Ο πρωθυπουργός θα έπρεπε να έχει τα κότσια να παίρνει δύσκολες αποφάσεις όχι μόνο στα οικονομικά, αλλά και στα εθνικά θέματα

0
130

Βασίλης Μαρκεζίνης

Λαμπρό μυαλό και ένθερμος πατριώτης, ο ακαδημαϊκός κ. Βασίλειος Μαρκεζίνης, τιμημένος με τον τίτλο του σερ, έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον των Ελλήνων τόσο με την ικανότητά του να προβάλλει νέες ιδέες όσο και με τη δυνατότητά του να τις παρουσιάζει άνευ κειμένου στις διάφορες ομιλίες του. Καίτοι ζει στο εξωτερικό, παρακολουθεί στενά και τη διεθνή και την εσωτερική σκηνή και δεν κρύβει τις ανησυχίες του για τα πολλαπλά προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Αληθινός χείμαρρος, ο κ. Μαρκεζίνης σε πείθει όταν τον συναντάς για το ανιδιοτελές ενδιαφέρον του για την πατρίδα, αλλά ταυτόχρονα είναι πάντα έτοιμος να συζητήσει και ακόμα να παραδεχτεί λάθη του, όταν τον πείσεις γι’ αυτό.


Στην αποκαλυπτική συνέντευξη που ακολουθεί, ο κ. Μαρκεζίνης διατυπώνει τολμηρές, αν όχι και ασυνήθιστες, ιδέες εφ’ όλης της ύλης, προτρέποντας τον πρωθυπουργό να δείξει και στα εθνικά θέματα τα ίδια κότσια που έδειξε και στη λήψη μερικών οικονομικών αποφάσεων. Η συνέντευξη τελειώνει με τη ρηξικέλευθη πρόταση να γίνουν εκλογές, μια και η χώρα, ουσιαστικά, έχει φθάσει στο αδιέξοδο – οικονομικό, κοινωνικό, εθνικό. Γι’ αυτόν, το ενδεχόμενο να μην κερδίσει κανείς αυτές τις εκλογές δεν θα σημαίνει καταστροφή. Αντίθετα, μια ανανεωμένη Βουλή, χωρίς ένα κόμμα να έχει πλειοψηφία, θα αναγκαζόταν να συμφωνήσει σ’ ένα πρόγραμμα κοινής αποδοχής, που μετά, τουλάχιστον τα δύο μεγαλύτερα κόμματα, θα μπορούσαν να εφαρμόσουν με τη συναίνεση της μεγίστης πλειοψηφίας της Βουλής.

 

 
– Από την αρχή του 2010 τονίζετε, με αυξανόμενες λεπτομέρειες, ότι οι διαπραγματεύσεις για συνεκμετάλλευση του Αιγαίου προχωρούν μυστικά, αλλά σταθερά, πράγμα που η ελληνική κυβέρνηση ή δεν το αναφέρει ή το αρνείται. Εμμένετε στη θέση σας;
Ασφαλώς με μεγάλη λύπη, αλλά και μεγάλη σιγουριά. Σημειώνω δε τούτο και γιατί γνωρίζω πολλά από όσα μαγειρεύονται στο παρασκήνιο, αλλά και γιατί οι Τούρκοι λένε ακριβώς τα ίδια που λέω και εγώ ( π.χ. βλ. πρόσφατη δήλωση του κ. Νταβούτογλου στη Νέα Υόρκη). Προφανώς οι δικοί μας θεωρούν τους συμπατριώτες μας ανόητους ή ότι είναι τόσο απορροφημένοι από τις οικονομικές κακουχίες ώστε δεν θα αντιδράσουν.
– Δηλαδή, ούτε και η πρόσφατη ρητή διάψευση του πρωθυπουργού ότι δεν μελετώνται παραχωρήσεις χάριν της ιδέας της συνεκμετάλλευσης δεν σας πείθει για το αντίθετο;
Στα μάτια μου, η διάψευση του πρωθυπουργού δεν είναι σαφής… Γιατί μας είπε ότι τέτοιου είδους συζητήσεις δεν μπορούν να γίνονται υπό το καθεστώς απειλών, π.χ. περί casus belli και αμφισβητήσεων των δικαιωμάτων μας στο θαλάσσιο και εναέριο χώρο. Με άλλα λόγια, παύσε τις απειλές (ή δώσε την εντύπωση ότι έπαυσαν) και μετά θα αρχίσει η συνεκμετάλλευση στα … νερά μας!
Αν δεχθούμε αυτά που λέτε ως ορθά, πώς προχωρούμε περαιτέρω, μια και αυτές οι διαφορές πρέπει κάποτε να λυθούν;
Πρώτον, τέτοιες «συζητήσεις» δεν γίνονται εν κρυπτώ, έστω και αν η παρούσα κυβέρνηση έχει σχετική πλειοψηφία στη Βουλή. Κατά τη γνώμη μου, τα υπό διαπραγμάτευση θέματα πρέπει, τουλάχιστον στις βασικές τους γραμμές, να συζητηθούν δημόσια και να συμφωνηθούν στη συνάντηση αρχηγών οι κατευθυντήριες γραμμές, και μόνο μετά μπορεί να αρχίσουν συζητήσεις. Το λέω αυτό γιατί η κυβέρνηση, αλλά και οι γείτονες εξ Ανατολών καλόν είναι να καταλάβουν ότι κυριαρχικά δικαιώματα δεν απεμπολούνται και μάλιστα από ένα κόμμα που σήμερα αντιπροσωπεύει μόλις 20% περίπου των ψηφοφόρων.
Δεύτερον, κυριαρχικά δικαιώματα -μας διδάσκει η Ιστορία- παραδίδονται μόνο κατόπιν ενός χαμένου πολέμου και όχι προκαταβολικά, έτσι μόνο και μόνο για να δείξουμε πόσο συναινετικοί είμαστε. Η «παραδοτική» συμπεριφορά είναι, κοντολογίς, πρωτοφανής.
Τρίτον, προσωπικά πάω ένα βήμα πιο πέρα και υποστηρίζω ότι αν το ελληνικό Κοινοβούλιο θέλει να προχωρήσει σε μια γενική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών θεμάτων (πέραν του μόνου, καθ’ ημάς, θέματος, δηλαδή της υφαλοκρηπίδας), θα έπρεπε τότε να βάλουμε στο τραπέζι όλες τις διάφορες που προκύπτουν από τουρκικές παρανομίες ή παραβιάσεις των αρχών της καλής γειτονίας. Αναφέρομαι έτσι στο μεταναστευτικό, στις συνεχείς επεμβάσεις στις θρησκευτικές μειονότητες της Βορείου Ελλάδος, στη μη αποζημίωση ελληνικών περιουσιών στην Πόλη μετά τα γεγονότα του 1955, στις συνεχείς προκλήσεις στον εναέριο και υδάτινο χώρο μας κ.ο.κ. Επιμένω σε όλα αυτά, μια και επί του παρόντος συζητούμε για δικές τους «φτιαγμένες» απαιτήσεις στην επικράτειά μας και όχι για χρόνια παράπονα δικά μας, που απορρέουν από τη δική τους συνεχή προκλητικότητα.
– Μήπως τέτοια διαπραγμάτευση απαιτεί «πολιτικά κότσια» που, από χαρακτήρα ή λόγω των περιστάσεων, δεν έχει κανείς;
Είναι περιττό να υπενθυμίσει κανείς στον πρωθυπουργό ότι δεν είναι μόνο αρχηγός του κόμματός του, αλλά και ο υπ’ αριθμόν ένα υπηρέτης όλης της χώρας. Η σκέψη του από τα δικά της συμφέροντα πρέπει, λοιπόν, πάντα να εκκινεί. Αυτή η υποχρέωση μπορεί ενίοτε να οδηγήσει σε σύγκρουση «συμφερόντων» μεταξύ των καλόπιστων μεν, αλλά προσωπικών ή κομματικών του πιστεύω, και του αντικειμενικώς διαπιστωμένου συμφέροντος της πατρίδας. Τέτοιες συγκρούσεις ιδεών λύνονται μόνο όταν ο πρωθυπουργός είναι ηγέτης, δηλαδή έχει «κότσια» να παίρνει δύσκολες αποφάσεις, ιδίως αν έχει, όντως, το λαό μαζί του. Κοντολογίς, συμφωνώ με τον κ. Σαμαρά όταν, στην πρόσφατη συνάντησή του με τον πρωθυπουργό, είπε ότι «για εμάς η έννοια της σωτηρίας της πατρίδας δεν έχει μόνον οικονομική διάσταση». Αυτό σημαίνει ότι τα δύο -οικονομικό και εθνικό- περπατάνε μαζί και όχι ότι το ένα επιτρέπει να ξεχνιέται το άλλο!
– Και γιατί δεν κάνουμε κάτι τέτοιο;
Επί τετραετία τώρα διαφωνώ με όλους εκείνους – διπλωμάτες, επιδοτούμενους ακαδημαϊκούς οργανισμούς ή δημοσιογράφους- που διστάζουν να αναφέρουν καν τη λέξη «πατριωτισμός» και με χίλιους δύο τρόπους προσπαθούν -υπό αμερικανική επιρροή- να μας πείσουν ότι οι Τούρκοι άλλαξαν και ότι είναι συμφέρον μας να μοιράσουμε μαζί τους την περιουσία μας! Λάθος μέγιστον. Φοβούμαι ότι ενδεχομένως αυτά που πιστεύω εγώ δεν είναι στο μυαλό των διαπραγματευτών. Αν έχω δίκιο, τότε το μέγιστο κομμάτι της φαιάς των ουσίας ασχολείται μόνο με το πώς να βρουν τρόπο να «ωραιοποιήσουν» τα ουσιαστικώς συμφωνηθέντα. Παρουσιάζοντας τη λύση ως, κατά βάσιν, επιχειρηματική απόφαση γεωτρήσεων και σμικραίνοντας τις πολιτικές της εντυπώσεις, μπορεί να είναι ένας τρόπος να «καμουφλάρουν» αυτό που πολλοί θα ελάμβαναν ως απεμπόληση εθνικών δικαιωμάτων…
– Πόσο μπορεί να συνεχισθεί αυτή η σκανδαλώδης κατάσταση;
Το νήμα που συνδέει όλα τα ανωτέρω «συμφέροντα» και τους δίδει τη δυνατότητα να επηρεάζουν την εξωτερική μας πολιτική, αργά ή γρήγορα θα σπάσει. Ο κυρίαρχος λαός δεν θα συγχωρέσει εύκολα όσους, πειθόμενοι στις επιθυμίες άλλων, ζημιώσουν τα συμφέροντά του. Πλησιάζουμε, με άλλα λόγια, το σημείο όπου, ίσως, δεν μιλάμε πλέον για πολιτικές ευθύνες αυτών που αποφασίζουν, αλλά ακόμη και για ποινικές. Γιατί ο λαός που αδικείται κάποτε εξεγείρεται, όταν, δε, γίνει αυτό, τότε, όμως, δύσκολα συγκρατείται…
– Στο οικονομικό πεδίο παραμένετε, λοιπόν, εξίσου απαισιόδοξος;
Ναι, για πολλούς λόγους. Πρώτον, γιατί και πάλι καταδικάζω τη μαζική παραπληροφόρηση που κυριάρχησε όλο το καλοκαίρι, δίνοντας την εντύπωση στους πολίτες ότι όλα πάνε καλά και ότι τελείωσαν τα αυστηρά μέτρα, πράγμα που δεν αληθεύει, και γι’ αυτό το κατήγγειλα σε ομιλίες και συνεντεύξεις. Τώρα, αν και αρχίζουμε να βλέπουμε την έκταση της μαυρίλας του 2011, ακόμη δεν βλέπουμε χειροπιαστά σημάδια ανάπτυξης στην πράξη, αλλά μόνο ασυντόνιστα σχέδια.
Δεύτερον, συνεχίζω να ανησυχώ σχετικά με τη δυνατότητα νομικών καθυστερήσεων σε αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, με πρόσχημα – εύλογο ή και όχι, οι γνώμες διίστανται- τις περιβαλλοντικές ανησυχίες.
Τέλος, βλέπω να μεγαλώνει η δυσπιστία, αν όχι και η εκδικητικότητα, προς τον επιχειρηματικό κόσμο, διχάζοντας έτσι ακόμα περισσότερο την ταλαιπωρημένη κοινωνία μας. Αυτό συχνά συμβαίνει όταν υποφέρουν υπερβολικά (και κατά τη γνώμη μου αδικαιολόγητα) οι «μικροί» και ευδαιμονούν οι «μεγάλοι». Από την άλλη μεριά, τέτοια αισθήματα δεν ενθαρρύνουν επενδύσεις και αυτό χρειαζόμεθα τώρα όσο ποτέ!
Επειδή, λοιπόν, φοβούμαι ότι η υπομονή του κόσμου θα ξεχειλίσει κάποια στιγμή, αρχίζω να πιστεύω ότι χρειαζόμαστε εκλογές για να ξεκαθαρίσει το δημοκρατικό τοπίο και να φύγει όσο το δυνατόν πιο μεγάλο ποσοστό του πεθαμένου πολιτικού κόσμου.
Αν όχι ο μόνος, πρέπει να είστε από τους λίγους που κάνουν μια τέτοια πρόταση. Γιατί;
Γιατί βλέπω το απροχώρητο και στα οικονομικά και στα εξωτερικά, αλλά και μια «κουρασμένη» και όχι τόσο ομονοούσα (εντός και εκτός του ΠΑΣΟΚ) Βουλή. Επίσης, δεν πείθομαι από τη «φτιαχτή» αισιοδοξία που παράγει ο μηχανισμός κυβερνητικής επικοινωνιακής πολιτικής και που μέχρι τώρα κατόρθωνε να δίδει τριμηνιαίες παρατάσεις βίου! Ούτε, όμως, βλέπω ελπίδα πραγματικής λύσεως στις συζητήσεις για κυβερνήσεις συνεργασίας – ως αν η συμπαράσταση από νεο-συσταθέντα κομματίδια θα μπορούσε ποτέ να νομιμοποιήσει τα δρακόντεια μέτρα που επιβάλλονται από τους ξένους επί ημερησίας βάσεως.
Ετσι, λοιπόν, αρχίζω να πιστεύω ότι θα ήταν ίσως καλύτερο να οδηγηθούμε σύντομα σε εκλογές. Βεβαίως, μια πιθανή έκβασις είναι ότι κανένα κόμμα δεν θα έχει αυτοδυναμία. Αυτή όμως η εκ πρώτης όψεως αδυναμία θα μπορούσε να δημιουργήσει τις δικές της κατανοητές πιέσεις για μια πραγματική κυβέρνηση συνεργασίας μέσα από ένα κοινό, μίνιμουμ (α λα Αγγλία) πρόγραμμα, στο πλαίσιο ενός ανανεωμένου Κοινοβουλίου.
Το πλεονέκτημα αυτό δεν υφίσταται επί του παρόντος, μια και η αλαζονεία της παρούσης κυβερνήσεως δεν της επιτρέπει, παρά το μέγεθος της κρίσεως, να αντιμετωπίσει καν ένα τέτοιο σενάριο, διατυπώνοντας, αντ’ αυτού, στον κ. Σαμαρά την (κατά τη γνώμη μου) ασαφή και ανεπίδεκτον αποδοχής αίτηση να συμμετάσχει στην «ανάληψη ευθύνης και συμμετοχής στην προσπάθεια» του… ΠΑΣΟΚ!
ΤΙΤΛΟΣ: Μία «σπίθα» μπορεί να πυροδοτήσει ανεξέλεγκτες εξελίξεις
– Ακόμη και αν δεχθούμε ότι η ιδέα σας δίδει λύση στο σημερινό αδιέξοδο, θα διακινδύνευε ποτέ εκλογές ο πρωθυπουργός γνωρίζοντας ότι μπορεί, ως λέτε, να τις χάσει;
Σωστή απορία! Βεβαίως, τη σκέψη μου θα την ενστερνιζόταν πιο εύκολα ο πρωθυπουργός αν γύρω στον Μάρτιο τα νέα μέτρα που λαμβάνει τώρα άρχιζαν να αποδίδουν. Αν όμως αυτό δεν γίνει, γιατί, σωστά λέτε, να διακινδυνεύσει να χάσει την εξουσία;
Τα πράγματα όμως στην πολιτική ποτέ δεν είναι τόσο απλά και θα μπορούσαν, ενδεχομένως, άλλοι λόγοι να τον ωθήσουν σε μια τέτοια απόφαση. Π.χ., υπάρχει και ο πειρασμός να κάνει εκλογές με «λίστα» και έτσι να εδραιώσει περισσότερο τη θέση του μέσα στο κόμμα του.
Δεύτερον, μπορεί να ελπίζει ότι η ανάκαμψη του κ. Σαμαρά δεν θα συνεχίσει και ότι θα μπορούσε ο ίδιος περαιτέρω να την αναχαιτίσει, βοηθώντας το παραπαίον κομματίδιο της κυρίας Μπακογιάννη να του αφαιρέσει κανένα 3%.
Υπάρχει, όμως, τέλος, και ο αστάθμητος παράγων. Μία σπίθα, π.χ., θα μπορούσε αναπάντεχα να ανάψει στο γύρο των απεργιακών αντιδράσεων που σίγουρα έχουμε μπροστά μας, καθώς τα μέτρα που λαμβάνονται τώρα θα αρχίσουν να πλήττουν νέες μερίδες πολιτών. Και αυτή η σπίθα, αλλά και τα τυχόν επακόλουθά της – τραυματισμοί, θάνατοι, λεηλασίες, προβοκάτσια- αποτελούν το είδος των γεγονότων που μπορεί να αποδεσμεύσουν αλυσιδωτές αντιδράσεις, που κανείς πολιτικός δεν μπορεί να εκτιμήσει αυτή τη στιγμή εν ψυχρώ.
Εκλογές σε όλες αυτές τις περιπτώσεις μπορεί, λοιπόν, να έδιδαν όχι μόνο λύσεις που το συννεφιασμένο σκηνικό μάς εμποδίζει προς το παρόν να δούμε μπροστά, αλλά και μια νέα δημοκρατική νομιμοποίηση για ό,τι πιο δύσκολο πρέπει ακόμη να γίνει.
———————————————————————————————–
ΤΙΤΛΟΣ: «Οταν έλθει η έκρηξη, θα είναι μεγάλη»
– Ο «κυρίαρχος λαός», ωστόσο, παρά τα όσα βιώνει, πιστεύετε ότι έχει αναπτύξει τόσο πολύ δυναμικές αντιδράσεις όσο θα έπρεπε να έχει κάνει για να αντισταθεί σε τέτοιες πιέσεις ή τάσεις;
Ο λαός μας είναι ασφαλώς κουρασμένος από τα οικονομικά δεινά που υφίσταται, αλλά είναι και φοβισμένος από την επικοινωνιακή πολιτική της κυβέρνησης, του Τύπου, και των συνδικάτων που έχουν μαζί καταφέρει να τον κρατήσουν μέχρι στιγμής υπομονετικό, δαμασμένο, αν όχι ακόμη και υποτακτικό. Η χειροτέρευση όμως της οικονομικής κατάστασης -που προσωπικά τόνισα και όταν ακόμη όλοι μάς λέγανε ότι πάμε καλά και «τέρμα τα νέα μέτρα»-, συνδυαζόμενη με τυχόν εθνική παραχώρηση, φέρνει κοντύτερα τη στιγμή που το καζάνι θα ξεχειλίσει. Αν θέλετε, λοιπόν, εμένα με ανησυχεί (και όχι ενθαρρύνει) η παρούσα «βουβαμάρα» και με κάνει να πιστεύω ότι όταν έλθει η «έκρηξη» θα είναι μεγάλη.
Το λέω, το ξαναλέω, και θα γίνει. Και τότε όλοι θα βγούμε ζημιωμένοι γιατί δεν τολμάμε, όσο υπάρχει ακόμη καιρός, να κάνουμε βαθιές αλλαγές στον κουρασμένο και ηθικά φθαρμένο πολιτικο-δημοσιογραφικό μας κόσμο.


Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

πηγή: http://www.e-typos.com/content.aspx?cid=16691&catid=7

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here