεις τῶν βιομηχανικά προηγμένων χωρῶν μέ τίς ὁποῖες συνδέεται ἡ χώρα αὐτή, καθορίζουν τό ποιές πρέπει νά εἶναι οἱ δικές της, δημιουργώντας ἔτσι μιά παθολογική λειτουργικότητα στήν οἰκονομία της. Οἱ συνέπειες εἶναι ἐξώφθλαμες : τό οἰκονομικό κέντρο ἀποσπᾶται καί μεταφέρεται ἔξω ἀπό τόν ζωτικό ἐθνικό χῶρο, ἡ οἰκονομία γίνεται ἀσπόνδυλη καί παραρτηματική, ἐνῶ ταυτόχρονα διευκολύνεται ἡ ἀντινομική συνύπαρξη προτεχνολογικῶν μέ τεχνολογικές δομές χωρίς νά κινδυνεύει τό σύστημα τῶν παραγωγικῶν σχέσεων καί φυσικά τό θεσμικό σύνολο, πού διατηρεῖ τήν συνοχή τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος.

Ὡς στατικά περιφερειακή, ἡ ἑλληνική οἰκονομία παρουσιάζει τά ἁκόλουθα εἰδικότερα χαρακτηριστικά : (α) ἡ ἀνάπτυξη τῶν παραγωγικῶν τομέων – γεωργία, βιομηχανία, ὑπηρεσίες, – εἶναι ἀπό τήν ἄποψη τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν, ἁργή, ἀνισόρροπη, ἀνομοιογενής καί ἀνορθολογική. Ἡ γεωργία περιορίζεται σέ ὁρισμένες ἰδιοφυεῖς καλλιέργειες (καπνός, σταφύλια, ἑληές κλπ.) καί στήν ἄκοπη ἀλλά ἀρνητική οἰκονομικά σιτοκαλλιέργεια. οἱ γεωργικοί κλῆροι εἶναι μικροί, ἔτσι ὥστε νά εἶναι ἀδύνατος ἕνας οὐσιαστικός ἐκμηχανισμός τῆς γεωργίας. οἱ συνέπειες μιᾶς μή ἐκμηχανισμένης γεωργίας εἶναι τό ὑψηλό παραγωγικό κόστος τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων, ἡ ἀδυναμία νά διατεθοῦν, ὁ μαρασμός τῆς ὑπαίθρου, καί ἡ ἐσωτερική καί ἐξωτερική μετανάστευση, δηλ. ἡ ἀπώλεια πολύτιμου ἐργατικοῦ δυναμικοῦ. Ὅσον ἀφορᾶ τήν βιομηχανία, βλέπουμε νά στρέφεται πρός τήν παραγωγή καταναλωτικῶν ἀγαθῶν γιατί ἐκεῖ παρέχεται ἡ δυνατότητα νά ἐπιτευχθεῖ χαμηλό σχετικά κόστος χωρίς νά ἀπαιτεῖται ὑψηλοῦ βαθμοῦ κεφαλαιϊκή συσσώρευση. ἀντίθετα, οἱ λίγες μονάδες βαρειᾶς βιομηχανίας, πού προϋποθέτουν ὑψηλή συγκέντρωση κεφαλαίου, ἄν ἐξαιρέσουμε τά ἔργα ὑποδομῆς πού κάνει τό κράτος, γίνονται βασικά εἴτε ἀπό τό διεθνοποιημένο ἑλληνικό κεφάλαιο, λ.χ. τά ναυπηγεῖα Νιάρχου, εἴτε ἀπό τό ξένο κεφάλαιο, λ.χ. Ἔσσο-Πάππας, εἴτε ἀπό κοινοπραξίες Ἑλλήνων καί ξένων κεφαλαιούχων, μέ στόχο κυρίως τήν διεθνῆ ἀγορά. Οἱ ὑπηρεσίες τέλος, ἀεροπορικές μεταφορές, σιδηρόδρομοι, τουριστικές ἐπιχειρήσεις κλπ., ἀποτελοῦν ἕνα τομέα, πού συγκεντρώνει τό ἐνδιαφέρον Ἑλλήνων καί ξένων μεγαλοεπιχειρηματιῶν, ὅπως ὁ Ὡνάσης, ὁ Ἀνδρεάδης, ἡ Δίττον. ὁ τομέας αὐτός στόν ὁποῖο περιλαμβάνονται καί οἱ «ὑπηρεσίες Ἐθνικῆς Ἀμύνης», δημιουργεῖ τό 48,5%  τοῦ ἑτήσιου ἀκαθάριστου συνολικοῦ προϊόντος, γεγονός πού τοῦ δίνει τήν ἀπόλυτη προτεραιότητα στά οἰκονομικά μεγέθη τῆς χώρας καί πού ὁφείλεται ὄχι μόνο στόν παραρτηματικό χαρακτήρα τῆς οἰκονομίας ἀλλά κυρίως στήν ἀνάπτυξη τῶν σύγχρονων καπιταλιστικῶν τάσεων, στίς διαρκῶς διευρυνόμενες στρατιωτικές ἀνάγκες καί στήν παθολογική μορφή, πού ἔχουν στήν Ἑλλάδα οἱ δημόσιες ὑπηρεσίες. (β) Ἡ οἰκονομική πολιτική τοῦ κράτους ἔχει πρωταρχικό της στόχο, τήν ἱκανοποίηση τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ – τά 40% τοῦ προϋπολογισμοῦ δημοσίων ἐξόδων διατίθεται γιά τήν «ἄμυνα» – , πρᾶγμα πού αὐτομάτως ἀποκλείει κάθε ἀνατπυξιακή προοπτική, ἐνῶ ταυτόχρονα ὁδηγεῖ στήν πολιτική «ἀνοικτῶν θυρῶν», ὡς πρός τούς ξένους καί τούς Ἕλληνες διεθνεῖς ἐπιχειρηματίες. Ὅπως, ὅμως, τό κράτος φροντίζει ὅσο μπορεῖ τόν στρατό, ἀναγνωρίζοντας σ’αὐτόν τόν φύλακα ἄγγελό του, ἔτσι καί ὁ στρατός μέ τή σειρά του ἐπιβάλλει στό κράτος τήν ἀνάγκη του νά ἐσυγχρονίζεται συνεχῶς – εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι τό Γενικό Ἐπιτελεῖο Στρατοῦ εἶχε πάντοτε τόν τελευταῖο λόγο σέ κάθε συζήτηση, πού σχετιζόταν μέ ὁποιαδήποτε δημόσια δαπάνη, ἡ ὁποία θά μποροῦσε νά θίξει τόν στρατιωτικό προϋπολογισμό. Πρόκειται μ’ἄλλα λόγια γιά σφιχταγκάλιασμα «ἀρχαϊκοῦ τύπου», πού ἡ νευρωτική του διαλεκτική συνίσταται στήν τάση τῶν δύο μερῶν νά «ταυτισθοῦν», μέσω τῶν διαδικασιῶν μιᾶς πραγματικῆς καί καθόλου φανταστικῆς κοινωνικῆς «ἐνδοβολῆς», τέτοιας πού τήν εἴδαμε νά σαρκώνεται στίς 21 Ἀπριλίου. (γ) Τά θεσμικά πλαίσια, πού ἐπιτρέπουν νά ὁργανώνεται μιά ὁρισμένη οἰκονομική συμπεριφορά καί πού ταυτόχρονα συνιστῶνται ἀπ’αὐτή εἶναι ἡ ἴδια ἡ βούληση τῶν κυρίαρχων παραγόντων τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς κοινωνικοποιημένη. Οἱ παράγοντες αὐτοί εἶναι : ἡ πολιτική ἐξουσία μέ τόν στρατό καί τίς συμμαχίες της καί τό διεθνές κεφάλαιο – εἴτε πρόκειται γιά τό ἑλληνικό μεγαλοεφοπλιστικό, χρηματιστικό καί ἐπιχειρηματικό κεφάλαιο, εἴτε πρόκειται γιά τό ξένο. Στούς κυρίαρχους οἰκονομικούς παράγοντες δέν εἶναι δυνατό νά ἐνταχθοῦν ἀξιόλογες ἰθαγενεῖς κεφαλαιϊκές μονάδες, ὅπως ἡ ΦΙΞ, γιατί αὐτές ἐξαρτῶνται ἀπό τίς πιστώσεις τῆς ἐκδοτικῆς τράπεζας, δηλ. τό κράτος, πού εἶναι σέ θέση ὁποτεδήποτε νά ἀποφασίσει τήν τύχη τους, ὅπως ἀποφάσισε τήν τύχη τῶν ἐπιχειρήσεων Μποδοσάκη ἡ κυβέρνηση Καραμανλῆ. Τέτοιες ἐπιχειρήσεις διαδραματίζουν πάντοτε ἕναν ὁρισμένο ρόλο, πού ὅμως ἀπό μόνος του δέν μπορεῖ ποτέ νά ὑπερβεῖ τά χαραγμένα ἀπό τούς κυρίαρχους παράγοντες ὅρια.

Στίς συνθῆκες αὐτές, ἡ οἰκονομική πλευρά τῆς ἑλληνικῆς ζωῆς συναντοῦσε συνεχῶς σκληρά διλλήματα. Οἱ ἐπιλογές, πού οἱ πραγματικές καταστάσεις τήν καλοῦσαν νά κάνει, ἐμπεριεῖχαν ὁλόκληρη τήν ἀλυσσίδα τῶν προβλημάτων, πού ἡ κοινωνία στό σύνολό της δημιουργοῦσε.  Ἡ χώρα ἔπρεπε νά βαδίσει πρός τήν οἰκονομική ἀνάπτυξη ἀλλά ἡ οἰκονομική ἀνάπτυξη ἔπρεπε νά ἀφήσει ἄθικτη τήν ἀποκλειστική κυριαρχία τῶν πολιτικῶν καί οἰκονομικῶν παραγόντων τῆς ἐξουσίας. εἶναι ὅμως δυνατό νά γίνει ποτέ οἰκονομική ἀνάπτυξη χωρίς θεσμικές μεταβολές πολιτικοῦ καί κοινωνικοῦ χαρακτήρα; Αὐτό ἦταν τό πρόβλημα πού ἔπρεπε νά λύσουν οἱ κυρίαρχοι παράγοντες τῆς ζωῆς τοῦ τόπου καί γύρω σ’αὐτό περιστρέφεται ἡ οἰκονομική πολιτική τῶν δικτατόρων. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ὅμως, ὑπῆρχαν κοινωνικές ὁμάδες πού ἐπείγονταν, πού ζητοῦσαν νά ἐφαρμοσθεῖ ἀναπτυξιακή πολιτική χωρίς ὡστόσο νά δίνουν στό αἴτημά τους τήν ἐλάχιστη κοινωνικοπολιτική προέκταση. ἦταν οἱ κοινωνικές ὁμάδες τῶν αὐτόχθονων ἐπιχειρηματιῶν, πού ὁρισμένοι κατατάσσουν στήν φανταστική γιά τήν Ἑλλάδα κατηγορία τῆς «ἐθνικῆς ἀστικῆς τάξης», ξεχνώντας ὅτι οἱ ὁμάδες αὐτές τό μόνο πού ζητοῦσαν ἦταν ὄχι νά φύγουν οἱ ξένοι καί τά στηρίγματά τους ἀπό τή χώρα ἀλλά νά δημιουργηθοῦν οἱ κατάλληλοι ὅροι, ὥστε νά μποροῦν καί οἱ δύο μαζί νά συνυπάρχουν καί νά συνεργάζονται. Ὑπῆρχαν, τέλος, τά λαϊκά στρώματα, ὁ κόσμος τῶν μισθωτῶν καί τῶν ἀγροτῶν, πού ζητοῦσαν ἀλλαγή, χωρίς νά μποροῦν νά ποῦν ποιά εἶναι αὐτή ἡ ἀλλαγή ἀλλά πού ἦταν ἔτοιμα πάντοτε νά ὑποστηρίξουν ἐκεῖνον πού θά εἶχε τήν ἱκανότητα καί τό κουράγιο νά τήν ὀνομάσει καί πού ἡ μακριά του ἀπουσία τά παρέδιδε κάθε φορά στόν χρεωκοπημένο παραδοσιακό πολιτικό κόσμο. Ἀπό τό πραγματικό δίλημμα, γνωρίζαμε μόνο τίς παραλλαγές τοῦ πρώτου σκέλους του. αὐτές οἱ παραλλαγές ἦταν : ὁ δρόμος τῶν ἀναπτυξιακῶν διαδικασιῶν τῆς νεοαποικιοκρατίας καί ὁ δρόμος τῆς ὁλοκληρωτικῆς, αὐταρχικῆς, πρωταρχικῆς συσσωρευτικῆς διαδικασιας. Τό δεύτερο σκέλος πού ἔμενε κρυμμένο στό σκοτάδι εἶναι ἡ σοσιαλιστική προοπτική.  μέ τήν προοπτική αὐτή ζητεῖται ἡ ἀπάντηση στό ἐρώτημα : πῶς μία χώρα σάν τήν Ἑλλάδα, μπορεῖ νά δημιουργήσει μία οἰκονομία τεχνολογικά ἐκσυγχρονισμένη καί ἀντίστοιχη πρός τίς κοινωνικές ἀνάγκες χωρίς νά μεσολαβήσει μία παρατεταμένη περίοδος ἐξαθλιωμένης καθημερινῆς ζωῆς καί μέσα σ’ἕνα θεσμικό πλαίσιο κοινωνικοῦ αὐτοκαθορισμοῦ; Τήν ἀπάντηση στό ἐρώτημα αὐτό θά τήν ἀναζητήσουμε στίς σελίδες πού θά ἀκολουθήσουν.
Ἡ κοινωνική ἐπικοινωνικότητα, ὁ βαθμός καί τό περιεχόμενο της, συνιστοῦν ἕνα τρίτο ἐπίπεδο, πού προσεγγίζοντάς το ἀποκτοῦμε μιά διαυγέστερη εἰκόνα τοῦ ἑλληνικοῦ προβλήματος. Μιλᾶμε γιά κοινωνική ἐπικοινωνικότητα, ὅταν ζητᾶμε νά ὑποδείξουμε τίς διαδικασίες μέσω τῶν ὁποίων ἡ κοινωνία ἀφήνεται νά τήν γνωρίσουν οἱ ὁμάδες καί τά ἄτομα πού συμπεριλαμβάνει ἤ ἀπλούστερα, ὁ βαθμός καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἕνα κοινωνικό σύνολο δημοσιοποιεῖται, ἐκθέτοντας τόν ἑαυτό του στά ὑποκείμενα πού τό συναποτελοῦν. Πρόκειται γιά ἕναν ἀπό τούς κρισιμότερους δεῖκτες, πού ἐπιβάλλεται νά ἐρευνήσει ὅποιος θέλει νά δεῖ τήν δημοκρατικότητα μιᾶς κοινωνίας ἤ ἀκόμη καί ἑνός κοινωνικοῦ σχηματισμοῦ, ὅπως λ.χ. τό πολιτικό κόμμα. Ἐπικοινωνῶ σημαίνει ξέρω καί ἐφ’ὅσον ξέρω, ὅτι μπορῶ νά συμμετέχω ἤ νά παρεμβαίνω ἄμεσα καί «ἐνσυνείδητα» στά δημόσια πράγματα, γιατί κανέις δέν θά ἔχει τήν δυνατότητα νά μέ ὑποκαταστήσει, ἐπικαλούμενος τήν «γνώση» του καί τήν «ἄγνοιά» μου. Μιά κοινωνία ἤ ἕνας κοινωνικός σχηματισμός λειτουργοῦν δημοκρατικά, στόν βαθμό πού τό περιεχόμενο τῶν γνώσεων καί ὁ τρόπος πού αὐτές μεταδίδονται καθιστοῦν τό σύνολο τῶν δεδομένων τους «δημόσια πράγματα».
Στήν Ἑλλάδα πού ὅπως εἴδαμε τά διαμερίσματα τῶν κέντρων ἐξουσίας ἦταν στεγανά διαχωρισμένα ἀπό τό πολύ μεγάλο τμῆμα τοῦ πληθυσμοῦ, εἶναι φυσικό ἡ κοινωνική ἐπικοινωνικότητα νά παρουσιάζεται ὑποτυπώδης. Ἡ γνώση, ὡς πληροφόρηση, διοχετευόταν κυρίως μέσω τῶν μονοπωλιακῶν συγκροτημάτων τύπου  – Λαμπράκης, Βλάχου -, συγκροτημάτων πού ὁ ρόλος τους στήν ἑλληνική πολιτική ζωή ὑπῆρξε πάντοτε ἀντιδραστικός. Ἡ γνώση, ὡς παιδεία, μεταδιδόταν μέσω ἑνός ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος ἀναχρονιστικοῦ καί ἀντιδημοκρατικοῦ. Τά μέσα μαζικῆς ἐπικοινωνίας χειραγωγοῦσαν τίς ἀντιδράσεις τῶν λαϊκῶν στρωμάτων, ἐνῶ ἡ ἐκπαίδευση ἐγγυώταν τήν στεγανότητα τῶν ἱεραρχημένων κοινωνικῶν διαμερισμάτων. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ὁ ἴδιος ὁ ἐκπαιδευτικός θεσμός ἦταν ἀδύνατο νά φωτιστεῖ στίς πιό καίριες ἀπό τίς σημασίες του, ὅταν ἡ κριτική ἐξαντλοῦσε τίς ἀναλύσεις της σέ δεδομένα, ὅπως ἐκεῖνο, τό πολύ σοβαρό εἶναι ἡ ἀλήθεια, τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἀπό τήν ἐκπαίδευση τῶν κατώτερων κοινωνικῶν τάξεων ἤ ἐκεῖνο τῶν ἀντιδραστικῶν της ἰδεολογικῶν προσανατολισμῶν, τήν στιγμή πού ἡ καρδιά τοῦ προβλήματος βρίσκεται ἀλλοῦ : συγκεκριμένα, στό ἐπίπεδο πού ἐπεδίωξε νά προσεγγίσει ἡ τυπικά δημοκρατική «μεταρρύθμιση» τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, πού ὑπό τήν σκέπη τῆς ἰδεολογίας τῶν «ἴσων εὐκαιριῶν» ἐπιχείρησε νά θεσμοποιήσει τήν κατακερματισμένη τεχνική γνώση, ὅπως τό ἀπαιτοῦσαν οἱ ἀνάγκες τῆς καταναλωτικοποιούμενης ἑλληνικῆς κοινωνίας. Εἴτε πρόκειται γιά τήν προγονολατρική ἐκπαίδευση τοῦ παρελθόντος, εἴτε πρόκειται γιά τήν ἐκπαίδευση τῶν «ἴσων εὐκαιριῶν» , τοῦ Παπανδρέου καί τῶν περί αὐτόν, εἴτε γιά τήν κατηχητική ἐκπαίδευση τοῦ Παττακοῦ, ὁ κοινός παρανομαστής εἶναι ἕνας : ἀντιδημοκρατική παιδεία. Ποιό εἶναι ὅμως τό νόημα τῶν «ἴσων εὐκαιριῶν», ὅταν τά ἐκπαιδευτικά αἰτήματα δέν ξεπηδοῦν ἀπό τίς ὁργανικές ἀνάγκες τοῦ κοινωνικοῦ χώρου ἀλλά καθορίζονται ἀπό τίς ἀπαιτήσεις τοῦ συστήματος; σέ ποιό βαθμό, μέ ἄλλα λόγια, τά ἄτομα πού συναντιῶνται στόν ἴδιο κοινωνικό ἤ παραγωγικό χῶρο, μποροῦν «ἐξ ἴσου» νά γονιμοποιήσουν τίς γνώσεις τους, ὅταν οἱ συνθῆκες στίς ὁποῖες σχηματίστηκαν, λ.χ. οἰκογένεια καί περιβάλλον ἀγροτικό ἤ ἐργατικό οἱ μέν, οἰκοένεια καί περιβάλλον μεσαίου ἤ ἀνώτερου ἀστικοῦ κοινωνικοῦ στρώματος οἱ ἄλλοι, εἶναι ἄνισες; κι’ἀκόμη πῶς μπορεῖ ἀπό μόνη της καί ἀνεξάρτητα ἀπό τήν θέση τῶν ἀτομων στήν ἱεραρχημένη κοινωνία, ἡ ἐκπαίδευση τῶν «ἴσων εὐκαιριῶν» νά δημιουργήσει ἄτομα ἱκανά νά ἀντιμετωπίσουν τά νέα δεδομένα, ὅπως ἔξαφνα ἡ τεχνολογική ἐξέλιξη, καί ὄχι νά τά ὑποστοῦν ; ψτά ἐρωτήματα αὐτά δέν τά ἔθεσαν ποτέ ἐκεῖνοι πού ἄμεσα ἤ ἔμμεσα διαχειρίζονταν τήν ἐξουσία στήν χώρα μας  ἡ ἀδυναμία τους δέν ἔχει νά κάνει οὔτε μέ κακές προθέσεις, οὔτε μέ καμία «κρίση ἡγεσίας», οὔτε μέ «ἀνωριμότητα τῶν συνθηκῶν». Ἡ ἀδυναμία τους εἶναι ἱστορική, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἡ «αὐτονόητη» ἀφετηρία τῆς συλλογιστικῆς τους παρέμενε ἀμετακίνητα μία : πῶς ἡ ἐκπαίδευση θά ὑπηρετεῖ ἕνα κοινωνικό σύνολο διαχωρισμένο σέ ἐκείνους πού ἀποφασίζουν ἐπειδή «ξέρουν» καί στούς ὑπόλοιπους, πού ἐκτελοῦν ἐπειδή «δέν ξέρουν» καί δέν γίνεται νά ξέρουν. Αὐτό τό «αὐτονόητο», πού εἶναι στό βάθος του τό αὐτονόητο τῆς λογικῆς τοῦ συστήματος, ἑνός συστήματος, πού ἡ πλαστικότητά του μπορεῖ νά χωρέσει κάθε παραλλαγή δικτατόρων, ἀπό τούς πιό αὐθεντικούς ὡς τούς ὁρκισμένους «ἐχθρούς» τους, αὐτό τό «αὐτονόητο» θά ἦταν γελοῖο ἄν δέν ἦταν τερατῶδες, ὅπως ἔδειξε ἡ 21 Ἀπριλίου . κι’ αὐτή ἀκριβῶς ἡ τερατωδία του εἶναι τό πραγματικό γεγονός, πού ἐπίμονα ὑποβάλλει τό αἴτημα ὄχι τῆς παιδείας τῶν «ἴσων εὐκαιριῶν» ἀλλά τῆς παιδείας τῆς κοινῆς κοινωνικῆς συνθήκης, ὄχι τό αἴτημα τῆς ὁποιασδήποτε «δημοκρατίας» ἀλλά ἐκεῖνο τῆς αὐτοκαθοριζόμενης κοινωνίας.
Τό τέταρτο καί τελευταῖο ἐπίπεδο, πού γιά λόγους συστηματικούς ἀπομονώσαμε, ἡ δομή τοῦ κοινωνικά διαμορφωμένου Ἐγώ στήν ἑλληνική κοινωνία, παρουσιάζει τόσα προβλήματα στήν διερεύνησή του, προβλήματα πού τό μέγεθος καί ἡ φύση τους βρίσκονται σέ καταφανῆ δυσαναλογία μέ τίς ὑποκειμενικές μας δυνατότητες, ὥστε νά περιοριζόμαστε ἁπλῶς σέ μιά γενική τοποθέτηση καί ὁρισμένες παρακινδυνευμένες ὑποθέσεις. Ἕνα τέτοιο «τόλμημα» βρίσκουμε πώς ἦταν ἀναγκαῖο γιά μόνο τόν λόγο ὅτι ἡ ὁπτική αὐτή, πού ἀναζητεῖ τίς ἴδιες τίς ἀνθρώπινες ἐπιθυμίες στούς ἄμεσους φορεῖς τους, μέχρι σήμερα δέν ἔχει βρεῖ τήν θέση της στήν Ἑλλάδα σέ καμιά προσπάθεια ἀπό ὅσες σκόπευαν τόν ἐξανθρωπισμό τῆς ζωῆς.

Οἱ ἄνθρωποι ἐπιβιώνουν ὁργανώνοντας τήν ζωή τους μαζί μέ ἄλλους σέ κοινωνικές ὁμάδες. Ἡ ὁργάνωση τῆς κοινωνικῆς ὁμάδας, δηλ. ἡ ὁργάνωση τῶν διανθρωπίνων σχέσεων, στρέφεται ἀπό τήν μία πλευρά πρός τήν κατεύθυνση νά ὑπάρξουν τρόποι γιά νά προσεγγιστεῖ ὁ ἐξωτερικός κόσμος, ὥστε νά ἐπιτευχτεῖ ἡ φυσική διατήρηση – λ.χ. οἰκονομία – καί ἀπό τήν ἄλλη πλευρά πρός τήν κατεύθυνση νά βρεθοῦν οἱ μέθοδοι μέ τίς ὁποῖες θά διατηρεῖται ἡ συνοχή τῆς κοινωνικῆς ὁμάδας μέ τό νά διαμορφώνονται κατάλληλα τά ἄτομα. Ὅπου βλέπουμε νά ὑπάρχουν καί νά μεταδίδονται αὐτές οἱ δραστηριότητες, ἐκεῖ ἔχουμε ἕνα πολιτισμό. Τά μέσα πού χρησιμοποιεῖ μιά κοινωνία γιά νά διατηρήσει τήν ἰσορροπία καί τήν συνέχειά της, δηλ. τόν πολιτισμό της εἶναι οἱ θεσμοί. Ἕνας θεσμός εἶναι ἕνας «καθορισμένος καί διαρκής τρόπος νά σκέφτεται καί νά συμπεριφέρεται μιά ὁμάδα ἀτόμων», μιά κοινωνία. Ὁ τρόπος αὐτός, πού εἶναι κοινά ἀποδεκτός καί πού ἡ παραβίασή του συνιστᾶ ἕναν ἀτομικό ἤ κοινωνικό «ἐκτροχιασμό», ἔχει σάν θεμελιακό του χαρακτηριστικό ὅτι τό ἄτομο δέν μπορεῖ νά τόν γνωρίσει παρά μόνο μέσα ἀπό τά ἄλλα ἄτομα, γιατί μόνο αὐτό εἶναι ὁ ἄμεσος φορέας του, τό ἐργαλεῖο πού ἡ μεσολάβησή του τόν διατηρεῖ καί τόν μεταδίδει. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ φυσιογνωμία ἑνός πολιτισμικοῦ συνόλου μᾶς δίνεται σέ ἔσχατη ἀνάλυση ἀπό τίς «εἰκόνες, πού κυριαρχοῦν στήν κλίμακα τῶν ἀπαντήσεων, τίς ὁποῖες δίνει τό ἄτομο στά αἰτήματά του δημιουργώντας αὐτόν ἤ ἐκεῖνον τόν θεσμό, ὁ ὁποῖος πάλι μέ τήν σειρά του ἔρχεται νά παρέμβει στήν ἐνεργό κοινωνική ζωή». Αὐτές οἱ εἰκονες εἶναι τό σύνολο τῶν ἐκλογικεύσεων καί τῶν δραστηριοτήτων, ὅπως ἐκφράζονται στήν συμπεριφορά, τῆς ὁποίας ἡ δομή ὀνομάζεται : δομή τοῦ κοινωνικοῦ Ἐγώ. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος, γιά τόν ὁποῖο τό ἄτομο εἶναι ἀδύνατο νά μελετηθεῖ ἀνεξάρτητα ἀπό τούς θεσμούς ἀλλά καί οἱ θεσμοί νά κατανοηθοῦν σάν ἐξωανθρώπινη δημιουργία, ὅπως ἐπίσης εἶναι ὁ λόγος, πού ἡ δομή τοῦ κοινωνικοῦ Ἐγώ διακρίνεται ἀπό τόν ἀνθρώπινο χαρακτήρα  – ὁ χαρακτήρας εἶναι ἁπλῶς μιά προσωπική παραλλαγή της – ἀλλά ἀκόμη καί ἀπό τό «Ἐγώ», τό «Ἐκεῖνο» καί τό «ὑπέρ- Ἐγώ» τῆς ψυχολογίας τοῦ βάθους. τό κοινωνικό Ἐγώ, στό ὁποῖο ἀναφερόμαστε, εἶναι τό σύνολο τῶν διαδικασιῶν προσαρμογῆς, ὅπως τίς ἀντιλαμβάνεται τό ἄτομο, ὡς μέλος τῆς κοινωνικῆς ὁμάδας. Ἐάν ὅμως στόν θεσμό ἀναγνωρίζουμε τόν τρόπο, πού τά ἄτομα μιᾶς ὁμάδας σκέφτονται καί συμπεριφέρονται, αὐτός ὁ τρόπος ἐκδηλώνεται σέ δύο ἐπίπεδα :  σάν πρωτογενής θεσμός, ὅταν πρόκειται γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν θεμελιακῶν προβλημάτων τῆς προσαρμογῆς, πού τό φυσικό περιβάλλον καί ὁρισμένες ἀπαιτήσεις τῆς ὁμάδας ἐπιβάλλουν, ὅπως ἡ διατήρηση ἤ ἡ ἀναπαραγωγή, καί σάν δευτερογενής θεσμός, ὅταν εἶναι προϊόν τῶν καταστάσεων καί τῶν ἀντιλήψεων, πού δημιουργήθηκαν ἀπό τίς πρωτογενεῖς θεσμικές ἀντιμετωπίσεις, ὅπως οἱ κοινωνικές τάξεις, τό πολιτικό καθεστώς, τό οἰκονομικό σύστημα, ἡ ἐκπαίδευση κοκ. Καί οἱ πρωτογενεῖς καί οἱ δευτερογενεῖς θεσμοί εἶναι παραλλαγές τῆς αὐτῆς δομῆς τοῦ κοινωνικοῦ Ἐγώ. καί οἱ πρωτογενεῖς καί οἱ δευτερογενεῖς θεσμοί ὁποιουδήποτε πολιτισμικοῦ συνόλου καί ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἀπάντηση πού μεταφέρουν, ἀναφέρονται ὁπωσδήποτε : σέ μιά ὁρισμένη μορφή πού παίρνει ἡ ὁργάνωση τῆς οἰκογένειας, σέ μιά δευτερεύουσα ὁμάδα, σέ μιά εὑρύτερη ὁμάδα, ὅπως ἡ τάξη, στίς μεθόδους μέ τίς ὁποῖες ὁ ἐξωτερικός κόσμος χρησιμοποιεῖται γιά τήν ἐπιβίωση, στά συστήματα πειθαρχίας, στά συστήματα ἐλέγχου τῆς ἐπιθετικότητας, στά συστήματα συνοχῆς καί στά συστήματα τῶν σκοπῶν γιά τήν ἐκπλήρωση τῶν ὁποίων μία κοινωνία θεωρεῖ ὅτι ὁφείλει νά ὑπάρχει. Τά θεσμικά αὐτά σημεῖα ἀναφορᾶς, πού τά συναντοῦμε σέ κάθε κοινωνικό σύνολο, οὔτε μεταφέρουν τίς ἴδιες ἀπαντήσεις, οὔτε συνιστοῦν τό σύνολο τῶν θεσμικῶν συστημάτων. ἁπλῶς εἶναι ἡ πρώτη ὕλη, μέ τήν ὁποία κάθε πολιτισμός ὑφαίνει τό δίχτυ τῶν θεσμῶν του. Ἡ χρησιμότητα τῶν παρατηρήσεων αὐτῶν – ἄν τίς δοῦμε ὄχι καθαυτές ἀλά σάν περίγραμμα ἑνός ἐπιστημονικοῦ πεδίου, πού προσφέρεται σάν μέθοδος φωτισμοῦ – γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ ἑλληνικοῦ προβλήματος εἶναι τριπλῆ : μποροῦμε νά ἐπιχειρήσουμε μία ἑρμηνευτική σέ ὅλα πιά τά κοινωνικά ἐπίπεδα. οἱ ἐπιλογές τῶν μεθόδων μας γίνονται ἐπιτυχέστερες τό αἴτημα τοῦ κοινωνικοῦ μετασχηματισμοῦ μπορεῖ νά βρίσκει τήν διατύπωσή του στις κουβέντες τῆς καθημερινῆς ζωῆς, δηλ. νά ἀνταποκρίνεται στίς βαθύτερες ἐπιθυμίες τῶν ἀνθρώπων, πού ζοῦν τώρα στήν Ἑλλάδα καί πού θέλουν οἱ ἴδιοι καί ὄχι κάποιοι μακρινοί τους ἀπόγονοι νά μποροῦν νά γευτοῦν τούς καρπούς μιᾶς καινούργιας κοινωνίας.
Ἄς πάρουμε γιά παράδειγμα μιά διαπίστωσή μας, ὅταν ἐξετάζαμε τό ἑλληνικό πολιτικό πρόβλημα : ὅτι οἱ κοινωνικές ὁμάδες ἔβλεπαν στά κόμματα τούς ὁργανισμούς, οἱ ὁποῖοι ἦταν σέ θέση νά μεσολαβοῦν μεταξύ αὐτῶν καί τοῦ κράτους – τῆς ἐξουσίας – γιά νά ἰκανοποιηθεῖ κάποιο τους αἴτημα καί ὄχι τήν πολιτικά ὁργανωμένη ἔκφραση αὐτῶν τῶν ἴδιων, γεγονός πού εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τά κόμματα συμπραττόντων τοπικῶν κυρίως παραγόντων, πού δέν ἐπέτρεπε τήν μετατροπή τους σέ «κόμματα μαζῶν», πού εὐνοοῦσε τήν στεγανοποίηση τῶν κέντρων ἐξουσίας καί πού ὁλοκλήρωνε τόν ἑτεροκαθορισμό τῆς κοινωνίας. Τό νά περιορίσουμε τήν κριτική μας στήν καταγγελία τοῦ ἰμπεριαλισμοῦ δέν ἀρκεῖ. πρέπει ἐπίσης νά ἀναζητήσουμε σ’αὐτή τήν σχέση ἑτερονομίας, ποιό εἶναι τό στοιχεῖο της, πού ἔδινε μιά ἱκανοποίηση σέ ὅλους ὅσους τήν ζοῦσαν, ἱκανοποίηση ἀπό εὐχαρίστηση ἤ ἱκανοποίηση ἀπό πόνο. Θά μποροῦσε, βέβαια, νά παρατηρήσει κάποιος ὅτι τό φαινόμενο ἔχει τίς ρίζες του στήν τουρκοκρατία, ὅπου τό καθεστώς τῶν «προνομίων» δημιούργησε ἕνα στρῶμα μεσολαβητῶν μεταξύ λαοῦ καί κατακτητῆ, πρᾶγμα πού μεταφέρθηκε στήν ἀπελευθερωμένη Ἑλλάδα. Ἡ παρατήρηση αὐτή εἶναι ὁρθή. τίθεται ὅμως τό ἐρώτημα : πῶς ἡ σχέση ὑποταγῆς μπόρεσε νά διατηρηθεῖ ἀφ’ὅτου ὁ κατακτητής ἔπαψε νά ὑπάρχει, δεδομένου ὅτι οἱ Τοῦρκοι διώχτηκαν ἀλλά ἡ ἐξάρτηση τῆς χώρας συνεχίστηκε. μά ἐάν αὐτό τό γεγονός εἶναι  πραγματικό, τότε πῶς ἐξηγεῖται τό ὅτι ἡ ἐπανάσταση κατά τῶν Τούρκων δέν συνεχίστηκε καί κατά τῶν νέων κυρίων ἤ καλύτερα, πῶς οἱ Ἕλληνες τήν ὥρα πού πολεμοῦσαν τούς Τούρκους ἔβαζαν οἱ ἴδιοι στό κεφάλι τους ἄλλα ἀφεντικά; Ἐκτός ἀπό τούς ποικίλους παράγοντες στούς ὁποίους θά μπορούσαμε νά ἀνατρέξουμε, ὑπάρχει καί ἐκεῖνος τοῦ κοινωνικά διαμορφωμένου Ἐγώ. Σύμφωνα μέ τήν θεωρία τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ κοινωνικοῦ Ἐγώ, τό φαινόμενο πού μᾶς παρουσιάζεται εἶναι βασικά μιά «σχέση ἐξαρτήσεως». Ἐξάρτηση ὁνομάζουμε τήν θεμελιακή στάση τοῦ Ἐγώ, ἀναγκαία γιά τήν ἐπιβίωση, πού ἀνταποκρίνεται σέ ἕνα αἴσθημα  ἀπόλυτης ἀδυναμίας ὑπό τήν ἐπήρεια τοῦ ὁποίου τό ὑποκείμενο, «ἀποσυνθέτοντας στήν σκέψη του τήν πράξη του», ἀποδίδει σ’ἐκεῖνον ἀπό τόν ὁποῖο ἐξαρτᾶται ἐξαιρετικές ἰδιότητες καί κυρίως τήν ἱκανότητα νά πραγματοποιεῖ ὅ,τιδήποτε φαίνεται γιά τό ἴδιο ἀδύνατο. Ἡ στάση αὐτή, πού παίζει σπουδαῖο ρόλο σ’ὁλόκληρη τή ζωή τοῦ ἀτόμου, ἔχει τήν προέλευσή της σέ ἕνα βιολογικό αἴτημα τό ὁποῖο παρουσιάζεται κιόλας ἀπό τή γέννηση – ἐξάρτηση ἀπό τήν τροφή τῆς μητέρας – καί πού ἡ παρουσία του εἶναι ἐπίμονη καθ’ὅλη τήν περίοδο τῆς διαμορφώσεώς του. Κανείς δέν ἐξαλείφει ἀπό μέσα του κάθε τάση πρός ἐξάρτηση, αὐτό ἄλλωστε δέν εἶναι τό πρόβλημα, ὑπάρχουν ὅμως πολλά ἄτομα νευρωτικοῦ χαρακτήρα, στά ὁποῖα ἡ τάση αὐτή, ἐδῶ βρίσκεται τό πρόβλημα, μεταβάλλεται στήν προέχουσα τεχνική τῆς προσαρμογῆς τους. Ἡ βιολογική καί μόνο καταβολή τοῦ φαινομένου δείχνει ὅτι οἱ ἀνθρώπινες ἀντιδράσεις δέν εἶναι ἔμφυτες ἀλλά ἐπίκτητες, πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι τά «ἔνστικτα δημιουργοῦν τήν ὁρμή ἀλλά δέν ὑποβάλλουν καί τήν συμπεριφορά, πού θά ὁδηγοῦσε στήν ἱκανοποίησή τους». Τήν συμπεριφορά ἀναλαμβάνουν νά τήν διαμορφώσουν οἱ θεσμικές λειτουργίες, ὅπως τά συστήματα πειθαρχίας, τό σχολεῖο, ἡ θρησκεία, οἱ κοινωνικές ἀξίες καί πρότυπα καί κάθε ἄλλη ἀνάλογη μορφή μέσα ἀπό τήν ὁποία ἐκφράζεται καί ἐπιβάλλεται ἄμεσα ἤ ἔμμεσα ἕνα κοινωνικό θεσμικό σύστημα καί ὄχι ἁπλῶς ἕνα καθεστώς. Τό πρόβλημά μας λοιπόν συγκεντρώνεται στό ἐρώτημα : πῶς ἡ ἀτομική σχέση ἐξαρτήσεως μπορεῖ νά μετατραπεῖ σέ κοινωνικό φαινόμενο; Ἡ σχέση ἐξαρτήσεως κοινωνικοποιεῖται ὄχι ὑπό ἀθροιστική ἔννοια – ἐπειδή δηλ. μέ τό νά ὑπόκεινται τά ἄτομα μιᾶς κοινωνίας σέ μιά τέτοια σχέση, ἡ κοινωνία αὐτομάτως τήν ζεῖ – ἀλλά ὑπό τήν ἔννοια ὅτι ἡ ἴδια ἡ σχέση εἶναι δημιούργημα μιᾶς ἤδη θεσμοποιημένης συμπεριφορᾶς, ἑνός ὁρισμένου συστηματος ἀπαντήσεων, πού ἐπιβιώνει ἐπιβάλλοντας τόν ἑαυτό του στόν ἔνστικτο, τό ὁποῖο ζητάει νά ἱκανοποιήσει τήν ὁρμή του. Ἡ τάση τοῦ παιδιοῦ πρός τόν αὐτοερωτισμό εἶναι στάση φυσική. ἡ ἀπαγορευτική στάση τῶν γονέων εἶναι στάση θεσμοποιημένη. ὁ τραυματισμός πού ἐπέρχεται – καί μέ τραυματισμό δέν ἐννοοῦμε τήν ἀπαγόρευση, ὡς γεγονός, ἀλλά τήν φανταστική διάσταση πού παίρνει αὐτό τό γεγονός στήν ἀντίληψη τοῦ παιδιοῦ – εἶναι προϊόν μιᾶς κοινωνικά διαμορφωμένης συμπεριφορᾶς. Ὅταν, μέ ἄλλα λόγια, ἡ δομή τοῦ ἀτομικοῦ Ἐγώ συναντᾶ στόν κόσμο τῶν θεσμῶν τήν ἐπανάληψη σέ ἕνα ἀλλο ἐπίπεδο τῆς πρωταρχικῆς στέρησης καί τῆς καταπίεσης, τότε ἐπενδύει στό κοινωνικό Ἐγώ, δηλ. στήν δομή τῆς συμπεριφορᾶς τό νευρωτικό του πεδίο. Τό νευρωτικό ὑπόστρωμα εἶναι κάτι τό κοινό σέ ὅλους μας .  τήν νεύρωση ὅμως τήν συναντοῦμε, ὡς «παθολογία» , σέ ὁρισμένα ἄτομα. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, οἱ θεσμοί, ἀνάλογα μέ τό ἄν εἶναι καταπιεστικοί ἤ ὄχι, συνιστοῦν τό ὑγιεινό ἤ ἀνθυγιεινό κλῖμα μέσα στό ὁποῖο ἀναπτύσσεται ἤ φθείρεται ἕνας ὁργανισμός . ἐπειδή , ὅμως, ἡ νεύρωση παίρνει τήν συμβολική της ἀπό τόν δοσμένο κόσμο, γι’αὐτό καί ἡ νευρωτική συμπεριφορά ἀναφέρεται ἤ ἐπενδύεται στίς πραγματικές σχέσεις. Ὅταν λοιπόν τετρακόσια χρόνια σκλαβιᾶς διαμορφώνουν μιά ὁρισμένη συμπεριφορά, ἡ συμπεριφορά αὐτή εἶναι ἀδύνατο νά ἀρθεῖ, ἐφ’ὅσον τά θεσμικά δεδομένα – ὁργάνωση τῆς οἰκογένειας, συστήματα πειθαρχίας, καταπιεστική ἐκπαίδευση, καταπιεστικές οἰκονομικές συνθῆκες κοκ. – δέν μεταβάλλουν τήν φύση τους ἡ μόνη διαφορά εἶναι ὅτι ἡ ἀπεριόριστη πλαστικότητα τοῦ νευρωτικοῦ συμβολισμοῦ παίρνει τώρα τό ὑλικό της ἀπό τίς νέες μορφές, μέ τίς ὁποῖες δίνονται οἱ νέες καταπιεστικές σχέσεις . ἡ τουρκική ἐξουσία παραχωρεῖ τήν θέση της στίς νέες κρατικές ἀρχές, οἱ μεσολαβητές προεστοί ὑποκαθίστανται ἀπό τόν μεσολαβητή βουλευτή κοκ.

Τό συμπέρασμα στό ὁποῖο ὁδηγούμαστε εἶναι πώς εἴτε πρόκειται γιά ἕνα κοινωνικό σύνολο, εἴτε πρόκειται γιά μιά κοινωνική ὁμάδα, ὁποιαδήποτε ριζοσπαστική προοπτική εἶναι καταδικασμένη, ἐάν δέν φέρνει ἀπό τήν πρώτη στιγμή μαζί της ἕνα θεσμικό σύστημα, πού νά ἐπιτρέπει στό κοινωνικό Ἐγώ νά συναντᾶ καί να μεταφέρει ἕναν κόσμο ἀπό σημασίες, μέσα ἀπό τίς ὁποῖες τό ἴδιο ἀπελευθερώνεται, ἀπονευρωτικοποιεῖται. Ἕνα κόμμα λ.χ. εἶναι ἀδύνατο νά καταργήσει ἕνα ἱεραρχημένο κοινωνικό σύνολο, ὅταν τό ἴδιο εἶναι ὁργανωμένο ἱεραρχικά  ἐκεῖνο πού μπορεῖ, εἶναι νά ἀντικαταστήσει τίς παλιές δομές τῆς ἱεραρχίας ἐπιβάλλοντας τίς δικές του, νά ἀφήσει δηλ. τήν οὐσία τῆς ἱεραρχίας ἀνέπαφη.
Ὁ δρόμος πού περάσαμε μᾶς φέρνει σ’ἕνα σημεῖο ἀπ’ὅπου εἴμαστε πιά σέ θέση νά ἀναζητήσουμε τήν βαθύτερη σημασία τοῦ πραξικοπήματος τῆς 21 Ἀπριλίου καί τῆς δικτατορίας πού ἐγκατέστησε χωρίς νά καταφεύγουμε σέ «πολιτικές ἐκτιμήσεις» ἤ σέ τυπολογίες τοῦ φασισμοῦ, πού ἀνοίγουν δρόμους γιά καινούργια ἀδιέξοδα. Ἐάν τά ὅσα προηγήθηκαν ἔχουν κάποιο νόημα αὐτό ἔγκειται στό ὅτι ζητήθηκε ἡ ἱστορική διάσταση τοῦ σημερινοῦ ἑλληνικοῦ φασισμοῦ, δηλ. τό πεδίο πάνω στό ὁποῖο παίζουν οἱ κοινωνικές δυνάμεις, ἡ ἴδια μ’ἄλλα λόγια ἡ οὐσία αὐτοῦ πού καθορίζει τό παιχνίδι τους καί ὄχι ἡ φωτογραφική τους ἀπόδοση, ὅπως θά’θελαν οἱ ἐπαγγελματίες πολιτικοί, ἐπειδή μόνο ἔτσι μποροῦν νά ἐπιβιώνουν. Ὑπ’αὐτή τήν ἔννοια, ἡ δικτατορία τῆς 21 Ἀπριλίου ὑπῆρξε ἡ «λύση» , πού μέσω μιᾶς ὁλοκληρωτικῆς, τρομοκρατικῆς, στρατοκρατικῆς ἐξουσίας, σκοπεύει νά ὁδηγήσει τή χώρα, χωρίς κινδύνους γιά τίς κυρίαρχες δομές τῆς ἐξουσίας, στήν καταναλωτικοποίηση, τέτοια πού τήν περιγράψαμε, μέ τήν διαφορά ὅτι στήν περίπτωσή μας, οἱ θεσμοί-γέφυρες ἐκ τῶν ἄνω, ὅπως ἡ βασιλεία, πού μέχρι τώρα χρησιμοποιοῦσαν οἱ Ἀμερικανοί, θά συμπληρωθοῦν – στήν οὐσία θά ὑποκατασταθοῦν μέ ὁργανικούς δεσμούς. Οἱ δεσμοί αὐτοί εἶναι ἡ δημιουργία καί ἐγκατάσταση στήν Ἑλλάδα «θυγατέρων ἑταιρειῶν» τῶν μεγάλων διεθνῶν οἰκονομικῶν συγκροτημάτων, ἡ συγκεντροποίηση τοῦ κεφαλαίου στήν ἐσωτερική ἀγορά, ἡ ἀνάπτυξη τῶν διαδικασιῶν τῆς καταναλωτικῆς οἰκονομίας καί ἡ ὁριστική μετάθεση στήν Εὐρώπη καί τήν Ἀμερική, τοῦ ἀναπνευστικοῦ συστήματος τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομίας. Ἔτσι ἡ μέχρι τώρα μηχανική ἐξάρτηση ἀποκτᾶ λειτουργικό χαρακτήρα καί ἡ ζωτική αὐτή ἀπό στρατιωτικοπολιτική ἄποψη γωνιά τῆς νοτιοανατολικῆς Εὐρώπης ἐξασφαλίζεται. Μέ ἄλλα λόγια, τό ἑλληνικό πρόβλημα μετά τίς 21 Ἀπριλίου, μεταφέρεται ἐντελῶς ἄμεσα στά ἐπίπεδα τῆς πολιτικῆς τῶν δύο «ὑπέρ-μεγάλων», πού ἐπιδιώκει τήν «ἀποβιετναμικοποίηση» τοῦ κόσμου, πού θέλει δηλ. νά ἀποφύγει τήν ἔνταση στούς κόλπους τοῦ συστήματος. Τό ἐρώτημα πού τίθεται συνεπῶς εἶναι : ὑπ’αὐτές τίς συνθῆκες, ποιά μπορεῖ νά εἶναι ἡ ἱστορική καί πολιτική προοπτική κάτω ἀπό τήν ὁποία θά στεγαστεῖ μιά οὐσιαστική προσπάθεια ἀλλαγῆς στήν Ἑλλάδα;

Τό ἑλληνικό δίλημμα : παλινόρθωση ἤ ἐπανάσταση;

Εἶναι δυνατό νά σκεφθοῦμε στήν χώρα μας τήν ἀλλαγή μέ δυό τρόπους : σάν παλινόρθωση τοῦ καθεστῶτος πού ἀνατράπηκε ἀπό τήν δικτατορία – ἤ μιᾶς βελτιωμένης ἔκδοσής του – αὐτό πού πολλοί ὀνομάζουν «ἀποκατάσταση τῆς Δημοκρατίας», εἴτε σάν διαδικασία ἐπαναστατικοῦ προσανατολισμοῦ, πού ἀναπτύσσεται ταυτόχρονα σέ τρία ἐπίπεδα :  νά καταλύσει τό φασιστικό καθεστώς, νά καταστρέψει τίς συνθῆκες πού τό δημιούργησαν καί τό διατηροῦν, νά οἰκοδομήσει μιά καινούργια κοινωνία. Πῶς μπορεῖ ὅμως στίς σημερινές συνθῆκες νά τίθεται τό δίλημμα : παλινόρθωση ἤ ἐπανάσταση; Ποιά βαθύτερη ἀντίληψη, ποιά λογική, κρύβεται πίσω ἀπό τούς πολιτικο-κοινωνικούς προσανατολισμούς, πού δέχονται καί προβάλλουν ἀντιστοίχως τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο ἀπό τούς δυό ὅρους τοῦ διλήμματος; Τό κρίσιμο σημεῖο, στό ὁποῖο καί οἱ δυό τάσεις βρίσκουν τήν θεμελίωσή τους θά πρέπει νά τό ἀναζητήσουμε στόν τρόπο, πού θεωρεῖται ἡ σχέση τῶν προηγουμένων ἐπιπέδων :εἶναι τά τρία ἐπίπεδα αὐτοτελεῖς διαδικασίες, αὐτόνομες μεταξύ τους καί πλήρεις καθεαυτές ἤ ἀντίθετα πρόκειται γιά τρεῖς στιγμές μιᾶς καί τῆς αὐτῆς ὁλότητας; Ἐάν συμβαίνει τό πρῶτο, ἡ δικτατορία εἶναι ἕνα «γεγονός» ἀνεξάρτητο ἀπό τούς ὅρους τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἱστορικά καί τυπολογικά ἀχαρακτήριστο καί ἀπροσδιόριστο, ἕνα «πολιτικό συμβάν», μέ τήν στενή ἔννοια τοῦ ὅρου, πού ἐπιδέχεται «καθαρές» πολιτικές λύσεις, ὅπως ἡ «ἐπάνοδοςστό σύνταγμα τοῦ 1952» ἤ ἕνα «Πατριωτικό Μέτωπο», πού νά ἀγκαλιάζει τίς ἡγεσίες τοῦ παλιοῦ καί χρεωκοπημένου πολιτικοῦ κόσμου σέ ἕνα «ἑλάχιστο κοινό πρόγραμμα». Ἡ στάση αὐτή εἶναι προϊόν τῆς ἀναγωγῆς τοῦ ἐπί μέρους σέ ὁλότητα, δηλ. ἀναγωγῆς τῆς δικτατορίας, σέ αὐτόνομη μή-ἱστορική διάσταση, ἡ ὁποία ἀντιπαρατίθεται σέ ἄλλα «αὐτόνομα» μεγέθη, ὅπως τό πολιτικό καθεστώς πού καταργήθηκε καί πού μή ἔχοντας καμία ὁργανική, ἐσωτερική συνάφεια μεταξύ τους, ἀποτελοῦν ἁπλῶς «κακῶς κείμενα». Ἐάν ὅμως πρόκειται γιά κάτι τέτοιο, ἡ πολιτική κατεύθυνση καί πρακτική, πού θέλει νά ἐξοβελίσει τά «κακῶς κείμενα» , δέν μπορεῖ παρά νά τείνει ἀποκλειστικά νά τά «ἐκλογικεύσει», δεδομένου ὅτι ὁ κοινωνικός ὁργανισμός εἶναι σύμφωνα μέ τίς ἀντιλήψεις της ὑγιής ἤ τουλάχιστον μπορεῖ δυνάμει νά αὐτομεταβληθεῖ σέ τέτοιον. Στήν ἀντίθετη περίπτωση, ἐάν δηλ. θεωροῦμε τά τρία αὐτά ἐπίπεδα σάν τρεῖς στιγμές μιᾶς καί τῆς αὐτῆς ὁλότητας, τότε τό πολιτικό αἴτημα κοινωνικοποιεῖται καί ἐξιστορικεύεται ἄμεσα, γιατί ἡ κατάλυση τοῦ φασιστικοῦ καθεστῶτος στήν Ἑλλάδα παίρνει τήν σημασία νά ἐξουδετερωθοῦν καί νά ἀνατραποῦν ταυτόχρονα οἱ ὅροι πού τό δημιούργησαν καί πού μποροῦν πάντα ἐφ’ὅσον ὑφίστανται νά τό δημιουργοῦν καί νά τό ἀναπαράγουν – ἕνας τέτοιος ὅρος εἶναι καίτ ό σύνταγμα τοῦ 1952 – , καί αὐτό μέ τήν σειρά του μπορεῖ νά πραγματοποιηθεῖ, μόνο ἄν ταυτόχρονα πάλι μποῦν τά θεμέλια μιᾶς καινούργιας κοινωνίας.

Οἱ δυό ἀντιλήψεις, πού διαμορφώνουν τίς ἀντίστοιχες πολιτικές κατευθύνσεις εἶναι λοιπόν ἐκείη τῶν μερικοτήτων, πού στήν καλύτερη περίπτωση ἁπλῶς ἀθροίζονται καί ἐκείνη τῆς ὁλότητας, πού οἱ στιγμές της ἀποτελοῦν στήν ἀντικειμενικότητά τους, τά προϊόντα μιᾶς καθορισμένης ἱστορικῆς διαδικασίας. Ἀνάγοντας τήν συγκεκριμένη ὁλότητα σέ θεμελιακή κατηγορία τῆς πραγματικότητας, δημιουργοῦμε τό πλαίσιο πού ἐνσωματώνει και ὑψώνει στό ἐπίπεδο τοῦ ἱστορικοῦ ἀπομονωμένες κατηγορίες, πού αἰῶνες τώρα ἦταν ἀδύνατο νά ὑπερβαθοῦν, ὅπως λ.χ. ὑποκείμενο-ἀντικείμενο, θεωρία-πράξη, πραγματικότητα-συνείδηση κοκ., ἐπειδή μᾶς ἦταν ἀόρατα σάν στοιχεῖα τοῦ ἱστορικοῦ – τά βλέπαμε ἁπλῶς σάν καθεαυτά – καί συνεπῶς δέν μπορούσαμε νά τούς προσδωσουμε ἕνα νόημα αἰχμαλωτισμένοι ἀπό τίς ἰδιότητές τους, ἤ διαφορετικά δέν τίς διαλεκτικοποιούσαμε γιατί δέν μπορούσαμε νά τίς ἐξιστορικεύσουμε, ὡς σχέσεις. Ὅταν δηλ., ἐκεῖ πού ὑπάρχει ἡ ἱστορία ἐμεῖς βρίσκουμε «γεγονότα» καί «ἰδιότητες», τότε τό ἀποτέλεσμα εἶναι νά χάνεται ἐκεῖνο πού δίνει στήν πράξη τήν κατεύθυνσή της, γιατί ὅσο τά «γεγονότα» θεωροῦνται σάν αὐτονομίες, τόσο δέν εἶναι δυνατό νά ξεπεράσουν τόν ἑαυτό τους καί νά ὑποδείξουν ἕνα δρόμο μέσα στά πλαίσια τοῦ ἱστορικοῦ, τόσο ὡθοῦν τήν ἀναζήτηση τοῦ ριζοτομικοῦ στό ὑπάρχον ὄχι ὡς γίνεσθαι ἀλλά ὡς γεγονός, τήν μεταβολή στήν μεταρρύθμιση καί ποτέ στήν ἐπανάσταση. Ἐπιδιώκω, ὅμως, τήν κοινωνική μεταρρύθμιση σημαίνει : ἀποδέχομαι τήν λογική τῆς συγκεκριμένης κοινωνίας γενικά καί ἐπιδιώκω νά ἄρω ὅλους τούς παράγοντες, πού παρεμβαίνοντας καί προκαλώντας μιά «ἀρρυθμία» στήν ὁμαλή της πορεία, διαταρράσσουν τήν ἄψογη λειτουργία της. Στήν περίπτωσή μας ἡ στάση αὐτή μεταφράζεται στό αἴτημα τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ καταργημένου ἀπό τό καθεστώς τῆς 21 Ἀπριλίου θεσμικοῦ συστήματος, προσδίδοντάς του στήν καλύτερη περίπτωση μιά ἀνώτερη λειτουργικότητα, πού βέβαια δέν ἔχει νά κάνει μέ τίς πραγματικές ἀνάγκες τῆς κοινωνίας ἀλλά μέ τίς ἀνάκγες τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων πού τά πολιτικά τους συμφέροντα θίγονται ἀπό τό πραξικόπημα. Ὡστόσο ἕνας τέτοιος προσανατολισμός πού ἀντλεῖ ἀπό τόν «ρεαλισμό» τά ἰδεολογικά του στηρίγματα, δηλ. ἀπό τήν «λογική» τῶν γεγονότων καί ὄχι ἀπό τόν ἱστορικό τους χαρακτήρα, ὅσο κι ἄν ἐπικαλεῖται μακρινά ὁράματα, γιά νά αἰχμαλωτίζει μέσω τῶν συνθημάτων τήν σκέψη καί τήν πράξη, δέν μπορεῖ νά ξεφύγει ἀπό τήν διαλεκτική τοῦ «εἶμαι αὐτό πού γίνομαι», τοῦ εἶμαι δηλ. αὐτό πού κάνω καί ὄχι αὐτό πού πιστεύω ὅτι κάνω. Ὁ κάθε κοινωνικός στόχος εἶναι ἄμεσο προϊόν τῶν προβλημάτων καί τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας πού τώρα ζῶ καί πού ἐντελῶς συγκεκριμένα τώρα μέ πλήττουν . τό ὅτι ἡ πορεία πρός τήν πραγματοποίηση τοῦ στόχου μπορεῖ νά εἶναι μακροχρόνια, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὁ στόχος εἶναι ἀπομακρυσμένος ὡς κοινωνική ἀνάγκη ἀλλά ὅτι ἡ ἀμεσότητά του καθιστᾶ πολύ σκληρή τήν σύγκρουση. Οἱ κοινωνικοί ἀγῶνες ὀφείλουν τούς στόχους, τίς μορφές καί τήν ἔντασή τους στήν ἐπιτακτικότητα μέ τήν ὁποία ἡ κοινωνία θέτει τά προβλήματά της αὐτή ἡ ἐπιτακτικότητα εἶναι τό κοινό πεδίο ὅπου ἡ στρατηγική – ὁ «τελικός» σκοπός – καί ἡ τακτική – ἡ παροντοποίηση τοῦ «τελικοῦ» σκοποῦ – συνυφαίνονται. Ὅταν οἱ κοινωνικές  ἐπιταγές ἀν-ιστορικοποιοῦνται μέ τήν μέθοδο τοῦ «ρεαλισμοῦ», τότε ὁ στόχος μεταφέρεται στήν καλή λειτουργία τοῦ συστήματος – «ἀποκατάσταση τῆς Δημοκρατίας» –  ὁ παλιός τελικός σκοπός παίζει τό ρόλο τοῦ δολώματος γιά τούς καλόπιστους καί ἡ τακτική μεταβάλλεται ὄχι σέ αὐτοσκοπό, ὅπως πολλοί νομίζουν ἀλλά σέ διαδικασια τοῦ συστήματος, σέ ὅρο τῆς λειτουργίας του, σέ ἐπανάληψη καί ἐπαλήθευση τοῦ ὑπάρχοντος, γιατί δέν εἶναι πιά δυνατό νά ὑπάρχει ὡς παροντοποίηση τοῦ μέλλοντος. Γιά τόν λόγο αὐτό, παίρνω μέρος στό σύστημα, ἐνσωματώνομαι στό καθεστώς, δέν σημαίνει ὅτι ἁπλῶς διαγράφω ἀπό τά αἰτήματά μου τίς ριζοσπαστικές προοπτικές, δέν σημαίνει ὅτι ἁπλῶς συμμαχῶ μέ «ὅλους τούς δημοκράτες» ἤ τούς «ἀντιδικτατορικούς μοναρχικούς» ἤ τόν «δημοκρατικό ἤ ἀντίθετο μέ τόν Παττακό βασιλιά» . σημαίνει κάτι βαθύτερο, πού ἐμπεριέχει ὡς ἀναγκαῖες ἀπολήξεις καί τά προηγούμενα :  ὅτι κατανοῶ τό παρόν μόνο μέσα ἀπό τά δεδομένα τοῦ παρελθόντος, ἐπειδή δέν βλέπω καί δέν θέλω νά βλέπω, πώς ἡ ἀντίθεση μεταξύ αὐτοῦ πού ὑπάρχει καί αὐτοῦ πού γίνεται σέ κάθε κοινωνική διεργασία, πηγάζει ἀπό τήν λειτουργική συνύπαρξη λογικῶν – δηλ. σταθερά ἐπαναλαμβανόμενων καί ἐννοιοποιημένων διαδικασιῶν – , μέ καταστάσεις ἀ-λογικές – δηλ. διαδικασίες, ὅπου ὁ νοῦς μας ξεπερνιέται στήν προσπάθειά του νά τούς βρεῖ ἕνα λογικό ἀντίστοιχο καί πού χωρίς αὐτές τό πραγματικό δέν ὑπάρχει -, ἡ ὁποία λειτουργική συνύπαρξη ὑλοποιεῖται στήν πολιτική πράξη. Πῶς ὅμως μπορῶ νά μήν βλέπω τήν ἱστορική συνύπαρξη τοῦ λογικοῦ καί τοῦ ἀ-λογικοῦ; Μπορῶ νά μήν τήν βλέπω, ἀπό τή στιγμή πού τό ὁπτικό μου πεδίο ἐξαντλεῖται στά ὅριά μου ἤ διαφορετικά ἀπό τήν στιγμή πού ἀντικρύζω σέ μένα τό σύνολο καί στό σύνολο τό μέρος, τό ὁποῖο καί «ἱστορικοποιῶ» ἐνσωματώνοντάς το στό ἑαυτό μου, δηλ. ἐπιβάλλοντάς του τήν λογική μου. Γι’αὐτό καί ἡ βαθύτερη τάση κάθε γραφειοκρατίας συνίσταται σέ μιά συνεχῆ προσπάθεια νά ἐξαφανίσει τό ἀ-λογικό μεταβάλλοντας κάθε κοινωνικό ἤ πολιτικό πρόβλημα, σέ διοικητικό ἤ «ὁργανωτικό» ζήτημα, πού γιά νά «λυθεῖ» ἀρκεῖ εἴτε ἕνα διάταγμα εἴτε ἕνας νόμος, εἴτε μιά ἀπόφαση ἤ μία «γραμμή». Αὐτός εἶναι ὁ λόγος, πού θέλει τήν πολιτική, ὅσο ἡ πολιτική τήν ἐξυπηρετεῖ, καί πού τήν ὑποβλέπει, ὅσο τά πολιτικά γεγονότα δέν τῆς ὑποτάσσονται ἤ ὅπως λένε «τῆς ξεφεύγουν ἀπό τά χέρια». Ἀλλά ἡ πολιτική, πού εἶναι καί αὐτή μία ἀπό τίς λειτουργίες τῆς πραγματικότητας, ὅπως ἡ γνώση καί ἡ πράξη, ὑφίσταται ἀκριβῶς, ἐπειδή ὑπάρχει τό ἀ-λογικό στοιχεῖο στήν ἀνθρώπινη ζωή, ὅπως ἄλλωστε καί τό λογικό . καί τό ἕνα καί τό ἄλλο συνυπάρχουν λειτουργικά στήν στιγμή τῆς γνώσης καί στήν στιγμή τοῦ συμφέροντος καί τοῦ σκοποῦ . καί αὐτή ἡ συνύπαρξη, πού συνιστᾶ τήν οὐσία τῆς πολιτικῆς θεωρίας, δέν ἔχει τήν παραμικρή σχέση μέ «ρεαλισμούς» καί «μέτωπα» – ἀφήνουμε κατά μέρος τό ὅτι ἕνα «μέτωπο» συγκροτεῖται πάντα στήν πολιτική καί κοινωνική βάση τοῦ συντηρητικότερου ἀπό τούς συνεταίρους – ἀλλά ἀντίθετα μέ μιά πολιτική θεώρηση καί πράξη, πού θέλει νά ἀναπτύσσεται στό πεδίο πού κάθε φορά δίνεται συγκεκριμένα, ὅπως τό φωτίζουν οἱ ἱστορικοκοινωνικοί ὅροι του. Ἡ πολιτική πού ζητάει νά ὑποδείξει «πρότυπους» κανόνες γιά δράση καί «τελικούς» σκοπούς εἶναι ἡ ἄρνηση τῆς οὐσίας τῆς πολιτικῆς . ἡ πολιτική σάν συμπεριφορά τοῦ ἱστορικοῦ ἀνθρώπου μέσα στόν λογικό καί ἀ-λογικό κόσμο του συναντᾶ τήν οὐσία της, μόνο ὅταν μπορεῖ νά ἀναζητᾶ καί νά δίνει καινούργιες ἀπαντήσεις στά προβλήματα πού ἔχουν τεθεῖ.

Τό νόημα τοῦ σύγχρονου ριζοσπαστισμοῦ

Γιά να ἔχει ἕνα ριζοτομικό χαρακτήρα ἡ κατάλυση τοῦ φασιστικοῦ καθεστῶτος στήν Ἑλλάδα – τό καθεστώς αὐτό μπορεῖ νά καταλυθεῖ, ὡς πολιτικό μόρφωμα, μέ ἔνοπλη πάλη ἀπό ἄλλους στρατοκράτες ἤ μέ πολιτικά μέσα ἀπό διεθνεῖς καί ἐσωτερικές ἀντιδραστικές ὁμάδες ἤ πολιτικές συμπράξεις, χωρίς νά μεταβληθοῦν κατά βάση οἱ κοινωνικές του δομές – δέν μπορεῖ νά ἀντλεῖ τό νόημά της καί τά μέσα της παρά ἀπό τήν ταυτόχρονη κατεύθνση, νά καταστραφοῦν οἱ ὅροι πού τό γέννησαν καί τό στηρίζουν καί στήν θέση τους νά τεθοῦν τά θεμέλια μιᾶς νέας κοινωνίας. Ἡ κατεύθυνση αὐτή ἀπό ποῦ μπορεῖ νά ἀντλήσει τό νόημά της, ἤ διαφορετικά ποιό μπορεῖ νά εἶναι τό νόημα ἑνός σύγχρονου ριζοσπαστισμοῦ;

Ζητεῖται τό νόημα ἑνός σύγχρονου ριζοσπαστισμοῦ, ὄχι γιατί ἡ κλασσική ἐπαναστατική θεωρία «ξεπεράστηκε» ἀλλά γιατί ἡ ἱστορική ἐξέλιξη μᾶς μετέφερε σέ ἄλλα ἐπίπεδα. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ κλασσική ἐπαναστατική θεωρία δέν μπορεῖ νά μᾶς προμηθεύσει οὔτε τίς κατηγορίες της οὔτε τή μεθοδολογία της. Ἡ μέθοδος εἶναι τό ἐν λειτουργια σύνολο τῶν κατηγοριῶν. Οἰ κατηγορίες μέσ ἀπό τίς ὁποῖες τοποθετούμαστε ἀπέναντι στήν ἱστορία εἶναι οἱ ἴδιες προϊόντα τῆς ἱστορικῆς ἐξέλιξης μποροῦμε λοιπόν νά γνωρίσουμε τήν ἱστορία, μόνο ὅταν οἱ κατηγορίες μας εἶναι σάρκα ἀπό τήν σάρκα τῆς δραστικῆς κοινωνικῆς ζωῆς. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο εἶναι ἀδύνατο νά ὑπάρξουν ἱστορικές κατηγορίες καί μέθοδοι, πού νά παραμένουν ἀναλλοίωτες μέσα στήν ἱστορική ἐξέλιξη. Ἔτσι, ἐνῶ ἀπό μιά στιγμή καί ὕστερα εἶναι ἀδύνατο νά μήν ἀναγνωρίζει κανείς τή βαθειά σχέση, πού ὑπάρχει μεταξύ τῶν παραγωγικῶν σχέσεων καί τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, ἀπό τήν ἴδια στιγμή καί ὕστερα εἶναι ἐξ ἴσου ἀδύνατο, νά ἀνάγει τήν ἀνθρώπινη δραστηριότητα τῆς ἐργασίας σέ αὐτόνομο μέγεθος – παραγωγικές δυνάμεις, τεχνική – καί νά οἰκοδομεῖ μία «μηχανική τῆς κοινωνίας» θεμελιωμένη στήν αἰώνια καί ἀμετακίνητη ἀντίθεση μεταξύ τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων καί τῶν ὑπερκαθοριζόμενων ἀπ’αὐτές παραγωγικῶν καί γενικότερα κοινωνικῶν σχέσεων. Τό ὅτι ὅμως, οἱ ὁποιεσδήποτε δυνάμεις ἔχουν μιά δραστικότητα, αὐτό ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι ἡ ἐνέργειά τους «ἀντικειμενικοποιεῖται» μέσα ἀπό τήν ἀνθρώπινη δράση καί ὑπάρχει χάρη σ’αὐτήν, καθώς ἐπίσης καί τό ὅτι οἱ τύποι τῶν κινήτρων καί ἡ διαμόρφωση τῶν ἀτόμων εἶναι πολιτισμικά προϊόντα -μέ την ἔννοια ὅτι τό κάθε πολιτισμικό σύνολο ἐπεξεργάζεται καί προβάλλει στά μέλη του μία «ὁδηγητική εἰκόνα», σύμφωνα μέ τήν ὁποία τά ἄτομα ξεδιπλώνουν τό πράττειν καί τό μή πράττειν τους – αὐτό θέτει ὑπό ἀμφισβήτηση τήν αἰωνιότητα τῶν «σταθερῶν» , πού ἡ κλασσική ἀντίληψη ἐννοοῦσε νά ἀναζητᾶ παντοῦ καί πάντα, ὡς καθοριστικούς παράγοντες.

Ὁ ἱστορικός κόσμος εἶναι ὁ κόσμος τοῦ ἀνθρώπινου πράττειν. Τό πράττειν αὐτό μέσω τοῦ ὁποίου ὑφαίνεται ἡ ἀνθρώπινη ἱστορικότητα καί ὑπερβαίνεται ἡ ἔμβια ἀν-ιστορικότητα, συνίσταται στήν ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου «νά δίνει νέες ἀπαντήσεις στά ἴδια προβλήματα, σύμφωνα μέ ἕνα σχέδιο, πού εἶναι τό ἴδιο ἕνα κομμάτι τῆς ἱστορίας». Μέ τό νά εἶναι συνεπῶς ἡ ἱστορία «ὁ ἴδιος ὁ χῶρος τῆς δημιουργίας», δέν ὑπόκειται σέ κανενός εἴδους ἐξωτερικό προσδιορισμό ἤ ἀπροσδιοριστία ἀλλά ἀντίθετα εἶναι τό πεδίο, ὅπου μποροῦν νά παρουσιάζονται καί νά ὑπάρχουν καί ὁ καταναγκασμός καί ἡ αὐθαιρεσία. Ἔτσι, τή στιγμή πού καμία ἀνθρώπινη πράξη δέν εἶναι ἀσυνείδητη, τήν ἴδια στιγμή καμία δέν μπορεῖ νά γνωρίζει ἐξαντλητικά τόν ἑαυτό της καί τίς προηγούμενές της, πρᾶγμα πού ἐάν συνέβαινε, θά καταργοῦσε μονομιᾶς τήν ἀνάγκη νά πράττει κανείς. Γι’αὐτό καί ἡ θεωρία εἶναι, ὡς πράττειν, «ἡ παντοτινά ἀβέβαιη καί ἀποσπασματική προσπάθεια νά φωτιστεῖ ὁ κόσμος», ἐνῶ ἡ πράξη, ὡς πράττειν, στηρίζεται πάντοτε στήν προσωρινότητα καί τήν ἀβεβαιότητα τῆς γνώσης. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, τό νόημα ἑνός ριζοσπαστικοῦ πολιτικοῦ προσανατολισμοῦ, συνίσταται στό ὅτι ἀντιλαμβάνεται τήν πράξη, σάν «τό πράττειν ἐκεῖνο, ὅπου ὁ ἄλλος ἤ οἱ ἄλλοι θεωροῦνται, ὡς αὐτόνομα εἶναι, ὡς Οἰ οὐσιώδεις πρόξενοι τῆς ἴδιας τους της αὐτονομίας» καί πού ἔχει σάν στόχο τήν ὁργάνωση καί τόν προσανατολισμό τῆς κοινωνίας πρός τήν αὐτονομία ὅλων, μέ μέσον τήν αὐτόνομή τους δραστηριότητα.

Πώς ὅμως ἀντιλαμβανόμαστε τήν αὐτονομία; Ἐάν ἐξετάζαμε τό πρόβλημα στό ἐπίπεδο τοῦ ἀτόμου, θά μπορούσαμε νά  ποῦμε ὅτι «αὐτονομία εἶναι ἡ κυριαρχία τοῦ συνειδητοῦ στό ἀσυνείδητο». Τό ἀσυνείδητο εἶναι ἡ κουβέντα τοῦ Ἄλλου», πού ἄν καί ξένος πρός ἐμένα βρίσκεται μέσα μου καί πού γεννιέται ἀπό τή σχέση μου μέ τό ἀ-λογικό, σχέση πού ὑπάρχει χάρη στό γεγονός ὅτι ἀνεξάρτητα ἀπό τό ὅτι γνωρίζω, μπορῶ καί φαντάζομαι. Στό βαθμό πού ὡς ὑποκείμενο κυριαρχοῦμαι ἀπό τήν βίωση αὐτοῦ πού φαντάζομαι, τοῦ φανταστικοῦ , στόν ἴδιο βαθμό ἑτερονομοῦμαι. Γι’αὐτό καί ὁ οὐσιώδης συντελεστής τῆς αὐτονομίας ἤ τῆς ἑτερονομίας μου δέν εἶναι ἡ ἁπλῆ καί ἀπτή σύγκρουση «μεταξύ τῆς ἐπιθυμίας μου καί τῆς πραγματικότητας ἀλλά ἡ σύγκρουση, ἀπό τή μιά μεριά τῆς ἐπιθυμίας μου καί τῆς πραγματικότητας καί ἀπό τήν ἄλλη μεριά τῆς φανταστικῆς κατεργασίας, στήν ὁποία ὑποβάλλω τήν σύγκρουση αὐτή». Ἡ αὐτονομία μου λοιπόν, δέν συνίσταται στό νά ἐξαλείψω τήν ὕπαρξη τοῦ «Ἄλλου» – αὐτό ἄλλωστε εἶναι ἀδύνατο γιατί τό ἀσυνείδητο εἶναι ἐνεργητικά παρον στήν προσπάθειά μου νά τό ἐξαλείψω -ἀλλά ἀντίθετα στό νά τόν ἀπωθήσω ἀπό τά κέντρα τοῦ ἐξουσιασμοῦ ἔχοντας ἀποκτήσει τήν δυνατότητα νά ξεχωρίζω τήν ἐπιθυμία μου ἀπό τήν πραγματικότητα. Ἐπειδή ὅμως – ἐγώ καί ὁ «Ἄλλος» –  ζοῦμε στόν κόσμο τῆς παρουσίας τῶν ἄλλων ἀνθρώπων – ἐγώ εἶμαι ἀδιανόητος ἔξω ἀπό τήν παρουσία τους – γιά τόν λόγο αὐτό, ἡ αὐτονομία νοεῖται μόνο στό ἐπίπεδο τῶν κοινωνικῶν σχέσεων. ἐάν ὅμως ἡ κοινωνία εἶναι ὅλοι μας καί ταυτόχρονα δέν εἶναι κανέις μας, τότε ἡ διυποκειμενικότητα, ἐνῶ ἀποτελεῖ τό ὑλικό τοῦ κοινωνικοῦ, ταυτοχρόνως προϋποθέτει τό κοινωνικό, γιά νά ὑπάρξει ὡς τέτοια. Ὡς προϋπόθεση τῆς διυποκειμενικότητας, τό κοινωνικό παίρνει τήν μορφή τῆς «ἐγκαθιδρυμένης ἑτερονομίας», ὡς προϊόν τῆς διυποκειμενικότητας, τό κοινωνικό «ἐγκαθιδρύεται ἀπό τίς ἑτερονομίες», πού ὁ τύπος τῆς διυποκειμενικότητας δημιουργεῖ μέσω τῶν θεσμῶν του. Στό κοινωνικό περιέχεται κάτι, πού δέν μπορεῖ ποτέ νά προσδιοριστεῖ ἀκριβῶς καί πού ἐκδηλώνει τήν παρουσία του πάντοτε καί μόνο μέσα ἀπό τούς θεσμούς, μέ τή διαφορά, ὅτι εἶναι κάτι πολύ περισσότερο ἀπ’αὐτούς καθεαυτούς, εἶναι αὐτό πού τούς σαρκώνει, τούς κάνει νά λειτουργοῦν, τούς καταστρέφει καί πού Ἡ σχέση μας μαζί του δέν εἶναι οὔτε σχέση καθορισμοῦ οὔτε ἀπροσδιοριστίας ἀλλά «σχέση εἰσχωρήσεως», πού, ὡς τέτοια, δέν εἶναι οὔτε ἐλευθερία οὔτε ἀλλοτρίωση ἀλλά τό πεδίο πάνω στό ὁποῖο μόνο ἡ ἐλευθερία καί ἡ ἀλλοτρίωση μποροῦν νά ὑπάρχουν. Αὐτό μᾶς βεβαιώνει ὅτι ἡ ἀλλοτρίωση δέν συνίσταται στήν ὕπαρξη τῶν θεσμῶν καί ὅτι ἡ ἐλευθερια δέν σημαίνει τήν κατάργησή τους αὐτό μᾶς βεβαιώνει ἐπίσης ὅτι ἡ ἀλλοτρίωση καί ἡ ἐλευθερία εἶναι «μορφές τῶν σχέσεών μας πρός τούς θεσμούς καί μέσω τῶν θεσμῶν, μορφές τῶν σχέσεών μας πρός τήν ἱστορία». Ἐάν ὁ ἐγκαθιδρυμένος θεσμός ἱκανοποιεῖ πραγματικές κοινωνικές ἀνάγκες, τότε ἡ λειτουργία του δέν εἶναι καταπιεστική ὅταν ὅμως ὁ θεσμός λειτουργεῖ ὡς πρός αὐτόν καί ὄχι ὡς πρός τήν κοινωνία, τότε ἔχουμε τό φαινόμενο τῆς κοινωνικῆς ἀλλοτρίωσης, πού πολλοί φαντάζονται ὅτι προέρχεται ἀπό μιά σέ δεύτερο στάδιο αὐτονόμηση τοῦ θεσμοῦ – κάτι σάν ἀποκόλληση – ὡς πρός τήν κοινωνία. Πῶς ὅμως ἕνας θεσμός εἶναι δυνατό νά αὐτονομεῖται ἀποκολλούμενος ἀπό τούς κοινωνικούς ὅρους πού τόν γέννησαν;

Ἡ ἐπαφή μας μέ τόν κόσμο, τόν κοινωνικό καί τόν φυσικό, εἶναι δυνατή χάρη στήν σημειωτική ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου, χάρη δηλ. στήν ἱκανότητά του νά δημιουργεῖ ἀπό τά πράγματα τά σήματά τους, ἀποκαλύπτοντας μέ τόν τρόπο αὐτό μιά σημασία , ἐκεῖ πού τό ζῶο συναντᾶ ἰδιότητες. Ἡ σημειωτική αὐτή δυνατότητα, ὑλοποιεῖται στά σύμβολα καί λειτουργεῖ μέσα στό κάθε φορά συμβολικό πλέγμα. Οἱ θεσμοί μποροῦν νά ὑπάρχουν, μόνο ὅταν κι’αὐτοί ἐγκαθιστοῦν τήν συμβολική τους καί ἀφοῦ τήν ἐπιβάλλουν στήν κοινωνική ὁμάδα, σάν τέτοια. Ὅμως αὐτή ἡ συμβολική δέν μπορεῖ ποτέ οὔτε νά εἶναι οὐδέτερη οὔτε ἀντίστοιχη μέ τά κοινωνικά σημαινόμενα, γιατί «ὑπάρχει μιά δραστικότητα τοῦ σημαίνοντος, πού ξεφεύγει ἀπό ὁποιαδήποτε ψυχογενετική ἐξήγηση, δεδομένου ὅτι τήν σημαίνουσα συμβολική τάξη, τό ὑποκείμενο δέν τήν εἰσάγει στό σημαινόμενο ἀλλά τήν συναντᾶ». Ἡ κοινωνία συγκροτεῖ τήν συμβολική της ὁλωσδιόλου διαφορετικά ἀπό τό ἄτομο – ἐκεῖνο πού μπορεῖ νά δημιουργήσει ἕνα ἄτομο εἶναι ἰδιωτικά φαντάσματα καί ὄχι θεσμοί – ἀλλά ἡ δημιουργία αὐτή δέν εἶναι αὐθαίρετη, γιατί ἀντλεῖ τό ὑλικό της ἀπό ὅτι «εἶναι κιόλας δοσμένο ἐδῶ μπροστά». Μέ τήν ἔννοια αὐτή ἐνῶ ἡ συμβολική ἔχει δεσμούς μέ τό φυσικό στοιχεῖο, ἐξαρτᾶται ταυτόχρονα ἀπό τά ἱστορικά καθέκαστα ἤ μέ διαφορετικά λόγια εἶναι μία προσδιορισμένη ἐπιλογή, μιά ὑπακοή στήν λογική καί ἕνα δώσιμο στήν ἐλευθερία. Γι’αὐτό ἡ συμβολική αὐτονόμηση δέν εἶναι ποτέ ἐπιγενόμενη, ὅπως ὑπέθεσε καί δέχτηκε ἡ λειτουργική θεωρία ἀλλά ἀντίθετα ἐγγενής σέ κάθε συμβολική τάξη. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι εἴμαστε καταδικασμένοι στήν ἀλλοτρίωση αὐτό σημαίνει ὅτι μποροῦμε νά κυριαρχήσουμε στήν συμβολική – ὅπως μποροῦμε νά κυριαρχήσουμε στήν γλῶσσα ἀπό τήν ὁποία, ὅπως ἄλλωστε καί ἀπό τήν συμβολική, δέν μποροῦμε νά βγοῦμε ποτέ – ὑπό ἕναν ὅρο : ὅτι τό σημεῖο τῆς συμβολικῆς ἀναφορᾶς δέν θά εἶναι ἀνύπαρκτο. Τί εἶναι ὅμως ἕνα φανταστικό σημεῖο συμβολικῆς ἀναφορᾶς; Φανταστικό κατ’ἀρχήν εἶναι κάτι τό ἐφευρημένο. Μποροῦμε νά φανταστοῦμε χάρη στήν ἱκανότητά μας «νά προκαλέσουμε μία εἰκόνα», ἱκανότητα πού τήν προϋποθέτει κάθε συμβολική λειτουργία, δεδομένου ὅτι ἡ ὕπαρξή της πηγάζει ἀπό τό πραγματοποιήσιμο – χάρη στό φανταστικό – αἴτημά της, νά δοῦμε σ’ἕνα πρᾶγμα αὐτό, πού τό ἴδιο τό ἴδιο τό πρᾶγμα δέν μᾶς δίνει ὅπως  εἶναι. Στόν βαθμό πού ὁ συμβολισμός ἐξαντλεῖται σάν λειτουργια «χρησιμοποιώντας τήν εἰκόνα, μόνο σάν διαρκή δεσμό» μεταξύ σημαίνοντος καί σημαινομένου – τοῦ συμβόλου καί τοῦ πράγματος – ἔτσι ὥστε τό ἕνα νά ἀπεικονίζει τό ἄλλο, πρᾶγμα πού σημαίνει τήν κυριαρχία τοῦ ἔλλογου στό φανταστικό, στόν βαθμό αὐτό, ἡ συμβολική σχέση «παραμένει ἐξ ἀρχῆς ἐκεῖ ἀπ’ὅπου ξεπήδησε, δηλ. στόν ἄκαμπτο συγκεκριμένο χῶρο μεταξύ τοῦ πράγματος καί τοῦ συμβόλου του, στόν χῶρο τοῦ δραστικοῦ φανταστικοῦ», χωρίς νά ὑπάρξει περίπτωση μιᾶς ἐκ τῶν ὑστέρων αὐτονομίας τοῦ συμβόλου. Ἐάν ὅμως τό φανταστικό χρησιμοποιήσει τόν συμβολισμό ὄχι γιά νά μπορέσει νά κάνει τήν παρουσία του, ὅπως γίνεται στήν τέχνη, ἀλλά «γιά νά ὑπάρξει», γιά νά παραστήσει τό πραγματικό, τότε ἔχομε τό φαινόμενο τῆς αὐτονόμησής του. Αὐτή ἡ αὐτονόμηση τοῦ φανταστικοῦ, στό κοινωνικό ἐπίπεδο συνιστᾶ τήν αὐτονόμηση τοῦ θεσμοῦ ἀπέναντι στήν κοινωνία, τήν οὐσία αὐτοῦ πού ὁνομάζομε ἀλλοτρίωση. Ἡ κυριαρχία τοῦ φανταστικοῦ στούς θεσμούς εἶναι μία πραγματική κατάσταση, πού ὀφείλει τήν ὑπόστασή της στό ὅτι ἡ κοινωνία ἀναγνωρίζει στό φανταστικό τῶν θεσμῶν τίς ἀνάγκες της, ὅπως ἀκριβῶς τό νευρωτικό ἄτομο, ἀναγνωρίζει στήν διαστροφή του τίς «πραγματικές» σεξουαλικές του ἐπιθυμίες.

Καμία κοινωνία δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἐάνδέν εἶναι σέ θέση νά δώσει ἀπαντήσεις σέ ὁρισμένα θεμελιώδη ἐρωτήματα, ὅπως τό ποιοί εἴμαστε, πῶς καί γιατί εἴμαστε ἔτσι, τί θέλουμε κλπ. Χωρίς τίς ἀπαντήσεις αὐτές δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει οὔτε κοινωνία, οὔτε πολιτισμός, οὔτε ἀνθρώπινη ὑπόσταση τό μόνο πού μπορεῖ νά ὑπάρξει εἶναι τό χάος. Ὁ ρόλος πού παίζουν οἱ φανταστικές λειτουργίες εἶναι ὅτι προμηθεύουν ἀπαντήσεις , πού καμιά λογική δέν εἶναι σέ θέση νά δώσει σ’αὐτά τά ἐρωτήματα. Ἡ κοινωνία πραγματοποιεῖται ἀπαντώντας μέ τήν πράξη της σ’αὐτές τίς ἐρωτήσεις καί ἡ πράξη αὐτή ἐνσαρκώνει τό νόημα τῶν ἀπαντήσεων στά ἐρωτήματα, πού ἡ ἴδια ἡ κοινωνία θέτει. Ὑπ’αὐτή τήν ἔννοια, ὁ ἐνωτικός σημασιοδοτικός παράγοντας τῆς κοινωνίας, δέν εἶναι τό πραγματικό, οὔτε τό λογικό ἀλλά τό φανταστικό  τό φανταστικό, ὅντας «τῆς τάξεως τῆς σημασίας» εἶναι ὁ χῶρος μέσα στόν ὁποῖο «ἡ ἱστορία συνιστᾶται γιά νά ξεκινήσει». Δέν πρόκειται συνεπῶς, νά βροῦμε στό φανταστικό μία αὐτονόμηση σ’ἕνα δεύτερο στάδιο ἀλλά μιά συστατική δομή τῆς ἱστορίας, ἕνα στοιχεῖο πρωταρχικό, πού κάνει νά ὁργανώνεται τό χάος σέ κόσμο, πού κάνει νά γεννιέται τό λογικό, πού κάνει νά παρουσιάζεται στόν σημερινό κόσμο ἡ δεισιδαιμονία τῆς ὑπολογησιμότητάς του, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ μέλλοντος. Αὐτό τό τελευταῖο φανταστικό, τό φανταστικό τῆς γραφειοκρατικοποιημένης ἐποχῆς μας «δέν ἔχει δική του σάρκα» εἶναι φαντασματική ἐπένδυση καί αὐτονόμηση τοῦ ἔλλογου καί τῆς συμβολικῆς τῶν καιρῶν μας, εἶναι ἡ ἀλλοίωσή τους σέ συλλογιστική καί σέ μεταγλῶσσα, τήν ὥρα πού γιά πρώτη φορά στήν ἀνθρώπινη κοινωνία ὑπάρχουν οἱ προϋποθέσεις γιά τήν ἀποκατάσταση τῶν σημασιῶν καί τήν ὑπέρβαση τοῦ ἀποξενωτικοῦ φανταστικοῦ στήν ἱστορία. Ἄν λοιπόν ὑπάρχει ἕνα νόημα σέ κάθε σύγχρονο ριζοσπαστικό προσανατολισμό, αὐτό δέν μπορεῖ νά ζητεῖται παρά μόνο στήν λειτουργική ἀντιστοιχία θεσμῶν καί κοινωνικῶν αἰτημάτων, στόν αὐτοκαθορισμό, πού ὁδηγεῖ ἡ αὐτόνομη ἀνθρώπινη πράξη.

Θεμελιακά προβλήματα τοῦ ἐπαναστατικοῦ μετασχηματισμοῦ στήν ἑλληνική κοινωνία
Ἐφ’ὅσον τό αἴτημα τῆς αὐτοκαθοριζόμενης κοινωνικῆς ζωῆς δέν θέλουμε νά παραμείνει ἀφηρημένη προσδοκία, ἐφ’ὅσον ζητοῦμε νά ἐνσωματωθεῖ, νά γίνει ἡ σάρκα καί τό αἷμα μιᾶς προσπάθειας, πού δέν ἐπιδιώκει νά «ρίξει» ἁπλῶς τό φασιστικό καθεστώς στήν Ἑλλάδα, ὑποκαθιστώντας τό μέ «δημοκρατικούς» ἤ «σοσιαλιστές» Παττακούς, τότε θά πρέπει νά στραφοῦμε καί νά ἐξετάσουμε σ’ἕνα διαφορετικό αὐτή τή φορά ἐπίπεδο, τά προβλήματα πού μιά τέτοια προοπτική δημιουργεῖ στούς καίριους χώρους τῆς πολιτικῆς, τῆς οἰκονομίας, τῆς κοινωνικῆς ἐπικοινωνικότητας καί τοῦ κοινωνικα διαμορφωμένου Ἐγώ, ὅπως τά συναντᾶμε στή χώρα μας.
Μέ τήν πολιτική δέν σκεφτόμαστε ἕνα μέρος τῆς κοινωνικῆς πραγματικότητας, σκεφτόμαστε ὅλη τήν κοινωνική πραγματικότητα, σ’ἕνα ὁρισμένο ἐπίπεδο –  καθόλου ἀφηρημένο ἀλλά πολύ εὐρύ – τό ἐπίπεδο τῶν θεσμῶν, τῆς κοινωνικῆς ὁμάδας, τῆς συλλογικῆς συμπεριφορᾶς, τῆς ἀτομικῆς συμπεριφορᾶς, τῶν ἀξιῶν καί τῶν συναισθημάτων. Ὑπ’αὐτή τήν ἔννοια, τό νά ἀρκεστεῖ ἕνα ἐπαναστατικό κίνημα νά καταγγείλει τήν ἀστική δημοκρατία, ὡς καθεστώς πού κάτω ἀπό τά συνθήματα τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἰσότητας καί τῆς ἀδελφωσύνης καλλιεργεῖ ἐκμεταλλευτικές σχέσεις δέν ἀρκεῖ. Ἡ ἀνεπάρκεια αὐτῆς τῆς σωστῆς κριτικῆς συνίσταται στό ὅτι παραμερίζει μία ὅψη τῆς ἀστικῆς δημοκρατίας, πού ἀνάγεται σέ θεσμούς πραγματικά ὑπολογήσιμους, ὅπως αὐτό φαίνεται ἄν φανταστοῦμε ξαφνικά τό ἀστικό καθεστώς νά καταρρέει. Μέ τούς θεσμούς αὐτούς ἀναγνωρίζεται ἡ ὕπαρξη καί ἡ λειτουργία ἤ τουλάχιστον ἡ πολιτική παρουσία ἀνεξάρτητων πολιτικῶν ὁμάδων, ἡ ἀνταγωνιστική σχέση μεταξύ τους, ἡ διακίνηση τῶν ἱδεῶν καί τῶν γνώσεων, ἡ ἀμφισβήτηση τῆς καθιερωμένης ἐξουσίας, ἡ συνεχής κινητικότητα τῆς ἐξουσίας καί τῆς πολιτικῆς ἐκπροσώπησης. Τό πρότυπο πού δημιουργοῦν οἱ θεσμοί αὐτοί ξεπερνᾶ τήν σφαῖρα τῆς ἄμεσης πολιτικῆς ζωῆς καί ἐκτείνεται σέ ἐκτός πολιτικῆς χώρους, ὅπως οἱ ἐξωραϊστικοί σύλλογοι, οἱ ἑταιρεῖες κλπ. Ἐνῶ λοιπόν ἡ ἀστική δημοκρατία εἶναι τυπική, μερική καί μυστικοποιός, ὡς θεσμικό πρότυπο ἀσκεῖ μία ἔλξη τόσο ἔντονη, ἀπατᾶ τόσο, ὥστε καμία σύγχρονη κοινωνία, ὅπως κι’ἄν διαπλάστηκε, δέν κατόρθωσε στό σημεῖο αὐτό νά τήν ξεπεράσει. Ἄν ὅμως τό ἀστικό πρότυπο παραμένει ἀξεπέραστο, αὐτό δέν τό ὀφείλει στήν «τελειότητά» του ἀλλά στό γεγονός ὅτι οἱ θεμελιώδεις δομές τῆς ἑτερονομούμενης σύγχρονης κοινωνίας – κοινωνική ἱεραρχία καί χωρισμός σέ διεύθυνση καί ἐκτέλεση – κυριάρχησαν στήν ἴδια τήν πρακτική τῶν ἐπαναστατικῶν κινημάτων καί μέσω αὐτῶν στίς κοινωνίες πού ἡ πολιτική ἐπανάσταση ἐπεκράτησε χωρίς ὅμως ποτέ νά μπορέσει νά ὁλοκληρωθεῖ σάν κοινωνική. Ὡστόσο, ὅπως μᾶς δείχνουν κορυφαῖες στιγμές τῆς ἐπαναστατικῆς πορείας – Κομμούνα, Σοβιέτ – ἡ ἰδέα τῆς δημοκρατίας συνδέεται ἄμεσα μέ τήν ἰδέα ἑνός λαοῦ ἤ μιᾶς ὁμάδας, πού ὁργανώνει ἡ ἴδια τήν ἐξουσία της κάτω ἀπό τρεῖς ἀρχές : τήν ἀρχή τῆς αὐτονομίας στήν ὁργάνωση τῆς βάσης  τήν ἀρχή τῆς ἄμεσης δημοκρατίας στήν λήψη τῶν ἀποφάσεων τήν ἀρχή τῆς χωρίς περιορισμούς ἀνακλητότητα τῶν ἀντιπροσώπων . Μέσα ἀπό τίς ἀρχές αὐτές ἐκεῖ πού πρίν συναντούσαμε τήν «ἰσότητα στίς εὐκαιρίες», βρίσκουμε τώρα τήν συνύπαρξη στήν ἴδια συνθήκη. Στό σημεῖο αὐτό προβάλλει τό ἐρώτημα : μποροῦν ἄραγε νά ἐξαλειφθοῦν οἱ ἀνισότητες; τό ἐρώτημα, πού εἴτε θεωρεῖται «ξεπερασμένο», εἴτε ἀποσιωπᾶται, εἴτε ἀπαντιέται – κυρίως ἀπό τούς διανοούμενους τῆς παραδοσιακῆς ἀριστερᾶς – μέ τήν θεωρία τῆς εἰσοδηματικῆς ἰσότητας καί τῆς ἰσότητας στήν κοινωνική ἰσχύ, δέν θά μπορέσουμε ποτέ νά τό φωτίσουμε ἐάν δέν ἀναρωτηθοῦμε : τί ἀπό τά δυό συμβαίνει, οἱ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀνισότητες – λχ. διαφορά στήν πνευματική ἀπόδοση – εἶναι διαφορετικές στήν οὐσία τους ἀπό τίς ἀνισότητες τῶν συνθηκῶν ἤ μήπως οἱ ἀνισότητες τῶν συνθηκῶν ἀναπαράγουν τόν ἑαυτό τους σέ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο ὑπό τήν μορφή τῶν ἐκ τῶν πραγμάτων ἀνισοτήτων; Ἀπό τήν ἀπάντηση πού θά δώσουμε – πού θά δώσει τό κοινωνικό πράττειν γιά τήν ἀκρίβεια – θά κριθεῖ τό ἐάν ἡ αὐτονομία εἶναι σάν αἴτημα πραγματοποιήσιμη, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι μιά κοινωνία ἔχει τήν δυνατότητα νά καθορίζει τήν πορεία της σύμφωνα ὄχι μ’αὐτό πού ἀπό τά ἔξω ἐπιβάλλεται ἤ ὑποβάλλεται ἀλλά σύμφωνα μέ τούς σκοπούς, πού Ἡ ἴδια θέτει στόν ἑαυτό της καί πού ὁδηγοῦν τό ἄτομο νά ζεῖ τούς κανόνες τῆς ὁμάδας σάν δικούς του  κανόνες. Γιατί ἄν τό ἐρώτημα αὐτό τίθεται σήμερα μέ περισσότερη ἔνταση παρά ποτέ, αὐτό ὀφείλεται στό ὅτι ἐδῶ καί μισόν αἰῶνα διδαχτήκαμε, πώς ἡ δῆθεν ἀπάντηση : «ἐθνικοποίηση τῶν μέσων παραγωγῆς σύν οἰκονομική σχεδιοποίηση», δέν ὁδηγεῖ παρά στήν ἀναπαραγωγή τῶν ἐκμεταλλευτικῶν, ἐτεροκαθοριζομένων κοινωνικῶν σχέσεων σέ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο καί καθόλου στόν σοσιαλισμό.

Αὐτή τήν προβληματική, καλεῖται σήμερα νά τήν συναντᾶ στήν καθημερινή πάλη του  ἕνα ριζοσπαστικά κίνημα στήν Ἑλλάδα νά τήν συναντᾶ, ὄχι σάν μακρινή προοπτική, πού θά ἀκολουθήσει τήν πολιτική του ἐπικράτηση ἀλλά σάν καθημερινές ἀπαντήσεις, στήν ὁργάνωση, στά μέσα του, στήν λειτουργία του. Ὅταν μάλιστα ἡ πάλη αὐτή δέν μπορεῖ παρά νά πάρει ἀναγκαστικά τήν μορφή τοῦ ἔνοπλου ἀγῶνα , τότε ἡ ἀνάγκη αὐτή γίνεται περισσότερο ἐπιτακτική. Ὁ φασισμός δέν εἶναι «προνόμιο» μόνο τοῦ Παττακοῦ, ὁ φασισμός βρίσκεται παντοῦ, ὅπου οἱ ἄνθρωποι λογαριάζονται σάν ἕνα ἄθροισμα «προσόντων» – εἴτε χρήματα εἶναι αὐτά, εἴτε εἰδικές γνώσεις, ὅπως ἡ γραφομηχανή ἤ ἡ ξένη γλῶσσα, εἴτε φυσικά πλεονεκτήματα – τά ὁποῖα τίθενται στήν διάθεση ἑνός κατευθυντικοῦ μηχανισμοῦ, γιά νά τά χρησιμοποιήσει ὡς ἐργαλεῖα, ὅπως ἀκριβῶς θά μποροῦσε νά χρησιμοποιηθεῖ ἡ μαλακή πέννα γιά τό γράψιμο, τό μαχαίρι γιά τό κόψιμο τοῦ ψωμιοῦ. Ἐάν ὅμως τό αἴτημα τῆς ἄμεσης δημοκρατίας ἔχει ἕνα βαθύτερο νόημα αὐτό τό βλέπομε ὄχι στά ἐθιμοτυπικά συνέδρια ἤ στήν δῆθεν ἀντιπροσωπευτικότητα ἀλλά στήν δυναμική τῆς δομῆς της, πού μπορεῖ νά λειτουργεῖ μόνο ὅταν οἱ ἀνθρώπινοι φορεῖς της ὁργανώνουν τήν πράξη τους – ἡ ἄμεση δημοκρατία δέν ἀναιρεῖ τήν ὁργάνωση ἀλλά ἀντίθετα εἶναι ἡ ἴδια ἕνας τρόπος ὁργάνωσης, πού ἀντιφέρεται στήν συγκέντρωση τῶν ἐξουσιῶν στά χέρια προνομιούχων ὁμάδων καί στήν κοινωνική ἱεραρχία – πραγματοποιώντας τόν ἑαυτό τους καί ὄχι προσφέροντας στίς «ἡγεσίες» τίς ὑπηρεσίες τους. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὅλοι εἶναι ὅλα . αὐτό σημαίνει ὅτι τίποτε δέν μπορεῖ νά γίνει ἄν σ’αὐτό ὁ καθένας δέν ἀναγνωρίζει καθημερινά τά ἴδια του τά αἰτήματα. Ὅπως ἀκριβῶς οἱ ἡγετικές ὁμάδες τῆς σύγχρονης κοινωνίας ἤ οἱ ἴδιοι οἱ ἡγέτες της, ἄν καί δέν εἶναι «εἰδικοί» στόν οἰκονομικό σχεδιασμό ἐν τούτοις τόν κατευθύνουν χωρίς ποτέ οἱ «εἰδικοί» νά μποροῦν νά τούς «ξεγελάσουν», ἔτσι καί στίς συνθῆκες τῆς αὐτοκαθοριζόμενης κοινωνικῆς ὁμάδας ἤ κοινωνίας, οἱ ἴδιοι οἱ φορεῖς τῶν θεσμῶν τῆς ἄμεσης δημοκρατίας, τά ἄτομα, δέν εἶναι δυνατόν νά ἐξακολουθοῦν νά παίζουν τόν ρόλο τους, ὡς ὑποκείμενα – φορεῖς της, παρά μόνο πραγματοποιώντας την καί διευρύνοντάς την καθημερινά. Ποιές εἶναι οἱ «ἐγγυήσεις», πού ἐξασφαλίζουν μιά τέτοια συνθήκη; Δέν ὑπάρχει καμία «ἐγγύηση», οὔτε καί μποροῦμε νά ζητήσουμε νά ὑπάρξει, ὥστε νά βαδίζουμε «ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς». Ἕνα τέτοιο αἴτημα εἶναι ἡ χαρακτηριστικότερη ἔνδειξη, ὅτι ἡ κατεστημένη κοινωνία ἔχει εἰσχωρήσει στούς ἔσχατους πόρους τοῦ εἶναι μας, ἔχει ἐπιβάλλει τήν λογική τῶν «ἐγγυήσεων» σέ μία προοπτική, πού εἶναι ἱστορική καί ὄχι «ἀντικειμενική» ἤ «ὑποκειμενική», ὅπως θά νόμιζαν πολλοί. Στήν ἱστορική προοπτική, ἡ «τελική» ἔκβαση καθορίζεται ἀπό τήν δραστικότητα τοῦ ἀνθρώπινου πράττειν καί τό ἀνθρώπινο πράττειν μέ τήν σειρά του ἀπό τήν ἱκανότητα τῶν ἀνθρώπων νά δίνουν νέες ἀπαντήσεις στά προβλήματα πού ἔχουν τεθεῖ, ὡς οἱ μόνοι, οἱ ἀποφασιστικοί παράγοντες τῆς αὐτονομίας τους. Γι’αὐτό ἐκεῖνο πού προέχει δέν εἶναι οὔτε οἱ μεγάλες θεωρητικές «συλλήψεις», οὔτε ὁ προκαθορισμός τοῦ μέλλοντος, οὔτε ἡ δημιουργία μιᾶς τέλεια ρυθμισμένης ὁργάνωσης, πού θά κινήσει τίς «μᾶζες» σάν ἕνα πειθαρχικό πεζικό στά πλαίσια τῶν προκατασκευασμένων προοπτικῶν της ἀλλά ἀντίθετα οἱ ἄπειρες σημαντικές καί «ἀσήμαντες» πράξεις τοῦ καθενός, ὅπως τίς καταλαβαίνει ὁ ἴδιος πού θά ὁδηγοῦν βαθμιαῖα στήν προπαρασκευή τῆς ὁργανωμένης ἐπαναστατικῆς ἔκρηξης. Πράξεις, ὅπως οἱ ἐκρήξεις τῶν βομβῶν στήν Ἀθήνα καί τόν πειραιᾶ εἶναι οἱ φωτεινότερες ἀναλύσεις, τά σαφέστερα ὁδόσημα γιά μιά προοπτική ριζικῆς ἀνατροπῆς τῶν σχέσεων πού κυριαρχοῦν στήν ἑλληνική κοινωνία, εἶναι ἡ ἔμπρακτη ἀπάντηση στό ἑλληνικό δίλημμα, ἡ βεβαίωση πώς ἡ πολιτική ἐπανάσταση εἶναι δυνατή,  ἀρκεῖ νά τήν θελήσουμε.

Ἐάν ὅμως, ἡ πολιτική ἐπανάσταση εἶναι δυνατή, ἰσχύει τό ἴδιο καί γιά τήν κοινωνική της ὁλοκλήρωση; Σύμφωνα μέ τήν κλασσική θεωρία, τό προλεταριάτο καταστρέφει τόν πολιτικό μηχανισμό τοῦ καπιταλισμοῦ ἀλλά διατηρεῖ τήν τεχνολογία  του, κοινωνικοποιώντας την. Ἡ κοινωνικοποίηση, σύμφωνα μέ τήν ἀντίληψη αὐτή, ἀποτελεῖ μία ποιοτική μεταβολή στήν κοινωνική λειτουργία τῆς τεχνικῆς, ἡ ὁποία συνίσταται στό ὅτι ἡ τεχνολογία ὑπηρετεῖ στό ἑξῆς τίς ἀνάγκες τῶν ἀπ’εὐθείας παραγωγῶν. Ὅμως, στόν καπιταλισμό, ὅπωςἀναπτύχθηκε στήν σύγχρονη μορφή του, τά τεχνολογικά μέσα δέν εἶναι ἁπλῶς ἀντικείμενα μιᾶς παράλογης χρησιμοποίησης ἀλλά, τό κυριότερο, συμπυκνώνουν «τόν ἴδιο τόν τρόπο τῆς ἐνσωμάτωσης τοῦ ἐργαζόμενου στήν ἐπιστημονική ὁργάνωση τῆς δουλειᾶς». Κατά συνέπεια οὔτε ἡ ἐθνικοποίηση, οὔτε ὁ οἰκονομικός σχεδιασμός, οὔτε ἡ κοινωνικοποίηση, καθεαυτά εἶναι δυνατό νά ἀλλοιώσουν τό φυσικό αὐτό χαρακτηριστικό τοῦ τεχνολογικοῦ παράγοντα. Στό μέτρο πού ὁ ὑφιστάμενος τεχνολογικός μηχανισμός ὑπεισέρχεται σέ κάθε κοινωνικό ἐπίπεδο, ὡς θεμελιώδης μηχανισμός ὁργάνωσης καί ἐλέγχου, στό ἴδιο αὐτό μέτρο θά πρέπει νά ἀναζητήσουμε τήν ποιοτική μεταβολή πρωταρχικά στήν δομή τῆς τεχνικῆς, ὁργανώνοντας ταυτόχρονα τήν παραγωγική διαδικασια στίς ἀρχές τῆς διεύθυνσης ἀπό τούς ἴδιους τούς παραγωγούς καί ἐξαφανίζοντας τό κράτος, τό οἰκονομικό σχέδιο κλπ. σάν μορφές ἀνεξάρτητες καί ὑπερκαθορίζουσες τήν κοινωνική ζωή. Ἐκεῖνο, πού ἀπειλεῖ συνεπῶς κάθε πολιτική σοσιαλιστική ἐπανάσταση δέν εἶναι οὔτε οἱ «καίταλιστικές περικυκλώσεις», οὔτε ἡ «κοινωνική καθυστέρηση» οἱ παράγοντες αὐτοί εἶναι τόσο ἐπικίνδυνοι, ὥστε νά δικαιολογοῦν μία στρατιωτικοπολιτική συντριβή, ὄχι ὅμως καί νά ἐξηγοῦν μία καπιταλιστικοποίηση. Ἡ πραγματική ἀπειλή βρίσκεται στό πῶς κατανοοῦν καί πῶς πραγματώνουν οἱ διάφοροι καθοδηγητικοί μηχανισμοί τό περιεχόμενο τοῦ σοσιαλισμοῦ, στήν σχέση πού μπορεῖ νά ἔχει ἡ σοσιαλιστική προοπτική μέ τό σύνθημα :   «Νά φτάσουμε καί νά ξεπεράσουμε τήν παραγωγή τῶν ΗΠΑ».
Μέ τίς διαπιστώσεις αὐτές, τά οἰκονομικά καθέκαστα τοῦ μετασχηματισμοῦ στήν Ἑλλάδα ἐξετάζονται ὑπό διαφορετικό πρίσμα. Στήν χώρα μας δέν παρουσιάζονται οἱ βαθύτατα καθυστερημένες θεσμικές συνθῆκες, πού συναντοῦμε στίς κατ’ἐξοχήν ὑπανάπτυκτες περιοχές τῆς γῆς. Εἶναι χαρακτηριστική ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, ἡ συμμετοχή τῶν παραγωγικῶν τομέων στήν σύνθεση τοῦ ἀκαθάριστου ἐθνικοῦ προϊόντος (ἐπί 109,9 δισ. δρχ. τοῦ συνολικοῦ ἀκαθάριστου προϊόντος κατά τό 1964, οἱ ὑπηρεσίες συμμετέχουν μέ 48,5 δισ.δρχ., ἡ βιομηχανία μέ 32 δισ. δρχ. καί ἡ γεωργία μέ 29,4 δισ. δρχ.),  τό ποιοτικά νέο δεδομένο τῶν μεγάλων βιομηχανικῶν συνόλων, πού γιά πρώτη φορά δημιουργοῦνται (Ἔσσο-Πάππας, Πεσινέ), ἡ ὑψηλή συμμετοχή τῶν κρατικῶν δαπανῶν στίς ἐθνικές συνολικές δαπάνες εἴτε ὡς κατανάλωση, εἴτε ὡς ἐπενδύσεις, εἴτε ὡς πιστώσεις (ἐπί 42,5 δισ. δρχ. τοῦ συνολικοῦ ὕψους τῶν ἐπενδύσεων κατά τό 1966, τά 10,9 δισ. δρχ. ἦταν κρατικές ἐπενδύσεις . ἐπί 147,1 δισ. δρχ. τοῦ συνολικοῦ ὄγκου τῆς κατανάλωσης κατά τό 1966, τά 20,7 δισ. δρχ. ἦταν κρατική κατανάλωση . ἐπί 6.454 ἐκ. δρχ. τοῦ ὕψους τῶν κρατικῶν πιστώσεων κατά τό 1964, στήν γεωργία διατέθηκαν 1.302 ἐκ. δρχ., στήν βιομηχανία 2.679 ἐκ. δρχ., στό ἐμπόριο 692 ἐκ δρχ.,  στίς ἰδιωτικές ἐπιχειρήσεις καταναλωτικῶν προϊόντων 1115 ἐκ. δρχ. καί στούς ἄμεσα καί ἔμμεσα δημόσιους ἐπιχειρηματικούς ὁργανισμούς 666 ἐκ δρχ.). Ἕνα ἄλλο θετικό στοιχεῖο ἐν σχέσει μέ τίς καθαυτό ὑπανάπτυκτες χῶρες, ἀφορᾶ στό πρόβλημα τοῦ μορφωτικοῦ ἐπιπέδου τοῦ πληθυσμοῦ καί τῶν δυνατοτήτων πού ὑπάρχουν, γιά μιά ἀποφασιστική ἀντιμετώπισή του. Ἄν καί στό σημεῖο αὐτό, πολύ ἀπέχομε ἀπό τίς ἀπαιτήσεις τῆς σύγχρονης τεχνολογίας, ὡστόσο τά θεσμικά προ-τεχνολογικά ἤ ἀντι-τεχνολογικά ἐμπόδια πού συναντοῦμε σέ χῶρες, ὅπως ἡ Ἰνδία, ἡ Αἴγυπτος ἤ ἡ Τουρκία, δέν ὑπάρχουν. Αὐτό βεβαίως σημαίνει πώς μεγάλα πληθυσμιακά στρώματα δέν ἔχουν μεταβληθεῖ σέ ἐργατική δύναμη ἱκανή νά ἀντιμετωπίσει τίς ἀπαιτήσεις τῆς σύγχρονης παραγωγῆς – κυρίως οἱ ἀγρότες -, ἡ ἔλλειψη ὅμως τῶν πολιτισμικῶν ἐμποδίων ἐγγυᾶται ὅτι μιά κατάλληλη πολιτική, στά πλαίσια ἑνός εὐρύτερου μετασχηματισμοῦ, ἀρκεῖ γιά νά ὑπερβαθεῖ ἡ δυσκολία. Ὑπ’αὐτούς τούς ὅρους, μιά ἀναπτυξιακή διαδικασια, πού θά εἶναι ταυτόχρονα καί κοινωνικά ἀπελευθερωτική, εἶναι πραγματοποιήσιμη; Εἶναι δυνατή μία πορεία, πού νά ξεφεύγει ἀπό τίς συμπληγάδες τῶν προτύπων καί τῶν ὑλικῶν καταναγκασμῶν, τούς ὁποίους οἱ δύο μεγάλοι κοινωνικο – πολιτικοί σχηματισμοί τῆς ἐποχῆς μας ὐποβάλλουν καί ἐπιβάλλουν στόν ὑπόλοιπο κόσμο, ἐδραιώνοντας ἔτσι τήν κυριαρχία τους; Εἶναι, τέλος, ἐφικτό, ὅταν ἡ κεφαλαιική συσσώρευση πραγματοποιεῖται σήμερα ὄχι πιά μέ τίς «πρωταρχικές» μορφές της ἀλλά μέ τήν εἰσαγωγή κεφαλαίου ἀπό τίς ἀναπτυγμένες χῶρες καί κυρίως ἀπό τίς ΗΠΑ καί την ΕΣΣΔ, νά συζητοῦμε γιά κοινωνικό αὐτοκαθορισμό, ἐνῶ ξέρουμε ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνεξαρτησίας – ἐφ’ὅσον ἀπορρίπτομε ἐκ τῶν προτέρων τήν ἐμπειρία τῆς νεοαποικιακῆς προοπτικῆς  – σημαίνει ταχύτατη ἐκβιομηχάνιση ὑπό τήν καθοδήγηση ἑνός συμπαγοῦς, αὐταρχικοῦ διευθυντικοῦ μηχανισμοῦ καί τήν καταπίεση ἑνός ὁλοκληρωτικοῦ θεσμικοῦ πλέγματος; 
Στίς πραγματικές αὐτές δυσκολίες, εἴμαστε σέ θέση σήμερα νά δώσουμε μιά διαφορετική ἀπάντηση – θεωρητική καί γενική φυσικά – προτείνοντας ἕναν τρίτο δρόμο : ἡ Ἑλλάδα, τέτοια πού τήν γνωρίζουμε, εἶναι δυνατό νά δημιουργήσει μία οἰκονομία τεχνολογικά ἐκσυγχρονισμένη χωρίς νά μεσολαβήσει καμία ἀπροσδιόριστης χρονικῆς διάρκειας ἐξαθλίωση, χωρίς νά καταφύγει σέ ὁλοκληρωτικές δομές ἀλλά ἀντίθετα μέσα σέ θεσμικές συνθῆκες κοινωνικῆς αὐτονομίας. Ἡ προοπτική αὐτή θέτει σάν ἀπόλυτη προϋπόθεση τήν πολιτική καί κοινωνική ἐπανάσταση καί συνίσταται: (α) Στόν ἐξορθολογισμό τῆς παραγωγικῆς διαδικασίας , ὑπό τήν ἔννοια ὅτι ὁ ἄξονας τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητας δέν μπορεῖ νά εἶναι οὔτε ἡ συνεχής διεύρυνση γιά τήν διεύρυνση, οὔτε οἱ ἀνάγκες μιᾶς ὁρισμένης κοινωνικῆς ὁμάδας, πού νέμεται κατ’ἀπόλυτη ἀποκλειστικότητα τόν κρατικό μηχανισμό ἀλλά οἱ ἀτομικές καί συλλογικές πραγματικές ἀνάγκες, πού γεννιοῦνται καί ἀναπτύσσονται στίς ἐλεύθερες κοινωνικές συνθῆκες. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι παραμερίζονται οἱ φυσικές, οἱ οἰκονομικές, οἱ πολιτισμικές, οἱ πολιτικές δουλεῖες, οὔτε ὅτι ἐξοβελίζονται τά αὐτόχθονα οἰκονομικοκοινωνικά δεδομένα – αὐτά τά τελευταῖα μάλιστα λαμβάνονται ὑπόψη ἀπό μιά τέτοια οἰκονομική πολιτική, ἐφ’ὅσον ἡ πολιτική αὐτή δέν ἀποβλέπει στήν παραμόρφωση τοῦ κοινωνικά διαμορφωμένου Ἐγώ, ὡς ἀφετηρίες καί σημεῖα στηρίξεως . αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ κοινωνική αὐτοδιεύθυνση μέ ὅλες τίς τεράστιες δυσκολίες, πού παρουσιάζει σάν προοπτική γιά μιά χώρα ὅπως ἡ Ἑλλάδα – οἱ δυσκολίες αὐτές πηγάζουν ἀπό τό γεγονός, ὅτι σέ μιά τέτοια κοινωνία εἶναι μᾶλλον ἀδύνατο, νά ἔχουμε ἕνα αὐθόρμητο λαϊκό κίνημα, πού νά τείνει, ὡς τέτοιο, νά ἐξαλείψει ριζικά τούς ὑλικούς καί ἰδεολογικούς καταναγκασμούς . τό κενό αὐτό ἔρχεται νά τό καλύψει ἡ ἐπαναστατική ὁργάνωση, πού ὁ ρόλος της – καί ἐδῶ ἐλλοχεύει πάντοτε ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος γιά τόν ἐκφυλισμό τῆς ἐπανάστασης – δέν πρέπει νά εἶναι ἄλλος ἀπό ἐκεῖνον τοῦ «καταλύτη τοῦ ξεκινήματος» , πρᾶγμα πού «ἐξασφαλίζεται» ἀπό τούς ἀντίστοιχους θεσμούς πού τήν διέπουν καί ἀπό τόν βαθμό πού ἔχει ἐπαναστατικοποιηθεῖ τό θεσμικό κοινωνικό σύστημα – παρέχει πράγματι τήν δυνατότητα στούς κυρίαρχους ἄμεσους παραγωγούς, νά καθορίζουν τίς ἀνάγκες τους – ὁ τρόπος τοῦ καθορισμοῦ εἶναι λυμένος ἀπό τήν σύγχρονη ἐπιστήμη στά τεχνικά του καθέκαστα – καί μέσα ἀπ’αὐτές τόν ρυθμό καί τήν κατεύθυνση τοῦ παραγωγικοῦ μηχανισμοῦ. (β) Στήν μεταβολή τῆς δομῆς τῆς τεχνικῆς. Ἡ μεταβολή αὐτή δέν ἀναφέρεται σέ ἀλλαγές, πού σχετίζονται μέ τόν τύπο τῶν ἐργαλείων ἀλλά μέ τήν μορφή, τόν τρόπο τῆς ἐργασίας στίς σύγχρονες τεχνολογικές συνθῆκες. Στίς συνθῆκες αὐτές, οἱ μηχανές εἶναι τό μέσο διά τοῦ ὁποίου ὁ ἐργάτης προσαρμόζεται στίς ἀπαιτήσεις τῆς «ἐπιστημονικά» ὁργανωμένης παραγωγῆς, πού ὅμως τό ἴδιο τό περιεχόμενο τῆς προσαρμογῆς εἶναι ἡ χειραγώγησή του. (γ) Στήν κοινωνικοποίηση τῶν παραγωγικῶν μέσων, καί (δ) στόν δημοκρατικό οἰκονομικό σχεδιασμό , πού ἡ δομική του διαφορά ἀπό τίς μέχρι τώρα γνωστές «Ἐπιτροπές σχεδιασμοῦ» ἔγκειται στό ὅτι λειτουργεῖ σάν συντονιστικό ὄργανο, ἐκτελεστικοῦ χαρακτῆρα, τῶν ἀποφάσεων τῶν ἴδιων τῶν παραγωγῶν.
Ἡ πολιτική καί οἰκονομική δημοκρατία εἶναι ἀπραγματοποίηση σάν ἄμεση δημοκρατία, ὅταν τό ἄτομο δέν συμμετέχει ἐνεργητικά στίς κοινωνικές λειτουργίες μέ τήν ἴδια ἄνεση πού συμμετέχει στό ἄμεσο κοινωνικό του περιβάλλον. Πῶς ὅμως μποροῦμε νά σκεφτοῦμε μιά τέτοια δυνατότητα σέ μιά κοινωνία, πού παρόλη τήν θεσμική της αὐτονομία, κάθε κοινωνική ὁμάδα εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπό τίς ἄλλες, πού κάθε μερικός στόχος εἶναι ὑπερκαθορισμένος, πού ὁ ὄγκος καί ἡ πολυπλοκότητα τῶν προβλημάτων ὑποχρεώνουν στήν ἐξειδίκευση; Γιατί ἕνα εἶναι βέβαιο: ὅτι ἡ θεσμοθετημένη ἄμεση δημοκρατία παραμένει ἕνας νεκρός τύπος ἀπό τήν στιγμή πού τό ἄτομο δέν μπορεῖ νά συμμετάσχει στήν ἄσκησή της, ὄχι ἐπειδή δέν ξέρει ἀλλά ἐπειδή δέν εἶναι σέ θέση νά μπορεῖ νά ξέρει. Ζητεῖται κατά συνέπεια ὁ θεμελιακός κοινωνικός θεσμός, πού ἐνθαρρύνει τήν οὐσιαστική συμμετοχή στά κοινά καί πού παρέχει τά μέσα γι’αυτήν τήν ἐνθάρρυνση. Ὁ θεσμός αὐτός, ὁ θεσμός τῆς ἀνοιχτῆς κοινωνίας,  εἶναι ἐκεῖνος ὅπου τό κάθε τμῆμα τοῦ ὁργανωμένου κοινωνικοῦ συνόλου εἶναι ἀνοιχτό σέ ὅλα τά ἄλλα, ὅπου δηλ. ἀμετακίνητη ἀρχή του εἶναι ἡ ἐπικοινωνία ὅλων μέ ὅλους. Αὐτό δέν μπορεῖ φυσικά νά γίνει, ὅταν ἡ πολιτική εἶναι ὑπόθεση «εἰδικῶν» ἤ ὅταν ὁ ὁποιοσδήποτε εἶναι σέ θέση νά μονοπωλεῖ τήν ἐνημέρωση  αὐτό ἀκόμη σημαίνει, ὅτι δέν πρέπει νά ξεχνοῦμε πώς ἡ γνώση καί ἡ ἐνημέρωση δέν ἔχουν πάντα νά κάνουν μέ τούς μηχανισμούς τῆς κοινωνικῆς διεύθυνσης, ὅπως συμβαίνει μέ τήν τέχνη, τήν φιλοσοφία ἤ τήν καθαρή ἐπιστημονική ἔρευνα συνεπῶς τό πρόβλημά μας δέν εἶναι οἱ πάντες νά ξέρουν τά πάντα σέ μιά ἀνοιχτή κοινωνία ἀλλά «τά πάντα νά εἶναι δημόσια πράγματα». Μιά κοινωνία πού δημοσιοποιεῖ τόν ἑαυτό της δέν μπορεῖ ποτέ νά σκέφτεται ὁμοιόμορφα ὅταν λοιπόν ἡ ὁμοιομορφία τῶν ἀντιλήψεων δέν ὑπάρχει κι’ὅταν κανέις δέν ἐξουσιάζει τόν ἄλλο, τότε βλέπουμε νά διαμορφώνεται αὐτόματα ἡ δομή τῆς ἐλεύθερης κοινωνικῆς σύγκρουσης, πού ἀπό τήν στιγμή πού δέν εἶναι σύγκρουση γιά τόν πλοῦτο καί γιά τήν ἐξουσία γίνεται ἡ πηγή τῆς κοινωνικῆς εὐρωστίας καί τῆς ἀδιάκοπης ἐπανάστασης.

Ἡ δημοσιοποίηση τῆς κοινωνικῆς ζωῆς καί ἡ ἐλευθερία στήν κοινωνική σύγκρουση, προϋποθέτουν τήν ἀνοιχτή κοινωνία, τήν ἐπικοινωνία ὅλων μέ ὅλους. Πῶς ὅμως ἀντιλαμβανόμαστε στήν δομή αὐτή τήν ἀπελευθέρωση τῆς γνώσης καί τῆς ἐνημέρωσης; Γνωρίζω σημαίνει «μπορῶ νά εἰσχωρήσω στά διάφορα ἐπίπεδα τῆς ζωῆς καί τῆς σκέψης καί νά κρατήσω γιά λογαριασμό μου ὁποιοδήποτε μέρος τους». Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἕνα ἄτομο συμμετέχει στό περιβάλλον του «ἀνάλογα μέ τήν ποιότητα καί τόν ὄγκο τῶν γνώσεών του, τήν δυνατότητα πού ἔχει νά εἶναι πάντα ἐνημερωμένο καί τήν ἱκανότητά του νά ἀξιοποιεῖ κάθε καινούργια γνώση». Ἡ παρατήρηση αὐτή δέν ἰσχύει μόνο σ’ὅ,τι ἀφορᾶ τίς σχέσεις ἀτόμου καί κοινωνίας . ἰσχύει καί ἀποκτᾶ ὅλο τό βάθος της, ὅταν τήν δοῦμε σάν σχέση μέ ἕνα περιορισμένο περιβάλλον, ὅπως ἡ μονάδα παραγωγῆς, τό κόμμα κοκ. Τί γνώσεις ἀποκτᾶ κανείς ἀνάλογα μέ τόν ρόλο του στήν παραγωγική μονάδα – π.χ. ἀρχισυντάκτης καί συντάκτης – ἤ ἀνάλογα μέ τήν θέση του στόν κομματικό μηχανισμό  – π.χ. ἁπλό μέλος καί γραμματέας στοιχείου, γραμματέας στοιχείου καί μέλος τῆς γραμματείας πόλης ἤ τοῦ κεντρικοῦ καθοδηγητικοῦ μηχανισμοῦ;  Σέ ποιό βαθμό οἱ γνώσεις αὐτές μποροῦν νά αὐξηθοῦν, σέ ποιό βαθμό τά ἄτομα ἐπιδέχονται αὐτές τίς γνώσεις καί σέ ποιό ποσοστό μποροῦν νά τίς ἀφομοιώσουν; Αὐτή ἡ προβληματική ἔχει οὐσιαστική σημασία, ἄν θέλουμε νά δοῦμε τά πραγματικά δεδομένα πού συνιστοῦν τόν ἐκδημοκρατισμό, εἰσχωρώντας στό πνεῦμα τῶν κοινωνικῶν διαιρέσεων, ὅπως διαμορφώνονται στήν σύγχρονη κοινωνία μέσα ἀπό τήν κατακερματισμένη γνώση. Γιατί ἡ βαθειά δυσκολία δέν βρίσκεται στήν καταγγελία τῶν ἰμπεριαλιστικῶν καταπίεσεων γενικά ἡ βαθειά δυσκολία συνίσταται στό νά εἴμαστε ἱκανοί νά διακρίνουμε τό ἰδιαίτερο στοιχεῖο πού ἀποκαλύπτεται ἀπό τήν ἐσωτερική μεταμόρφωση τῆς γνώσης, ὅταν αὐτή ἐξειδικεύεται, ἀπό ἐκεῖνο τό στοιχεῖο, πού εἶναι κατακριτέο σέ ἕνα κοινωνικοοικονομικό σύστημα, ἔχοντας ὑπόψη ὅτι δέν εἶναι ὁ τύπος τῆς συμμετοχῆς στήν γνώση ἀλλά ἡ κοινωνική ὁργάνωση τῆς γνώσης, πού καθορίζει σ’ἕνα ποσοστό τίς παραγωγικές σχέσεις. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό ἡ σύγχρονη ἐκπαιδευτική πρακτική δέν ἐλέγχεται ἁπλῶς στούς ἐξωτερικούς καθορισμούς, πού βαραίνουν στήν θεσμική ἐκπαιδευτική λειτουργία – λ.χ. ἀποκλεισμός τῶν ἐργατικῆς καί ἀγροτικῆς προέλευσης νέων ἀπό τήν ἀνώτερη παιδεία – ἀλλά ἐλέγχεται κυρίως στόν ἴδιο τόν θεσμό, ὡς περιεχόμενο, ὁργάνωση καί λειτουργία . τά προγράμματα πού ἔχουν ἐξ ἀρχῆς ἐκπονηθεῖ γιά λίγους προνομιοιύχους εἶναι ἐκ κατασκευῆς ἀκατάλληλα γιά τήν ἐκπαίδευση ἑνός μεγάλου ἀριθμοῦ, ἐνῶ στήν περίπτωση πάλι πού ἔχουμε προγράμματα μαζικῆς προοπτικῆς, ἡ ἐκπαίδευση αὐτή τῶν «ἴσων εὐκαιριῶν» εἶναι τυπικά δημοκρατική, γιατί ἐκεῖνο πού ἐπιδιώκει εἶναι νά ὁδηγήσει τόν κάθε ἕνα, νά προσαρμοστεῖ σέ μιά προκαθορισμένη λειτουργία τοῦ παραγωγικοῦ συνόλου καί νά τόν ἐγκλωβίσει μιά γιά πάντα στά ἀσφυκτικά πλαίσια μιᾶς κατακερματισμένης τεχνικῆς ἤ ἐπιστημονικῆς γνώσης. Ἐδῶ βρίσκεται τό σημεῖο, ὅπου ἡ δομή τοῦ θεσμοῦ καί ἡ δομή τῆς κοινωνίας συνυφαίνονται καί ἀπό δῶ προσδιορίζεται ἡ φύση τῶν σχέσεων τοῦ ἀτόμου πρός τήν γνώση καί τήν κοινωνία . ἐδῶ, τέλος, θά πρέπει νά ἀναζητήσουμε τήν ἀπάντηση γιά τήν ἀπελευθέρωση τῆς γνώσης μέσα στήν προοπτική μιᾶς μετασχημα-τιζόμενης ἑλληνικῆς κοινωνίας.

Στήν προβληματική τοῦ κοινωνικά διαμορφωμένου Ἐγώ δέν θά ἐπιμείνουμε ἔχομε ἄλλωστε δώσει τίς σχετικές ἐξηγήσεις. Ἐπανερχόμαστε ἁπλῶς γιά νά ὑποσημειώσουμε, ὅτι ἕνα πολιτισμικό σύνολο διακρίνεται ἀπό ἕνα ἄλλο ὄχι μόνο ἀπό τόν τρόπο τῆς παραγωγῆς καί τῆς ἀνταλλαγῆς, ἀπό τήν στάθμη τῆς τεχνικῆς, ἀπό τόν τρόπο τῆς ἰδιωτικῆς ζωῆς, ἀπό τούς κανόνες τῆς συγγενείας, ἀπό τίς πεποιθήσεις του ἤ τά δημιουργήματά του ἀλλά ἐπί πλέον καί ἀπό μία ὁρισμένη «σχηματοποίηση τῶν ψυχολογικῶν δεσμῶν, πού πλησιάζουν τά ἄτομα τό ἕνα μέ τό ἄλλο παρά τίς διαφορές τοῦ χαρακτῆρα τους ἤ τῶν καταστάσεων πού ζοῦν καί πού τούς κάνει νά ὑπακούουν στίς ἴδιες ἀπαγορεύσεις, νά μοιράζονται τίς ἴδιες πιέσεις καί τίς ἴδιες ἀπολαύσεις, νά νοιώθουν τά ἴδια συναισθήματα, νά ἔχουν κοινές ἀνάγκες, νά ἐκτίθενται στούς ἴδιους κινδύνους, νά ἐπεξεργάζονται ταυτόσημες ἀπαντήσεις, νά ὁργανώνουν τούς ἴδιους ἀμυντικούς μηχανισμούς γιά νά προφυλάξουν τήν ἀκεραιότητα τοῦ Ἐγώ τους καί τέλος νά σχηματίζουν στόν καθρέφτη τοῦ ἄλλου, ἀνάλογες εἰκόνες τοῦ ἑαυτοῦ τους καί τοῦ ἄλλου». Ὅλα αὐτά δέν μποροῦν ποτέ νά ὁδηγήσουν στήν ἀντίληψη ὅτι ἔχουμε νά κάνουμε μέ κάποιον αὐτόνομο ψυχολογικό παράγοντα . μᾶς βεβαιώνουν ὅμως ὅτι καμία ριζοτομική προοπτική δέν μπορεῖ νά εἶναι οὐσιαστικά τέτοια, ἄν δέν βλέπει καθαρά ὅτι ὑπάρχει μία πρωτογενής συνάφεια μεταξύ τῶν κοινωνικῶν φαινομένων καί τοῦ φαινομένου τοῦ κοινωνικά διαμορφωμένου Ἐγώ, ἀποφεύγοντας τίς ἀπλουστεύσεις, στίς ὁποῖες κατέληγε ἡ κλασσική θεωρία, πού ξεκινώντας ἀπό τήν ὁρθή ἀντίληψη ὅτι ἡ ἀναλλοίωτη ἀνθρώπινη φύση εἶναι ἕνας μῦθος, ὁδηγιώταν στήν μηχανική τῶν ὑπερπροσδιορισμῶν. Τό νά ἀναγνωρίζουμε ὅμως ὅτι βρισκόμαστε συνεχῶς ἀπέναντι σέ ἕνα κοινωνικά διαμορφωμένο Ἐγώ, τό κοινωνικό Ἐγώ τοῦ ἄλλου, πού συναντοῦμε στόν δρόμο ἤ στήν δουλειά, στήν πολιτική ὁργάνωση ἤ στήν ἐπαναστατική πράξη, ἱσοδυναμεῖ μέ τό νά θέτουμε ἀδιάκοπα στήν προβληματική μας τό ἐρώτημα, ἄν ἔχει νόημα νά μιλᾶμε γιά σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, ἄν αὐτό πού τοῦ δίνουμε ἕνα τέτοιο ὄνομα, μπορεῖ νά πάρει σάρκα καί ὁστᾶ χωρίς νά ὑπολογίζει τήν μοναδική αὐτή μήτρα ἀπό ὅπου γεννιῶνται οἱ ἐπιθυμίες τοῦ κάθε ἀνθρώπου καί φυσικά οἱ δικές μας.

* Αὔγουστος τοῦ 1967

πηγή: Antifono.gr

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here