Τα πρωτοσέλιδα της κρίσης*

2
87

Κωνσταντίνος Μπλάθρας

Δύο είναι, κυρίως, τα λάθη της πολιτικής ηγεσίας, που οδήγησαν τη Χώρα σ’ αυτή την πρωτοφανή παρακμή, στη βαθειά πολιτική, οικονομική, ταυτόχρονα κοινωνική και ηθική κρίση. Πρώτον, η πέρα από κάθε όριο, νομικό και ηθικό φραγμό, λεηλασία του κράτους από τις κομματικές νομενκλατούρες. Λεηλασία που, εκτός από στέγνωμα του δημόσιου ταμείου σημαίνει επίσης δήωση του δημόσιου χώρου της πολιτικής και καταλήστευση των ηθικών αποθεμάτων του λαού. Σ’ αυτή την άνευ προηγουμένου κομματική επέλαση (του συνόλου, δυστυχώς, των κοινοβουλευτικών κομμάτων της Μεταπολίτευσης) η ανομία διεσπάρη σε μεγάλα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας, υπό τον μανδύα του (ιδιοτελούς) «εκδημοκρατισμού». Οι ρίζες της ανομίας πρέπει να αναζητηθούν εν μέση Δικτατορία, ιδιαίτερα στην τελευταία της περίοδο, στα δημοφιλή «φιλολαϊκά» μέτρα, με στόχο την εξαγορά συνειδήσεων.

Η Μεταπολίτευση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και ιδιαίτερα, εδώ είναι το μέγα παράδοξο, η Μεταπολίτευση του Ανδρέα Παπανδρέου επένδυσε σ’ αυτή τη «φιλολαϊκή» πολιτική εκδημοκρατισμού, η οποία διεύρυνε εμπράκτως το ταξικό χάσμα στην ελληνική κοινωνία. Απλώς στους έχοντες προστέθηκαν τώρα οι «κατέχοντες άκρες» αχρείοι  του κομματικού (παρα)κράτους, που έμαθαν φαρσί τη νέα ομιλία μιας σοσιαλεπώνυμης ρητορείας.
 
Ερχόμαστε έτσι στη δεύτερη μεγάλη αμαρτία του ελληνικού πολιτικού συστήματος, στον ασίγαστο, ιδιοτελή και εξαχρειωμένο λαϊκισμό της Μεταπολίτευσης. Τίποτα πια δεν ονομάζεται με τ’ όνομά του: Η διάλυση της αγροτικής παραγωγής ονομάστηκε «στήριξη» του αγρότη μέσω επιδοτήσεων, η εξάρθρωση του εκπαιδευτικού συστήματος εκδημοκρατισμός της παιδείας, η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας εκσυγχρονισμός, η υποτέλεια με εξευτελιστικούς όρους στους επικυρίαρχους (Αμερικανούς, ΝΑΤΟ, Ε.Ε.) φιλία των λαών, ειρήνη, πολιτική της υπερήφανης Ελλάδας κ.τ.ό. Το φάσμα του λαϊκισμού βαραίνει το σύνολο του πολιτικού κόσμου της Μεταπολίτευσης, με επιβεβαιωμένες κάποιες επαινετές εξαιρέσεις. Το ότι υπήρχε πάντοτε «ο αριστερός ψάλτης», η εξ αριστερών αντιπολίτευση, δεν αίρει την παραπάνω διαπίστωση, καθώς η αντιπολίτευση αυτή συνήθως υπερακόντιζε την κυβέρνηση σε λαϊκιστική αμετροέπεια αφ’ ενός, αφ’ ετέρου στήριζε πάνω της μια εξαχρειωμένη κομματική ιδιοτέλεια, η οποία ευθύνεται εν πολλοίς για τη σημερινή πλήρη πολιτική ακινησία. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στο χάλι στα Πανεπιστήμια, μέσα από την μαφιόζικου τύπου «πολιτική» συναλλαγή, όπου το «κράτος της Δεξιάς» αντικαταστάθηκε από τους «αναβαπτισμένους» του Πολυτεχνείου, με την ίδια πάντοτε αντιδημοκρατική στόχευση.
 
Ίσως οι πιο πάνω κρίσεις φανούν ιδιαίτερα αυστηρές, επηρρεασμένες, θα πει κάποιος, από το κίνημα των επ’ εσχάτοις αγανακτισμένων. Μακάρι να ήταν οι διαπιστώσεις μας υπερβολικές. Αυτό ευχόμασταν κάθε φορά που γράφαμε τα κείμενα που ακολουθούν: Μακάρι να διαψευσθούμε! Η θέση της Κασσάνδρας και του Ιερεμία είναι το ίδιο άχαρες είτε ζεις στην Τροία ή στην Ιερουσαλήμ ή στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Όταν προειδοποιούσαμε, μαζί με τους Γάλλους αγανακτισμένους του 2006, για «το φόβητρο του χρέους, ένα σύστημα καλύτερο από την αποικιοκρατία», το Αλογοσκούφειο τότε υπουργείο Οικονομικών συνέχιζε στο κόκκινο το δανεισμό της χώρας. Όταν γράφαμε ομοίως πως «η έλλειψη ευρύτερης στρατηγικής για τη χώρα, δηλαδή για την οικονομία, την εργασία, την παιδεία, την ασφάλεια, την πληθυσμιακή ανάπτυξη, τη θέση της Ελλάδας στο διεθνες γίγνεσθαι, δημιουργεί μια πολύ επικίνδυνη κατάσταση για την εθνική μας επιβίωση» ή όταν επισημαίναμε ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες «είναι μια καλοστημένη επιχείρηση καταλήστευσης των πόρων ενός μικρού λαού και φαλκίδευσης των δικαιωμάτων του», η Αθήνα βυθιζόταν στην παραισθησιογόνο ευτυχία του 2004. Κι όταν εκεί που στον Δεκέμβρη του 2008 ανευθυνο-«έφηβοι» σχολιαστές είδαν «εξέγερση της νεολαίας», εμείς καταγράψαμε την αρχή μιας δημοκρατικής εκτροπής, αυτή δεν άργησε να καταφθάσει τον Μάη του 2010. Μα κι όταν γράφαμε «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν», το καλοκαίρι του 2009 που Γ. Παπανδρέου επέλαυνε με το «λεφτά υπάρχουν», κι αν πρώτοι χτυπήσαμε στην πρώτη σελίδα τον τίτλο «Νέα (Γερμανική;) Κατοχή» (Γενάρης 2010), πάντα βαθειά μέσα μας ευχόμαστε να διαψευστούμε, τα χειρότερα να μην φθάσουν.
 
 
Δυστυχώς, η φωνή μας, όπως και η φωνή αρκετών άλλων, όσων δεν εξαγοράστηκαν και δεν ξεμυαλίστηκαν από τα καθρεφτάκια της Μεταπολίτευσης, αν και καθαρή στις διαπιστώσεις της παρέμεινε ασθενής, ίσως λόγω της φτώχειας μας και δικής μας αδυναμίας. Κι αν τώρα, που ολόκληρη η κοινωνία μοιάζει να ξυπνά από έναν τριακονταετή λήθαργο, συναθρίσαμε αυτές τις φωνές σ’ αυτό το βιβλίο, το κάναμε για ν’ ακουστεί η φωνή μας λίγο μακρύτερα, με την κρυφή ελπίδα να διαψευστούμε και τα χειρότερα να μην έρθουν. Θέλουμε επίσης να δυναμώσουμε τη φωνή εντύπων όπως η «Χριστιανική», με αγωνιστική πορεία μισού αιώνα, και του νέου και αχρημάτιστου περιοδικού «manifesto», που ανάβουν σαν μικρά φαναράκια σε μια Χώρα που πλέει ολοταχώς στις ξέρες της Νέας Τάξης.
 
 
Αλλά για να μη χαθούμε αύτανδροι, χρειάζεται επειγόντως να γίνει εκείνο που δεν έγινε τριάντα χρόνια τώρα: Να συζητήσουμε με ειλικρίνεια, να δια-βουλευτούμε και να συν-αποφασίσουμε ότι αυτή η μοίρα της καταστροφής δεν μάς ανήκει. Μια τέτοια απόφαση δεν είναι εύκολη δουλειά γιατί χρειάζεται να σηκώσουμε στην πλάτη μας την ευθύνη. Δημοκρατία χωρίς ευθύνη δε νοείται, όπως και Δημοκρατία χωρίς πατριωτισμό. Και πιστέψτε με, τα συνθήματα λίγην αξία έχουν, εάν δεν είναι πάνυ αποπροσανατολιστικά, σαν έρθει η ώρα των αποφάσεων. Σ’ ένα διεθνές περιβάλλον που ρέπει στο χάος, με τον ανταγωνισμό των ισχυρών να «χτυπάει κόκκινο», χωρίς τις αναστολές ενός Ψυχρού Πολέμου, για μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα, μόνο της στήριγμα είναι ο ίδιος της ο λαός, αυτός που το «Μνημόνιο» επιχειρεί να δέσει πισθάγκωνα. Το επείγον, αυτή την έσχατη ώρα, είναι να ξαναζωντανέψει το αγωνιστικό και αντιστασιακό φρόνημα του ελληνικού λαού, που το καταπλάκωσε η συνθηματολογία και το εξανδραπόδισαν οι επιχορηγήσεις. Πρέπει να ξανάβρουμε τη θέληση και την απόφαση να ζήσουμε, με τα δικά μας μέσα, βασισμένοι στα δικά μας χέρια, που αργεύουν σήμερα, αγοράζοντας τα αναγκαία από τον σύγχρονο κόσμο μα και πουλώντας προϊόντα της προίκας του λαού μας, που δεν είναι ευκαταφρόνητη.
 
 
Γιατί, όπως το 1821, έτσι και σήμερα «δεν είν’ εύκολες οι θύρες, / εάν η χρεία τες κρουταλεί.» Γιατί, αν θέλουμε να ζήσουμε, πρέπει πάλι να ματώσουμε από της ελευθερίας «την κόψη του σπαθιού την τρομερή».
 

*Προδημοσίευση από το καινούργιο βιβλίο του Κωνσταντίνου Μπλάθρα “Τα πρωτοσέλιδα της κρίσης” που θα παρουσιαστεί την Παρασκευή 15 Ιουλίου, στις 19.00, στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ (Σταδίου 24), εκτός από τον συγγραφέα θα μιλήσουν ο Μανώλης Μηλιαράκης και ο Νίκος Ράπτης.

 

πηγή: Αντίφωνο

2 Σχόλια

  1. Φίλε Κώστα συμφωνώ. Αλλά αυτά όλα είναι η μια όψη του νομίσματος. Είναι η συμβολή μας στην κρίση και μην επιζητιούμε ετεροκαθορισμούς. Υπάρχουν βεβαίως και οι παράμετροι που μας ξεπερνούν, όπως οι δράση τραπεζών και αγορών. Θα τολμήσω όμως να θέσω ένα ερώτημα και παρακαλώ και σένα και τους φίλους που συναντιόμαστε σ’ αυτό το ιστολόγιο για μια απάντηση.

    Εκκλησία και κρίση. Δηλαδή ποια η συμμετοχή της Εκκλησίας στη δημιουργία της κρίσης και πια η πρόταση της Εκκλησίας για την έξοδο από την κρίση.
    Και εδώ προβάλλει το ερώτημα: Η Εκκλησία που είναι αγία και άμωμος και δεν έχει σπίλον η ρυτίδα ή τι των τοιούτων , προκαλεί κρίση ; Ή μήπως η απουσία ουσιαστικού εκκλησιαστικού λόγου συμβάλλει στην κρίση;

    Ταύτα και αναμένω με μεγάλη προσμονή τις απόψεις σας.

  2. Η Εκκλησια,οπως το ειισπρατω στην καθημερινοτητα, δεν ειναι αυτη που θα επρεπε να ηταν. Σε αυτη,την μαθηματικως υποτελεια που μας οδηγησαν οι πολιτικοι μεγαλο μερος ευθυνης φερει και η Εκκλησια. Αν το επιθυμουσε θα ειχε απογαλακτιστει απο την αγκαλιατου κρατους και κατ΄αυτο τον τροπο θα αισθανοταν ελευθερη να κεραυνωνει τους φαυλους,οπως μεμονομενα το κανουν ορισμενοι ιεραρχες.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here