Συνέντευξη Άντη Ροδίτη*

11
72

1. Χαρακτηρίζετε το βιβλίο σας «Δέκα χιλιάδες μέλισσες» «μυθιστόρημα αληθινών γεγονότων» Τι εννοείτε;

 Το μόνο που σημαίνει ο υπότιτλος των «Μελισσών» είναι ότι, δεν πρόκειται για μια εντελώς φανταστική ιστορία. Άλλωστε δεν μπορεί να υπάρξει μια 100% φανταστική ιστορία. Ακόμα κι οι υποδειγματικά «φανταστικές ιστορίες» τού Έντγκαρ Άλλαν Πόου, ας πούμε, δεν μπορούν να είναι 100% φανταστικές. Φαντάζομαι ότι, ένας πλήρως συνειδητοποιημένος άνθρωπος, όταν έρθει η στιγμή να πεθάνει σίγουρα θα απορεί πόσο «αληθινά» ήταν τα όσα έζησε, και πόσο ήταν απλώς, μια απλή ή όχι και τόσο απλή αφήγηση, ένα μυθιστόρημα αληθινών(;) γεγονότων!  Έτσι, αντί να φανταστώ μια χώρα και να εννοώ την Κύπρο, γράφω ευθέως για την Κύπρο, που είναι ταυτόχρονα χώρα «φανταστική» και «μυθιστορηματική», όπως και οι πρωταγωνιστές της Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, η δασκάλα του Μάργκαρετ, ο Πολύκαρπος Ιωαννίδης, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο Παντελής Μηχανικός, ο βασιλιάς Πρέμπε των Ασάντι και όλοι οι άλλοι, δικοί μας και ξένοι. Είναι αληθινά πρόσωπα με τις δικές τους απίστευτες ιστορίες μέσα στη μια μεγάλη Ιστορία τής Κύπρου και τη μεγαλύτερη τού κόσμου.

2. Αφού έχετε συγκεκριμένα στοιχεία σε σχέση με την πρόσφατη ιστορία τής Κύπρου, γιατί δεν επιλέξατε την οδό ενός καθαρά ιστορικού/πολιτικού βιβλίου, το οποίο θα μπορούσε πιθανώς να έχει διαφορετική επίδραση στο κοινό;

Κοιτάξτε. Η ιστορία περιγράφει γεγονότα κυρίως και η λογοτεχνία προσπαθεί να καταλάβει τούς ανθρώπους. Ένας συνδυασμός θα έπαιρνε τα καλύτερα στοιχεία και από τα δύο πεδία. Αυτό προσπάθησα να κάμω με τις «Μέλισσες». Επειδή, όμως, μερικοί είναι «αγύριστα κεφάλια» και δεν αναγνωρίζουν τίποτε πέρα από εκείνο που μπορούν ν’ αγγίξουν με τα δάχτυλα, αποφάσισα να προσπαθήσω να μην τους παραμελήσω. Έτσι, το «καθαρά ιστορικό/πολιτικό» βιβλίο, όχι μόνο το έχω αρχίσει από τα μέσα τού 2010, μετά που κυκλοφόρησαν οι «Μέλισσες», αλλά το έχω τελειώσει κιόλας, μόλις την περασμένη βδομάδα και τώρα βρίσκομαι στη διαδικασία διόρθωσής του, προσθέσεων, αφαιρέσεων κ.λπ. Χονδρικά, το βιβλίο  περιλαμβάνει περισσότερο από 120 έγγραφα αμερικανικά και αγγλικά (μεταφρασμένα στα ελληνικά) αλλά και ελληνικά έγγραφα, ενώ το άλλο μισό του αποτελείται από δικά μου σχόλια και παραπομπές σε άλλους συγγραφείς. Πρόκειται για ένα «χρονικό», που αρχίζει στις 21 Δεκεμβρίου 1963 και τελειώνει στις 25 Αυγούστου 1964 – τη μέρα που οι Άγγλοι παραδέχτηκαν με συγκεκριμένο έγγραφο ότι, με τους όρους που οι Αμερικανοί πρόσφεραν την Ένωση στους Έλληνες, οι Τούρκοι δεν θα έπαιρναν τίποτε!

3. Πόσα χρόνια κράτησε η έρευνα και πόσο η συγγραφή των «Μελισσών»; 

Συνολικά περισσότερο από δύο χρόνια. Δεν έγραφα βέβαια όταν πήγα στις Σεϋχέλλες για να δω από κοντά το “Moins que rien” (Λιγότερο από τίποτε) ή “Sans Souci” (Χωρίς έγνοιες) που ήταν το εξοχικό στο οποίο κρατήθηκαν εξόριστος ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και οι άλλοι. Γύρισα όλο το νησί και την πρωτεύουσα Μαχέ, πήγα  και σ’ ένα διπλανό, την Πραλίν που είναι, υποτίθεται, ο «Παράδεισος», ο αρχικός Κήπος τής Εδέμ, για να δω όλους τούς τόπους που περιγράφονται τόσο από τον Παπασταύρο στο βιβλίο του «Η Μαρτυρία μου», όσο και από τον δεσμοφύλακά των εξορίστων λοχαγό Φίλιπ Λε Τζετ, στο δικό του βιβλίο “Makarios in Exile”, που εκδόθηκε από την Αρχιεπισκοπή Κύπρου το 1961. Το αρχικό χειρόγραφο θα πρέπει να περιέχει και πληροφορίες πέραν τού εκδομένου, ιστορικής σημασίας. Αλλά τόσο αυτό όσο και το περιβόητο «ημερολόγιο Μακαρίου», που η κυκλοφορία του από τον γαλλικό εκδοτικό οίκο «Βιβλιοθήκη Πλον» ανακοινώθηκε από την «Φρανς Σουάρ», με αναδημοσίευση στην «Ελευθερία» στις 19.5.1974, δεν φάνηκαν ποτέ πουθενά.

Η έρευνα επεκτάθηκε τότε και στην Αγγλία, όπου αναζήτησα και βρήκα την κόρη τού λοχαγού Λε Τζετ, θετή κόρη τής τρίτης συζύγου του Μάργκαρετ, που ήταν ποιήτρια και βοήθησε πολύ τον Μακάριο με τα αγγλικά του, την ιστορία και των πολιτισμό των Άγγλων. Η Αϊντίνα Λε Τζετ βοήθησε πάρα πολύ παραχωρώντας μου επιστολές τής Μάργκαρετ, που αναφέρονται στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο που πρώτη φορά βλέπουν το φως τής δημοσιότητας. Μερικές από αυτές εγκολπώθηκαν στις «Μέλισσες».

4. Τι σημαίνει για σας το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος;

Να σας πω. Λόγω των περιπετειών και των ελλειμμάτων μας σαν Δημοκρατία, ο θεσμός έχει υποστεί φθορά στο παρελθόν, με αποτέλεσμα να μη χαίρει και μεγάλης εκτίμησης ανάμεσα στους λογοτέχνες. Αξιόλογοι λογοτέχνες αποσύρουν συνειδητά τα βιβλία τους από τις κρίσεις. Μέχρι πέρυσι ένα από τα μέλη τής επιτροπής, ο καθηγητής Γιατρομανωλάκης, μάλλον ανενημέρωτος για την ελληνική λογοτεχνία τής Κύπρου, δήλωσε με πάσαν ελαφρότητα ότι, «η σύγχρονη κυπριακή πεζογραφία χαρακτηρίζεται από ελαφρότητα και γενικά είναι χαμηλή σε ποιότητα»! Πριν τρία χρόνια διόρισαν τον Ερατοσθένη Καψωμένο, ειδικό επί τού Ελύτη, ο οποίος είμαι σίγουρος ότι δεν διάβασε τα υποψήφια βιβλία, όπως και το δικό μου χρονικό «Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν πέτρες», διότι το ανακήρυξε  ως… «μη χρονικό» για να μπορέσει μαζί με τους άλλους να μην το βραβεύσουν! Σημειωτέον ότι δεν υπήρχε καν άλλο υποψήφιο βιβλίο στην κατηγορία και το βραβείο δεν δόθηκε. Το πόσο «χρονικό» ήταν, όμως, το βιβλίο αποδείχτηκε και από την απόφαση της Επιτρόπου Διοικήσεως στης οποιας την κρίση κατέφυγα. Πέραν τούτου δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι στο «ενεργητικό» τού θεσμού υπάρχει η βράβευση τού πιο σημαντικού ποιητή μας, τού Παντελή Μηχανικού και μετά, από την ίδια επιτροπή, η ακύρωση τής βράβευσης του λόγω οδηγιών από τον «αρμόδιο» Υπουργό. Το ίδιο επαναλήφθηκε με άλλο δικό μου βιβλίο μερικά χρόνια αργότερα. Όμως ο κόσμος δεν τα ξέρει όλ’ αυτά και δεν ασχολείται. Ακούει στην τηλεόραση ή διαβάζει στην εφημερίδα ότι βραβεύτηκε ο τάδε και αναγνωρίζει αμέσως τον τάδε ως συγγραφέα ή ποιητή. Για μένα, ναι, έχει σημασία η βράβευση λόγω τού γεγονότος ότι, τα βιβλία μου αποπειρώνται ν’ αγγίξουν το καυτό κέντρο των συμφορών μας. Κι όταν αυτό προϋποθέτει κοντράρισμα με καθιερωμένες αντιλήψεις και υποθήκες, έχει ιδιαίτερη σημασία. Ιδιαίτερη σημασία έχει, επίσης, ότι μέλη τής επιτροπής αυτή τη φορά (μετά από τα τόσα παράπονα) ήταν στην πλειονότητά τους σοβαροί και ακέραιοι άνθρωποι από την Κύπρο και από την Ελλάδα, γνώστες τού θέματος, και κάποιοι, μάλιστα, νέοι. Πράγμα πολύ ενθαρρυντικό για τη λειτουργία τής ελευθερίας τής έκφρασης στον τόπο μας.

5. Κύριε Ροδίτη, διαβάζοντας κανείς το βιβλίο σας αντιλαμβάνεται πως δεν συμπαθείτε τον Μακάριο, όχι μόνο ως πολιτικό αλλά και ως άνθρωπο. Σωστά το καταλάβαμε; 

Μου ζητάτε να βάλω τα δυο τελευταία βιβλία μου και το ανέκδοτο σε πεντέξι γραμμές. Δεν γίνεται. Θα σας πω μόνο αυτό: Ο Μακάριος ήταν πολύ σπουδαίος άνθρωπος, εξαιρετικά ιδιοφυής και ικανότατος πολιτικός. Κανένας δεν μπορούσε να τον καταβάλει, Έλληνας ή ξένος. Λέτε ένας τέτοιος άνθρωπος να μη μπορούσε να κάμει την Ένωση; Η Κύπρος έδωσε έναν πολύ μεγάλο και ηρωικό αγώνα για την Ένωση. Έναν αγώνα με καταβολές δυόμιση χιλιάδων χρόνων. Οι ίδιοι οι Άγγλοι παραδέχτηκαν τη στρατιωτική τους ήττα και τον ηρωισμό των Κυπρίων μπροστά στον θάνατο για τον πατρίδα. Η γυναίκα τού τελευταίου κυβερνήτη τής Κύπρου, Σύλβια Φουτ, μαρτυρά στο βιβλίο της «Έξοδος κινδύνου» (σ. 141) αυτό που άκουσε από τον ίδιο τον Φουτ για τους καταδικασμένους σε θάνατο Γιαννάκη Αθανασίου και Κώστα Κωνσταντινίδη, όταν ο Φουτ πήγε να τους αναγγείλει ο ίδιος, μεσάνυχτα, δευτερόλεπτα πριν την εκτέλεση τής θανατικής τους ποινής, ότι τους δόθηκε χάρη:  «Ήταν γαλήνιοι και ήρεμα ευχαρίστησαν τον Κυβερνήτη», γράφει η Σύλβια. Μια αδιαμφισβήτητη, επίσημη μαρτυρία για τον ηρωισμό εκείνων που ήταν έτοιμοι να δώσουν τη ζωή τους για την Κύπρο και την Ελλάδα. Αυτός ο αγώνας δεν υπήρχε τρόπος να χαθεί. Πώς τον έχασε ένας Μακάριος; Πώς γίνεται ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Γέρος τής Δημοκρατίας, να δηλώνει στους Αμερικανούς ότι βρισκόταν σε «αγώνα ζωής ή θανάτου με τον Μακάριο», οι Τούρκοι να δηλώνουν (κατ’ επανάληψη) ότι, προτιμούν να γίνει η Ένωση χωρίς συμφωνία, ως fait accompli, παρά με τους όρους που επέβαλλαν οι Αμερικανοί, οι Άγγλοι να προειδοποιούν ότι, με τους όρους που προσφέρεται η Ένωση οι Τούρκοι δεν θα πάρουν τίποτε κι ο Μακάριος – ο πιο έξυπνος απ’ όλους, δικούς μας και ξένους,  κατά γενική παραδοχή – να …μην μπορεί; Όχι μια, αλλά δυο φορές θα μπορούσε να κάμνει την Ένωση αν την ήθελε.

6. Με το βιβλίο σας αρκετοί ακροδεξιοί νιώθουν δικαιωμένοι για τη στάση που τηρούσαν μέχρι σήμερα για το πρόσωπο τού Μακαρίου. Σας ενοχλεί κάτι τέτοιο;

Το μόνο που μ’ ενοχλεί είναι η παραποίηση τής αλήθειας. Δεν υπάρχουν ακροδεξιοί στην Κύπρο. Πώς γίνεται να υπάρχουν «ακροδεξιοί» σε μια πατρίδα που πέρασε από τον αντιαποικιακό αγώνα στην ημικατοχή; Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί εδώ είναι πώς και ποιοι κατόρθωσαν να κολλήσουν την ετικέτα «ακροδεξιός» σε όποιον δήλωνε τα αντιμακαριακά του αισθήματα. Αυτό είναι σχήμα οξύμωρον. Μόνο και μόνο το γεγονός ότι, ο Μακάριος κυβέρνησε απολυταρχικά, ότι διόριζε δημάρχους και βουλευτές, κανόνιζε τις εκλογές ώστε να είναι εκ των προτέρων γνωστό το αποτέλεσμα, κάθε έντιμος και δημοκρατικός, με ελληνική συνείδηση πολίτης, όφειλε να είναι αντιμακαριακός. Η μεγάλη ευκαιρία για να κολληθεί στους αντιμακαριακούς η ρετσινιά τού «ακροδεξιού» δόθηκε με την επιβολή τής δικτατορίας στην Ελλάδα. Θα ήταν μεγάλη υποκρισία και παλιανθρωπιά των δημοκρατικών ανθρώπων που αντιμάχονταν τον Μακάριο, να απαρνηθούν την Ελλάδα εν μια νυχτί και να δηλώσουν μακαριακοί την επομένη. Αυτό το άρπαξαν ως ανέλπιστο δώρο όλοι όσοι σιτίζονταν στην αυλή τού Μακαρίου, μαζί με τους αληθινά ακραίους, οπαδούς τού σοβιετικού μονοκομματισμού, που υποστήριζαν τον Μακάριο γιατί δεν ήθελαν την Ένωση, για ν’ αποκαλέσουν… «οπαδούς τής δικτατορίας» και «ακροδεξιούς» τούς επίμονους ενωτικούς. Αυτά δεν μπορούν περάσουν έτσι στην Ιστορία. Αργά ή γρήγορα θα ξεκαθαρίσουν.

7. Αποδεδειγμένα μέσα από έγγραφα που εξέδωσε το Foreign Office και η «Καθημερινή», ο Μακάριος είχε να αντιμετωπίσει διεφθαρμένους πολιτικούς τής Ελλάδας και έναν μηχανισμό των Άγγλων που τον έφερναν σε αμηχανία. Δεν ήξερε ποιους να εμπιστευτεί. Παρακαλώ σχολιάστε. 

Και πότε δεν υπήρχαν διεφθαρμένοι πολιτικοί στην Ελλάδα; Θα έλεγα ότι, η ύπαρξη διεφθαρμένων πολιτικών στην Ελλάδα είναι διαχρονική. Θυμήθηκα τώρα τον Φειδία, που έκλεψε λίγο από το χρυσάφι που του έδωσε η Πολιτεία για το χρυσελεφάντινο άγαλμα τής Αθηνάς, που έφτιαξε για τον Παρθενώνα. Ο Φειδίας, ο μεγαλύτερος γλύπτης όλων των εποχών! Η ύπαρξη διεφθαρμένων πολιτικών στην Ελλάδα είναι μια σπουδαία δικαιολογία για να εγκαταλείπει κανείς τούς όρκους του και από εραστής τής Ελλάδας να γίνεται φανατικός εχθρός της. Το Φόρεϊν Όφφις μισούσε θανάσιμα τον Γεώργιο Παπανδρέου που μαχόταν με όλες του τις δυνάμεις, με όλες τις μικρές και περιορισμένες δυνάμεις τής Ελλάδας για την Ένωση, εναντίον των Άγγλων, εναντίον των Τούρκων και των Αμερικανών, αλλά και εναντίον του Μακαρίου, που μαχόταν να την αποτρέψει. Τι μου λέτε τώρα; Ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου έφερνε τον Μακάριο σε… αμηχανία; Είναι αμέτρητες οι φορές που ο Μακάριος έφερε τον Γεώργιο Παπανδρέου σε πραγματική αμηχανία. Κι ο Ανδρέας Παπανδρέου που ήταν συνεργάτης και οπαδός τού Αρχιεπισκόπου, τι ήταν; Αθώα και αδιάφθορη περιστερά; Αμηχανία θα έπρεπε να δημιουργούν στον Μακάριο πολλοί από τους συνεργάτες του κι όχι οι πολιτικοί τής Ελλάδος, με τους οποίους, όλους ανεξαιρέτως, ήρθε σε σύγκρουση, χουντικούς και δημοκράτες. Ιδίως με τους δημοκράτες, όπως τον Γεώργιο Παπανδρέου. Ο ίδιος ήξερε καλά ότι οι συνεργάτες και οι οπαδοί του ήταν το μεγαλύτερο αίτιο τής αμηχανίας του. Γι’ αυτό άλλωστε και σχεδίασε τον τάφο του, πριν πεθάνει, μην του φτιάξουν κανένα τερατούργημα οι οπαδοί του. Που τελικά τού τό ’φτιαξαν, στην αυλή, μάλιστα, της Αρχιεπισκοπής ως άγαλμα. Χρειάστηκαν 20 χρόνια για να το μετακινήσουν από κει.

Για τους Άγγλους δεν έχω να πω, πλην ότι αυτοί δίδαξαν όλες τις παλιανθρωπιές, αλλά περιέργως ο Μακάριος τούς είχε μιαν αδυναμία. Μήπως δεν τους συμβουλεύτηκε για τα 13 σημεία, παρακούοντας τις συμβουλές τής επίσημης Ελλάδας; Μήπως δεν τους έδωσε 99 τ. μίλια βάσεις παρ’ όλες τις υποδείξεις τού Διγενή να επιμένει στα 45; Η δε συνεργασία του με τον Φουτ, όπως την παραθέτω και στο «Δέκα χιλιάδες μέλισσες», με έγγραφα, ναι, τού Φόρεϊν Όφφις, είναι… υποδειγματική!

8. Πολλοί θεωρούν πως ο Μακάριος ήταν ένας φιλόδοξος άνθρωπος που ταύτιζε τον εαυτό του με την Κύπρο. Πολιτικά, η τοποθέτησή του ήταν ορθή, διότι αργότερα φάνηκε πως είχε την υποστήριξη όλων των μεταγενέστερων πολιτικών που διαδραμάτισαν ρόλο στην εξέλιξη τής πολιτικής ιστορίας τής Κύπρου. [Εξάλλου το παραδέχεστε με την αναφορά περί «παρακαταθηκών» στο τελευταίο κεφάλαιο τού βιβλίου σας] 

Πράγματι, ταύτιζε τον εαυτό του με την Κύπρο. Το έλεγε και το διαλαλούσε. Η Κύπρος, όμως, είχε ήδη ζήσει δυόμιση χιλιάδες χρόνια πολιτισμού και ταλαιπωριών κι εκείνος 50. Η Κύπρος είχε και έχει μπροστά της ποιος ξέρει ακόμα πόσες χιλιάδες χρόνια ζωής, ενώ εκείνος είναι νεκρός. Πώς είναι δυνατό να ταύτιζε τη ζωή του με όλο το διαχρονικό γεγονός τής ζωής τής  Κύπρου; Λέτε, «πολιτικά, η τοποθέτησή του ήταν ορθή», επειδή οι μεταγενέστεροι πολιτικοί διακήρυτταν πίστη στις «υποθήκες» του. Νομίζω έχετε λάθος. Απλώς αντλούσαν, από εκείνον, συνθηματολογικά, την εγκυρότητα που χρειάζονταν για να κερδίσουν πολιτικά οφέλη. Όσο διαρκούσε η εγκυρότητα τής επίκλησής τού ονόματός του. Τώρα, έρχονται πρώτοι οι πιο φανατικοί οπαδοί του να πουν ότι έκαμνε λάθος όταν συμφωνούσε πως μετά το ’74 η Κύπρος έπρεπε να δεχτεί λύση ομοσπονδίας.

Από την άλλη, αντικειμενικά μιλώντας, η «πολιτική του τοποθέτηση» και πρακτική, η σύνταξή του με τους αδεσμεύτους, η αντιπαλότητα με τη Δύση, κατέληξαν στη σημερινή πραγματικότητα. Τώρα, αν θέλετε να πούμε και δυο λόγια για την εξέλιξη τού πολιτικού μας συστήματος (το ταξίδι μας προς την «Ιθάκη», προς το ιδανικό πολιτικό σύστημα, που δεν τελειώνει ποτέ, όπως θα έλεγε και ο Παναγιώτης Ήφαιστος) δεν φαντάζομαι να πιστεύετε ότι, επί «βασιλείας» του και των αμέσως επομένων του, έγιναν σοβαρά βήματα προς τη δημοκρατία που απολαμβάνουμε σήμερα. Αυτά άρχισαν μεταγενέστερα και κυρίως μέσα από τις τάξεις των ανθρώπων που αντιτάχθηκαν στον Μακάριο. Και το λέω αυτό για να επιμείνω ότι, οι αληθινά υγιείς δυνάμεις τού τόπου βρίσκονταν και βρίσκονται στις ελληνοκεντρικές, φύσει και ιστορικοπολιτισμική παραδόσει ελευθερόφρονες, δημοκρατικές και ενωτικές δυνάμεις.

Όσον αφορά τις «υποθήκες» ή τις «παρακαταθήκες» στις οποίες αναφέρομαι στο τελευταίο κεφάλαιο τού βιβλίου μου, είναι ακριβώς εκείνες που πρέπει να ξεπεράσουμε και να υπερβούμε, στον δρόμο προς την «Ιθάκη» μας, αν πρόκειται να βγούμε σώοι από την παρούσα απειλή τού εκτουρκισμού.

9. Ας ξαναπάμε λίγο πιο πίσω. Θεωρείτε πως ο Γρίβας ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για να χειριστεί έναν ένοπλο αγώνα που απέκλειε την αριστερά, και με δεδομένο τον βίο και την πολιτεία του στην Ελλάδα;

Ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, νομίζω, που πήρε δώρο στον Καραϊσκάκη ένα σακί γεμάτο κομμένα τούρκικα κεφάλια. Κι ο Καραϊσκάκης, για να τον τιμήσει, ξεπέζεψε για ν’ ανέβει ο Ανδρούτσος στο άλογό του και να κάμει έναν γύρο ενώπιον όλων, ως άξιος! Θέλω να πω, μήπως νομίζετε ότι οι υπέρ ελευθερίας αγώνες γίνονται με το γάντι, με ευγένειες, νουθεσίες και συμβουλές; Μήπως ξεχάσαμε ότι, η «κόψη τού σπαθιού η τρομερή» είναι με ορμή και αγριότητα που κόβει για ν’ ανοίξει τον δρόμο στην Ελευθερία;

Όμως, γι’ αυτό τον «βίο και την πολιτεία» τού Γρίβα στην Ελλάδα, τού πανάξιου αρχηγού τής ΕΟΚΑ Διγενή, που υπήρξε εξίσου άγριος και αδίστακτος πολέμαρχος για να επιτύχει την απελευθέρωση των Κυπρίων, ακούω και διαβάζω πολλά και από ξένους και από Έλληνες, χωρίς ντοκουμέντα. Δεν αμφισβητώ το αδίστακτο και το αποφασιστικό των ενεργειών τού Γρίβα-Διγενή. Αλλά, υπάρχει τρόπος, με στοιχεία και ντοκουμέντα, να ζυγίσουμε την αγριότητα των μερών στον ελληνικό εμφύλιο για να δούμε ποιος ήταν ο πιο βάρβαρος; Υπάρχει και κανένα έγγραφο που να αποδεικνύει τον Γρίβα αγριότερο των άλλων;

Από την άλλη, ο ίδιος ο Μακάριος έχει σκληρότερες δηλώσεις από τον Γρίβα εναντίον των κομμουνιστών. Υπεράνω τού Διγενή αρχηγός τής ΕΟΚΑ ήταν ο Μακάριος. Μόνο ο Διγενής δεν ήθελε τούς κομμουνιστές στον αγώνα εναντίον των Άγγλων; Κι εγώ σας λέω ότι έκαμαν κι οι δυο λάθος στο θέμα αυτό. Τότε, γιατί (το ερώτημα το έθεσε πρώτος ο τότε κομμουνιστής Γώγος Κακογιάννης ή «Δημόκριτος», στο γνωστό βιβλίο του «Η ακελική ηγεσία και ο ένοπλος αγώνας»), γιατί δεν έκαμε και το ΑΚΕΛ τη δική του επαναστατική, αντιαποικιακή οργάνωση και να πολεμά παράλληλα με την ΕΟΚΑ τούς Άγγλους; Σε τέτοια περίπτωση οι Άγγλοι θα ήταν αναγκασμένοι να φέρουν 60.000 στρατό στην Κύπρο αντί 40 για ν’ αντιμετωπίσουν την επανάσταση, αλλά και το αποτέλεσμά της θα ήταν διαφορετικό.

10. Θεωρείτε πως ήταν εφικτή η Ένωση, δεδομένων όλων των διαπλεκομένων συμφερόντων που επικρατούσαν στην περιοχή, και των ενστάσεων των ελληνικών κυβερνήσεων;

Οι «ενστάσεις» τής Ελλάδος ήταν βραχύβιες και παροδικές λόγω των ιστορικών αδυναμιών της και όχι γιατί… ενίστατο ή αμφισβητούσε την ελληνικότητα τής Κύπρου. Το 1950, προκειμένου να διατηρήσει τις πολύ φιλικές σχέσεις με την Αγγλία, να αποφύγει τη σύγκρουση και να επιτύχει την Ένωση, πρόσφερε στους Άγγλους οιεσδήποτε διευκολύνσεις ήθελαν σε Ελλάδα και Κύπρο. Οι Άγγλοι απέρριψαν την πρόταση.  Το «μομέντουμ» τής Ιστορίας, η συνεχώς αρνητική στάση των Άγγλων, οδήγησαν στον ένοπλο αγώνα. Από ελληνικής πλευράς υπήρχε η αναγκαία αξιοσύνη (Μακάριος), η αποφασιστικότητα και ικανότητα (Διγενής), η θέληση και η γενναιότητα (λαός) για να επιτευχθεί η Ένωση, κι αν αυτό δεν έγινε με το 55-59, σίγουρα μπορούσε να γίνει το 1964, όταν απαυδισμένοι οι Άγγλοι φόρτωσαν το κυπριακό στους Αμερικανούς. Αυτοί, κατά πολύ λιγότερο διεφθαρμένοι από τους Άγγλους, επανέφεραν το θέμα τής Ενώσεως ως μόνιμης και ειρηνικής λύσης. Τον Αύγουστο τού 1964 η Ένωση μάς προσφέρθηκε στο τέλος, λόγω και της αντίστασης που έκαμνε ο Μακάριος, με μόνη δέσμευση εγγυήσεις για την ασφάλεια και την ευημερία των Τ/κυπρίων κι αυτό αποδεικνύεται με έγγραφα και ντοκουμέντα.

11. Υπάρχει σήμερα η Ένωση ως αίτημα; Αν ναι, είναι εφικτή;

Αν το αίτημα να περπατήσεις στον βυθό των ωκεανών, να πετάξεις στο ύψος των αιθέρων είναι ονειρικό και αφύσικο, το αίτημα τής Ένωσης δεν θα είναι ποτέ αφύσικο. Άρα δεν θα είναι μόνο ονειρικά ευκταίο, θα είναι και εφικτό. Μπορείς να σβήσεις τον Ονήσιλο του 500 π. Χ. από την Ιστορία τής Κύπρου; Μπορείς να σβήσεις τον Αυξεντίου τού 1957 μ. Χ.; Επί παλμεροκρατίας, οι δάσκαλοι στα δημοτικά είχαν μιαν ελληνική σημαία κρυμμένη στο συρτάρι τής έδρας τους. Σε στιγμές μυστικές και συνωμοτικές με τους μαθητές τους, άνοιγαν το συρτάρι και την ξεδίπλωναν: Αυτή ρε, είναι η σημαία μας! Τίποτε δεν επιτεύχθηκε ποτέ χωρίς πατρίδα.

13. Πολλοί σύγχρονοι αναλυτές υποστηρίζουν πως η ελληνική κοινωνία και οι Έλληνες δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν την ιστορία και εν γένει την πορεία τού ευρωπαϊκού πνεύματος λόγω τής συναισθηματικής συνθηματολογίας τους και όχι μιας ρεαλιστικής θεώρησης των πραγμάτων. Παρακαλώ σχολιάστε.

Ξέρετε, είχα περάσει αρκετά τα 40 όταν άρχισα ν’ ανακαλύπτω ότι, η Ιστορία τής Ελλάδος, όπως και εν πολλοίς όλων των εθνών, δρομολογήθηκαν από τη θεολογία τους. Από το τι πιστεύουν οι λαοί και κατ’ ακολουθία από το πώς ενεργούν στην καθημερινή τους ζωή διαμορφώνεται, κατά μέγα μέρος, η ιστορία τους. Οι θρησκευτικές καταβολές είναι ο αποφασιστικός παράγων διαμόρφωσης τύπου ανθρώπων, της σκέψης, της δράσης τους και κατά συνέπεια τής Ιστορίας τους.

Ο Ελληνισμός είναι μια κατ’ εξοχήν πνευματική έννοια. Και μια πνευματική περιπέτεια – μια αναζήτηση. Δεν πρόκειται ποτέ να ευδοκιμήσει ως «κράτος» υιοθετώντας ξένα πρότυπα. Ο αληθινός Έλληνας είναι πνευματικός ηγέτης και η Ιστορία, θέλει δεν θέλει, θα βλέπει την αλήθεια, την Ελλάδα ως πνευματικά πρωτοπόρο στην Ιστορία τής ανθρωπότητας. Κανένας δεν έφτασε ποτέ το πρότυπο Δημοκρατίας τής αρχαίας Ελλάδας, που κρατήθηκε για 100 τόσα χρόνια γιατί κατόρθωνε, μέσω τής τέχνης, να κρατεί τον πολίτη σε διαρκή επανάσταση κοινής πατριωτικής συνείδησης. Αργότερα, με κυρίαρχο τον Ελληνισμό, κρατήθηκε μια  χριστιανική αυτοκρατορία, που περιλάμβανε πολλά έθνη με κοινή θρησκευτική συνείδηση, για πάνω από χίλια χρόνια. Μια κοινοπολιτεία από την οποία η σημερινή ευρωπαϊκή θα είχε πολλά να μάθει και να ωφεληθεί, αν η δημιουργία των εθνικών κρατών που απαρτίζουν τη σημερινή Ευρώπη δεν θεωρούσε αναγκαίο συστατικό για τη συγκρότησή της να διαβάλει και να συκοφαντήσει το Βυζάντιο. Ονομάστηκε «Βυζάντιο» από τούς δυτικούς ιστορικούς για ν’ αποφευχθεί ο όρος «Ελληνική» ή «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία». Το Βυζάντιο, λοιπόν, είχε πρότυπο τον Άγιο και όχι τον επιχειρηματία. Ας αρκεστούμε να πούμε ότι, ο μοναχός στο Βυζάντιο απαγορευόταν να πιάσει σπαθί στο χέρι, υπό οιεσδήποτε συνθήκες, σε αντίθεση με τον δυτικό μοναχό, που ηγήθηκε των σφαγέων σταυροφόρων. Ας αρκεστούμε να πούμε ότι, ο μεγάλος ιστορικός Φερνάν Μπροντέλ είπε ότι το Βυζάντιο θα μπορούσε να κυριαρχήσει για πάντα αν μπορούσε να μισήσει λίγο περισσότερο, αν οργάνωνε κι αυτό μερικές σταυροφορίες! Κι ας  αρκεστούμε να πούμε ότι, το Βυζάντιο δεν θεώρησε ποτέ σκοπό τού ανθρώπου την τεχνολογική ανάπτυξη ή την «ανάπτυξη» γενικά. Βλέπουμε σήμερα πού μας παίρνει η συνεχώς επιταχυνόμενη «ανάπτυξη».

Η «Ευρώπη» – σε εισαγωγικά, γιατί αληθινή Ευρώπη είναι μόνο η μετεξέλιξη τής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε βυζαντινή κοινοπολιτεία – ακολούθησε θεολογικά και κατ’ ακολουθία επιστημονικά, άλλο δρόμο. Υποσκέλισε το Βυζάντιο. Το διέβαλε, το πολιόρκησε και το υπέταξε. Οι βυζαντινοί, οι άμεσοι πρόγονοί μας, επικαλέστηκαν την ελληνική τους ταυτότητα και κατάφεραν να διώξουν τούς Φράγκους στα 1261. Όμως η αποδυνάμωση και η υποταγή τους στους ανερχόμενους Οθωμανούς είχε ήδη δρομολογηθεί. Υποδουλώθηκε το Βυζάντιο. Η Ρωμηοσύνη, ο Ελληνισμός, η κατ’ εξοχή πνευματική ουσία τού ευρωπαίου ανθρώπου, δεν είναι πράγματα που πεθαίνουν εύκολα. Η ανάστασή του, μετά από τέσσερις σχεδόν αιώνες μπήκε, από εγγενείς αδυναμίες, βίαια μέσα σε ξένα πρότυπα και δυτικά καλούπια. Το νεοελληνικό «κράτος», οι άνθρωποί του, απαίδευτοι ή πεπαιδευμένοι σε ξένα πρότυπα – το ίδιο κάμνει – δοκιμάζονται ανάμεσα στη δυτική αντίληψη τής «προόδου» και στα αναλλοίωτα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά. Δεν είναι εύκολο αυτά τα δύο να συνυπάρξουν αρμονικά. Οι αποτυχίες, η απογοήτευση, ο μηδενισμός επιτείνουν το πρόβλημα. Ο Ελληνισμός ζει σε ξένο κόσμο, που από τη μια τον απορρίπτει και από την άλλη, λόγω άγνοιας, τον θαυμάζει και τον μιμείται.

Πού και πώς θα βρούμε και θα διορίσουμε κυρίαρχη παράδοση και εξουσία την παιδεία που χρειαζόμαστε, την παιδεία που θα είναι σωτήρια όχι μόνο τής Ελλαδας αλλά και της Κύπρου στην παρούσα δοκιμασία της, είναι το ένα, το πρώτιστο και μεγάλο, κοινό πρόβλημα των Ελλήνων.

*Συνέντευξη στην εφημερίδα. «Πολίτης»με αφορμή το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (2010), «Δέκα χιλιάδες μέλισσες» 

πηγή: Αντίφωνο

11 Σχόλια

  1. Τυγχάνει μετά από πολλές αναβολές λόγω φόρτου να έχω αρχίσει να διαβάζω το βιβλίο του Άντη Ροδίτη «Δέκα Χιλιάδες Μέλισσες». Θεωρώ τις απόψεις του Άντη Ροδίτη πολύ αξιόλογες και θα επιδιώξω να διαβάσω και το ιστορικό του βιβλίο μόλις κυκλοφορήσει. Εδώ, ένα μόνο μικρό σχόλιο για την συνέντευξη του ΑΡ. Δείχνει ότι γνωρίζει βαθιά το κυπριακό ζήτημα όπως και τις ελλαδικές υποθέσεις. Αυτό δεν είναι σύνηθες. Μια γνώση τέτοιων βαθμίδων σπανίζει σήμερα στην Ελλάδα αλλά και στην Κύπρο. Ανεξαρτήτως αξιολογικών θέσεων ή εκτιμήσεων που ο καθείς είναι ελεύθερος να αποδεχθεί ή να διατυπώσει αντίθετές τους, ο ΑΔ συνδυάζει βιωματική γνώση, προσπάθεια λεπτομερούς ιστορικής εμβάθυνσης και πνευματική ένταση που τον κάνει να αποκρυσταλλώνει συμπεράσματα που κάλλιστα αποτελούν σωστή βάση συζήτησης. Η ολοφάνερη ασυμβίβαστη και αταλάντευτη φιλοπατρία είναι παράδειγμα προς μίμηση καθότι τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Κύπρο έρχονται δύσκολοι καιροί. Μπορεί όλοι μας κατά καιρούς όπως είναι φυσικό να διατυπώνουμε διαφορετικές εκτιμήσεις, να υιοθετούμε διαφορετικές θέσεις στην πολιτική καθημερινότητα και στην συνέχεια να αποδεικνύεται ότι είναι λάθος ή ορθές, αλλά το έσχατο κριτήριο αντικειμενικής και ουδέτερης αξιολόγησης είναι οι προθέσεις που αν στηρίζονται στην φιλοπατρία είναι αμάχητες. Ελπίζω κάποια στιγμή, πάντως, κάποιος νέος επιστήμονας της διεθνούς πολιτικής να δώσει την «μεγάλη εικόνα» του κυπριακού αλλά και της νεότερης ελληνικής ιστορίας της μεταπολεμικής περιόδου. Τους συστημικούς δηλαδή παράγοντες που επηρέασαν την μεταπολεμική πολιτική ιστορία. Είναι ο μόνος τρόπος για να αντιληφτούμε τι έφταιξε, τι θα μπορούσαμε να κάνουμε καλύτερα, ποιοι έκαναν γιγαντιαία κακουργηματικά λάθη και ποιοι πταίσματα.
    Παναγιώτης Ήφαιστος http://www.ifestosedu.gr

  2. Η συμβολη του κ. Α.Ρ στην αυθεντικη καταγραφη της προσφατης Κυπριακης Ιστοριας ειναι ανεκτιμητη.Προσδοκω στην παρουσιαση των “΄Μελισσων” στην Αθηνα για να συγχαρω απο κοντα τον συγγραφεα Κυριως ομως να τον ευχαριστησω για την καταγραφη μερους της τεραστιας προσφορας του αειμνηστου ασυμβιβαστου Αγωνιστη Πολυκαρπου Ιωαννιδη. Νικος Ερρ. Ιωαννου.

  3. Μία από ορισμένες αντιφάσεις στις απαντήσεις του καθόλα συμπαθητικού κου. Ροδίτη:

    “Ο Ελληνισμός είναι μια κατ’ εξοχήν πνευματική έννοια. Και μια πνευματική περιπέτεια – μια αναζήτηση. Δεν πρόκειται ποτέ να ευδοκιμήσει ως «κράτος» υιοθετώντας ξένα πρότυπα.”

    εάν ο Ελληνισμός είναι μια κατεξοχήν πνευματική έννοια, τότε προς τί ο αγώνας για οντολογική, πραγματική ένωση με την Ελλάδα ως κράτος. Το πνεύμα, όπως μας αναφέρει ο ίδιος με το παράδειγμα του δασκάλου και της κρυμμένης σημαίας, δεν υποτάσσεται, ούτε ελέγχεται.

    και ένα σχόλιο στην αναφορά:

    “Κι ας αρκεστούμε να πούμε ότι, το Βυζάντιο δεν θεώρησε ποτέ σκοπό τού ανθρώπου την τεχνολογική ανάπτυξη ή την «ανάπτυξη» γενικά.”

    δυστηχώς η Δύση επένδυσε στην τεχνολογική ανάπτυξη με αποτέλεσμα να επικρατήσει σήμερα ο δυτικός τρόπος ζωής. Το Βυζάντιο, δηλαδή η μεταρωμαϊκή Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αρκέστηκε στην τεχνολογική πρωτοπορία την οποία κληρονόμησε από την ελληνιστική και ελληνορωμαϊκή περίοδο. Αμφιβάλλω εάν πράγματι αποτελεί πρώτυπο για μια κοινωνία, η οποία δεν θέλει να καταλήξει σαν και αυτό!

  4. Ελπίζω με το επόμενό μου βιβλίο να συμβάλω και σε αυτό που αναζητεί ο Παναγιώτης Ήφαιστος.
    Η παρουσίαση των “Μελισσών” στην Αθήνα είναι ένα πρόβλημα. Το ζήτησα από καιρό από το “Σπίτι της Κύπρου”, χωρίς θετική ανταπόκριση. Ακόμα και τώρα που το βιβλίο τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο μυθιστορήματος από το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου, δεν έχει εκδηλωθεί θετική πρόθεση από το “Σπίτι της Κύπρου”. Υπάρχουν παντού πάγιες, κατεστημένες απόψεις που δεν δέχονται καν τη συζήτησή τους, πολύ λιγότερο την αμφισβήτησή τους.
    Για το σχόλιο του “Λούμπεν”: Δεν βλέπω πώς ο αγώνας της Ενώσεως με την Ελλάδα είναι ασυμβίβαστος με την έννοια “κράτος” βασισμένο στις ελληνικές παραδόσεις. Το κράτος βασιμένο σε δοτά πρότυπα είναι το πρόβλημά μας. Και, βέβαια, αυτό που πρέπει να επιδιώκουμε δεν είναι επιστροφή σε άλλες, περασμένες εποχές, αλλά να κυριαρχήσει η γνώση της ιστορίας και των παραδόσεών μας μαζί με τη γνώση ότι δεν μας κάμνουν τα παρόντα δυτικά πρότυπα. Ίσως έτσι βρούμε εκείνο που μας κάμνει, που θα αγαπήσουμε και που γι’ αυτό θα ζήσει.

  5. Μα θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί σας εξαιρετικέ κε. Ροδίτη, αλλά η Ένωση η οποία επιζητήθηκε αφορούσε το ελληνικό κράτος το οποίο υπάρχει. Η κύρια ένστασή μου ήτανε στο σημείο στο οποίο περιορίζεται τον ελληνισμό σε πνευματική έννοια.

  6. Καταλαβαίνω την ένστασή σας. Αλλά μόνο και μόνο την ιδέα του Π. Ήφαιστου περί ενός πολιτικού συστήματος ως διαχρονικά αναζητουμένης “Ιθάκης” να λάβετε υπόψη, θα προσεγγισθεί καλύτερα η άποψη ότι ο ελληνισμός είναι πνευματική έννοια. Αλλά και με πολλούς άλλους τρόπους είναι πρώτα πνευματική έννοια.
    Το 1955-59 η συντριπτική πλειονότητα των Κυπρίων (και μια όχι ασήμαντη μειονότητα σήμερα) συνελάμβανε την Ελλάδα (ακόμα και οι πιο “αμόρφωτοι” αγρότες) ως πνευματικοί έννοια. Η Ελλάδα πρωτίστως ήταν αίσθηση πνευματικής πληρότητας. Τι άλλο θα μπορούσε να σημαίνει το σύνθημα “Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες”, που ο Σεφέρης απαθανάτισε φωτογραφίζοντάς το γραμμένο σε έναν τοίχο τού ορεινού χωριού Άλωνα; Τι άλλο θα μπορούσε να σημαίνει η φιλοδοξία να απαγχονιστεί κανείς (ήταν φιλοδοξία), κάθε άλλο παρά για ένα “κράτος”, αλλά για μια μεγάλη Αγάπη που άκουε στο όνομα “Ελλάδα”; Δεν ξέρω πόσο ξέρετε την Κύπρο. Υπάρχουν πολλές γυναίκες σήμερα στην Κύπρο που τις βάφτισαν και φέρουν το όνομα “Ελλάδα”. Το εκπληκτικό είναι πως η νεότερη που ξέρω πρέπει μόλις να έχει περάσει τα 30.
    Οι μέρες που περνούμε τώρα είναι ακόμα πιο βοηθητικές για να γίνει αυτό αντιληπτό. Ο ελληνικός λαός, με πατρίδα ξεπουλημένη – για λόγους άλλους – μπαίνει σταδιακά όλο και βαθύτερα στην πιο φυσική του κατάσταση: Της Αντίστασης προς έναν κόσμο ξένο, άκρως αντιπνευματικό.

  7. Με συγχωρείτε που επιμένω, αλλά θεωρώ ότι το θέμα έχει μεγάλη σημασία και αποκτά ακόμη μεγαλύτερη όταν συζητείτε ανάμεσα σε έναν Κύπριο και έναν ομογενή μετανάστη.
    Αλλά τον καιρό στον οποίο φιλοδοξούσανε να απαγχωνιστούνε, δεν το έκαμαν γιατί η Ελλάς κινδύνευε ως πνευματική έννοια (αυτό το γνωρίζουμε καλά και οι δύο). Η φιλοδοξία είχε ένα κίνητρο: την ελευθερία η οποία προφανώς για αυτούς ήταν ταυτόσημη με την Ένωση. Η Ένωση βέβαια δεν θα γινότανε πνευματικά, διότι πνευματικά ποτέ δεν υπήρξε αποχωρισμός.
    Εξάλλου αυτό φαίνεται και από δυο σημεία του τελευταίου σχολίου σας:

    “Η Ελλάδα πρωτίστως ήταν αίσθηση πνευματικής πληρότητας.”

    Η αίσθηση της πνευματικής πληρότητας δείχνει ότι η Ελλάδα ΔΕΝ είναι κατάληξη συλλογισμών αλλά κατάσταση!

    “Ο ελληνικός λαός, με πατρίδα ξεπουλημένη”

    Δεν μπορεί όμως να ξεπουληθεί κάτι πνευματικό παρά μόνο από την λογική απόρριψη!

    Η πνευματικότητα για τους Έλληνες και σε αντίθεση με τους προτεστάντες, αντλεί την τεράστια σημασία της από το γεγονός ότι εκφράζει την ύλη, δεν αποτελεί αιτία της ούτε φυσικά αποτέλεσμά της.

  8. Δεν θέλω να πω ακόμα ότι μου φαίνεται να μπαίνουμε σιγά-σιγά στο γνωστό πεδίο της ελληνικής ασυνεννοησίας. Πουθενά δεν είπα ότι οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ πολεμούσαν για να σώσουν την Ελλάδα.
    Από την άλλη ναι μεν “πνευματικά ποτέ δεν υπήρξε αποχωρισμός”, αλλά πάντα υπήρχαν εκείνοι που δούλευαν κρυφά και φανερά για έναν τέτοιο αποχωρισμό. Και δεν καταλαβαίνω αν με κατηγορείτε ότι ταυτίζω την “πνευματική πληρότητα” με “κατάληξη συλλογισμών”, που ασφαλώς και δεν το κάμνω.
    Όσο αφορά τη “ξεπουλημένη πατρίδα”, δεν περίμενα ότι θα χρειαζόταν να το διευκρινίσω. Εννοώ γεωγραφικά βέβαια. Που είναι ως επί το μέγα πλείστον της ξεπουλημένη από τουλάχιστο το 1071 και μετά. Ασχέτως του αν μικρό μέρος της ανακτήθηκε αρχές του 19ου και 20ου αιώνα.
    Με την τελευταία φράση σας δεν θα διαφωνούσα βέβαια, εκτός από το δεύτερο μέρος της: Αν εννοείτε τον Θεό ορθόδοξα χριστιανικά γιατί δεν είναι η ύλη δημιούργημα της πνευματικότητας Του;

  9. Κύριε Ροδίτη καταρχάς σας ευχαριστούμε για την διαφωτιστική σας συνέντευξη. Έχετε πει ότι: ”Το νεοελληνικό «κράτος», οι άνθρωποί του, απαίδευτοι ή πεπαιδευμένοι σε ξένα πρότυπα – το ίδιο κάμνει – δοκιμάζονται ανάμεσα στη δυτική αντίληψη τής «προόδου» και στα αναλλοίωτα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά. Δεν είναι εύκολο αυτά τα δύο να συνυπάρξουν αρμονικά. Οι αποτυχίες, η απογοήτευση, ο μηδενισμός επιτείνουν το πρόβλημα. Ο Ελληνισμός ζει σε ξένο κόσμο, που από τη μια τον απορρίπτει και από την άλλη, λόγω άγνοιας, τον θαυμάζει και τον μιμείται.” Έχετε εντοπίσει τη λύση του προβλήματος μας. Δεν μας ταιριάζει. Είναι ένα κουστούμι που το φοράμε με την ελπίδα να γεμίσουμε το κενό της ψυχής μας. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο μπορεί κάποιος να διακρίνει όλη αυτή την αδηφαγία και τον μιμητισμό του σημερινού ελληνοκύπριου. Αυτό συμβαίνει και στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης και στην Κύπρο μετά την εισβολή.
    Επί της ευκαιρίας όμως δεν είναι καιρός να ονοματιστούν (όχι ονόματα αλλά παρατάξεις αν θέλετε ) αυτών που δούλευαν ”κρυφά και φανερά για έναν τέτοιο αποχωρισμό” (Κύπρου – Ελλάδας) όπως έχετε σημειώσει πιο πάνω; Δεν είναι ερώτηση παγίδα , ρωτάω για να μάθω, όχι για να αντιπαρατεθώ.

  10. Αγαπητέ Χρίστο,
    Περίπου όλοι οι ξένοι κατακτητές έκαμναν ό,τι μπορούσαν γι’ αυτό τον “αποχωρισμό” ή απλώς για την αποδυνάμωση της ελληνικής συνείδησης των κατοίκων τής Κύπρου. Οι τελευταίοι ήταν οι Άγγλοι οι οποίοι μετά την στάση τού 1931 επέβαλαν ένα σωρό ολοκληρωτικά μέτρα αφελληνισμού και η περίοδος εκείνη μέχρι την έναρξη τού πολέμου (όταν πια γίναμε σύμμαχοι με τους Άγγλους και χαλάρωσαν τα μέτρα), έμεινε στην ιστορία ως “παλμεροκρατία”, από το όνομα του τότε κυβερνήτη Σερ Ρίτσμοντ Πάλμερ.
    Άλλοι που αγωνίστηκαν για τον αφελληνισμό της Κύπρου είναι δυστυχώς το Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου. Ευτυχώς μόλις τώρα, αυτές τις μέρες, με τη σκληρή δοκιμασία που περνά η Ελλάς δείχνουν σημεία μεταστροφής και στήριξής της. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει και στροφή τους στην ελληνική ταυτότητα γιατί είναι κολλημένοι στην παγκοσμιοποίηση και τον κοσμοπολιτισμό – την εξαφάνιση των εθνικών χαρακτηριστικών – ως φόρμουλες “λύσης” τού κυπριακού και συμβίωσης με τους Τούρκους, των οποίων το βαθύ (εδώ και χίλια χρόνια) κράτος δεν καταλαβαίνει από τέτοια. Ας είναι, όμως, με τις διακηρύξεις συμπαράστασης προς την Ελλάδα τώρα (και αναγνώρισης τού πόσα οφείλει η Κύπρος στην Ελλάδα), μπορεί να επηρεασθεί η μάζα τους θετικά, αν και, πάλι, οι διακηρύξεις τους στο παρελθόν υπέρ της Ένωσης αποδείχτηκαν ιστορικά ότι σκόπευαν μόνο και μόνο στη ψηφοθηρία.
    Υπάρχουν κι άλλες δυνάμεις, πολύ πιο υπολογίσιμες και από τους κομμουνιστές, που καλλιέργησαν δυστυχώς παθιασμένο ανθελληνισμό, ευτυχώς όμως στο παρελθόν για ένα σχετικά σύντομο διάστημα. Η επήρεια αυτών (δεν κατονομάζουμε – ο νοών νοήτω) πάνω στην κύρια μάζα των Ελληνοκυπρίων βρίσκεται τώρα σε υποχώρηση. Με τον καιρό πρέπει να εξαφανισθεί τελείως.
    Εμφανίζονται, όμως, νέες δυνάμεις λόγω και των προσφάτων εξελίξεων στην Ελλάδα, που την καθιστούν ανίκανη να διεκδικήσει τα δίκαια της στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να ονειρευόμαστε προσγείωση – τώρα – ισραηλινών πολεμικών σε βάση που κατασκευάστηκε για ελληνικά.
    Οπότε ψύχραιμα και σταθερά, όπως πάντα στην ιστορία μας, δεν πρέπει να ξεχνάμε ποιοι είμαστε.

  11. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ κ. Ροδίτη. Έχετε απόλυτο δίκαιο. Ένας λαός που ξεχνά την ιστορία του είναι βέβαιο ότι απειλείται με άμεσο αφανισμό. Και αυτό το ξέρουν πολύ καλά οι εκάστοτε ξένοι κατακτητές.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here