Στο Λίντο έξι αιώνες πριν το κινηματογραφικό φεστιβάλ

0
200

Ο Ισοκράτης εξιστορεί

1494. Αρχές Απριλίου, έφτασαν κι άλλοι. Από τη φρουρά της Ναυπάκτου. Ενενήντα άνδρες αποβιβάστηκαν  στο Λίντο και παρέλασαν έφιπποι. Κάλπασαν ταχύτατα μπροστά σε πλήθος λαού και πατρικίων. Τους είχαν δει κι άλλη φορά στην πόλη τους, οι Βενετσιάνοι, εκείνους του παράξενους Στρατιώτες. Ήταν λίγοι, τότε, πριν τρία χρόνια. Τον δριμύ χειμώνα 1491. Καθώς πάγωσε το Μεγάλο Κανάλι κι έπηξε το νερό μια ομάδα απ’ αυτούς, με τους οκύποδες και ανεμόποδες ίππους τους, βγήκαν πρωί πρωί και διαδορατίστηκαν προς μεγάλην έκπληξιν του λαού και των αρχόντων. Απέδιδαν τιμές στη βασίλισσα της Κύπρου Caterina Cornaro! Έπαθλό τους δεν ήταν ο Χρυσός Λέων αλλά η ευαρέσκεια της βασίλισσας.

Οι φρουροί του Lepanto ήταν ηρωικοί και συνάμα φτωχοί. “Φυλάει τη Ναύπακτο” άρχισε με τον καιρό να σημαίνει  “είναι πάμπτωχος”. Μέσα στον 15ο αιώνα οι Τούρκοι κατέκλυσαν την Ελλάδα, η Πόλις εάλω, τα Φράγκικα βασίλεια κατέρρευσαν το ένα μετά το άλλο και οι Ενετοί συμπτύχθηκαν στα κάστρα. Η Ναύπακτος κάτι σαν μπούρτζι, σαν οχυρή προκεχωρημένη θέση, έστεκε ακόμα ορθή χάρη στους ανδρείους υπερασπιστές της.

Η Αυθεντία δελεαζόμενη από τους Τούρκους στην Ανατολή- “αυτοί οι άνθρωποι είναι κακής διαγωγής γιατί δεν τους διώκετε;” “αν τους διώξετε ουδέποτε θα έχομεν διαφορά τινά”- και απειλούμενη από τις εισβολές των Γάλλων  στη Δύση, τους μεταφέρει, στην αρχή λίγους κι έπειτα πολλούς – εκτός των απαραιτήτων για την φύλαξη των κάστρων – στην περιοχή γύρω από τη Βενετία.

1494. Απριλίου 22, έφτασαν οι πρώτοι εκατόν δώδεκα άνδρες από τη φρουρά της Κορώνης μαζί με τ’ άλογά τους. Σε 5.000 ψυχές υπολογίζονται, την εποχή εκείνη, οι κάτοικοι της καστροπολιτείας.

Την κατοικούσαν αποκλειστικά οι πολεμιστές με τις οικογένειές τους.  Οι θρυλικοί Κορωναίοι!…“οίτινες αποβάντες εν Λίδω εξετέλεσαν την ειθισμένην παρέλασιν ενώπιον απείρου πλήθους, θαυμάζοντος την  ταχύτητα των ίππων και την επιδεξιότητα των ιππέων”. Η Γερουσία αποφάσισε να τους στρατωνίσει στη Ραβένα και διόρισε αρχηγό τους τον Πέτρο Δουόγο υπουργό των εν Στερεά κτήσεων.

Στη συνέχεια οκτώ φορτηγά πλοία έφεραν ακόμα χίλιους Στρατιώτες μετά των ίππων των. Τις μέρες του ταξιδιού τα λογάριασαν και  τα ξαναλογάριασαν. Συζήτησαν για την κακή τους τύχη που τους έριχνε σε ξένους τόπους για να υπερασπιστούν άλλες πολιτείες.

Έτσι μόλις έφτασαν ζήτησαν από την Αυθεντία τις εξής τρεις χάριτες: (α) Να μη θεωρηθούν, όπως οι άλλοι, μισθωτοί και να πληρώνονται με το μήνα αλλά να τους πληρώνουν δύο δουκάτα για τον κάθε αιχμάλωτο και ένα δουκάτο για κάθε εχθρικό κεφάλι, κατά τη συνήθειά τους. (β) να τους δοθεί ως αρχηγός Ενετός ευπατρίδης και όχι κάποιος ξένος, όπως στους άλλους στρατιώτες, “διότι έχουσι όλως διάφορα έθιμα”. (γ) Να πληρωθεί ο καθένας τέσσερα δουκάτα γιατί αναχωρούντες εξώδευσαν τρία μηνιαία.

Είναι εντελώς παράξενο και μάλιστα για “μισθοφόρους” να μην καταδέχονται τον τακτικό μηνιάτικο μισθό και να απαιτούν την αμοιβή με το “κομμάτι”! Έχουν αναγκασθεί να εκπατριστούν μακριά από τον πολυαγαπημένο τους Μοριά. Από τους δικούς τους ανθρώπους. Θα περίμενε κανείς να επιζητούν την ασφάλεια της τακτικής μισθοδοσίας, το “μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει”. Όμως εκείνοι σίγουροι για την αξία τους, διαθέτοντας αυτοπεποίθηση έναντι των βαρυσιδήρων Γάλλων ιπποτών, εκεί που οι άλλοι έχουν πανικοβληθεί, απαιτούν την “αμοιβή με το κεφάλι” και μόνο μια εφ’ άπαξ αποζημίωση για τα έξοδα του ταξιδιού. Κι ενώ στο ζήτημα του μισθού κάνουν στην πράξη σαφή την ετερότητα τους, το ότι δηλαδή είναι κάτι τελείως διαφορετικό από εκείνο που έχουν υπόψη τους οι Δυτικοί, στο ζήτημα της διοίκησης το κάνουν σαφές και στη θεωρία διατυπώνοντας καθαρά ότι “έχουσι όλως διάφορα έθιμα”! Έχουν επίγνωση, έχουν συνείδηση της ετερότητάς τους έναντι των άλλων δυτικών πολεμιστών που βρίσκονται στην υπηρεσία της Σινιορίας και τούτο το διατυπώνουν σαφώς. Συνεπώς μόνο ένας ευπατρίδης της Δημοκρατίας θα μπορούσε να τους διοικήσει. Αφενός μεν γιατί θα ξέρει τα χούγια τους και αφετέρου δε  γιατί θα είναι κοντά στον πυρήνα της εξουσίας. Όπως θα το διαπιστώσουμε και παρακάτω, σε άλλο παρόμοιο περιστατικό, οι Στρατιώτες έχουν ισχυρή την αίσθηση της ισοτιμίας ακόμα και ως προς την κραταιά  Αυθεντία. Συνδιαλέγονται λοιπόν μαζί της όχι σαν υποτελείς  παρακατιανοί πένητες μισθοφόροι αλλά σαν εταίροι και σύμμαχοι. Δεν είναι υπερβολική η άποψη του Κ. Σάθα οπού τους θεωρεί πραγματικούς διαφεντευτές του Μοριά αφού η έκταση των βενετσιάνικων εδαφών καθορίζεται αποκλειστικά από τη δική τους δράση.

Πίσω όμως από όλα αυτά βοά, κρυπτόμενο από το νεωτερικό μας όμμα, κάτι πολύ σημαντικό. Το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό, θα λέγαμε, για την ταυτότητα κάποιου. Οι άνθρωποι αυτοί, όσο κι αν είναι στρατιώτες, όσο κι αν λειτουργούν στα πλαίσια αυτής της συλλογικότητας, όσο κι αν δεσμεύονται από δεσμούς αίματος, πίστης και παράδοσης, είναι ταυτοχρόνως πλήρως εξατομικευμένοι, η συγκρότησή τους είναι πλήρως ατομοκεντρική! Ο καθένας ξεχωριστά, και όχι η ομάδα, είναι που γράφει την ιστορία τους και αυτό φαίνεται να το διακηρύσσουν και με λόγια και με έργα. Από το άτομο εκκινούν και, βέβαια, φτάνουν στην ομάδα και στην εκπληκτική της αποτελεσματικότητα. Όμως το πρώτο κινούν είναι το άτομο και γι’ αυτό απαιτούν να ανταμείβεται αναλόγως της ικανότητάς του.

Εξ υπαρχής πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η Αναγέννηση στην Ιταλία είναι στο φόρτε της. Πατώντας το ένα πόδι οι Έλληνες Στρατιώτες στα Ιταλικά εδάφη και ιδίως στην Βενετία, αντιλαμβάνονται και διαισθάνονται ότι έφτασαν σε έναν “άλλο κόσμο”, τελείως διαφορετικό από αυτόν που άφησαν πίσω τους. Προκαλεί κατάπληξη ωστόσο μάλλον πρέπει να δεχτούμε ότι οι παράξενοι εκείνοι Στρατιώτες πατώντας με το άλλο πόδι στέρεα στις παραδόσεις και στην ετερότητά τους οριοθετούνται σαφώς και από την πρώτη στιγμή έναντι αυτού του “άλλου κόσμου” που  ισχυρίζεται  αλαζονικά ότι αποτελεί Αναγέννηση του Ελληνικού.

Όλα τα αιτήματα έγιναν δεκτά, “μετά πάσης προθυμίας”, και εξεδόθη σχετικό δουκικό σιγίλλιο.

“Εν τω συμβουλίω των Κλειτών (Pregadi) εξελέγη προνοητής των Στρατιωτών ο Βαρθολομαίος Μίνιος, διατρίβων εν Lago Scouro, πρώην αρμοστής εν Ναυπλίω και προς ταχείαν πληρωμήν των χρημάτων επεβλήθησαν δύο δεκάται επί του Monte nuovo, συνάμα δε απεφασίσθη ίνα στρατολογηθώσι χίλιοι Στρατιώται και χίλιοι Ζάγδαροι, ήτοι πεζοί”. (Marino Sanuto, Comment)

 

Αρχές Μαΐου του ίδιου έτους (1494) καταπλέει στο Λίντο και άλλο ιππαγωγό πλοίο και αποβιβάζει Ναυπλιείς Στρατιώτας αυτή τη φορά, τους θεωρούμενους γενναιότερους όλων. Τούτοι ήταν συνταξιούχοι, διακριθέντες στον Φερραρικό πόλεμο. Έπαιρναν τέσσερα με πέντε δουκάτα τον μήνα ενώ οι νεόστρατοι έπαιρναν τρία. Οι αρχηγοί έπαιρναν οκτώ. Στον καθένα κατεβλήθησαν τέσσερα μηνιαία και η κριθή των ίππων των. Αφού επιθεωρήθηκαν ενώθηκαν με το σώμα του Δουόγου.

 

Προς το τέλος του ίδιου μήνα κι άλλα πλοία φτάνουν από το Ναύπλιο. Αποβιβάζουν πεντακόσιους είκοσι Στρατιώτες μετά των ίππων των. Αρχηγός τους είναι ο Πέτρος Βουζίκης που ήδη είχε διαπρέψει στον Φερραρικό Πόλεμο και είχε λάβει παράσημο και κληρονομική σύνταξη.

Οι κεφαλές των Στρατιωτών αυτών παρουσιάστηκαν στον Δόγη και του ζήτησαν τα εξής:

(α) ότι θα λαμβάνουν δώδεκα μηνιαία κατ’ έτος. (β) ότι πάντες οι την Δημοκρατίαν υπηρετήσαντες επιστρέφοντες στο Ναύπλιο θα εγγραφούν στη φρουρά για να απολαμβάνουν την ειθισμένη ασυδοσία. (=φοροαπαλλαγή)  (γ) ότι ο μισθός του αποθνήσκοντος συνταξιούχου θα  μεταβαίνει στον υιόν του (δ) ότι οι θνήσκοντες ίπποι θα αναπληρώνονται δαπάνη της Πολιτείας (ε) ότι θα τους χορηγείται ο ημερήσιος άρτος και η κριθή των ίππων των.

“Οι όροι εγένοντο  δεκτοί πλην της χορηγήσεως του ημερησίου άρτου”.

Μετά από αυτό ήρθε ο υπουργός του Κολεγίου Βερνάρδος ο Λορεδάνος να τους μετρήσει τα χρήματα. Μα οι Στρατιώτες αρνήθηκαν να τα δεχτούν και να εκτελέσουν την παρέλαση!

Έκπληκτη η Γερουσία “διαφοροτρόπως ηρμήνευε την άρνησιν αυτήν”.

Μετά από δύο μέρες οι κεφαλές παρουσιάζονται και εξηγούν ότι οι Στρατιώτες είναι πολύ οργισμένοι γιατί ο Δόγης έδωσε το χέρι μόνο στον Πέτρον Βουζίκη ενώ όλοι είναι ίσοι και με τον ίδιο ζήλο εννοούν να υπηρετήσουν την Πολιτεία.

“Η Γερουσία αμέσως ικανοποιήσασα την μικροφιλοτιμίαν τούτην των Στρατιωτών απέστειλε αυτούς εις την χώραν της Παδούης”.

Όπως και στην προηγούμενη περίπτωση έτσι κι εδώ οι Στρατιώτες, βετεράνοι τώρα, διαπραγματεύονται σαν ίσοι προς ίσους. Η στάση αυτή κινείται προς δύο κατευθύνσεις. Μία προς τα έξω, προς την εξουσία, και μία προς τα μέσα, προς τους συντρόφους. Αλλήλων ισόδουλοι αλλήλων κύριοι. Σ’ αυτό δεν κάνουν σκόντο ακόμα κι αν πρόκειται να ζημιωθούν. Απεργούν ή αν προτιμάτε αποσύρονται στα καταλύματά τους, σαν τον Αχιλλέα, προσβεβλημένοι. Η ενέργεια αυτή είναι πολιτική, έχει αίτημα πολιτικό- όπως θα λέγαμε σήμερα- και ουχί οικονομικό. Δεν διακηρύσσει μόνο ότι είναι όλοι ίσοι μεταξύ τους κι έναντι του δόγη αλλά διακηρύσσει ότι αυτό, το ζήτημα της ισότητας, είναι το σημαντικότερο ζήτημα γι’ αυτούς, αδιαπραγμάτευτο και πέρα από οικονομικά πάρε-δώσε.  Είναι έτοιμοι να τα τινάξουν όλα στον αέρα για μια χαιρετούρα του Δόγη! “Μικροφιλοτιμία των Στρατιωτών” την ονομάζει ο Βενετός ιστορικός M.Sanuto ο οποίος ήδη έχει εκπαιδευτεί να βλέπει τον κόσμο αναστραμμένο και τη δημοκρατία την προσαγορευομένη “Γαληνοτάτη” απλώς ως σύστημα κανόνων και θεσμών!

Και στα δύο προαναφερθέντα περιστατικά η διαπραγμάτευση με την εξουσία είναι πανταχού παρούσα. Είτε εκδηλώνεται ανοιχτά είτε κοπάζει  είναι σαφές ότι οι Στρατιώτες δεν αφήνουν τίποτα να πέσει χάμω και προσδιορίζουν τη θέση τους στον καινούργιο κόσμο με διάκριση και δικαιοσύνη. Διατηρούν την σωστή απόσταση: ούτε πολύ κοντά να καίγονται ούτε πολύ μακριά να κρυώνουν. Δεν ζητάνε παράλογα πράγματα αλλά το δίκιο τους το οποίο μάλιστα κατά περίπτωσιν διαφοροποιείται και δεν μένει άκαμπτο, συμπαγές, μονολιθικό. Αυτό φαίνεται και από το πως τους αντιμετωπίζει η σκληρή κατά πάντων βενετσιάνικη Γερουσία. Ικανοποιώντας όλα σχεδόν τα αιτήματα αναγνωρίζει ετερότητα, διαφορετικότητα, στους Στρατιώτες. Τούτοι, οι σχεδόν απόμαχοι μαχητές, με τα πολυτραυματισμένα τους κορμιά, διαφοροποιούν τον τρόπο ανταμοιβής. Όντως δικαιούνται μισθό αφού δεν μπορούν να πάρουν μέρος στη μάχη όπως οι νεώτεροι και να διεκδικήσουν αμοιβή “με το κεφάλι”. Δικαιούνται δε μισθό κάθε μήνα, “δώδεκα μηνιαία”, από τα οκτώ που συνήθως προσέφερε η Γαληνοτάτη.  Δικαιούνται ακόμη το πολύτιμο όπλο τους, ο ίππος, να αντικαθίσταται από την πολιτεία όταν σκοτώνεται. Και φυσικά, φυσικότατα, απαιτούν η σύνταξή τους να μεταβιβάζεται στους γυιους τους  αφού ο αγώνας του γονιού είναι ένα είδος επένδυσης οπού η φάρα δικαιούται μέρισμα! Όσο για την φορολογική ατέλεια αυτή είναι ήδη κεκτημένη και απλώς γυρεύουν να επιβεβαιώσουν την ισχύ της. Κεκτημένη είναι και η χορήγηση της…αριστοκρατικής ταγής των αλόγων, του κριθαριού!

“… Μέχρι της 20ης Μαΐου κατέπλευσαν εν συνόλω 1.200 Στρατιώται εκ Μεθώνης, Κορώνης, Ζακύνθου, Ναυπάκτου και Ναυπλίου”. Χωρίστηκαν σε δύο σώματα, οι μεν οκτακόσιοι με τον Πέτρο Δουόγο κατευθύνθηκαν στην Βονωνίαν οι δε εξακόσιοι είκοσι πέντε με τον Βερνάρδον Κονταρίνην στο Μιλάνο. Αμφότεροι οι Ενετοί ευπατρίδαι ονομάστηκαν “προνοηταί των Στρατιωτών” (=provveditori di Stradioti).

“…όλη η πόλις του Μιλάνου επληρώθη ανθρώπων ελθόντων να ίδωσι τους παράξενους Στρατιώτας. Ο δουξ και η δούκισσα ίππευσαν μεθ’ απάσης της αυλής και ήλθον εις την πλατείαν δια να τους παρατηρήσωσιν. Ο ηγεμών εκ καρδίας συγχαρείς τω Κονταρίνη τον παρεκάλεσεν να τω δείξη τρέχοντας τους Στρατιώτας, οίτινες έδραμον με τας λόγχας και τα ρόπαλα προς μεγάλη του πλήθους ευχαρίστησιν. Μετά τούτο οι Στρατιώται μετέβησαν εις τα ωρισμένα αυτοίς καταλύματα, ένθα τοις είχον παρατεθή τράπεζαι φαγητών”. (Sanuto)

 

Σημείωση: Το κείμενο αυτό είναι μικρό τμήμα μελέτης για την ιστορία και την ταυτότητα των Στρατιωτών. Αν θέλει ο Θεός θα γίνει και βιβλίο. Βασίστηκε κυρίως σε αφηγήσεις μεσαιωνικών συγγραφέων όπως είναι ο Καρδινάλιος Pietro Bembo και ο Marino Sanuto που δημοσιεύει ο ακούραστος ιστοριοδίφης Κωνσταντίνος Σάθας. Τα κείμενα αυτά μαζί με τους πολύ εύστοχους και ευφυείς σχολιασμούς τους βρίσκονται στο βιβλίο του Σάθα “Έλληνες Στρατιώτες εν τη Δύση” εκδόσεις “Φιλόμυθος”. Υπάρχει όμως και στο διαδίκτυο η πρωτότυπη έκδοση του 19ου αιώνα.

Αν και ο Σάθας είναι ανεπανάληπτος και οι αναγωγές και οι συσχετισμοί που κάνει είναι άκρως διαφωτιστικοί των “σκοτεινών” πτυχών της μεσαιωνικής μας ιστορίας είναι απαραίτητο σήμερα να ξανασκύψουμε τόσο στις πηγές όσο και στα έξοχα δικά του σχόλια και να τα μελετήσουμε με τα σημερινά μυαλά και με τα σημερινά πολιτικά και πολιτιστικά δεδομένα, με τις σημερινές γνώσεις που διαθέτουμε. Μέσα από κει θα βρούμε τα νήματα που μας συνδέουν με την ιστορία μας, θα βρούμε τα κομμάτια που συνθέτουν την ταυτότητά μας. Τόσα χρόνια σκυλοπνιγόμαστε να περάσουμε τον ποταμό και να φτάσουμε στις “ρίζες” μας όταν δίπλα μας  ήταν ένα πανώριο πέτρινο γεφύρι- η μεσαιωνική μας ιστορία- και δεν το βλέπαμε! Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα ο Σάθας μας προτρέπει να μελετήσουμε τις πηγές. Παραθέτει για τούτο έναν τεράστιο όγκο αρχειακού υλικού. Σαστίζει ο νους όχι μόνο για την ιστορική αξία αυτού του υλικού αλλά και για μόνη την εκδοτική προσπάθεια. Εννέα τόμοι είναι μόνο τα “Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας” που εκδόθηκαν στο Παρίσι στα τέλη του 19ου αιώνα. Εννέα τόμοι με επίσημα έγγραφα της Ενετικής Δημοκρατίας, όλα αμετάφραστα. Δεν μπορώ να σας κρύψω τη χαρά μου που πρόσφατα επιτέλους “τ’ απόκτησα” έστω κι έτσι αμετάφραστα από τη μεσαιωνική γλώσσα των Βενετσιάνων. Καθήμενοι στο σπίτι μας – και φέτος ο χειμώνας ήταν βαρύς- έχουμε πρόσβαση σε ψηφιακές βιβλιοθήκες με τα βενετσιάνικα αρχεία, στα ίδια τα αρχεία της Ελληνικής Αδελφότητας της Βενετίας, σε βιογραφίες, μελέτες, κείμενα, τεκμήρια διάφορα.

Δωρεάν λάβαμε και κάτι πρέπει να κάνουμε μ’ αυτή…

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here