Ο μονόλογος του αναπλαστή (Αντρέι Ταρκόφσκυ)

0
190

«Πριν παντρευτώ, πριν αγοράσουμε το σπίτι, πήγαινα ταχτικά να δω τη μητέρα μου που έμενε στην εξοχή. Τότε ζούσε ακόμα. Είχε ένα μικρό σπιτάκι με μικρό κήπο που είχε χορταριάσει κι είχε φουντώσει. Χρόνια ολόκληρα κανείς δεν τον περιποιόταν. Νομίζω μάλιστα ότι κανείς δεν είχε μπει εκεί μέσα για πολύ καιρό. Η μητέρα μου ήταν ήδη πολύ άρρωστη και δεν έβγαινε πια από το δωμάτιό της. Ωστόσο, αυτός ο άγριος κι αφρόντιστος κήπος ήταν όμορφος, με το δικό του τρόπο!

»Τώρα καταλαβαίνω τί έχει αξία! Οταν είχε καλό καιρό η μητέρα μου συνήθιζε να κάθεται στο παράθυρο και να κοιτάζει τον κήπο. Είχε βάλει επίτηδες μια πολυθρόνα μπροστά στο παράθυρο. Μια μέρα λοιπόν μού κατέβηκε να τον φτιάξω τον κήπο, να τον καθαρίσω. Να κουρέψω το γρασίδι, να βγάλω τ΄αγριόχορτα, να κλαδέψω τα δέντρα, με λίγα λόγια, να τα τακτοποιήσω όλα σύμφωνα με το δικό μου γούστο, να δουλέψω με τα ίδια μου τα χέρια, για να δώσω χαρά στη μητέρα… Εκοψα, κλάδεψα, έσκαψα, κούρεψα, πριόνισα και σκάλισα επί δύο εβδομάδες ασταμάτητα… Στην κυριολεξία χωρίς να σηκώσω κεφάλι. Προσπαθούσα να τελειώσω όσο μπορούσα πιο γρήγορα, γιατί η κατάσταση τής μητέρας μου χειροτέρευε. Ολο αυτόν τον καιρό βρισκόταν στο κρεβάτι. Παρακαλούσα να καλυτερέψει και να σηκωθεί στην πολυθρόνα για να δει τον καινούργιο της κήπο. Οταν τέλειωσα, όταν τα έφτιαξα όλα, έκανα ένα μπάνιο, φόρεσα καθαρά ρούχα, καινούργιο σακάκι, φόρεσα ακόμα και γράβάτα, και κάθησα στην πολυθρόνα της για να δω κατά κάποιον τρόπο με τα δικά της μάτια αυτό που είχα κάνει, το έργο των χεριών μου. Κοίταξα λοιπόν έξω απ΄το παράθυρο. Ημουν προετοιμασμένος να νιώσω ευχάριστα. Κοιτάζω λοιπόν έξω απ’ το παράθυρο και – τί να δω! Δεν είμαι σε θέση να περιγράψω αυτό που αντίκρυσαν τα μάτια μου. Πού είχε πάει όλη η ομορφιά; Πού είχε χαθεί όλη η φυσικότητα;… Ηταν αηδιαστικό θέαμα… Ολα αυτά τα ίχνη τής βίας…

»Θυμάμαι, όταν η αδελφή μου νέα, πήγε στο κομμωτήριο κι έκοψε τα μαλλιά της. Ξέρετε, ήταν η μόδα τότε. Είχε πανέμορφα μαλλιά, χρυσά, μακριά σαν τη λαίδη Γκοντίβα… Οταν γύρισε στο σπίτι κατευχαριστημένη, ο πατέρας μου τήν είδε κι έβαλε τα κλάματα… Με τον κήπο ένιωσα κάτι παρόμοιο…»

Αφήγηση του πρωταγωνιστή, από το σενάριο της ταινίας «Θυσία»,σε μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου — εκδόσεις Νεφέλη

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here