Πώς να ζήσω

0
323

Γιώργος Βαλαής

 Υπάρχει μια τρυφερή ηλικία που καταλαβαίνεις ότι οι οδηγίες που σου δίνουν οι γονείς δεν φτάνουν για να ζήσεις. Τότε ακριβώς είναι η στιγμή που το lifestyle έρχεται για να σε πιάσει μαλακά από το χέρι και να σου δείξει τον δρόμο. Πώς να ντύνεσαι, πώς να μιλάς, τα 100 πράγματα που πρέπει οπωσδήποτε να κάνεις πριν πεθάνεις, η γλυκιά συνενοχή του να ανήκεις σε μια φυλή -αδιάφορο σε ποια- ποιος κοιμάται με ποιον, πώς να μετατρέψεις την ένταση της ζωής σου σε καταναλωτική μανία, πώς να παραδίδεσαι στο εφήμερο και το τιποτένιο.

Οι μηνιαίες υπενθυμίσεις των περιοδικών lifestyle πουλούσαν φρέσκο γυμνό κρέας, υποκλίνονταν σε οτιδήποτε επιτύγχανε, χωρίς ποτέ να δώσουν έναν ορισμό της επιτυχίας, αναμασούσαν την άποψη ότι η ζωή έχει σχέση με την ιδιοκτησία και τις τρέχουσες ηδονές που πρέπει να γευτείς, ότι «η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή» ότι η ζωή, τελικά, είναι μια φετιχιστική διαδικασία που μπορούν να γευτούν μόνο όσοι έχουν χρήματα. 

Δεν σου έμεναν και πολλές επιλογές: ή θα επέστρεφες στον μικροαστισμό των γονιών σου ή θα κυλιόσουν στον βούρκο.

Η έκρηξη του lifestyle συνέπεσε στην Ελλάδα ταυτόχρονα με το σκυλάδικο όραμα του ΠΑΣΟΚ για ανάπτυξη, ρευστοποίησε την επιθυμία για στιλάτη κατανάλωση μιας τάξης που αναδυόταν από την αφάνεια, έκλεψε όλη τη φρεσκάδα από τις νεανικές underground κουλτούρες, βιομηχανοποίησε την παραγωγή διασημοτήτων, μετάλλαξε τις συνεντεύξεις σε editorial μόδας, συνταίριαξε την Πρωτοψάλτη με τη Μαντόνα (Madonna), έπεισε κάθε γενιά να απολαμβάνει τη συμμετοχή της στο ίδιο της το ξεπούλημα. Κι αφού εξάντλησε όλο το οπλοστάσιο των συνταγών του, κατέληξε στον αυνανισμό με την ίδια την αλαζονεία του.

Αρκετά όμως με τις κλωτσιές στο πτώμα. Τι γινόταν όλο αυτό το διάστημα με όλους εμάς; Μεγαλώνοντας, αρχίσαμε να παίρνουμε απόσταση απ’ όλες αυτές τις συνταγές που δεν μας έβγαζαν πουθενά, όμως μας έμεινε η συνήθεια. Ξέραμε πια πώς πρέπει να μοιάζει η επιτυχία, δεν ήμαστε σκυλάδες αλλά όλο και κάποια σελίδα θα χώραγε το στυλ μας, θα τσιμπολογούσαμε από εδώ κι από εκεί ό,τι μας άρεσε και το μείγμα στο τέλος θα φαινόταν ότι είναι δικό μας. Έτσι αρχίσαμε. Πίναμε τις ίδιες ποσότητες με τον Γκι Ντεμπόρ (Guy Debord), χωρίζαμε με τις γκόμενές μας σαν να ήμαστε ο Μπάουι (Bowie), γυρνάγαμε στην πόλη σαν να ήμαστε οι Γου-Τανγκ Κλαν, ατενίζαμε τη ζωή με την απάθεια του Μπάροουζ (Burroughs), τεμπελιάζαμε γιατί ήμαστε slackers, τριγυρίζαμε με ένα σακίδιο και παραμυθιαζόμαστε ότι είμαστε «new age travellers», συναντιόμαστε με τα είδωλά μας στον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή. Αντιγράφαμε τις πράξεις των ειδώλων μας, χωρίς να κουβαλάμε την απελπισία ή τη γενναιότητα που τις γέννησε. Κάποτε θα γινόμαστε κι εμείς εξώφυλλο και τότε θα το βούλωναν όλοι. Ήμαστε αφελείς αντιγραφείς.

Σε κανέναν κατάλογο με τα 100 πράγματα που έπρεπε να κάνεις πριν πεθάνεις δεν μας είπαν ότι η οργή είναι ισάξιο καύσιμο για τον εαυτό μας όπως η μανία για κατανάλωση. Τώρα που δεν μπορούμε πια να είμαστε αυτό που είμαστε και δεν μπορούμε να μην είμαστε αυτό που είμαστε, είναι στο χέρι μας να δούμε τι θα κάνουμε -θα ξαναπλώσουμε την παλάμη προς τον ουρανό ζητώντας κι άλλη ελεημοσύνη ή θα σφίξουμε τα δάχτυλά μας και θα τα κάνουμε μια γροθιά; Ίδωμεν.

πηγή: http://www.konteiner.gr/magazine/article/706

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here