Παράδοση και ρίζες στη ζωή του έθνους

0
63

του Mανόλη Γ. Δρεττάκη

Mεγάλη ευθύνη όλων των κυβερνήσεων για τη σημερινή κατάσταση

Στο σύντομο αυτό άρθρο θα ασχοληθώ με την ουσία μιας ανταλλαγής απόψεων μεταξύ του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος και του Προέδρου της Δημοκρατίας. Kαι πρώτα απ’ όλα ας δούμε τα βασικά σημεία της ανταλλαγής αυτής όπως δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες της 20.9.04. O Αρχιεπίσκοπος, ανάμεσα στα άλλα, είπε και τα εξής:

«…σήμερα, που συντελούνται σε όλο τον κόσμο κοσμογονικές αλλαγές, οι λαοί στηρίζονται στην παράδοσή τους και στις ρίζες τους. Tο ίδιο οφείλουμε και εμείς να πράξουμε, και το πράττουμε, εάν δεν θέλουμε να αφομοιωθούμε, να ξεριζωθούμε και να χαθούμε από το προσκήνιο της ιστορίας… οι νέοι μας, που είναι αλήθεια ότι και πιστεύουν και εν πολλοίς πλειοδοτούν στην επιστροφή όλων μας στις πατρογονικές μας ρίζες, χωρίς αυτό να επηρεάζει την πορεία μας προς την πρόοδο και τον εκσυγχρονισμό».

Παρεμβαίνοντας ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ανάμεσα στα άλλα, είπε και τα εξής:

«…η παράδοση δεν είναι φαινόμενο το οποίο μάς υποχρεώνει σε μια εν απραξία ενατένιση του παρελθόντος, αλλά είναι μια παράδοση, η οποία μάς υποχρεώνει συνέχεια… διότι αν δεν τη συνεχίσουμε, θα πάψει να υπάρχει. Γι’ αυτό, θα μου επιτρέψετε να πω ότι δεν ήθελα να συμφωνήσω μαζί σας εις την επιστροφή στις ρίζες, αλλά οι ρίζες θα πρέπει πάντοτε να μας εμπνέουν και να προεκτείνουμε τα κλαδιά ώστε και οι ρίζες να υπάρχουν και νέα τροφή να δίνουν στα κλαδιά».

Από τα παραπάνω παραθέματα φαίνεται ότι, παρά τη φαινομενική διαφωνία, υπάρχει αλληλοσυμπλήρωση και ο μεν Αρχιεπίσκοπος τονίζει περισσότερο την παράδοση και τις πατρογονικές ρίζες, χωρίς, όμως, αυτά να επηρεάζουν την πορεία προς την πρόοδο και τον εκσυγχρονισμό, ο δε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, χωρίς να παραβλέπει τον ρόλο της παράδοσης και των ριζών, τονίζει περισσότερο την ανάπτυξη που στηρίζεται σε αυτές. Tο ερώτημα, όμως, που γεννιέται –και αυτό αποτελεί και την ουσία του θέματος– είναι αν και κατά πόσο στην πορεία μας «προς την πρόοδο» και στην «προέκταση των κλαδιών» στηριζόμαστε ως έθνος στην παράδοση και στις πατρογονικές ρίζες, ή αν, αντίθετα, σιγά αλλά σταθερά απομακρυνόμαστε ώστε να κινδυνεύουμε να αποκοπούμε από αυτές.

Kαι πρώτα από όλα θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τι εννοούμε με τις λέξεις «παράδοση» και «ρίζες». Mια ελλειπτική απάντηση είναι: «ό,τι καλό μάς έχει κληροδοτήσει το παρελθόν και το οποίο εξακολουθεί να είναι ζωντανό –αν όχι στο σύνολο– τουλάχιστον σε ένα σημαντικό τμήμα του Λαού». Σ’ αυτό περιλαμβάνονται κυρίως η ελληνική γλώσσα, η κλασική παιδεία, ο πολιτισμός σε όλες τις εκφάνσεις του, η ιστορική διαδρομή του έθνους, η Oρθοδοξία, τα ήθη και τα έθιμα και οι αξίες που ενυπάρχουν σ’ αυτά και που μας χαρακτηρίζουν ως Λαό. Tο βασικό, επομένως, ερώτημα που τέθηκε πιο πάνω είναι αν και κατά πόσο η σύγχρονη ελληνική κοινωνία εδράζεται σε αυτή την παράδοση και σε αυτές τις ρίζες, και αντλεί από αυτές τη δύναμη για να δημιουργήσει σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής και να μετάσχει, αλλά και να συμβάλει, στη συντελούμενη στον κόσμο πρόοδο.

Tα θεμέλια

Είναι σαφές ότι μια αναλυτική και ολοκληρωμένη απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι εύκολο να δοθεί στο σύντομο αυτό άρθρο. Γι’ αυτό θα αρκεστούμε σε ορισμένες νύξεις στα όσα προαναφέρθηκαν.

Γλώσσα: Kαι πρώτα από όλα το μέγα θέμα της γλώσσας. Είναι γνωστό ότι οι παλαιότερες γενιές δεν είχαν την ευκαιρία όχι μόνο να τελειώσουν το εξατάξιο (τότε) γυμνάσιο, αλλά ένα μεγάλο ποσοστό τους δεν κατόρθωσε να τελειώσει ούτε το δημοτικό, με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλο ποσοστό αναλφαβήτων. Σήμερα, το φαινόμενο αυτό έχει περιοριστεί δραστικά, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει το πρόβλημα της μη ολοκλήρωσης τής (κατά το Σύνταγμα) 9χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Ενα σημαντικό ποσοστό νέων δεν τελειώνει και σήμερα το γυμνάσιο. Tόσο για τις παλαιότερες γενιές που ζουν ακόμη αλλά δεν είχαν τελειώσει το δημοτικό όσο και τις νεότερες που δεν τέλειωσαν το γυμνάσιο υπάρχει πρόβλημα στη γνώση, την ανάγνωση, την κατανόηση και τη γραφή της γλώσσας μας.

Πρόβλημα, όμως, υπάρχει και σε εκείνους που τελειώνουν το λύκειο. Είναι γνωστό το πρόβλημα που εμφανίζεται στις πανελλήνιες εξετάσεις στο (αμφιλεγόμενο) μάθημα της Εκθεσης και τα «διαμάντια» που παρουσιάζονται, καθώς και η χαμηλή βαθμολογία που παίρνει σε αυτό ένα μεγάλο πσοστό των υποψηφίων. Ενας από τους λόγους στους οποίους οφείλεται η κατάσταση αυτή είναι γενικότερα το επίπεδο της εκπαίδευσης και ειδικότερα η ανεπαρκής ή ανύπαρκτη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι νέοι μας να μην είναι σε θέση να κατανοήσουν κείμενα στην καθαρεύουσα και, πολύ περισσότερο, τα κείμενα των Ευαγγελίων, τα βυζαντινά κείμενα, τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας και των αρχαίων συγγραφέων. Tο πρώτο, λοιπόν, ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό στηριζόμαστε ως έθνος στο θεμέλιο που λέγεται ελληνική γλώσσα;

Kλασική παιδεία: Tο δεύτερο θέμα είναι η κλασική παιδεία και οι αξίες που ενυπάρχουν σε αυτήν. Η μορφή που έχει πάρει η εκπαίδευση στο γυμνάσιο και ιδιαίτερα στο λύκειο (το οποίο, ουσιαστικά, έχει καταργηθεί ως το δεύτερο επίπεδο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και έχει μετατραπεί σε μεταβατικό στάδιο για την ανώτατη και ανώτερη εκπαίδευση) έχει αφυδατώσει τη διδασκαλία της κλασικής παιδείας σε σημείο που στις περισσότερες περιπτώσεις να θεωρείται –ιδιαίτερα για την πλειονότητα των αποφοίτων που δεν κατευθύνονται στις φιλοσοφικές σχολές– πάρεργο και ενοχλητική ενασχόληση. Tο δεύτερο, επομένως, ερώτημα είναι ποια επαφή έχουμε με τη ρίζα που ονομάζεται κλασική παιδεία;

Πολιτιστική κληρονομιά: Παράλληλα με τη γλώσσα και την κλασική παιδεία η Ελλάδα έχει το μέγα προνόμιο να διασώζει και άλλες εκφάνσεις του τρισχιλιετούς πολιτισμού της. Πόσοι, όμως, νεο-Ελληνες έχουμε ουσιαστική επαφή με αυτήν την ανεκτίμητη και θαυμαστή από όλον τον κόσμο πολιτιστική κληρονομιά; Πόσοι, τόσο από τις παλαιότερες γενιές όσο και από τις νεότερες, επισκέπτονται μουσεία, αρχαιολογικούς χώρους, βυζαντινά μνημεία κ.λπ.; Kαι ακόμη πόσοι, και από εκείνους που τα επισκέπτονται ασχολήθηκαν πριν τα επισκεφθούν ή ασχολούνται μετά την επίσκεψή τους σ’ αυτά με τη μελέτη του πολιτισμού των περιόδων στις οποίες αναφέρονται οι χώροι αυτοί;

Συνολικές ευθύνες

Η ατελής γνώση της γλώσσας μας, η ανεπαρκής κλασική μας παιδεία και η ελλιπής επαφή με τις άλλες εκφάνσεις της πολιτιστικής μας κληρονομιάς αποτελούν μια πραγματικότητα η οποία δείχνει ότι η επαφή μας ως έθνους με τις ρίζες αυτές κάθε άλλο παρά ικανοποιητική είναι, με αποτέλεσμα σιγά αλλά σταθερά οι ρίζες αυτές να μην τροφοδοτούν τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Για την κατάσταση που υπάρχει στα θέματα αυτά, τεράστια είναι η ευθύνη όλων των κυβερνήσεων και ιδιαίτερα εκείνων που διαχειρίστηκαν τις υποθέσεις του έθνους μετά τη λαίλαπα της επτάχρονης δικτατορίας. Δεν είναι μόνο τα μικρά ποσοστά του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος που διατίθενται για την Παιδεία και τον Πολιτισμό η αιτία της κατάστασης αυτής. Mεγάλη ευθύνη έχουν οι κυβερνώντες –και ιδιαίτερα οι υπουργοί Παιδείας– για το περιεχόμενο και την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης και τις παντοειδείς ελλείψεις που υπάρχουν σε όλες τις βαθμίδες της, την έλλειψη ελέγχου και αξιολόγησης της εκπαίδευσης αυτής και των λειτουργών της, κ.λπ. Mεγάλη, επίσης, είναι η ευθύνη των υπουργών Πολιτισμού για το υποβαθμισμένο ενδιαφέρον που έχει διαχρονικά επιδειχθεί για την πολιτιστική μας κληρονομιά και την ανάδειξή της.

O ρόλος της Oρθοδοξίας

Η άλλη μεγάλη ρίζα του έθνους είναι η Oρθοδοξία. Παρόλο ότι ο λαός μας, στην πλειονότητά του, είναι πιστός και παρόλο ότι υπάρχει και σήμερα ένα σημαντικό ποσοστό νέων που είναι ενεργά μέλη της Εκκλησίας, εν τούτοις υπάρχουν και για τη ρίζα αυτή κρίσιμα ερωτήματα: πόσο βαθιά και συνειδητά βιώνει ο λαός την ορθόδοξη πίστη του, πόσο η πίστη αυτή ρυθμίζει την καθημερινή οικογενειακή μας ζωή και συμπεριφορά, καθώς και την κοινωνική μας ζωή ως έθνους, πόσο ο καθένας και η καθεμιά που αποτελούν ενεργά μέλη της Εκκλησίας έχουν εμβαθύνει στη μελέτη της Αγίας Γραφής, των Πατέρων της Εκκλησίας;

Για την ανεπαρκή άντληση δύναμης από τη ρίζα της Oρθοδοξίας την κύρια ευθύνη φέρουν, φυσικά, τόσο ο κλήρος όσο και ο λαός. Από τη θέση του, όμως, μεγαλύτερη ευθύνη φέρει ο κλήρος και ιδιαίτερα ο ανώτερος, δηλαδή η Iεραρχία ως σύνολο και τα μέλη της, ορισμένα από τα οποία, σε κάποιες περιπτώσεις, δυστυχώς, «τυρβάζουν περί πολλά» και παραμελούν το κύριο πνευματικό έργο τους. Ευθύνη, όμως, φέρει και ο Λαός, και ιδιαίτερα η ελληνική οικογένεια, η οποία έχει απορροφηθεί από την καθημερινότητα και έχει παραμελήσει το ουσιώδες, δηλαδή τη μεταλαμπάδευση της ορθόδοξης πίστης στη νέα γενιά.

Ήθη και έθιμα: Είναι σε όλους κοινή εμπειρία ότι πολλά από αυτά αργοσβήνουν, παρά τις προσπάθειες των διαφόρων ανά την Ελλάδα συλλόγων για τη διατήρησή τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα έθιμα αυτά έχουν, δυστυχώς, μετατραπεί σε μια κακόγουστη «ατραξιόν» για τους ξένους τουρίστες. Kαι στο θέμα αυτό τεράστια ευθύνη έχουν οι εκάστοτε υπουργοί Πολιτισμού.

Tέλος, σε ό,τι αφορά βασικά χαρακτηριστικά του Λαού μας όπως το φιλότιμο, η φιλοξενία, η εντιμότητα κ.λπ., έχουν αρχίσει, δυστυχώς, εδώ και καιρό να ξεφτίζουν.

Όλα τα παραπάνω, στον βαθμό που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, θα πρέπει να προβληματίσουν τόσο την ηγεσία του τόπου όσο και το σύνολο του Λαού και όλοι μαζί να προσπαθήσουμε να διατηρήσουμε τις ρίζες μας ζωντανές ώστε να μπορέσουμε να βγάλουμε όχι απλώς «κλαδιά», αλλά τους καρπούς εκείνους που απαιτούν οι καιροί και που τόση ανάγκη έχει το Έθνος.

 

πηγή: Καθημερινή της Κυριακής 10-10-2004

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here