Περί Εθνικών μύθων… και άλλων μυθολογιών

11
2123

Μέλος ανεκτίμητο μιας εθνικής ταυτότητας είναι οι λεγόμενοι «εθνικοί μύθοι», δηλαδή οι σύντονες αφηγήσεις λογίων συνήθως ανδρών του παρελθόντος, οι οποίες οικοδόμησαν την έννοια της εθνικής ταυτότητας ως διαχρονικού ιδιώματος. Κι είναι γνωστό ότι μια ηγεμονική σήμερα ακαδημαϊκή και δημοσιογραφική γραφή καταφέρεται συστηματικά εναντίον της, χρησιμοποιώντας ευρύτατα την απαξίωση αυτών των μύθων. Επισείοντας μάλιστα τη σημαία του σολωμικού προτάγματος  ότι «το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές», ισχυρίζεται ότι έχει πλέον απεμπλακεί από αντι-επιστημονικά σχήματα ερμηνειών, κατηχώντας με τη σειρά της συστηματικά την εκπαιδευτική και όχι μόνο κοινότητα στα υποτιθέμενα θέσφατα της ιστοριογραφικής επιστήμης, που ευνοούν, το λιγότερο, έναν «νέο πατριωτισμό», μακριά από «νατιβιστικές» προκαταλήψεις…

Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με την ανασκευή της απαξίωσης αυτών των μύθων, αλλά θα στρέψουμε την προσοχή μας σε μια αποσιωπημένη διάσταση του ζητήματος, που αποτελεί και το θεωρητικό του υπόβαθρο: τον υποχρεωτικά ανθρώπινο χαρακτήρα της μυθοπλασίας και τη θετικιστική ιστοριογραφική αντίληψη που εμφιλοχωρεί πίσω από την προγραμματική άρνησή της.

1. Όταν κατά το 19ο αιώνα αποφάσισαν οι ιστορικοί ότι η ιστοριογραφία πρέπει επιτέλους να περιβληθεί την τήβεννο μιας επιστημονικής «πειθαρχίας» (discipline), το πλέον πρόσφορο παράδειγμα που είχαν ήταν αυτό των φυσικών επιστημών που άρχιζε με τα συναρπαστικά τότε επιτεύγματά του να επιβάλλεται στις συνειδήσεις, αλλά και στο ίδιο το ασυνείδητο των ανθρώπων. Η εποχή του ατμού και του ηλεκτρισμού «γέννησε» μια θετικιστική ιστοριογραφία, η οποία ήταν βέβαιη ότι, αν μελετούσε εξαντλητικά τις ιστορικές πηγές και αν ευφυώς τις συνέδεε, θα μπορούσε να αποτυπώσει τα έργα του παρελθόντος «όπως πραγματικά συνέβησαν» («wie es eigentlich gewesen», κατά τη διάσημη έκφραση του Leopold von Ranke). Αυτή η αντίληψη περί της άκρως εφικτής δυνατότητας να υπάρξει αντικειμενικότητα και απροσωποληψία στην ιστοριογραφία άρχισε να αμφισβητείται ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, παρ’ όλα αυτά παραμένει μέχρι σήμερα για τους ιστορικούς «το ευγενές όνειρό» τους (P. Novick), αν και είναι «ένας διάσημος κόμβος» (E. Carr).

2. Όσοι λοιπόν μάχονται σήμερα με θετικιστικό τρόπο τους «εθνικούς μύθους» αποκαλύπτουν το κραταιό απωθημένο της αμετάκλητης κρυστάλλωσης, της ακινητοποίησης, της ιστορικής αλήθειας, του πλήρους δηλαδή και ακριβούς κατοπτρισμού του παρελθόντος στον ιστοριογραφικό λόγο, αυτοθεωρούμενοι προκαταβολικά ως «ειλικρινείς» και «ουδέτεροι» ιστορικοί. Διότι έχουν εντωμεταξύ μεσολαβήσει η ψυχανάλυση, η ανθρωπολογία,  η εθνολογία, η γλωσσολογία, η σημειολογία κλπ., επιστήμες δηλαδή που εξέφρασαν σοβαρές επιφυλάξεις για τη δυνατότητα του υποκειμένου να εκφράσει με απόλυτη πιστότητα τον λόγο του πάνω στην πραγματικότητα παρελθόντος και παρόντος. Αλλά οι ιστοριολογούντες αυτοί επιμένουν ότι, ανακαλύπτοντας λ.χ. μια-δυο καινούργιες ιστορικές πηγές ή συνδυάζοντας ευλογοφανώς τις παλιές με τις καινούργιες, απέδειξαν τελεσίδικα την απάτη της αντίπαλης παραδοσιακής ιστοριογραφίας. Η ακριβόλογη αποτύπωση των ενεργειών του παρελθόντος είναι όμως ένα εγγενώς ανέφικτο εγχείρημα, διότι είναι οι παραπάνω επιστήμες που υπέδειξαν ότι ο ανθρώπινος λόγος περισσότερα αποκρύπτει από όσα εντέλει εκφέρει, εφόσον «μια ολόκληρη μυθολογία είναι εγκατεστημένη στη γλώσσα μας» (L. Wittgenstein), και μέσα σε κάθε ιστορική ερμηνεία εμφιλοχωρεί ένα «σύστημα αναφοράς», το οποίο συνιστά την «άρρητη φιλοσοφία» του ιστορικού (Michel De Certeau), με βάση την οποία επιλέγει με ποιον τρόπο θα συνθέσει τελικά την ιστορία του. Η στάση τους αυτή δείχνει λοιπόν μια παρωχημένη, καθαρολογική-πουριτανική αντίληψη περί ιστορίας και ιστοριογραφίας, η οποία αναβλύζει από τον αποκλειστικά πολεμικό της χαρακτήρα.

3. Συνεπώς, επειδή ακριβώς η ιστορία υπερβαίνει κατά πολύ τον σκελετό ενός χρονολόγιου γεγονότων, μιας απαρίθμησης πρωταγωνιστών και μιας ντετερμινιστικής σχέσης αιτιών και αποτελεσμάτων, κάθε ιστορική περιγραφή/ερμηνεία αφήνει μέσα της και γύρω της έναν ευρύτατο χώρο για να συνοικιστεί η εντελώς ανθρώπινη μυθοπλασία. Το ίδιο το ιστορικό γεγονός, λ.χ. ο Εθνικός Διχασμός,  πάλλεται, «ανασαίνει», συστέλλεται και διαστέλλεται μέσα από τις συχνά αντικρουόμενες αφηγήσεις του, αλλά δεν μπορεί να υπάρξει δίχως αυτές. Γνωρίζουμε δηλαδή τα γεγονότα αποκλειστικά μέσω των μυθοπλαστικών αφηγημάτων τους που έφτιαξαν οι υποκειμενικότητες του παρελθόντος, όμως ένα γεγονός πάντα περισσεύει, ξεχειλίζει των περιγραφών του, όπως και ο άνθρωπος των λόγων του. Κάθε λόγος λοιπόν «παίζει» με τις τέσσερις αριθμητικές πράξεις πριν κρυσταλλωθεί.

4. Στη γραφίδα όμως των παραπάνω καθαρολόγων αυτή η εγγενής μυθοπλασία μεταμφιέζεται πάντοτε ως απάτη, ψεύδος, προπαγάνδα, παραχάραξη κλπ. Δεν είναι όμως, κατ’ αποκλειστικότητα, αυτή η σημασία του μύθου. Ο μύθος είναι ουσιαστικά μια οικεία αφήγηση που σου επιτρέπει να ζεις: ένας λόγος που σε απαρτίζει, σε οικοδομεί και σε στηρίζει ως άνθρωπο και ως ανθρώπινη κοινότητα, που σε βοηθά να προχωρήσεις παρακάτω στη ζωή και το μέλλον της, αντλώντας από αυτόν ένα νόημα, δηλαδή μια βεβαιότητα. Γι’ αυτό και είναι, κατ’ αρχήν, πέρα από το καλό και το κακό. Υπάρχουν αφηγήματα ευεργετικά και αφηγήματα ολέθρια, τα οποία όμως οι άνθρωποι εξίσου αδράχνουν με πάθος, έτσι ώστε να πορευτούν στη ζωή, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα. Άνθρωπος χωρίς μύθο, δηλαδή χωρίς ένα προσφιλές σε αυτόν συγκροτητικό και δεσμευτικό αφήγημα, υπάρχει μόνο όταν εκείνος είναι έτοιμος να αφουγκραστεί τα κράσπεδα της κατάθλιψης ή της αυτοκτονίας.

5. Μύθος λοιπόν και άνθρωπος αλληλο-συγκροτούνται. Ο Claude Levi-Strauss περιέγραφε μάλιστα ως στόχο της επιστημονικής του έρευνας «το να δείξει, όχι ότι οι άνθρωποι σκέπτονται με μύθους, αλλά πώς οι μύθοι λειτουργούν στα μυαλά των ανθρώπων χωρίς εκείνοι να το ξέρουν». Έτσι, η άρνηση της μυθοπλασίας στον χώρο της ιστορίας και της ιστοριογραφίας κυμαίνεται απλώς μεταξύ της άγνοιας και της σκοπιμότητας. Όταν ακόμη και ο αυτόπτης μάρτυρας ενός γεγονότος του παρόντος δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα καταφέρει να αποτυπώσει πλήρως όλες τις διαστάσεις του και μπορεί συχνά να εξαπατηθεί (όπως καθημερινά παρατηρούμε), ακόμη περισσότερο είναι αβέβαιο ότι θα εκφράσουν την «αλήθεια» του παρελθόντος οι αυτόπτες ή αυτήκοοι μάρτυρες των γεγονότων του. Το ίδιο επισφαλής θα είναι συνεπώς και η αφήγηση όλων όσων οικοδόμησαν κατόπιν την ιστοριογραφική τους σύνθεση πάνω στις πρώτες εκείνες μαρτυρίες, που αποκαλούμε σήμερα «πρωτογενείς ιστορικές πηγές». Κι αυτή μετέχει μυθοπλασίας-σκηνοθεσίας, μετέχει δηλαδή του ιδιάζοντος σε αυτούς συγγραφικού ύφους. Ακόμη και οι ίδιες οι λέξεις που χρησιμοποιούν, καθώς και η συντακτική τους διάταξη, είναι προϊόντα υποκειμενικών και δραματοποιημένων επιλογών, που προσπαθούν να δώσουν αποκλειστική έμφαση σε μια ουσιαστικά «επίφαση της πραγματικότητας» («L’ Effet de Réel», κατά την έκφραση του Roland Barthes).  Το γνωστό παράδειγμα του «συνωστισμού» κατέναντι της «σφαγής» είναι ενδεικτικό. Κάθε λόγος λοιπόν δεν αποκρυσταλλώνει, αλλά γεφυρώνει, απλοποιεί, εκλαϊκεύει, περιπλέκει, επιλέγει, μετασχηματίζει κλπ. τα αισθήματα και τις σκέψεις του φορέα του. Γι’ αυτό και ο λόγος των ιστορικών πηγών είναι ήδη μυθοπλαστικός, εφόσον προέρχεται από ανθρώπους που είναι όντα με πάθος/η και θέλουν να «αποδείξουν» λ.χ. μόνο τη δική τους, σημαντική συμβολή στην ιστορική διαδικασία (πρβλ. τα Απομνημονεύματα). Συνεπώς, «η ιστορία θα όφειλε να είναι μια πάλη ενάντια στην οπτική που επιβάλλουν οι ιστορικές πηγές» (Paul Veyne), εφόσον «βλέπομεν άρτι εν εσόπτρω και εν αινίγματι»…

6. Έτσι, ο Luciano Canfora θα εναντιωθεί σε αυτήν την «ευλάβεια προς την αυτοψία», καθόσον συγκροτεί «μια αβάσιμη φιλοδοξία από τη στιγμή που ακόμη και ο ιστορικός που ‘βρίσκεται επί τόπου’ δεν μπορεί στην πραγματικότητα να δει παρά ένα ελάχιστο μέρος του γεγονότος που πιστεύει πως είδε». Από την άλλη μεριά, ο Ed. Carr θα πλέξει έναν αλλόκοτο για τα θετικιστικά μάτια βρόγχο, ξεδιπλώνοντας τις δυνατότητες ζωής μιας ιστορικής μαρτυρίας: «κανένα ντοκουμέντο δεν μπορεί να μας πει κάτι περισσότερο από αυτό που σκέφτηκε ο συγγραφέας του – από αυτό που νόμισε ότι είχε συμβεί, από αυτό που νόμισε ότι όφειλε να συμβεί ή θα συνέβαινε ή ίσως μόνο αυτό που ήθελε οι άλλοι να νομίσουν ότι σκέφτηκε ή ακόμη μόνο αυτό που νόμισε ο ίδιος ότι σκέφτηκε…». Η προσπάθεια του ιστορικού δεν μπορεί να προχωρήσει πέρα από την «αλήθεια του μάρτυρα», θα τονίσει και ο G. Duby, ενώ η Jacqueline de Romilly θα παρομοιάσει τον ιστορικό με ένα φωτογράφο «από τον οποίο θα ζητούσαμε απόλυτη ακρίβεια στο έργο του, ενώ θα του αναθέταμε να φωτογραφίζει ένα αδιάκοπα μεταβαλλόμενο αντικείμενο χίλιες φορές πιο μεγάλο από το πεδίο του φακού του». Γι’ αυτό και οι περισσότεροι σήμερα ιστορικοί προσδιορίζουν την ιστοριογραφική τους έρευνα, όχι με όρους εξήγησης, απόδειξης και τελεσίδικης «γνώσης», που προδίδει αστόχαστο θετικισμό, αλλά με όρους φωτισμού, προσέγγισης, κατανόησης, ερμηνείας, επιμένοντας στην πολυπρισματική αντιμετώπιση του παρελθόντος. Διότι η ιστορική γνώση χαρακτηρίζεται από μια «γνωστική πολυφασία» (N. Sadoun-Lautier). Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τους απομυθοποιητές, που επιμένουν στην ανακάλυψη/αποκάλυψη της «ιστορικής αλήθειας», υποκύπτοντας σε αυτό ακριβώς που καταγγέλλουν στους αντιπάλους τους: την ιδεολογική χρήση της ιστορίας. 

7. Η τελευταία αυτή έκφραση, τόσο κοινόχρηστη σήμερα, ξεκίνησε ως πολεμικό εργαλείο κατέναντι των αντιφρονούντων για να καταλήξει απλώς σε ένα ιστοριογραφικό ναυάγιο. Ο λόγος είναι ότι στοιχειοθετεί μια αναίρεση της σύγχρονης ιστοριογραφίας.  Διότι υπάρχει άραγε ιστοριογραφία χωρίς να έχει διαποτιστεί από την ιδεολογία/κοσμοθεωρία του ιστορικού; Μπορεί να διαχωριστεί η ιστορική γραφή, όπως και κάθε γραφή, από τη βαθιά οντολογία του ανθρώπου που την επιχειρεί, από ό,τι δηλαδή τον συγκροτεί ως άνθρωπο; Κι όλα αυτά παραμένουν, κατ’ αρχήν, ανεξάρτητα από την, πραγματική ή πλασματική, ειλικρίνεια ή ανειλικρίνεια του ιστορικού ή του μάρτυρα, την ικανότητα ή την ανικανότητά του, αν ασκεί ή όχι προπαγάνδα. Διότι είναι εξαιρετικά δύσκολο «να μετακινήσουμε τους εαυτούς μας από τους εαυτούς μας – ούτε τους προσωπικούς ούτε τους κοινωνικούς και πολιτικούς εαυτούς μας» (Beverley Southgate), εφόσον «οποιεσδήποτε πράξεις εξαγνισμού και αν εφαρμόσει ο ιστορικός, παραμένει ωστόσο άνθρωπος, ένα δημιούργημα του χρόνου, του τόπου, των ενδιαφερόντων, των προτιμήσεών του, χωρίς καμιά ελπίδα να λειτουργήσει ως ουδέτερος καθρέφτης» (Charles Beard).  Έτσι, η ιδεολογική χρήση της ιστορίας, καθώς και η καταγγελία της, αποτελούν μια πολεμική, εξίσου μυθοπλαστική, ταυτολογία… Όπως θα επισημάνει και ο R. Koselleck, πριν από το βασικό έργο του ιστορικού που είναι η μελέτη και ερμηνεία των ιστορικών πηγών, προϋποτίθεται πάντοτε «μια θεωρητική προ-απόφασηΑφού πρώτα ληφθεί αυτή η απόφαση, αρχίζουν οι πηγές να μιλούν». Έτσι, «χρειάζεται μια θεωρία ‘πιθανής’ ιστορίας για να κάνει τις πηγές να μιλήσουν».

8. Πολλοί λοιπόν σύγχρονοι ιστορικοί τονίζουν ότι η ιστορική ακρίβεια είναι πάντοτε εκκρεμής, αμφίσημη και υποκείμενη σε μια ατέλεστη ουσιαστικά νοηματοδοσία, που υπερβαίνει το, αυστηρά ορθολογιστικής κοπής, στερεότυπο σχήμα μύθος/αλήθεια. Αν όμως ισχύει αυτό, τότε και η ίδια η έννοια του «εθνικού μύθου» είναι εξίσου διφορούμενη και η εργώδης αναζήτηση «αποδείξεων» για την αποδόμησή του δείχνει απλώς τη φιλοπόλεμη, μεροληπτική τάση των εκάστοτε δημοσιολογούντων. Επεξηγεί απλώς την ανορθολογική, ιδεολογική τους «προ-απόφαση» να ερμηνεύσουν τις πηγές με τρόπο που να ταιριάζει σε αυτήν, έστω και με κάποιες παραλλαγές.

9. Αλλά τι αποσιωπάται εντέχνως σε κάθε παρόμοια απο-μυθοποιητική βουλιμία; Αποκρύπτεται ότι αποτελεί και αυτή μέρος μιας νέας μυθοπλασίας που απαιτεί, πολεμώντας, τη νομιμοποίησή της. Ο άνθρωπος μυθοπλάττει-σκηνοθετεί τον εαυτό του, το λόγο του, τη γραφή του, κάνει μοντάζ με τις σχέσεις του και το περιβάλλον του συναρμολογώντας τα γεγονότα του, ηθελημένα ή αθέλητα, χωρίς να έχει όμως πάντα ως σκοπό την πανουργία. Έτσι, κάθε μυθοποίηση είναι πιθανό να ελκύσει κάποτε την απο-μυθοποίησή της, αλλά είναι πάντοτε βέβαιο ότι η τελευταία θα λειτουργήσει ως ανα-μυθοποίηση, ως μια νέα δηλαδή μυθοπλασία, η οποία θα παρουσιαστεί μάλιστα ως αδυσώπητη πραγματικότητα. Δεν υπάρχει μυθολογικό κενό στη διαρκή προσπάθεια του ανθρώπινου όντος να παράγει νόημα από τον εγκόσμιο βίο του και να ζήσει από αυτό.

10. Μόνο λοιπόν μετά από αυτή την μυθοπλαστική θεμελίωση κάθε λόγου ίσως φανεί εναργέστερα πώς η ρητορική περί έθνους και εθνικής ταυτότητας, την οποία στηρίζουν οι εκάστοτε «εθνικοί μύθοι», δεν είναι τίποτε περισσότερο από ό,τι είναι όλες οι ρητορικές, παντού στον κόσμο και πάντοτε στο χρόνο. Είναι δηλαδή προϊόντα της απόφασης να οικοδομηθεί μια κοινότητα συνεκτική, δεσμευτική και δυναμική κατέναντι άλλων ρητορικών που επιχειρούν κι αυτές να συγκροτήσουν τη δική τους κοινότητα. Κάθε είδους κοινότητα, για να κρατήσει ζωντανή και λειτουργική την έννοια του συν-ανήκειν, κατασκευάζει αυτονόητα το αφήγημά της, τον μύθο της, μέσω ακριβώς της ρητορικής λειτουργίας. Και «η ρητορική αποσκοπεί πάντα στο να αποσπάσει συναίνεση» (Umberto Eco). Μήπως και η σύγχρονη προσπάθεια κατάλυσης των εθνικών ταυτοτήτων ως μυθικών, δηλαδή ως απατηλών «φαντασιακών κοινοτήτων» (B. Anderson), δεν γίνεται στο όνομα μιας νέας, παγκόσμιας, εξίσου φαντασιακής, μυθοπλασίας, που ο J. Derrida αποκάλεσε κάποτε «ομο-ηγεμονικο-ποίηση»; Και δεν είναι αυτή που ζητά εναγωνίως να νομιμοποιηθεί στη θέση των παλαιών, με τρόπους όμως περισσότερο εκμαυλιστικούς από ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν;

11. Μήπως όμως και ο κόσμος σήμερα, ο ιλιγγιωδώς καταναλωτικός και τεχνολογικός, έπαψε άραγε να είναι μυθοπλαστικός; Και μόνο η παγκυριαρχία του διπλού καταναλωτικο-τεχνολογικού μύθου και η αποίκηση του ασυνειδήτου μας από αυτόν, μέσω λ.χ. της διαφήμισης, αρκεί για να υποδείξει την εκκρεμότητα κάθε άκαμπτου ορθολογιστικού λόγου. Μήπως, επίσης, η γιγαντιαία σήμερα χειραγώγηση των μαζών με σκοπό την επιτήρησή τους δεν συγκροτείται από μυθοπλασίες; Αν λοιπόν κάποτε είχε γίνει λόγος για μια «μικροφυσική της εξουσίας» (M. Foucault), είναι πλέον καιρός να συγκροτηθεί και ένας λόγος για τη μικροφυσική της μυθοπλασίας: της μυθοπλασίας δηλαδή ως συγκολλητικής ουσίας που «γεμίζει» τους αρμούς κάθε περιοχής του επιστητού.

12. Ολοκληρώνοντας αυτή τη μικρή θεωρητική περιήγηση πάνω στο ζήτημα των «εθνικών μύθων», ας συνοψίσουμε το βασικό της πρόταγμα. Η μυθοπλασία είναι εγγενές και συνεπώς διαχρονικό ιδίωμα των ανθρώπων και δεν πρέπει να συγχέεται αποκλειστικά με την παραποίηση της αλήθειας. Κάνει τον κόσμο τους οικοδίαιτο, πανάξιο δηλαδή να κατοικηθεί/βιωθεί από αυτούς, διότι τον εμφανίζει ως πλήρη νοήματος, δηλαδή βεβαιότητας. Οι «εθνικοί μύθοι» αποτελούν κι αυτοί βιοπάροχες μυθοπλασίες, νομιμοποιημένες από τις «ερμηνευτικές κοινότητές» τους, ενώ οι εκάστοτε θετικιστικές, απο-μυθοποιητικές προσπάθειες είναι αναπόφευκτα ανα-μυθοποιητικές. Έτσι, η έρευνα για το πόση αλήθεια/ακρίβεια κρύβει εντός της η κάθε μυθοπλασία, σε σχέση με το ανεπίσκεπτο πάντοτε παρελθόν, δεν πρέπει να προηγείται αλλά να έπεται αυτής της παραδοχής. Εξάλλου, στην ιστορία «το μόνο που έχουμε είναι κείμενα» και «μπορούμε να συγκρίνουμε μόνο κείμενα με κείμενα», χωρίς να «έχουμε τη δυνατότητα να επαληθεύσουμε τα συμπεράσματά μας συγκρίνοντας τα προς μελέτη κείμενα με το ίδιο το παρελθόν» (F.R. Ankersmit). Μακάρι οι πολεμικές, αποδομητικές αντιπαραθέσεις να αποτελούσαν ένα ευγενές καρύκευμα της συντετμημένης, εγκόσμιας ύπαρξής μας και όχι αφορμές για την προγραμματική εξουθένωση των αλληλοσυγκρουόμενων μυθοπλασιών, αλλά είναι μάλλον απίθανο να το επιτρέψει ποτέ η εγγενώς φιλοπόλεμη φύση της ιστοριογραφίας…

* Αναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικής Ιστορίας, Ιστορίας της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης και Διδακτικής της Ιστορίας, ΠΤΔΕ, Παν. Θεσσαλίας

Δημοσιεύθηκε στο τχ 333 (Φεβρουάριος 2021) του περιοδικού “Πειραϊκή Εκκλησία”, μέσα στα πλαίσια του αφιερώματος «Η εθνική ταυτότητα σήμερα».

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (σκηνή από τον Ερωτόκριτο) είναι έργο του Γεωργίου Κουνάλη, φιλοτεχνημένο το 1967.

11 Σχόλια

  1. Όχι απλώς «εξαιρετικό» κείμενο: Ένα άρθρο-σταθμός, εδώ, πάνω στο κομβικότερο – θαρρώ – από τα αμφιλεγόμενα της συλλογικής μας αυτοκατανόησης.

  2. Μπορούμε να προσδιορίσουμε ποια γεγονότα και πότε έγιναν στο παρελθόν, ή όλα βρίσκονται στην σφαίρα της μυθοπλασίας; Θα μπορούσαμε άραγε, για παράδειγμα, να στήσουμε έναν εθνικό μύθο σύμφωνα με τον οποίο, το 1821 δεν επαναστάτησαν οι Έλληνες εναντίον των Τούρκων, αλλά εναντίον των Κινέζων, αν αυτό θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες της μυθοπλασίας, που κρίνεται (από ποιόν;) απαραίτητη για την συνοχή μιας κοινωνίας;
    Αφού όλα τελικά είναι ένας μύθος, αφού ούτε και οι πρωταγωνιστές των γεγονότων δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν τι συνέβη, αφού «… ακόμη και ο αυτόπτης μάρτυρας ενός γεγονότος του παρόντος δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα καταφέρει να αποτυπώσει πλήρως όλες τις διαστάσεις του και μπορεί συχνά να εξαπατηθεί (όπως καθημερινά παρατηρούμε), ακόμη περισσότερο είναι αβέβαιο ότι θα εκφράσουν την «αλήθεια» του παρελθόντος οι αυτόπτες ή αυτήκοοι μάρτυρες των γεγονότων του.», ποιός ο λόγος οποιασδήποτε ιστορικής έρευνας;
    Αφού στο κάτω κάτω όλες οι «αφηγήσεις» είναι προσωπικές, αφού η απάντηση στο ερώτημα: «Μπορεί να διαχωριστεί η ιστορική γραφή, όπως και κάθε γραφή, από τη βαθιά οντολογία του ανθρώπου που την επιχειρεί, από ό,τι δηλαδή τον συγκροτεί ως άνθρωπο;» είναι σαφώς αρνητική, ποιος ο ρόλος των ιστορικών; Δεν νομιμοποιείται ο καθένας να έχει την δική του εκδοχή – μύθο για το παρελθόν;
    Τελικά η ιστορία είναι σύστημα απόκτησης γνώσης, που βασίζεται στην επιστημονική έρευνα με συγκεκριμένη μεθοδολογία, ή όχι; Και αν όχι τι είναι η ιστορία;

    • Αγαπητέ κ. Βαρυμπόπη,
      σας ευχαριστώ για τις ερωτήσεις σας, οι οποίες είναι απόλυτα φυσιολογικές, εφόσον αντανακλούν την “κατήχηση” που έχουμε όλοι μας δεχθεί περί της ταύτισης μύθου και ψέματος, απάτης, προπαγάνδας κλπ. Το άρθρο προσπαθεί να δείξει ότι η ταύτιση αυτή στην ιστορία-ιστοριογραφία είναι προϊόν ορθολογιστικής-θετικιστικής προπαγάνδας, η οποία βεβαίως υπήρχε από την εποχή του Θουκυδίδη (που αποκαλούσε τον Ηρόδοτο μυθολόγο), αλλά ενισχύθηκε και επιταχύνθηκε τον 19ο αιώνα, λόγω της επιθυμίας των ιστορικών να κάνουν την επιστήμη τους θετική επιστήμη, δηλαδή αντικειμενική.
      Βεβαίως το ζήτημα είναι τεράστιο και δεν μπορεί να καλυφθεί σε μια απάντηση σχολίου.

      1.Κατ’ αρχήν μπορείτε να δείτε περισσότερα στο βιβλίο μου Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΕΠΙΠΤΥΧΩΣΗ: ΑΠΟ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΒΟΥΛΙΜΙΚΗ ΣΕ ΜΙΑ ΥΔΡΟΚΕΦΑΛΙΚΗ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (ΑΘΗΝΑ: ΓΡΗΓΟΡΗΣ, 2020), ειδικά στο Επίμετρο.

      2. Η “αλήθεια του παρελθόντος” δεν υπάρχει, αν με την έκφραση αυτή εννοούμε ένα πλήρες καθρέφτισμα της πραγματικότητας του παρελθόντος στις ιστορικές πηγές. Οι τελευταίες είναι υποκειμενικές: αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ψεύτικες, απατηλές ή προπαγανδιστικές αναγκαστικά, αλλά είναι προϊόντα της δημιουργικής φαντασίας του συγγραφέα τους, στην οποία ενυπάρχουν και “αληθινά” στοιχεία και τροποποιημένα από την οπτική, την κατάσταση στη οποία βρίσκεται, τις ιδέες που κυριαρχούσαν τότε, την εποχή, την ικανότητά του κλπ. κλπ. κλπ.
      Αυτά τα υποκειμενικά στοιχεία, τα ψάχνει, τα βρίσκει, τα ταξινομεί, τα συνδυάζει, τα συνθέτει ο ιστορικός για να φτιάξει τη δική του εκδοχή του παρελθόντος, που ταιριάζει ή δεν ταιριάζει με άλλες άλλων ιστορικών, προγενέστερων ή μεταγενέστερων… Αυτήν την εκδοχή προσπαθεί να την κάνει εύλογη, πειστική…
      Σε αυτές τις εκδοχές όλοι εμείς δείχνουμε στη συνέχεια ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ: εμπιστευόμαστε ότι είναι αλήθεια ή περίπου αλήθεια, ανάλογα με το “καθεστώς αλήθειας” που κυριαρχεί στην εποχή, την ιδεολογική, κοσμοθεωρητική ή οντολογική μας “προ-απόφαση”, με την οποία κρίνουμε θετικά ή, αντίθετα, απαξιώνουμε το ένα ή το άλλο και άλλους παράγοντες.
      Η ιστοριογραφία είναι λοιπόν “ιδιόμορφη” επιστήμη, δεν αποδεικνύει, αλλά φωτίζει, άλλοτε με ισχυρό και άλλοτε με αμυδρό φως, με πολύχρωμο ή μονόχρωμο τα γεγονότα του παρελθόντος.
      Ο ιστορικός λοιπόν διοδεύει ανάμεσα σε αυτό το μείγμα αληθειών και μυθοπλασιών, προσπαθώντας να κατανοήσει, πάντοτε ατελώς, το τι, το πώς, το γιατί κλπ, συνέβη τότε και ανάλογα με την ικανότητα πειθούς που έχει μας παρουσιάζει τη δική του εκδοχή των πραγμάτων.
      Αυτό μόνο μπορεί να κάνει και …είναι ήδη πολύ…

      Βεβαίως αν θέλει να επιβάλλει και την εκδοχή του συνεργάζεται με ΜΜΕ, ισχυρούς εκδοτικούς οίκους, του παίρνουν συνεντεύξεις, χρηματοδοτείται, εντάσσεται σε ομάδες της διανοητικής ή πολιτικής εξουσίας κλπ. και έτσι καθιστά την αφήγησή του ΗΓΕΜΟΝΙΚΗ, μέχρι να έρθει μια άλλη εποχή που θα καταστήσει μια άλλη αφήγηση ηγεμονική…

      Ο κάθε άνθρωπος λοιπόν που ενδιαφέρεται γα την ιστορία, για να πλουτίσει γνωστικά και συναισθηματικά, εισέρχεται κι αυτός σε αυτόν τον κυκεώνα των πολλαπλών αφηγήσεων, δια-τρίβεται με αυτές και έτσι καταλαβαίνει καλύτερα την ανθρώπινη φύση, τις ανθρώπινες δυνατότητες και προοπτικές, τις ανθρώπινες ποιότητες, την πολιτική, την ιδεολογία, εν τέλει τον ίδιο του τον εαυτό, που είναι και υποκείμενο και αντικείμενο της ιστορίας…

      Πολλά θα μπορούσα να σας πω, για τα εύλογα ερωτήματά σας, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει χώρος…
      Σας ευχαριστώ και πάλι!

  3. Νομίζω ὅτι εἶναι ὄντως πολύ καλό, ἐξαιρετικό θἄλεγα, τό ἀνωτέρω κείμενο τοῦ καθηγητοῦ. Ὄντως ὁ ἄνθρωπος εἶναι, ὅπωςλέει καί ὁ Χρῆστος Μαλεβίτσης, τό πιό μυθοδίαιτο ὄν.
    Τό ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, φυσικά καί οἱ ἱστορικοί, βλέπουν, ἀντιλαμβάνονται καί ἑρμηνεύουν τά γεγονότα φιλτραρισμένα ἀπό τά ἰδιαίτερα “γυαλιά” πού φοράει ὁ καθένας, τό ἐπισημαίνει καί ὁ Θουκυδίδης, ὁ ὁποῖος γράφει (μετάφραση Ν.Μ. Σκουτερόπουλος): “Άλλά τά πραγματικά γεγονότα τοῦ πολέμου θεώρησα χρέος μου νά τά ἐκθέσω ὄχι μέ βάση τίς πληροφορίες τοῦ πρώτου τυχόντος οὔτε κατά τό δοκοῦν ἀλλά ἐρευνώντας κάθε λεπτομέρεια μέ τή μεγαλύτερη δυνατή ἀκρίβεια, τόσο γι’αὐτά στά ὁποῖα ἤμουν ὁ ἴδιος παρών ὅσο καί γιά ἐκεῖνα πού τά ἔμαθα ἀπό ἄλλους. Καί ἡ ἀλήθεια ἦταν ἀδύνατον νά ἐξακριβωθεῖ, διότι οἱ παρόντες στά γεγονότα δέν ἔλεγαν τά ἴδια γιά τά ἴδια πράγματα ἀλλά μιλοῦσαν ἀνάλογα μέ τή συμπάθειά τους γιά τούς μέν ἤ τούς δέ καί ἀνάλογα μέ ὅ,τι θυμόταν ὁ καθένας (Ἱστορία, Α 22, 2-4)

    • Ευχαριστώ τον κ. Σχοινά για την εκτίμησή του, αλλά και για το επεξηγηματικό σχόλιό του, που δείχνει ακριβώς την αρχαία έγνοια για την αλήθεια του παρελθόντος, αλλά και το εντέλει… ανέφικτό της.

  4. Άς μού επιτραπούν κι’ εμένα δύο “κακοτράχαλες” (στό “πνεύμα” τής εξέλιξης τών “μύθων” καί τών ιστορικών γεγονότων τής Επανάστασης τού 1821, αλλά καί τής “πρόσληψης” τών εορτασμών εν μέσω πανδημίας) μικροσημειώσεις :

    α) Είκοσι τέσσερις (αριθμητικά 24) αναφορές, μέσα σ’ ένα καί μόνο άρθρο, σέ ξένους διανοητές ή / καί εκφράσεις, κρίνονται – μέ τό φτωχό μου τό μυαλό – υπερβολικές, εκτός άν συμβάλλουν στήν ουσία. Που, πάντα κατά τήν γνώμη μου, ΔΕΝ τό κάνουν, μιά που η ουσία τών γραφομένων αναδεικνύεται “αφ’ εαυτής” – PER SE, άς κάνω κι’ εγώ λίγο “φιγούρα” – μέ επαρκέστατη ενάργεια. Πρός τί, λοιπόν, η εγκυρική “περικοκλάδωση” ;

    β) Γ.Κ versus (νά’ τος μου πάλι !) Χ.Β, ως άνω : Πώς γίνεται νά “είμαι” ΚΑΙ μέ τόν Αστυφύλαξ ΚΑΙ μέ τόν Χωροφύλαξ ; Ίσως γιατί ΚΑΙ οι δύο “υπερασπίζουν” μιά “τάξη” εν μέσω περιβάλλοντος “αταξίας” (ιστορική / ής, βέβαια) …

    Χρόνια πολλά γιά τίς Γιορτές αύριο !

  5. Αγαπητέ κ. Σταμπούλη, ειλικρινά λυπάμαι αν θεωρείτε τις αναφορές σε ένα επιστημονικό κείμενο, και όχι σε ένα δημοσιογραφικό άρθρο…, ότι αποτελούν “φιγούρες” του συγγραφέα, εκτός αν δεν γνωρίζετε πως γράφονται τα επιστημονικά κείμενα…
    Αν συμβαίνει το τελευταίο, δεν έχω να πω τίποτε άλλο…
    Αν όμως πραγματικά θεωρείτε ότι οι αναφορές είναι περιττές, επιτρέψτε μου να σας θυμίσω πως ό,τι διαλαμβάνει το άρθρο μόνο PER SE δεν είναι στο χώρο ειδικά των Ελλήνων ιστορικών!
    Αλλά ούτε στο γενικότερο κοινωνικό ή εκπαιδευτικό χώρο. Το αντίθετο μάλιστα!
    Κάντε μια έρευνα λοιπόν σε σύγχρονα ιστορικά κείμενα, αλλά και στο διαδίκτυο και θα δείτε ότι όλοι βάλλουν, αυτάρεσκα μάλιστα, εναντίον των “εθνικών μύθων”, λες και έπιασαν τον ταύρο της ιστορικής αλήθειας από τα κέρατα, ασκώντας ασύστολα την “ιδεολογική χρήση της ιστορίας” που καταγγέλλουν στους άλλους…
    Συνεπώς οι αναφορές μου υπομνηματίζουν αυτό ακριβώς που ΔΕΝ είναι δεδομένο…
    Από την άλλη μεριά, δεν ασχολείστε καθόλου με το τι λέει το κείμενο και την επιχειρηματολογία του, αλλά με το πόσες αναφορές έχει….! Τι να πω;
    Χρόνια πολλά, πάντως!
    Αντώνης Σμυρναίος

  6. Χρόνια πολλά και ελεύθερα, κυρίως στο φρόνημα και το πνεύμα!
    Ευχαριστούμε για την ανάλυση αυτή. Ας μου επιτραπεί να προσθέσω, ως μη ειδικός, ένα σχόλιο που έγραψα πριν δέκα χρόνια όταν μεγάλος τηλεοπτικός όμιλος επιχειρούσε αναψηλάφηση της ιστορίας του 1821 και ανασκευή σχετικών “μύθων”.
    Νομίζω ότι έχει διαφορά η ακαδημαϊκή ιστορία (ως γνωστικό αντικείμενο που υπόκειται σε έρευνα, μελέτη και αναθεώρηση) από την ιστορία ως μέρος της παράδοσης ενός έθνους και ενός λαού (ας την αποκαλέσουμε θρύλο ή έπος, όχι μύθο). Η διαφορά τους είναι η ίδια που έχει το Η2Ο ως χημική ένωση από το “νεαρόν ύδωρ”, το γάργαρο νεράκι που δροσίζει τη δίψα του ‘κορακιασμένου’: όση ατομική θεωρία κι αν του σερβίρεις για τα δυο υδρογόνα και το ένα οξυγόνο, δεν πρόκειται να κορέσεις τη δίψα του. Δώσ’ του όμως ένα ποτήρι νερό, και το πρόβλημα λύθηκε, και ο άνθρωπος ζωντάνεψε.
    Κάπως έτσι και με τους ‘μύθους’, που μόνο ως παραμύθια δεν πρέπει να θεωρούνται. Για να κάνουμε κι ένα μικρό λογοπαίγνιο, μάλλον για παραμυθία ενός λαού προσφέρονται.

  7. Ενα αρθρο για σκεψη.

    1. Για την ανταλλαγη ΧΒ και ΑΣ

    Ειναι ενδιαφερον νομιζω να διαβαστει το παραπάνω άρθρο παράλληλα με αυτο το πρόσφατο άρθρο του Κώστα Κωστή (https://www.tanea.gr/2021/03/25/interviews/kostas-kostis-epikindyno-na-kataggelleis-to-afigima-tou-21-os-stimeno/)

    Εκει βλέπω την εξης φραση:΅
    “Πάντα υπάρχει η ανάγκη ενός αφηγήματος. Αν θέλουμε να είναι αποτελεσματικό, θα πρέπει να έχει μια συγκεκριμένη πλοκή, να αποκτάει νόημα. Το ζητούμενο είναι επίσης εάν ακολουθεί κάποιους κανόνες. Εγώ μπορώ να πω όσες ανοησίες θέλω. Σέβομαι, όμως, τους μεθοδολογικούς καταναγκασμούς ως ιστορικός; Δεν λέω σε καμία περίπτωση ότι όλοι θα συμφωνήσουμε. Αυτό που θεωρώ επικίνδυνο ή αυθαίρετο είναι να καταγγέλλει κανείς το «άλλο» αφήγημα ως στημένο ή αποτυχημένο. Αυτό είναι πολύ συνηθισμένο αυτή τη στιγμή και μου κάνει εντύπωση.”

    Επισης:
    “Υπάρχουν κανόνες του παιχνιδιού στην ιστορική διερεύνηση. Καλώς ή κακώς, η ιστορία έχει δικές της έννοιες και μοντέλα, που προέρχονται μάλιστα από μια διεθνή «αγορά».”

    Η ιδια λοιπον διεθνης “αγορα” που δίνει τις πλουσιες αναφορές του κειμένου του κ Σμυρναίου μιλάει και για “κανονες του παιγνιδιου”.
    Η δικη μου κατανόηση ειναι οτι ο κ Σμυρναιος κανει κριτική και σε αυτο: οτι οι “κανονες του παιγνιδιου” δεν ειναι τοσο “γραμμενοι σε πέτρα” οσο υπονοει ο Κωστης. Και οτι μαλλον προτεινει να συμπεριλάβουμε στον προβληματισμό μας καποια κοινοτητα στην οποια δινει αναφορά ο/η εκάστοτε ιστορικος. Κοινοτητα που πάντα υπάρχει και που συνδέεται με τη βιογραφία του/της ιστορικου.

    2. “Κάθε είδους κοινότητα, για να κρατήσει ζωντανή και λειτουργική την έννοια του συν-ανήκειν, κατασκευάζει αυτονόητα το αφήγημά της, τον μύθο της, μέσω ακριβώς της ρητορικής λειτουργίας.”
    Καταλαβαινω οτι ο κάθε ιστορικος λόγος, καθε ιστοριογραφικο εργο του ταδε ιστορικου, ειναι και μια πραξη δηλωσης της κοινοτητας στην οποια ανοίκει. Φανταζομαι οτι πολλοι ιστορικοι θα πουν: “μα εμεις ανοικουμε στην κοινοτητα των ιστορικων (στην οποια μπήκαμε με πολυ κόπο)”
    Νομιζω (λαμβάνοντας υπόψη και άλλα εργα του κ Σμυρναιου) οτι η δική του θεση ειναι οτι η τρεχουσα “συμφωνια των ιστορικων” ειναι αποτέλεσμα μαχων που χαρακτηριζεται – και δεν μπορει παρα να χαρακτηρίζεται – οχι μονο απο ορθολογική αντιπαραθεση ιδεων αλλα και απο ανορθολογικη επιβολή μιας συμμαχιας μυθολογιων εναντια σε αλλες που μπαινουν στο περιθωριο (ισως για να παρουν ρεβανς στο μελλον). Οτι η ανορθολογικοτητα αυτη ειναι κομματι της πραγματικοτητας (δεν μπορει να υπαρξει μονο του το ορθολογικο στοιχειο).
    Οποτε μια αφηγηση του ειδους: περασμα απο το σκοταδι της άγνοιας στο φως της ιστορικης γνωσης, ως κομματι της αυτοσυνειδησιας της κυριαρχης ομαδας ιστορικων ειναι ενα ειδος “εθνικου μυθου”, που απομυθοποιει με το παρον αρθρο ο κ Σμυρναιος, προκειμενου να δωσει ¨αερα” και σε αλλους μυθους (με οσους κινδυνους συνεπάγεται αυτο βέβαια).

    3. Σκεψεις στις οποιες καταληγω (αναγνωριζοντας οτι μπορει να εχω παρει στραβα τη σκέψη του συγγραφεα)
    α) θα ηταν ενδιαφερον αν οι ιστορικοι ηταν περισσοτερο αυτοβιογραφικοι στα κειμενα τους οσο αφορα τις προσωπικες τους μυθολογίες, βιογραφίες, ακομα και εσωτερικες αβεβαιότητες που υπάρχουν στο υπέδαφος των κειμένων τους. Απο την άλλη αν δεχθουν την μαχητική διάσταση των κειμενων τους, την μυθομαχητικη τους διάσταση, γιατι να το κάνουν; Αν υπαρχει μια εγγενης προπαγανδιστική διασταση τι κινητρο εχουν να αποδυναμώσουν τις δικές τους ιερές αγελάδες (αν δεχθουν οπως λεει ο κ Σμυρναιος οτι παντα θα υπαρχουν τετοιες);
    β) μέσα απο τον προβληματισμο του συγγραφεα βγαίνει μια τραγικη αισθηση. Οι ιστορικοι παρουσιαζονται ως τραγικες φιγουρες (αλλα περισσοτερο ανθρωπινες και σαρκινες απο την εικονα των απλών φορέων επιχειρημάτων) που θα μπορουσαν να αναγνωρισουν τη θεση τους, την ιδια ωρα που δεν μπορουν να αποφυγουν το να πολεμησουν και να καταπιέσουν (ρισκαροντας για χάρη οτινος ειναι ιερο στους ιδιους να αδικήσουν). Θα μπορουσαν να εκτιμουν τους αντιπάλους τους και την ιδια στιγμη να αισθανονται οτι πρεπει να τους βαλουν στο περιθωριο (αντι να τους θεωρουν απλως μυασματα που ορθολογικώς πρεπει να αφανιστουν)
    γ) ερώτημα: αν εχουμε ιστορικους που κινουνται στην ιδια μυθοπλαστική κοινοτητα, υπαρχει γι αυτους διακριση του ιστορικου λογου απο αλλους λογους; Πχ η κυριαρχη κοινοτητα ιστορικών σημερα εχει τετοιες διακρισεις (οι “κανονες του παιγνιδιου” που λεει ο Κωστης). οι άλλες έχουν; Διακρινεται γι αυτους η ιστορια απο τη λογοτεχνια (οπως τις καταλαβαινουμε) ή υπαρχει καποιο νεο υβριδιο;
    δ) ερώτημα: αν εχουμε ιστορικους που κινούνται σε διαφορετικες μυθοπλαστικές κοινοτητες έχει οποιοδηποτε νοημα ο μεταξυ τους διαλογος; Ειναι οι λογοι που θα αντάλασσαν ιεραποστολικου/γητευτικου χαρακτήρα, λόγοι που καλουν σε “μεταστροφή”; (βρίσκεται αραγε η ιστορια των ιεραποστολών στην Ελλάδα, που εχει απασχολησει επαγγελματικά το συγγραφέα, σε συντονισμο με τον προβληματισμο του για το έργο του ιστορικου;)
    ε) ερωτημα: αν η κοινοτητα ειναι το αναγκαιο χωμα στο οποιο ανθιζει καθε ιστορικη γραφη, πόσες τετοιες κοινοτητες υπαρχουν σημερα στην Ελλάδα; Η ΕΕ-στραφης φιλελευθερη, η ΕΕ στραφης αριστερη (διεθνιστικώς αριστερη;), η Αριστερη τυπου ΚΚΕ, η hard core Ορθοδοξη, η εθνικιστική τυπου “Ελλάδα πανω απο ολα” … (μπορει να ειναι λαθος αυτα που βάζω, αλλα καποιες πρεπει να υπαρχουν που δεσμευουν τις πιθανες ιστοριογραφιες στην Ελλάδα, αν εκτιμω σωστα αυτα που λεει ο συγγραφεας). Υπάρχει καμια που να εχει ζωντανη ιστοριογραφια (εκτος απο τις δυο πρωτες) ή οδευουν (οι αλλες) σε χειμαιρία νάρκη; (οποτε το κειμενο του συγγραφεα θυμιζει αλλους συγκινητικούς μονολόγους μελοθανάτων)

  8. ‘”…όμως ένα γεγονός πάντα περισσεύει, ξεχειλίζει των περιγραφών του, όπως και ο άνθρωπος των λόγων του…”

    ωραία παρατήρηση!

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here