(Αντίφωνο) Συγκριτική Ψυχολογία των πολιτισμών Ιουδαιοχριστιανικού & Ρωμαίϊκου*

3
90

Στη σύ­ντο­μη ει­σή­γη­ση αυ­τή, θα ε­πι­χει­ρή­σω ―υ­πό το πρί­σμα τής Ψυ­χο­λο­γί­ας τού Πο­λι­τι­σμού― μί­α φαι­νο­με­νο­λο­γι­κή σύ­γκρι­ση των δύ­ο δο­μι­κών για την αν­θρω­πό­τη­τα πο­λι­τι­σμών ιουδαιοχριστιανικού και ελ­λη­νο­χρι­στια­νι­κού, α­πό τους ο­ποί­ους προ­έ­κυ­ψε ο ρω­μαί­ι­κος. Με τη σύ­γκρι­ση αυ­τή ευελ­πι­στώ να φα­νεί ό­χι η υ­πε­ρο­χή τού ε­νός έ­να­ντι του άλ­λου, αλ­λ’ οι προ­σμί­ξεις και τα ση­μεί­α σύ­γκλι­σης ή α­πό­κλι­σης με­τα­ξύ τους, τη­ρου­μέ­νων πά­ντο­τε των ι­στο­ρι­κο-κοι­νω­νι­κών α­να­λο­γιών. Ω­στό­σο, ούτε α­γνο­ώ ο­ρι­σμέ­νες α­ντί­θε­τες α­πό­ψεις που βα­σί­ζο­νται στην πε­ρί α­συ­νέ­χειας του Ελ­λη­νι­σμού θε­ω­ρί­α των Φαλ­με­ρά­υερ, Μάν­γκο και Χο­μπσμπά­ουμ, ού­τε με τους ό­ρους Ελ­λη­νορ­θο­δο­ξί­α και υ­παι­νίσ­σο­μαι κά­ποια λα­ϊ­κή και φολ­κλο­ρι­κή ελ­λη­νο-θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα ή έ­ναν πο­λι­τι­σμι­κό εθνοφυλετισμό ε­νός «θε­ο­φό­ρου» λα­ού. Πά­ντως, η μετα­νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα δεν α­πο­κλεί­ει ―θε­ω­ρη­τι­κά και πρα­κτι­κά― κα­μί­α κουλ­τού­ρα. Ε­ξάλ­λου, ό­χι ο Ιου­δαιο­χρι­στια­νι­σμός, αλ­λά κά­ποιες αι­ρέ­σεις κα­τα­δι­κά­ζουν συλ­λή­βδην «κό­σμο» και πολι­τι­σμό.

Ο Ελ­λη­νι­σμός υ­φί­στα­ται στον Χρι­στια­νι­σμό α­πό τη γέ­νε­σή του, α­φού ο Ιου­δα­ϊ­σμός με τον ο­ποί­ο συν­δέ­θη­κε ο Χρι­στια­νι­σμός, ή­ταν ή­δη έ­νας ε­ξελ­λη­νι­σμέ­νος Ιου­δα­ϊ­σμός. Συ­νο­ψί­ζο­ντας τα ψυ­χο­λο­γι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τού αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κού πο­λι­τι­σμού, αν και α­πό πό­λη σε πό­λη κά­ποια ή­θη διέ­φε­ραν αι­σθη­τά, θα ε­πι­ση­μαί­να­με την κρι­τι­κή προ­σλη­πτι­κό­τη­τα, την αιώ­νια ε­φη­βεί­α, τον σε­βα­σμό στη δυ­να­μι­κή τής Πα­ρά­δο­σης, τη λι­τό­τη­τα ή α­πλό­τη­τα αλ­λά και την εκ­θή­λυν­ση και τρυ­φή, τη φι­λο­ξε­νί­α, τη φι­λο­πα­τρί­α, την ε­πι­νο­η­τι­κό­τη­τα και πα­νουρ­γί­α, το παρακινδύνευμα, την ε­λευ­θε­ρο­φρο­σύ­νη, την ε­ναλ­λα­γή με­τα­ξύ πο­λυ­θε­ΐ­ας και μο­νο­θε­ΐ­ας, ή με­τα­ξύ μύ­θου και λό­γου, την πο­λι­τι­κό­τη­τα, τη φι­λο­σο­φι­κή και θε­ω­ρη­τι­κή α­να­ζή­τη­ση και α­δο­λε­σχί­α, τον να­του­ρα­λι­σμό, τη φι­λο­κα­λί­α και το η­θι­κό και αι­σθη­τι­κό μέ­τρο.

Α­πό την άλ­λη με­ριά, ε­στιά­ζο­ντας δια­χρο­νι­κά στην ψυ­χο­λο­γί­α τού ιου­δα­ϊ­κού πο­λι­τι­σμού γε­νι­κά, πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι ο Ιου­δα­ϊ­σμός:

α) έ­χει ε­ξυ­φά­νει μια ι­διαί­τε­ρη (συλ­λο­γι­κή και προ­σω­πι­κή) σχέ­ση με το Θεί­ο και ι­διαί­τε­ρα με το ι­δί­ω­μα της Θεί­ας πα­τρό­τη­τας,

β) δια­κα­τέ­χε­ται α­πό έ­να φο­βι­κό και ε­νο­χι­κό συ­ναί­σθη­μα, και γε­νι­κά α­πό έ­να «σύν­δρο­μο ε­πι­βί­ω­σης» και θυματοποίησης, το ο­ποί­ο εκ­δη­λώ­νε­ται ή/και α­να­πλη­ρώ­νε­ται εί­τε μέ­σω πο­λυ­μή­χα­νων στρα­τη­γη­μά­των, εί­τε μέ­σω ποι­κί­λων ε­μπο­ρι­κο-οι­κο­νο­μι­κών δρα­στη­ριο­τή­των,

γ) εμ­φα­νί­ζει πο­λω­τι­κές ψυ­χο-κοι­νω­νιο­λο­γι­κά τά­σεις με­τα­ξύ των «εντός» (Ιου­δαί­ων) και των «ε­κτός» (μη Ιου­δαί­ων), που, με βά­ση την αν­θρω­πο­γε­ω­γρα­φί­α και την ε­θνι­κή τους ι­στο­ρί­α, συ­ντε­λούν στη συ­νε­χή και βα­θύ­τε­ρη α­να­ζή­τη­ση αλ­λά και προ­βλη­μα­τι­σμό για την ταυ­τό­τη­τά του,

δ) οι γυ­ναί­κες σύ­ζυ­γοι και μη­τέ­ρες, πέ­ραν του ό­τι γε­νι­κά ε­πι­δει­κνύ­ουν μί­α αυ­στη­ρή και ά­τε­γκτη συ­μπε­ρι­φο­ρά, ε­πι­δρούν κα­τα­λυ­τι­κά στην ψυ­χι­κή ζω­ή των παι­διών και των συ­ζύ­γων τους, κά­τι που υ­πο­δη­λώ­νει τη νο­σταλ­γί­α τού Ιου­δαί­ου να ε­πι­στρέ­ψει στη «μή­τρα» (Ε­δέμΓή Χα­να­άν»),

ε) εν­δια­φέ­ρε­ται κα­τε­ξο­χήν για την η­θι­κή, ψυ­χι­κή και πνευ­μα­τι­κή κά­θαρ­ση, ει­ρή­νευ­ση και ω­ρί­μαν­ση του α­τό­μου,

στ) δια­πνέ­ε­ται α­πό μί­α ι­σχυ­ρό­τα­τη νο­μι­κί­στι­κη α­ντί­λη­ψη, και

ζ) εμ­φο­ρεί­ται α­πό μί­α ευ­λα­βι­κή προ­σή­λω­ση στον κοι­νω­νι­κό φορ­μα­λι­σμό και το λα­τρευ­τι­κό τε­λε­τουρ­γι­κό.

Οι σχέ­σεις Ελ­λή­νων και Ε­βραί­ων αρ­χαιο­λο­γι­κά και ι­στο­ρι­κά α­νά­γο­νται στον 10ο π.Χ. αι., αλ­λ’ α­πό τον 2ο έ­ως τον 4ο μ.Χ. αι. οι σχέ­σεις αυ­τές εν­δυ­να­μώ­θη­καν. Στοι­χεί­α των μεν που υ­πήρ­χαν σπερ­μα­τι­κά στους δε, α­φο­μοιώ­θη­καν ή με­τα­στοι­χειώ­θη­καν μέ­σω πο­λι­τι­στι­κών πα­ραλ­λα­γών, δηλ. συμ­βο­λι­κών αλ­λη­λε­πι­δρά­σε­ων. Άλ­λα, έ­μει­ναν α­να­φο­μοί­ω­τα και α­πο­τέ­λε­σαν α­φορ­μές πα­ρε­ξη­γή­σε­ων έ­ως και βιαιο­τή­των ή και σφο­δρών εξεγέρ­σε­ων. Με την κα­τά­κτη­ση της Πα­λαι­στί­νης α­πό τον Μ. Αλέξαν­δρο και, στη συ­νέ­χεια, κα­τά τούς ελ­λη­νι­στι­κούς χρό­νους, α­να­πτύ­χθη­κε ―ι­δί­ως α­πό τα κα­τώ­τε­ρα κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα― έ­νας μι­σελ­λη­νι­σμός, ε­νώ υ­πήρ­ξαν σφο­δρές συ­γκρού­σεις μεταξύ Α­θή­νας και Ιε­ρου­σα­λήμ. Παρ’ ό­λα αυ­τά, ο Ελ­λη­νι­σμός ε­πέ­δρα­σε στον Ιου­δα­ϊ­σμό σε ό­λες σχε­δόν τις εκ­φάν­σεις τού πολι­τι­σμού, ό­πως άλ­λω­στε και ο Ιου­δα­ϊ­σμός στον Χρι­στιανι­σμό.

Ο λε­γό­με­νος Ιουδαιοχριστιανισμός εί­ναι έ­νας πο­λι­τι­σμός θε­ο­κε­ντρι­κός, πνευ­μα­τι­κός, ε­πι­νο­η­τι­κός και ερ­γα­τι­κός, με έμ­φα­ση στο αν­θρώ­πι­νο πρό­σω­πο αλ­λά και στην κοι­νό­τη­τα. Σύμ­φω­να με τον Lacan, μό­νο μέ­σω τής πο­λι­τι­σμι­κής συμ­βο­λι­κής τά­ξης (δηλ. τής γλώσ­σας τού πα­τέ­ρα) ο άν­θρω­πος δο­μεί έ­να Ε­γώ. Τα ψυ­χο­λο­γι­κά και κοι­νω­νι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τού ιουδαιο-χριστιανικού πο­λι­τι­σμού εί­ναι:

  1. η πι­στή τή­ρη­ση και ε­φαρ­μο­γή τού Θεί­ου Νό­μου,

  2. η ερ­μη­νεί­α και ο σχο­λια­σμός τής Α­γί­ας Γρα­φής α­πό τούς Πα­τέ­ρες,

  3. ο πο­λι­τι­στι­κός συ­ντη­ρη­τι­σμός,

  4. η στρο­φή προς τις πη­γές, το πα­ρελ­θόν και την Πα­ρά­δο­ση,

  5. ο Θεί­ος φό­βος και η ευ­λά­βεια,

  6. η ευ­λο­γί­α τής ερ­γα­σί­ας, τού μό­χθου και του α­γώ­να,

  7. η α­ξί­α τής οι­κο­γέ­νειας,

  8. η εν­θάρ­ρυν­ση της Παι­δεί­ας, τής κοι­νω­νι­κό­τη­τας και της φι­λο­πα­τρί­ας,

  9. η η­θι­κή σε θέ­μα­τα διαφυλικών σχέ­σε­ων και κοι­νω­νι­κής δι­καιο­σύ­νης προ­σω­πι­κά και συλ­λο­γι­κά, και

  10. η αι­σθη­τι­κή και καλ­λι­τε­χνι­κή α­νύ­ψω­ση του Θεί­ου μέσω τής Θ. Λα­τρεί­ας.

Κα­τά τους ελ­λη­νι­στι­κούς χρό­νους, ό­που η α­μι­γής αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κή Φι­λο­σο­φί­α εί­χε κα­τα­ντή­σει θε­ουρ­γί­α, ε­πήλ­θε, μέ­σω τής, κα­τά τον Πλά­τω­να, τον Ι­σο­κρά­τη και τη στω­ι­κή κοσμόπολη, οι­κου­με­νι­κό­τη­τας της ελ­λη­νι­κής Παι­δεί­ας, που πο­λι­τι­κο-στρα­τιω­τι­κά δη­μιούρ­γη­σε ο Μ. Α­λέ­ξαν­δρος (ί­σως ως α­ντί­πρα­ξη στην περ­σι­κή αυ­το­κρα­το­ρί­α τού Κύ­ρου) και, στη συ­νέ­χεια, καλ­λιέρ­γη­σαν οι τρεις πο­λυε­θνι­κές αυ­το­κρα­το­ρί­ες Ρω­μαί­ων, Βυ­ζα­ντι­νών και Ο­θω­μα­νών, έ­νας εκ­χρι­στια­νι­σμός, δηλ. μια πνευ­μα­τι­κή με­τα­μόρ­φω­ση, τής ελ­λη­νι­κής Φι­λο­σο­φί­ας, ό­πως και μί­α με­γα­λύ­τε­ρη μορ­φο­λο­γι­κή πρό­σλη­ψη νε­ο­πλα­τω­νι­κών και νε­ο­πυ­θα­γο­ρι­κών στοι­χεί­ων α­πό τη χρι­στια­νι­κή Θε­ο­λο­γί­α. Έ­τσι, ο Λυ­κούρ­γος, ο Σω­κρά­της, ο Πλά­των, ο Α­ρι­στεί­δης, ο Θε­μι­στο­κλής, ο Λε­ω­νί­δας, ο Θρα­σύ­βου­λος, ο Δη­μο­σθέ­νης και ό­λοι οι με­γά­λοι Πα­τέ­ρες τής Εκ­κλη­σί­ας χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται α­πό τον Μα­κρυ­γιάν­νη γο­νιοί ό­λης τής αν­θρω­πό­τη­τας.

Αλ­λ’, ε­νώ με τον εκ­χρι­στια­νι­σμό τών Ελ­λή­νων και τών Ρω­μαί­ων υ­πήρ­ξε αλ­λη­λο-α­πο­δο­χή και οι δυο λα­οί πλη­σί­α­σαν α­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο ο έ­νας τον άλ­λο, δεν κα­τέ­στη δυ­να­τόν να ενοποι­η­θούν, α­φο­μοιω­θούν ή συγ­χω­νευ­θούν, λό­γω τής δυ­να­μι­κής παρουσίας και των δύ­ο. Η «δυα­δι­κή μο­ναρ­χί­α» τής Ρω­μα­ϊ­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας πα­ρέ­μει­νε μια δι­πλή και δί­γλωσ­ση αυ­το­κρα­το­ρί­α μέ­χρι το τέ­λος της. Η υ­πο­δού­λω­ση των Ελ­λή­νων α­πό τη Ρω­μα­ϊ­κή Αυ­το­κρα­το­ρί­α ε­πέ­δρα­σε στην υ­ιο­θέ­τη­ση του Χρι­στια­νι­σμού α­πό τους Έλ­λη­νες και την α­πό την αρ­χή ελ­λη­νι­κό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας. Για να κα­τα­νο­η­θεί, όμως, κα­λύ­τε­ρα η ψυ­χο­λο­γί­α τού ρω­μα­ϊ­κού πο­λι­τι­σμού, εί­ναι α­νά­γκη να λη­φθούν υ­πό­ψη:

α) η τρα­χεί­α και α­καλ­λιέρ­γη­τη κα­τα­γω­γή των προ-ρω­μα­ϊ­κών φυ­λών, που στε­ρού­νταν ό­χι μό­νο δη­μο­κρα­τι­κής συ­νεί­δη­σης, αλ­λά και φα­ντα­σί­ας, κα­λαι­σθη­σί­ας και του ε­ρευ­νη­τι­κού γε­νι­κά πνεύ­μα­τος,

β) ο αρχετυπικός μύ­θος ε­πι­βί­ω­σης των γε­ναρ­χών τους Ρω­μύ­λου και Ρώ­μου με το γά­λα μιας λύ­και­νας, που ση­μαί­νει την α­πλη­στί­α των Ρω­μαί­ων και τις αρ­πα­κτι­κές δια­θέ­σεις τους,

γ) το ξαφ­νι­κό αί­σθη­μα υ­πε­ρο­χής, που τούς προ­σέ­δω­σαν οι κα­τα­κτή­σεις τους, και

δ) το σύνδρομο πνευ­μα­τι­κής τους κα­τω­τε­ρό­τη­τας α­πέ­να­ντι στον ελ­λη­νι­κό πο­λι­τι­σμό.

Ε­νώ, ό­μως, η α­ντι­πα­λό­τη­τα των Φρά­γκων βα­σι­λέ­ων και Πα­πών στρε­φό­ταν πο­λι­τι­κά και εκ­κλη­σια­στι­κά κα­τά τής Α­να­το­λι­κής Εκ­κλη­σί­ας και τού ελ­λη­νι­κού έ­θνους, η δυ­τι­κή φι­λο­σο­φι­κο-θε­ο­λο­γι­κή σκέ­ψη τρε­φό­ταν α­πό τη βυ­ζα­ντι­νή μέ­χρι και τον 13ο μ.Χ. αι., α­να­πτύσ­σο­ντας έ­ναν συ­γκε­ρα­σμό ι­δί­ως με την α­ρι­στο­τε­λι­κή Φι­λο­σο­φί­α α­πό τους Σχο­λα­στι­κούς (βλ. λα­τι­νι­κό Α­ρι­στο­τε­λι­σμό), που α­χνά εί­χε ξε­κι­νή­σει ή­δη α­πό τον 4ο μ.Χ. αι. Έ­τσι, η ευ­ρω­πα­ϊ­κή αρ­χαιο­μα­νί­α των τε­λευ­ταί­ων δε­κα­ε­τιών τού 18ου και του πρώ­του μι­σού τού 19ου αι., που γέν­νη­σε το ρεύ­μα τού βαυα­ρι­κού νε­ο­κλα­σι­κι­σμού, προ­σφι­λούς στον Κορα­ή, δεν α­νε­φύ­η στη νε­ό­τε­ρη Ελ­λά­δα μέ­σα α­πό μί­α α­γιο­πνευ­μα­τι­κή διά­κρι­ση, τον Πα­τε­ρι­κό ε­κλε­κτι­σμό και την εκ­κλη­σια­στι­κή α­φο­μοί­ω­ση του αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κού μέ­τρου, αλ­λ’ α­πό τη «φρα­γκο­ποί­η­ση» του Α­ρι­στο­τέ­λη, δηλ. α­πό έ­ναν προμηθεϊκό Α­ρι­στο­τε­λι­σμό και συγκρητιστικό Ελ­λη­νι­σμό, για­τί, βέ­βαια, ο αυθε­ντικός αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κός κλα­σι­κός πο­λι­τι­σμός, μο­λο­νό­τι φυ­σιο­κρα­τι­κός, αν­θρω­πο­κε­ντρι­κός και λογοκρατικός, διέ­θε­τε σπερ­μα­τι­κά ψήγ­μα­τα οντολογικής α­λη­θεί­ας. Οι Α­να­το­λι­κοί Πα­τέ­ρες τής Εκ­κλη­σί­ας, σε πεί­σμα των ι­σχυ­ρι­σμών τού A. Harnack και των θια­σω­τών του, α­γω­νί­στη­καν, δια­σώ­ζο­ντας το μέ­τρο και την ι­σορ­ρο­πί­α, να α­πο­τρέ­ψουν, απ’ τη μια, τον εξιουδαϊσμό ή, α­ντί­θε­τα, την α­πο-ε­βραιο­ποί­η­ση, και, απ’ την άλ­λη, τον ε­ξελ­λη­νι­σμό ή, α­ντί­θε­τα, τον α­φελ­λη­νι­σμό τής Θεί­ας Α­πο­κά­λυ­ψης.

Ό­λα αυ­τά μάς ο­δη­γούν α­βί­α­στα στο συ­μπέ­ρα­σμα για την ύ­παρ­ξη δυο μορ­φών Ελ­λη­νι­σμού (τού «ζῆν» και του «εὖ ζῆν», ή αλλιώς τού «γράμ­μα­τος» και τού «πνεύ­μα­τος», ή τής culture και του civilization). Α­ντί­στοι­χα, αρ­κε­τοί με­λε­τη­τές δέ­χο­νται την ύ­παρ­ξη δυο ει­δών Ορ­θού Λό­γου στον Αρ­χαιο­ελ­λη­νι­σμό, ό­πως, mutatis mutandis, το διο­νυ­σια­κό ή ρο­μα­ντι­κό πνεύ­μα, απ’ τη μί­α, και το α­πολ­λώ­νιο ή κλα­σι­κό, απ’ την άλ­λη. Τού­το συ­νε­πά­γε­ται και την α­πο­δο­χή δύ­ο μορ­φών Δια­φω­τι­σμού: ε­νός θε­ϊ­στι­κού, λο­γι­κού και πνευματικού, και ε­νός ά­θε­ου, δεϊστικού ή παν­θε­ϊ­στι­κού, ορ­θο­λο­γι­στι­κού και υλιστικού, που α­πό το Φιλοκαλικό Κί­νη­μα του Α­γί­ου Ό­ρους, των Κυ­κλά­δων και Σπο­ρά­δων, και α­πό τον Υ­παρ­ξι­σμό τών Kierkegaard και Marcel, τον Μη­δε­νι­σμό τού Nietzsche, την Ψυ­χα­νά­λυ­ση, τον Σου­ρε­α­λι­σμό και τον Με­τα­μο­ντερ­νι­σμό, έ­γει­ρε δι­καιο­λο­γη­μέ­να, ή­δη α­πό το δεύ­τε­ρο μι­σό τού 18ου αι., έ­ναν α­ντι-Δια­φω­τι­σμό, με βα­σι­κά ό­πλα τον α­ντι­κομ­φορ­μι­σμό, τον ι­στο­ρι­σμό, τον ρε­α­λι­σμό, τον ε­θνι­κό κοι­νο­τι­σμό και τον ε­πι­στη­μο­λο­γι­κό σχε­τι­κι­σμό.

Η Ευ­ρώ­πη, λοι­πόν, ως υ­ιός τού Αι­νεί­α, δεν σή­κω­σε στην πλά­τη της τον «ελ­λη­νι­κό Ελ­λη­νι­σμό» (F. Peters), δηλ. δεν πολιτεύ­τη­κε με έ­ναν πα­τέ­ρα/ή­ρω­α της ελ­λη­νι­κής Τρα­γω­δί­ας, τον ο ο­ποί­ο δια­κο­νι­κά εν­σάρ­κω­νε, ως τύ­πος και «ει­κό­να» τού σαρ­κω­μέ­νου Θ. Λό­γου, ο πρώ­τος βυ­ζα­ντι­νός αυ­το­κρά­το­ρας (Μ. Κων­στα­ντί­νος) και, στη συ­νέ­χεια, ο Πα­τριάρ­χης τού Γέ­νους, που, βέ­βαια, το υ­πούρ­γη­μά του δεν θα πρέ­πει να συγ­χέ­ε­ται με τον ο­ποιον­δή­πο­τε α­να­το­λι­κού τύ­που δε­σπο­τι­σμό. Η δυ­τική Εκκλησί­α, ε­πι­λέ­γοντας ως φα­ντα­σια­κό της «πά­τρω­να» τον Καρ­τέ­σιο, απώ­θη­σε την αρχέγονη λα­τρεί­α τής Με­γά­λης Μη­τέ­ρας και υπο­τί­μη­σε, με το Filioque, το πρό­σω­πο της Ruah, υ­ιο­θε­τώ­ντας τον «νό­μο τού πα­τέ­ρα», που, σε συν­δυα­σμό με την υπο­χρε­ω­τι­κή α­γα­μί­α τού Κλή­ρου, ο­δήγησε στον Ιπ­πο­τι­σμό, τη Φε­ου­δαρχί­α και την Παποκρατία.

Α­ντί­θε­τα, ο Ελ­λη­νο­χρι­στια­νι­σμός, ως θεανθρώπινα συνεργιστικός και οι­κου­με­νι­κός πολι­τι­σμός, δί­νει έμ­φα­ση στην τό­νω­ση των αι­σθη­μά­των κοι­νω­νι­κό­τη­τας, φι­λο­πα­τρί­ας, φι­λε­λευ­θε­ρί­ας και στον α­γώ­να δια­τή­ρη­σης της αρ­μο­νι­κής ι­σορ­ρο­πί­ας και του μέ­τρου με­τα­ξύ: κτι­στού και ακτίστου, ή ά­βα­του και βα­τού, φυ­σι­κού και υ­περ­φυ­σι­κού, φι­λαν­θρω­πί­ας και φι­λο­θε­ΐ­ας, θνη­τού και α­θά­να­του, μη­δε­νός και «εί­ναι», αν­θρώ­που και Θε­ού, ενδοκοσμικού και υ­περ­βα­τι­κού, αι­σθη­τού και πνευ­μα­τι­κού, πε­πε­ρα­σμέ­νου και α­πεί­ρου, χρό­νου και αιω­νιό­τη­τας, το­πι­κού και οι­κου­με­νι­κού, α­να­κά­λυ­ψης και α­πο­κά­λυ­ψης, γνώ­σης και πί­στης, φι­λο­σο­φί­ας και Θε­ο­λο­γί­ας, Φύ­σης και Ι­στο­ρί­ας, προ­σώ­που και κοι­νό­τη­τας, ε­λευ­θε­ρί­ας και Θ. Χά­ρι­τος, αυ­το­πε­ποί­θη­σης και αυτοκένωσης, δι­καιο­σύ­νης και α­γά­πης, κο­σμι­κού και ιε­ρού, ή­ρω­α και μάρ­τυ­ρα, λο­γι­κής και συ­ναι­σθή­μα­τος κ.ά.

Έ­χο­ντας, συ­νε­πώς, μέ­σα της η Ρωμηοσύνη α­να-χω­νέ­ψει στοι­χεί­α τού Ιου­δαιο­χρι­στια­νι­σμού και του Ελ­λη­νο­χρι­στια­νι­σμού, πο­ρεύ­ε­ται στην Ιστο­ρί­α με έ­να προ­φη­τι­κό και ε­σχα­το­λο­γι­κό ό­ρα­μα, αλ­λά και με μί­α θεοπρεπή α­να­γω­γι­κό­τη­τα και μυ­στη­ρια­κή συμβολικότητα. Ο «λα­ός τού Θε­ού», η μη­τέ­ρα Εκ­κλη­σί­α, δεν ταυ­τί­ζε­ται μεν με τη Βα­σι­λεί­α τού Θε­ού, ό­πως πί­στευαν ο Αυ­γου­στί­νος και ο Δά­ντης (1265-1321), αλ­λ’ α­πο­τε­λεί τον ε­πί τής γής αρ­ρα­βώ­να, την α­παρ­χή και την πρό­γευ­σή της. Α­να­κε­φα­λαιώνο­ντας τα ι­διαί­τε­ρα θρη­σκειο­ψυ­χο­λο­γι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τού ρω­μαί­ι­κου πο­λι­τι­σμού, υ­πο­γραμ­μίζου­με:

  1. τον ο­λι­κό τρό­πο ή «τρί­βο» (ε­βρ. Ια­σούβ) ε­νός «θε­ο­φι­λοῦς βί­ου» και αγιοπνευματικής ζω­ής (Χριστοζωής).

  2. τη δια­κρι­τι­κή σύν­θε­ση και το «μέ­τρον» πά­ντων προσωπι­κώς και συλ­λο­γι­κώς.

  3. τη δοξολογική και ευ­χα­ρι­στια­κή στά­ση ζω­ής. Έ­τσι, δι­καιο­λο­γεί­ται ο Αποφατισμός και η ανοιχτότητα τό­σο στην ε­πι­στη­μο­νι­κή έ­ρευ­να, ό­σο και στον διά­λο­γο με κά­θε φι­λο­σο­φί­α, ι­δε­ο­λο­γί­α ή θρη­σκεί­α, κα­θώς ε­πί­σης και ο Α­για­σμός των τε­χνι­κών έρ­γων αλ­λά και η ύ­παρ­ξη λα­ϊ­κών θε­ο­λό­γων.

  4. τη θεανθρωπιστική θε­ο­σέ­βεια έ­να­ντι τού Αν­θρω­πο­κε­ντρι­σμού τού Αρ­χαιο­ελ­λη­νι­σμού και τού Θεοκεντρισμού τού Ιου­δα­ϊ­σμού.

  5. το πρω­το­χρι­στια­νι­κό και βυ­ζα­ντι­νό πνεύ­μα τού Προφητισμού, που δια­σώ­ζε­ται στον ορ­θό­δο­ξο α­να­το­λι­κό Μο­να­χι­σμό και Α­να­χω­ρη­τι­σμό ως δυ­να­μι­κή έκ­φρα­ση της ορ­θό­δο­ξης τρια­δι­κής πνευ­μα­τι­κό­τη­τας, ε­σχα­το­λο­γί­ας και ασκητικότητας.

  6. τη φι­λοξε­νί­α, την έν­δεια, το με­ρά­κι και τις α­ΐ­διες Αρ­χές τής ε­λευ­θε­ρί­ας, τής ι­σό­τη­τας, της κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης, της κοι­νω­νι­κής δι­καιο­σύ­νης και της α­ξί­ας τού αν­θρώ­που.

  7. τον πα­ρα­δο­σια­κό και α­πο­στο­λι­κό, σαρκούμενο και προσληπτικό, μυ­στα­γω­γι­κό και α­να­στά­σι­μο, δι­δα­κτι­κό και με­τα­μορ­φω­τι­κό, δια­κο­νι­κό και θε­ρα­πευ­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα τής Θεί­ας Λα­τρεί­ας.

  8. τη λει­τουρ­γι­κή ε­σχα­το­λο­γί­α ως ζώ­σα και δυ­να­μι­κή ο­δό, που χρο­νι­κά συν­δυά­ζει ελ­λη­νι­κό και ε­βρα­ϊ­κό τρό­πο τού «σκέ­πτε­σθαι», έ­να­ντι εί­τε τής «πραγ­μα­το­ποι­η­θεί­σας», εί­τε τής φου­του­ρι­στι­κής ε­σχα­το­λο­γί­ας.

  9. την «υ­ψο­ποιό» α­να­γω­γι­κό­τη­τα και συμβολικότητα της ρω­μαί­ι­κης να­ο­δο­μί­ας, τής φω­νη­τι­κής (αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κής) μου­σι­κής, αλ­λά και της ορ­θό­δο­ξης ει­κο­νο­γρα­φί­ας, ό­που τα πα­γα­νι­στι­κά σύμ­βο­λα χά­νουν την αρ­χι­κή τους ση­μα­σί­α και γί­νο­νται α­πο­δε­κτά ως α­πλά δια­κο­σμη­τι­κά στοι­χεί­α. Ο ελ­λα­δι­κός μά­λι­στα εκ­χρι­στια­νι­σμός τής Τέ­χνης φθά­νει μέ­χρι τού ση­μεί­ου μυ­θι­κοί ή­ρω­ες, η­μί­θε­οι και ο­μη­ρι­κοί θε­οί να α­πει­κο­νί­ζο­νται βυ­ζα­ντι­νά, κά­τι που, τη­ρου­μέ­νων των α­να­λο­γιών, βλέ­που­με να κά­νουν εί­τε οι Ρω­μαί­οι ταυ­τί­ζο­ντας τους ε­φέ­στιους θε­ούς τους με τους Διό­σκου­ρους, εί­τε οι Ε­βραί­οι καλ­λι­τέ­χνες τού 14ου μ.Χ. αι., ζω­γρα­φί­ζο­ντας προ­χρι­στια­νι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες ως με­σαιω­νι­κούς ιπ­πό­τες.

Α­ντί­θε­τα, ο σύγ­χρο­νος δυ­τι­κο­ευ­ρω­πα­ϊ­κός ή, ορ­θό­τε­ρα, α­με­ρι­κα­νι­κός πο­λι­τι­σμός, που α­πο­πει­ρά­ται τη «δυτικοποίηση» όλου τού κό­σμου, εί­ναι έ­νας πο­λι­τι­σμός συσ­σώ­ρευ­σης, ο ο­ποί­ος δια­χέ­ε­ται α­πό τα ΜΜΕ. Έ­νας τέ­τοιος εργαλειακός, τεχνοκεντρικός και χρη­σι­μο­θη­ρι­κός «πο­λι­τι­σμός τής μά­ζας», δεν α­νέ­χε­ται ού­τε την Ι­στο­ρί­α και τις Πα­ρα­δό­σεις, ού­τε τις δια­χρο­νι­κές αν­θρω­πι­στι­κές, η­θι­κές και πνευ­μα­τι­κές α­ξί­ες, ού­τε τούς ε­πι­μέ­ρους πο­λι­τι­σμούς των ε­θνο­τή­των ή των κοι­νω­νι­κών μειο­νο­τή­των, α­φού λει­τουρ­γεί ο­μο­γε­νο­ποι­η­τι­κά, κομ­φορ­μι­στι­κά, μη­χα­νι­κά και ι­σο­πε­δω­τι­κά. Κα­τά τον Renan, ο Σχο­λα­στι­κι­σμός και ο Προ­τε­στα­ντι­σμός, και μά­λι­στα ο γερ­μα­νι­κός, ό­πως άλ­λω­στε η Φραγκοσύνη και ο Καλ­βι­νι­σμός, ως σκο­πό τους, κα­τά βά­ση, θέ­τουν ―σύμ­φω­να με το πλα­τω­νι­κό, θουκυδίδειο, ο­λυ­μπια­κό και ρω­μα­ϊ­κό ι­δε­ώ­δες τής (νι­τσε­ϊ­κής) δύ­να­μης και κυ­ριαρ­χί­ας, δηλ. την α­πο­θέ­ω­ση του Υ­πε­ράν­θρω­που― την οι­κο­νο­μι­κή ά­νε­ση, την ευ­μά­ρεια, την ευ­η­με­ρί­α, την πο­λυ­τέ­λεια, τη σπα­τά­λη, την ε­πί­δει­ξη, την ε­πι­τυ­χί­α και γε­νι­κά τη μι­κρο­α­στι­κή ευ­τυ­χί­α που δια­κή­ρυτ­τε ο Άγ­γλος φι­λό­σο­φος John Lock, ε­νώ ως μέ­σα χρη­σι­μο­ποιούν την ε­ξα­πά­τη­ση του Ια­κώβ ή, κα­τά τον Ό­μη­ρο, τον «ι­σό­θε­ον» Ο­δυσ­σέ­α, δηλ. την, κα­τά Hegel, Τε­χνο­λο­γί­α και την «πα­νουρ­γί­α τού Ορ­θού Λό­γου».

Η ό­λη αυ­τή ως ά­νω συ­γκρι­τι­κή α­νά­λυ­ση δεν εί­χε το νό­η­μα της υ­πο­τί­μη­σης του δυ­τι­κού πο­λι­τι­σμού και της υ­πε­ρε­κτί­μη­σης του ρω­μαί­ι­κου. Άλ­λω­στε, δε­κά­δες τέ­οιες προ­βλέ­ψεις και α­φο­ρι­σμοί έ­χουν δει, τό­σο στην Ελ­λά­δα, ό­σο και στο Ε­ξω­τε­ρι­κό, το φως τής δη­μο­σιό­τη­τας ―κα­λώς ή κα­κώς, ει­λι­κρι­νά ή δο­λε­ρά― αρ­χής γε­νο­μέ­νης α­πό το 1919 με το κλα­σι­κό πλέ­ον έρ­γο «Η πα­ρακ­μή τής Δύ­σης» τού Γερ­μα­νού ι­στο­ρι­κού και φι­λό­σο­φου Oswald Spengler. Και οι δυο αυ­τοί με­γά­λοι και ι­στο­ρι­κοί πο­λι­τι­σμοί ως αν­θρώ­πι­νοι βα­ρύ­νο­νται με «στίγ­μα­τα» πολ­λών πται­σμά­των. Αυ­τό που σή­με­ρα εν­δια­φέ­ρει, εί­ναι η αυ­το­κρι­τι­κή ε­πι­σή­μαν­σή τους, η δια­κρι­τι­κή πε­ρι­χώ­ρη­σή τους και η πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή συ­νύ­παρ­ξή τους για έ­να ποιο­τι­κά και οι­κου­με­νι­κά αν­θρώ­πι­νο βιώ­σι­μο μέλ­λον.

* Εισήγηση στις 30/5/2010 στο 2ο Διεθνὲς Συνέδριο μὲ θέμα “Ἅγιοι Τόποι καὶ Ρωμηοσύνη”

3 Σχόλια

  1. Αυτό το τελευταίο περί “αυτοκριτικής” ήτανε καλή ατάκα. Τουλάχιστο στην Δύση είχανε κάποιοι το σθένος να την ασκήσουν. Η δική μας διανόηση μου θυμίζει περισσότερο τους προπαγανδιστές σταλινικών εποχών, τόσο εκείνη του πιθηκισμού ευρωπαϊκών προτύπων, όσο και η ορθοδοξοκεντρική. Καί οι δύο τάσει είναι τόσο μονοκόμματες και απόλυτες στις τοποθετήσεις των, που μόνο να γελάσει μπορεί το χείλι κάθε πικραμένου.

    Μας δουλεύει ο Τσιτσίγκος!

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here