Ο Εφιάλτης

0
229

Ο Ισοκράτης επιλέγει

Ο Εφιάλτης

Μετά τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974, η μισή σχεδόν, Βόρεια Κύπρος, αποκόπηκε από την υπόλοιπη, τη νότια κι έγινε απρόσιτη για τους κατοίκους της. Κατά μήκος της πληγής, από τα βορειοδυτικά παράλια της κωμόπολης της Μόρφου μέχρι τα ανατολικά της πόλης της Αμμοχώστου, υψώθηκε ένας μακρύς, ουρανομήκης και απροσπέλαστος, σαν από μπετόν λευκός τοίχος, με πάνω του ζωγραφισμένη τη μορφή της βόρειας οροσειράς του Πενταδαχτύλου, η οποία όμως, ανάλογα με την εποχή, την ώρα, τις νεφώσεις ή την καθαρότητα της ατμόσφαιρας, δεν έχασε ποτέ τη συνήθεια της να μεταμορφώνεται στις γνωστές της, αλλά και συχνά να προσλαμβάνει νέες, χωρίς προηγούμενο, όψεις. Σ’ αυτόν, τον καμωμένο από ζωντανά υλικά νεκρό τοίχο, μπορούσες να πλησιάσεις ή ν’ απομακρυνθείς με τον τρόπο πού κοιτάζει κανείς ένα αντικείμενο σε απόσταση, μια μέσα από κιάλια και μια με γυμνό μάτι. Δεν μπορούσες ποτέ να τον αγγίξεις ή να περάσεις από την άλλη.
Σε κάποια στιγμή, μετά από τριάντα σχεδόν χρόνια, άνοιξαν μια-δυο τρύπες, χαμηλά στον τοίχο, μόλις πού χωρούσαν ένα άτομο να περάσει. Ήταν ένα παράξενο αίσθημα δεύτερης γέννησης, ξεγλυστρίματος ή επιστροφής στον τόπο ή τον χρόνο – δεν ήταν ακόμα ξεκάθαρο – που το ονειρευόσουν για τριάντα χρόνια και τώρα πού είχε επιτέλους φτάσει ή ώρα του, διαρκούσε μόνο όσο περίμενες τη σειρά σου. Μόλις περνούσες από την άλλη, για ένα τουλάχιστο δευτερόλεπτο δεν έβλεπες απολύτως τίποτε. Αμέσως μετά σου σφήνωναν ένα σκάφανδρο γύρω από το κεφάλι, στο όποιο φυσούσαν αέρα ν’ αναπνέεις πού ερχόταν από τον νότο μέσα από λάστιχο. Έπεφτες σε βυθό. Πίσω από τον τοίχο, όλη η χαμένη Κύπρος κινούνταν αργά. παραμορφωμένη, σαν μέσα από πολύ νερό, κι εσύ κατέβαινες αργά, δύτης σε απόλυτη βουβαμάρα, μέχρι πού τα φορτωμένα
σιδερένια βαρίδια πόδια σου ακουμπούσαν μ’ έναν υπόκωφο ήχο στο πλακόστρωτο, ακριβώς μπροστά στην είσοδο του σπιτιού πού γεννήθηκες, του σπιτιού πού μεγάλωσες, πού εγκατέλειψες απρόσμενα και απροειδοποίητα πίσω σου, γεμάτο έπιπλα, φωτογραφίες στους τοίχους, φωνές, γεγονότα σπουδαία, μικρά και μεγάλα, κομμάτια και μέλη αυτού πού έγινες, αυτού πού είσαι.
Είτε σου έκλειναν την πόρτα κατάμουτρα, πήγαινες πίσω-πατώντας βαρύς απέναντι και κοίταζες, κοίταζες, έδινες μια κι ανέβαινες λίγο ψηλότερα, πήγαινες γύρω, πίσω, πλάγια και κοίταζες, που είναι η λεμονιά, τα παράθυρα δεν τα έβαψε κανείς από τότε, μπορεί να έβγαζες μια κραυγή, κάτι σαν «είναι το σπίτι μου», που μόνο εσύ την άκουες μέσα στο σκάφανδρο, είτε άνοιγε ένα φιλικό, παρείσακτο πρόσωπο, έγνεφε «περάστε» καί σου ‘βαζε στα χέρια ένα άλμπουμ με φωτογραφίες του γάμου σου, των παιδιών, των πεθαμένων γονιών σου, των παππούδων σου, το μόνο που βρέθηκε, έλεγαν. Ο βυθός έκαμνε μια κίνηση, σαν να εξατμιστεί μέσα σε δέκατα του δευτερολέπτου, τα χέρια σου ήταν στο τέλος μιας ειλημμένης απόφασης να τραβούν για το σκάφανδρο, μ’ ένα «τσακ» να το βγάλεις από πάνω σου, να το κρεμάσεις στον τοίχο, σαν παλιό εφιάλτη πού γινόταν τώρα στολίδι ανώδυνο, σύντροφος μιας νέας χαράς σοφότερης – όμως είχες στα χέρια ακόμα το άλμπουμ, έβλεπες ακόμα μέσ’ από σκάφανδρο, κι άκουες «να έρχεστε οπότε θέλετε». Από την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, πέντε σπίτια πιο κει, βγαίναν κατσίκες και τράγοι, καμπαναριό και τρούλος ακέφαλος, χωρίς τον σταυρό, οι καμάρες έχασκαν χωρίς τις καμπάνες. Το κοιμητήριο ένα ερείπιο, σταυροί σπασμένοι, ριγμένοι κάτω, μνήματα ανοιχτά. Δίπλα ο αρχαίος τοίχος πού ενώνει το εκκλησάκι του Αρχαγγέλου με το τζαμί. Ένας χότζας να ξύνει με σουγιά ίχνη Αγίων στους τοίχους. Το παλιό κοιμητήρι περασμένο με άροτρο, χαλίκια, σβώλοι χώμα, κομμάτια πήλινα αγγείων και οστά ανθρώπινα, ανάκατα.
Δίνεις μια και πετάς από πάνω σου σκάφανδρο, βαρίδια και λάστιχα. Ανεβαίνεις όσο πιο γρήγορα μπορείς. Να η πίσω μεριά του τοίχου. Να η τρυπίτσα. Ξεμπουκάρεις πίσω στο φως κι αναπνέεις ελεύθερα. Ακούεις επιτέλους τη φωνή και το κλάμα σου.

Το Εφαλτήριο ποιήματα
Άντης Ροδίτης
εκδ.Αιγαίον Λευκωσία 2007

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here