Σε αναζήτηση της όσμωσης των κυρίαρχων προβληματικών Δυτικής και Ανατολικής σκέψης

0
228

Γιάννης Σακελλάρης*

Ο Καημός του Ενός είναι ο τίτλος του νέου* βιβλίου του Στέλιου Ράμφου, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Αρμός και η πεμπτουσία του συμπυκνώνεται στις έξι λέξεις του υπότιτλου: Κεφάλαια της ψυχικής ιστορίας των Ελλήνων. Μετά τη διάλυση της ενιαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στη Δύση κύρια αναπτύχθηκε ένα πρότυπο οργάνωσης του βίου βασισμένο στην ατομικότητα μεταφράζοντας στην καθημερινή ζωή τις αναζητήσεις μιας φιλοσοφίας-θεολογίας, που ενδιαφερόταν για την καταφατική καταγραφή των ιδιωμάτων των τριών προσώπων της τριαδικής θεότητας. Αντίθετα, στην Ανατολή το κυρίαρχο πρότυπο οργάνωσης του βίου ήταν το απαύγασμα μιας αποφατικής εκστατικής σιωπής μπροστά στο μυστήριο της κοινωνίας αγάπης ανάμεσα στα τρία πρόσωπα της τριαδικής θεότητας.

To ρηξικέλευθο του βιβλίου έγκειται στο ότι με εκτενείς αναφορές προσπαθεί να καταστήσει σαφές στον αναγνώστη ότι η όσμωση ανάμεσα στις κυρίαρχες προβληματικές της δυτικής και της ανατολικής φιλοσοφικής-θεολογικής σκέψης ήταν πολύ πιο μεγάλη και ξεκίνησε από πολύ πιο νωρίς από όσο μας αφήνει, να υποψιαστούμε η μέχρι σήμερα συγκριτική βιβλιογραφία της Ανατολής. To βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη. Ο Στέλιος Ράμφος επιχειρεί, μέσα στις 412 σελίδες αυτού του πονήματός του, να καταδείξει τα ερμηνευτικά όρια κάποιων μεθοδολογιών σκέψης για την ταυτότητα των κατοίκων αυτής της χώρας και να διακινδυνεύσει μια γόνιμη σύνθεσή τους.

To πρώτο μέρος του βιβλίου «Η ταυτότητα του προσώπου» αφιερώνεται σε μια εκτεταμένη βιβλιογραφική αναζήτηση στις πηγές της δυτικής και της ανατολικής φιλοσοφίας – θεολογίας για την έννοια του προσώπου.

Πιο συγκεκριμένα, στο πρώτο κεφάλαιο, που επονομάζεται «Εις Αναζήτησιν του Προσώπου», γίνεται αναφορά και. σχολιασμός τεσσάρων συγγραφών (για να χρησιμοποιηθεί η ορολογία του συγγραφέα), ενός βιβλίου και τριών μελετημάτων: του βιβλίου «To πρόσωπο και ο έρως», του καθηγητή Χρήστου Γιανναρά, των δοκιμίων «Από το προσωπείον εις το πρόσωπον» του καθηγητή Ιωάννου Ζηζιούλα και νυν Μητροπολίτου Περγάμου, και «Οντολογία ή Θεολογία του Προσώπου» του καθηγητή Ιωάννου Παναγοπούλου, καθώς επίσης και του άρθρου «Μπορούν τα πρόσωπα της Τριάδας να δώσουν τη βάση για Περσοναλιστικές απόψεις περί του Ανθρώπου;» του καθηγητή Σάββα Αγουρίδη. Η αναφορά και ο σχολιασμός αυτός γίνονται για να καταδειχθούν τα ερμηνευτικά όρια κάποιων μεθοδολογιών σκέψης για την ταυτότητα των κατοίκων αυτής της χώρας, που έχουν γίνει αρκετά δημοφιλείς στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες χάρη στη διάδοση του ρεύματος σκέψης που ορθά, ή εσφαλμένα, έχει επικρατήσει να αποκαλείται. νέο-ορθόδοξο (άσχετα με το αν ο όρος είναι δόκιμος ή αδόκιμος).

Στη συνέχεια, στο δεύτερο κεφάλαιο, που επονομάζεται «Έξοδος και Αδιέξοδος», η σημαντικότερη συμβολή του συγγραφέα στην έναρξη ενός διαλόγου σε συνθήκες όψιμης νεωτερικότητας (late modernity) για την ταυτότητα των κατοίκων αυτής της χώρας είναι το ότι με εκτενείς αναφορές στη βιβλιογραφία της μεσαιωνικής λατινικής γραμματείας εμφαίνεται ότι η προβληματική της έννοιας του προσώπου δεν είναι ξένη προς τη φιλοσοφική – θεολογική παράδοση της Δύσης. Τα δυο υποκεφάλαια, «Η αναζήτηση του προσώπου στη μεσαιωνική Δύση» και «Η αναζήτηση του προσώπου στη βυζαντινή Ανατολή», αντιπαραθέτουν τον προβληματισμό των φιλοσόφων – θεολόγων των δυο κομματιών, αυτού που θεωρούσαν «παγκόσμιο χωριό» οι κάτοικοι της ενιαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η αναφορά στις δυτικές πηγές ξεκινάει από τον Αυγουστίνο, πατριάρχη της δυτικής σκέψης, μιας και επηρέασε με τις απόψεις του φιλοσόφους ακόμη και κατά τη διάρκεια της εποχής της νεωτερικότητας (modernity) και ως παράδειγμα μπορούν να αναφερθούν οι απόψεις του Χάιντεγκερ, το έργο του οποίου γίνεται αντικείμενο αναφοράς στο βιβλίο και που, ορθά ή εσφαλμένα, έχει επικρατήσει να κατατάσσεται ανάμεσα στους εκπροσώπους του «άθεου υπαρξισμού». Η αναφορά στις δυτικές πηγές συνεχίζεται με ονόματα «πιο πιστών πνευματικών μαθητών» του Αυγουστίνου. Όσον αφορά την «καθ’ ημάς Ανατολή», η παράθεση ξεκινάει από τον Γρηγόριο Θεολόγο, επίσκοπο Ναζιανζού, επιφανούς εκπροσώπου της Φιλοσοφικής – Θεολογικής Σχολής της Καππαδοκίας και μαθητού κατά τη διάρκεια των μετ-εφηβικών χρόνων του μη-χριστιανού φιλοσόφου Λιβανίου. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά στο Μάξιμο Ομολογητή, στο έργο του οποίου ενυπάρχει κατά τον πιο σαφή και εκτεταμένο τρόπο στη συνολική βιβλιογραφία της «καθ’ ημάς Ανατολής» αποδοχή του όρου «filioque», ενός όρου που έχει καταταλαιπωρήσει. τις σχέσεις του Ανατολικού και του Δυτικού κομματιού αυτού που θεωρούσαν «παγκόσμιο χωριό» οι κάτοικοι της ενιαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

To δεύτερο μέρος, «Η άπρακτη εξατομίκευση» διακινδυνεύει την έκφραση μιας ρηξικέλευθης προσέγγισης της οργάνωσης του βίου στο Βυζάντιο.
Πιο συγκεκριμένα στο πρώτο κεφάλαιο, που επονομάζεται «Από τη Θεολογία του Προσώπου στην Ιστορία του», η αναζήτηση του προσώπου μεταφέρεται από το φιλοσοφικό στο κοινωνιολογικό επίπεδο πλέον και αντιπαρατίθεται με τα εμφανιζόμενα στο Βυζάντιο σπερματικά πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς, που βασίζονται στην ατομικότητα και αποτελούν πλέον το κυρίαρχο χαρακτηριστικό των κοινωνιών της όψιμης νεωτερικότητας (late modernity). To πρώτο υποκεφάλαιο, που φέρει τον τίτλο «Μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας» αφορά στη συγκρότηση των κοινωνικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια των διαφόρων φάσεων της Βυζαντινής Ιστορίας και στις επιπτώσεις που είχε αυτή σε λαούς, που προσδέθηκαν στο άρμα της εν πλήρει μεσαίωνι «παγκοσμιοποίησης» με την αποδοχή οικονομικών και πνευματικών σχέσεων με το Βυζάντιο, τους Σλάβους. Νύξεις γίνονται επίσης στα χαρακτηριστικά της Οκτωβριανής Επανάστασης και. του Μετ-επαναστατικού Σοβιετικού καθεστώτος, που οφείλονται στην πρότερη ιστορία των Σλάβων.

To δεύτερο υποκεφάλαιο φέρει τον τίτλο «Η βαβυλώνιος αιχμαλωσία της Ορθοδοξίας στα σύμβολα». Είναι αρκετά αποδεκτό ως πόρισμα στους κύκλους όσων ασχολούνται. με την κοινωνική ψυχολογία ότι το γράψιμο ή η φωνητική εκφορά από την πλευρά των πιο δημοφιλών διανοουμένων κάθε εποχής κάποιων δημοφιλέστατων όρων λειτουργεί στη συλλογική συνείδηση ως ένα αντανακλαστικό για αντίδραση προς μια ορισμένη κατεύθυνση. Ο συγκεκριμένος όρος κωδικοποιείται με τη μορφή συμβόλου στη συλλογική συνείδηση. Στο σημείο αυτό δε θα ήταν άσχημο να γίνουν ξανά αντικείμενο υπόμνησης τα όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως για το Μάξιμο τον Ομολογητή. Στη συνέχεια, στο δεύτερο κεφάλαιο, που επονομάζεται «Σταθμοί του Ελληνικού Εξατομισμού», καταδεικνύεται. το ότι η ατομικότητα δεν είναι απούσα ως στάση ζωής ήδη κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σε ορισμένους κύκλους, όπως σαφώς επιβεβαιώνουν τα κείμενα Βυζαντινών συγγραφέων. To πρώτο υποκεφάλαιο, με τίτλο «Προσανατολισμός», περιγράφει. την κοινωνική διεργασία, που συντελέστηκε «άπρακτα» κατά το συγγραφέα, έτσι ώστε τα εμφανιζόμενα στο Βυζάντιο σπερματικά πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς, που βασίζονται στην έννοια της ατομικότητας, να πάρουν μια πιο ολοκληρωμένη μορφή στη σύγχρονη (modern) Ελλάδα. Τα επόμενα υποκεφάλαια, «Συμεών ο Ευλαβής και Συμεών ο Νέος Θεολόγος» (αξίζει να γίνει μελέτη της πορείας της φιλοσοφικής θεολογικής σκέψης του Βυζαντίου ανάμεσα στην εποχή του Θεολόγου, Γρηγορίου του επισκόπου Ναζιανζού και του Νέου Θεολόγου, Συμεώνος), «To Στρατηγικόν του Κεκαυμένου», «ο Σπανέας», «Η επιστολή του Βησσαρίωνος», το υποκεφάλαιο «Γνωμολόγια» και. «Μαθηματάρια», καθώς επίσης και το υποκεφάλαιο «Η Χρηστοήθεια του Αντωνίου Βυζαντίου» στοιχειοθετούν το πώς, όσον αφορά την καταγεγραμμένη σκέψη στο γεωγραφικό χώρο της «Καθ’ ημάς Ανατολής», άρχισαν να προβάλλονται όλο και περισσότερο τα πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς, που βασίζονται στην έννοια της ατομικότητας. To υποκεφάλαιο «Εναντίον της Χρηστοήθειας το Πηδάλιον» αναφέρεται στην ποσοτικά, τουλάχιστον, ισχνή αντίρροπη τάση, που αναπτύχθηκε μέσα στο χρόνο σε σχέση με την προηγούμενη. Τέλος στο «To «σαβουάρ βιβρ» του εικοστού αιώνος» περιγράφει το πώς τα πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς που βασίζονται στην έννοια της ατομικότητας αρχίζουν να γενικεύονται στη νέα (modern) Ελληνική κοινωνία.

Μέσα από τις σελίδες του τρίτου μέρους του βιβλίου του «To αυθυπόστατο του προσώπου», ο Στέλιος Ράμφος διακινδυνεύει μια πρώτη έκφραση φιλοσοφικής σύνθεσης ανάμεσα στα δύο ρεύματα. Ο διακινδυνευτικός χαρακτήρας μιας πρώτης έκφρασης φιλοσοφικής σύνθεσης είναι εμφανής από το γεγονός ότι αυτό το μέρος του βιβλίου είναι ασύμμετρα μικρό σε σχέση με τα δύο προηγούμενα. Επίσης, δε χωρίζεται σε κεφάλαια, αλλά κατευθείαν ο συγγραφέας δομεί το κείμενό του σε υποκεφάλαια. Όντως, είναι άθλος να επιχειρήσει κανείς μια τέτοια σύνθεση, γιατί το εγχείρημα αναφέρεται στις δύο κυρίαρχες σχολές σκέψης της ιουδαιοχριστιανικής πολιτισμικής κληρονομιάς (Heritage Culturel Judeo – Cretien στα γαλλικά) της δυτικής σύγχρονης (modern) ανθρωπότητας, που, προς το παρόν, τουλάχιστον, δείχνει να έχει γίνει η κυρίαρχη πνευματική κληρονομιά του «παγκόσμιου χωριού». To κείμενο απαρτίζεται από τα υποκεφάλαια, «Πρόσωπα και πράγματα μιας νέας εποχής», «Προς μιαν ανθρωπολογία του προσώπου», «To σώμα και το πρόσωπο», «To πρόσωπο και η σχέση», «Η συλλογική ταυτότης και το πρόσωπο» και καταλήγει σε ένα: «Επιμύθιο». Η δυσκολία του προαναφερθέντος εγχειρήματος εκφράζεται (πολυτονικά) από το συγγραφέα στη σελίδα 329:
«Ο άνθρωπος των Μέσων Αιώνων ζητεί στον άλλο κόσμο το νόημα της ζωής. Ο άνθρωπος των Νέων χρόνων το αναζητεί στην προσωπική εμπειρία και τα βιώματα της υπάρξεώς του. Ο πρώτος δεν ανήκει στον εαυτό του αλλά στην κοινότητα, αναλαμβάνεται το είναι του κατά τις πεποιθήσεις και τις αξίες του περιβάλλοντος. Ο δεύτερος προσπαθεί να εννοήσει τον εαυτό του και να γνωρίσει με τρόπο άμεσο, χωρίς τη μεσιτεία καθιερωμένων ιδεών, τι ακριβώς συμβαίνει μέσα του. Πρόκειται για έναν καινούργιο πολιτισμό, χαρακτηριστική εναρκτήριο μαρτυρία του οποίου μας δίνει ο Πετράρχης με το βίο του και το έργο του (1304-1374).»
Είναι αρκετά αποδεκτό ως πόρισμα στους κύκλους όσων ασχολούνται με την κοινωνιολογική σκέψη, το ότι η σημερινή εποχή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η Εποχή της Όψιμης Νεωτερικότητας (Late Modernity Era). 0 συγγραφέας επιχειρεί μια σύνθεση μέσα σε ένα εννοιολογικό πλαίσιο που χαρακτηρίζει κύρια την Εποχή της Νεωτερικότητας (Modernity Era). Αν δεχτούμε ότι οι κάτοικοι. αυτής της χώρας εμφάνισαν μια τέτοια αδράνεια (ας θυμηθούμε στο σημείο αυτό τον όρο «Άπρακτη Εξατομίκευση» του συγγραφέα) στο να συνδυάσουν τα δύο ρεύματα σκέψης από την εποχή του Πετράρχη και μετά, μπορεί κανείς να φανταστεί τη δυσκολία σύλληψης μιας στρατηγικής για μια ευδιάκριτη «παγκόσμια» και. σε όλα τα επίπεδα παρουσία στο πλαίσιο της Εποχή της Όψιμης Νεωτερικότητας. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου ακροθιγώς δίδονται ως νύξεις τα αναδυόμενα φιλοσοφικά ερωτήματα της ψηφιακής εποχής. To πρώτο έναυσμα για στοχασμό αυτής της χροιάς δημιουργείται ήδη από την αφιέρωση του βιβλίου: Σε Κάθε Τι Μοναδικό. Αλήθεια, τι είναι η μοναδικότητα στην εποχή της πληροφορίας, όπου κάθε τι είναι ανα-παρα στάσιμο σαν ακολουθία από 0 και 1 και συνεπώς θεωρητικά σε τελική ανάλυση αναπαραγώγιμο1; To γόνιμο ανά τους αιώνες φιλοσοφικά ελληνικό πνεύμα θα πρέπει να διακινδυνεύσει την έκφραση μιας απάντησης στο ερώτημα αυτό.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ
Δείτε σχετικά το βιβλίο: Ψηφιακός Κόσμος του Nicolas Negreponte, εκδόσεις Καστανιώτη.

* Ηλεκτρολ. Μηχανικός ΕΜΠ

πηγή: Αντίφωνο, antifono.gr, *Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΟΛΙΤΩΝ, τεύχος 7, Χειμώνας 2001  σελίδες 56-58.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here