Ο αυτόματος πιλότος και ο αθέατος πιλότος

3
210

Η Σύναξη θέτει τέσσερα ζητήματα για τις εκκλησιαστικές πτήσεις

Α.

Στις 17 Μαρτίου 2009 η συντακτική επιτροπή της Σύναξης είχε αποστείλει στον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών την ακόλουθη επιστολή, η οποία και δημοσιεύτηκε στο τεύχος 110 (2009), σ. 100:

“Με ιδιαίτερη αγωνία – την αυτονόητη αγωνία μελών της Εκκλησίας – παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα στον εκκλησιαστικό χώρο. Την 1η Μαρτίου 2005 […], εν μέσω μεγάλης ταραχής και οδύνης εξαιτίας των εκκλησιαστικών σκανδάλων, είχαμε δημοσιοποιήσει, ως συντακτική επιτροπή του περιοδικού Σύναξη, τις θέσεις και τις προσδοκίες μας [κείμενο “Οκτώ σημεία για την εκκλησιαστική κρίση με θλίψη και οργή”, Σύναξη 93 (2005), σσ. 3-6]. Έκτοτε, σε διάφορες ευκαιρίες, ανανεώσαμε κατ’ επανάληψη την εμμονή μας στις επισημάνσεις εκείνες. Υπό το ηθικό φορτίο των θέσεών μας, υπό το φορτίο της αγωνίας μας και υπό το βάρος της αίσθησης ότι τα σκάνδαλα του 2005 ούτε έχουν παρέλθει ούτε έχουν διαλευκανθεί, σάς υποβάλλουμε προσωπικώς και δημοσίως την θερμή παράκληση να ενεργήσετε, όσον αφορά την υπόθεση του  Μητροπολίτη πρ. Αττικής, ώστε να μην αποφευχθεί η εκδίκαση της υποθέσεως και να μη δεσπόσει στον εκκλησιαστικό χώρο για άλλη μια φορά η αδιαφάνεια, η οποία εμπράκτως ακυρώνει κάθε ουσιώδη εκκλησιαστικό λόγο”.

Ότι ουδεμία απάντηση λάβαμε, είναι το έλασσον. Το μείζον είναι ότι όσες φωνές (ιεραρχών, πρεσβυτέρων, λαϊκών) είχαν τότε υποστηρίξει ότι η Ιεραρχία όφειλε να κρίνει την υπόθεση, δεν εισακούσθηκαν. Εφαρμόστηκε ο αυτόματος πιλότος, δηλαδή την υπόθεση την έκρινε η πολιτεία (πενταμελές εφετείο που καταδίκασε τον πρ. Αττικής σε κάθειρξη), το δε Συνοδικό Δικαστήριο στη συνέχεια προέβη στην καθαίρεση του Μητροπολίτη, όπως επιτάσσει ο νόμος, δηλαδή λόγω της απόφασης του πολιτικού δικαστηρίου και μόνο, δίχως το ίδιο να ασχοληθεί με την ουσία της υπόθεσης.

Πέρασαν τριάμισυ χρόνια φαινομενικής νηνεμίας. “Φαινομενικής”, διότι δικαιούται κανείς να διερωτηθεί μήπως δεν υπάρχει αυτόματος πιλότος, αλλά αθέατος πιλότος! Μήπως, δηλαδή, οι μεθοδικά νεμόμενοι την εξουσία του γραφειοκρατικού εκκλησιαστικού οργανισμού απλώς περίμεναν υπομονετικά, ώστε, σε στιγμή που θα έκριναν ως κατάλληλη, να κάνουν αυτό στο οποίο αριστεύουν: να τακτοποιούν ανθρώπους, θέσεις, θρόνους… Οι ειδήσεις λένε ότι την Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012 η Διαρκής Ιερά Σύνοδος αποφάσισε ομοφώνως, ύστερα και από θετική εισήγηση της Επιτροπής Νομοκανονικών, να παραπέμψει στην προσεχή Σύνοδο της Ιεραρχίας (τον ερχόμενο Φεβρουάριο;) την κατ’ οικονομίαν αποκατάσταση στην αρχιεροσύνη του πρώην Μητροπολίτη Αττικής Παντελεήμονα. Οι πιο καχύποπτοι περί τον αθέατο πιλότο θα μπορούσαν να διερωτηθούν αν είναι τυχαίο ότι το θέμα ανέκυψε αφού πρώτα έκλεισε το θέμα της Μητροπόλεως Πρεβέζης (με την κοίμηση του μακαριστού ποιμένα της Μελετίου και τη συντριβή της υποψηφιότητας του συνεργάτη του π. Θεοδοσίου Μαρτζούχου). Ο Μελέτιος -υπενθυμίζουμε- είχε σθεναρά υποστηρίξει την ανάγκη διαλεύκανσης της υπόθεσης Αττικής, ο δε Παντελεήμων είχε ζητήσει εξαίρεσή του από το Συνοδικό Δικαστήριο, λόγω εχθρικής στάσης απέναντί του[1].

Μακάρι η Σύνοδος της Ιεραρχίας να μην επαληθεύσει τις υποψίες αυτές! Τυχόν απόπειρα αποκατάστασης του πρώην Μητροπολίτη έχει τεράστιο συμβολικό βάρος και θα εξανεμίσει τα ύστατα υπολείμματα κύρους που έχουν απομείνει στην Ιεραρχία. Γι’ αυτό και υπάρχουν χριστιανοί οι οποίοι, κηδόμενοι της Μητέρας τους Εκκλησίας, δεν θα επιτρέψουν, από νομικής και θεολογικής πλευράς, αυτή την καταρράκωση.

Β.

Υποβάλλουμε αίτημα προς τους επισκόπους μας, να λάβουν υπ’ όψη τη δυσαρμονία τέτοιας λογής αποφάσεων, τόσο με το αίσθημα του σώματος των πιστών, όσο και με την ίδια την εκκλησιολογία, η οποία στρεβλώνεται προκειμένου ένας γραφειοκρατικός οργανισμός να κάνει αυτό που κατ’ εξοχήν κάνουν οι γραφειοκρατικοί οργανισμοί: να αναπαράγει τον εαυτό του! Στην παρούσα φάση η Ιεραρχία μας (πλην όσων διαφοροποιούνται εμπράκτως, κι όχι μόνο με καλλιεπή κείμενα) είναι, συν τοις άλλοις, μηχανισμός παραγωγής ανυπόστατων επισκόπων, ήτοι βοηθών επισκόπων, όλως αντικανονικώς και παραλόγως. Αν δεν κάνουμε λάθος (και θα είμαστε ευτυχείς αν μας καταδειχθεί ότι κάνουμε), ο Καταστατικός  Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος προέβλεπε (άρθρ. 27 του Ν. 570/1977) την κατάργηση των θέσεων βοηθών επισκόπων, ώστε να εξαλειφθεί ο αντιεκκλησιαστικός θεσμός. Ω, του θαύματος, όμως, το 1991 δημιουργήθηκαν, με νομοθετική ρύθμιση (άρθ. 13 του Ν. 1951/1991), δέκα νέες θέσεις βοηθών επισκόπων (τέσσερις για την Αρχιεπισκοπή και έξι για Μητροπόλεις), οι οποίες και… αξιοποιούνται έκτοτε. Μόνο η λογική της νομής της εξουσίας (και, βέβαια, παρά την προσχηματική επανάληψη της φράσης που έρχεται από τη δεκαετία του ’60, ότι η Εκκλησία είναι διακονία κι όχι εξουσία κλπ κλπ) μπορεί να εξηγήσει, γιατί όταν ένας επίσκοπος δυσκολεύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του δεν συνεπικουρείται από τους φυσικούς συνεργάτες και αδελφούς του, τους πρεσβυτέρους, ή , εν τέλει, δεν  αντικαθίσταται. Αναμένουμε, λοιπόν…

Γ.

Ενδεικτική και χαρακτηριστική της κυρίαρχης κατάστασης, η εκλογή επισκόπου Νικοπόλεως και Πρεβέζης. Τι σημαίνει, όταν 56 από τους 74 εκλέκτορες επισκόπους αγνοούν τη φωνή μιας τοπικής εκκλησίας (κληρικών, λαϊκών, αιρετών εκπροσώπων κλπ), που ζητούσε συγκεκριμένο πρόσωπο για επίσκοπό της; Έως πότε ακόμα η Ιεραρχία θα κωφεύει, σαν να είναι οι τοπικές εκκλησίες απρόσωποι διοικητικοί οργανισμοί, στων οποίων την κεφαλή τοποθετεί η “κεντρική διοίκηση” τον εκάστοτε εκλεκτό της, δίχως ευαισθησία και συστολή; Επιχειρήστε μια αναδρομή στις προτάσεις που είχαν υποβληθεί από διαφόρους (ιεράρχες, λαϊκούς κλπ) για αλλαγή του τρόπου εκλογής των ποιμένων! Πόσες έτυχαν σοβαρής σπουδής; Πολλές είχαν διατυπωθεί κατά την εποχή των μεγάλων σκανδάλων (περί το 2005), και η αδράνεια που ακολούθησε μάς φέρνει πλέον μπροστά στο ερώτημα, μήπως πολλοί μίλησαν τότε για να αρθρώσουν ευκαιριακά μια φωνή αντιπολίτευσης, κι όχι μια ουσιαστική πεποίθησή τους. Πλην της αδιάκοπης αρθρογραφίας της, η Σύναξη είχε πραγματοποιήσει ανοιχτή εκδήλωση για το θέμα και είχε αντίστοιχα εκδώσει τεύχος (αρ. 97 / 2006) με μελετήματα -όχι συνθηματολογία- επί του συγκεκριμένου, τα οποία και ανέδειξαν ιστορικά και θεολογικά τον ρόλο των πρεσβυτέρων και των λαϊκών. Πόσοι νιώθουν, άραγε, ότι σπουδαία ζητήματα εκκρεμούν; Αλλά στο προκείμενο υπάρχει κι άλλη μία παράμετρος. Είναι η λαφυραγώγηση του ανανεωτικού θεολογικού λόγου. Ο λόγος αυτός, ο οποίος ορίζεται ως ο διαφορετικός από τον φονταμενταλιστικό, χρησιμοποιείται ανηλεώς, προσχηματικά και υποκριτικά από πλήθος αμοραλιστών του εκκλησιαστικού οργανισμού, οι οποίοι δεν έχουν μεν τις εμμονές των φονταμενταλιστών, δεν έχουν όμως ούτε και τις δεσμεύσεις της πίστης, ούτε καν την εντιμότητα που διακρίνει πολλούς συντηρητικούς! Η καμαρίλα, ο πνευματικός τραμπουκισμός, η δεσποτοκρατία που παπαγαλίζει τη θεολογία της επισκοποκεντρικότητας, φορούν στο κεφάλι τους με τα ίδια τους τα χέρια το φωτοστέφανο του μη φονταμενταλιστή, και νομίζουν ότι μ’ αυτό καθαρίζουν! Η αντιδιαστολή μας, λοιπόν, και μ’ αυτόν τον πόλο, είναι πλέον πρώτιστο θεολογικό καθήκον, καθήκον να μην κλίνουμε γόνυ σε οιαδήποτε ταμπέλα, “προοδευτικού” ή “συντηρητικού” ή “εκσυγχρονιστή”, “παιδιού των οργανώσεων” ή “τέκνου της δεκαετίας του ’60″, αλλά μόνο στη σύζευξη θεολογίας και πράξης.

Δ.

Η Σύναξη εκδίδεται ανά τρίμηνο. Δεν ξέρουμε τι θα έχει μεσολαβήσει μέχρι να κυκλοφορήσει αυτό το κείμενο, που γράφεται μεσούντος Νοεμβρίου, και δεν προτιθέμεθα να προκαταλάβουμε τίποτα ούτε να αδικήσουμε κάποιον. Τι σημαίνει, όμως, ότι προσώρας 9 ή 10, όλοι κι όλοι, ιεράρχες έχουν δηλώσει τη διαφοροποίησή τους από τη “Χρυσή Αυγή”, άλλοι άμεσα και άλλοι έστω έμμεσα;[2] Τι σημαίνει το ότι δεν συζητά το θέμα η Ιεραρχία, η οποία μάλιστα έχει κληθεί από πιστούς (οι οποίοι, στο φινάλε διακινδυνεύουν περισσότερα απ’ όσα ένας Μητροπολίτης) να αποκηρύξει ρητά, όχι γενικά κι αφηρημένα το ναζισμό, αλλά και κάθε μασκάρεμά του και κάθε “προστασία” που αυτός προσφέρεται να παρέχει στην εθνική, κατά τη γνώμη του, θρησκεία; Τι σημαίνει το ότι αφήνεται να θεωρείται υπόθεση προσωπικής επιλογής του κάθε ιεράρχη το αν θα αποδοκιμάσει ή αν θα γλυκοχαιρετίσει τους λεβέντες με τις μαύρες μπλούζες και με την ανθρωπολογία που αποτελεί τον αντίποδα του Ευαγγελίου;

Από τα βάθη της καρδιάς μας ευχόμαστε η Ιεραρχία να διαψεύσει με λόγο και με πράξη τα αυτόματα και τα αθέατα που στοιχειώνουν τη ζωή μας σε μια πολύ δύσκολη συγκυρία.

Η Συντακτική Επιτροπή της Σύναξης

 

Σημειώσεις

[1] Βλ. http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=77 και http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=10701).

[2] Στην επίσημη ιστοσελίδα της “Χρυσής Αυγής” διαβάζουμε: “Είναι παρήγορο για τους Έλληνες Ορθοδόξους, ότι μόνο εννέα (9) από τους ογδόντα δύο (82) Μητροπολίτες (1 στους 9) ευρέθησαν (από ποιους άραγε;) για να επιτεθούν στην Χρυσή Αυγή”. Βλ. http://www.xryshaygh.com/index.php/enimerosi/view/nea-epithesh-tou-naupaktou-ierotheou-sthn-chrush-augh-apo-thn-atheistikh-au

πηγή: Aντίφωνο, Θα δημοσιευτεί στο περιοδικό CVNAΞΗ, τ. 124 (Δεκ. 2012)

3 Σχόλια

  1. Ένα εμφυλιοπολεμικού – ιδού – παλμού κείμενο το οποίο έρχεται να… καταγγείλει εκείνα, σαφέστατα, που… διαπράττει. Αλλά και να αποσιωπήσει εκείνα που ίσως άξιζε να επαινέσει.

    Καταγγέλλει λοιπόν [i]«τα σκάνδαλα του 2005»[/i] καταγγέλλει [i]«τον γραφειοκρατικό εκκλησιαστικό μηχανισμό»[/i], καταγγέλλει [i]«νομή εξουσίας»[/i], καταγγέλλει [i]«καμαρίλα, πνευματικό τραμπουκισμό, δεσποτοκρατία»[/i], καταγγέλλει [i]«απουσία ευαισθησίας και συστολής»[/i] της Ιεραρχίας, καταγγέλλει [i]«πλήθος αμοραλιστών του εκκλησιαστικού οργανισμού»[/i], ενώ ελεεινολογεί [i]«τα ύστατα υπολείμματα κύρους που έχουν απομείνει στην Ιεραρχία»[/i].

    Αυτό που αποφεύγει να καταγγείλει, πάντως, είναι την νοοτροπία ορισμένων θεολογικών κύκλων να μας συστηθούν εν είδει ενδοεκκλησιαστικής «πρωτοπορίας» / «ιντελιγκέντσιας». Όπως αποφεύγει να αποκηρύξει τον [i]εξω-εκκλησιαστικό[/i] εκείνο [i]«γραφειοκρατικό μηχανισμό»[/i], διά της ανενδοίαστης Συμμαχίας με τον οποίο, η θεολογική – λοιπόν – ιντελιγκέντσια θα αποτρέψει [i]«από νομικής πλευράς»[/i] (δηλαδή από θέσεως κρατικής / κατασταλτικής ισχύος) ό,τι η ίδια προσημειώνει ως ανεπιθύμητο.

    Κι ένα στοιχειώδες παράδειγμα από εκείνα που (το ανωτέρω κείμενο) αποσιωπεί είναι ότι στις συνεδριάσεις της καταμαστιγούμενης, εδώ, Ιεράς Συνόδου οι απόψεις που διαταυρώνονται έχουν αδιήγητα ευρύτερη [i]ποικιλία[/i] απ’ ό,τι στις συνεδριάσεις παρόμοιων… πρωτοποριών. Εξ ού και οι αποφάσεις προβαίνουν ασυγκρίτως πιο βασανισμένες – οπότε, εν τέλει, και συνθετικώτερες.

    Επί του πυρήνος: Υπάρχουν δυο Εκτροπές οι οποίες επιζητούν να “δελεάσουν”, καθεμιά κατά την πλευρά της, την καθ’ όλου εκκλησιαστική πλεύση: Η εκτροπή του υπερ-Προοδευτισμού και η εκτροπή του υπερ-Συντηρητισμού. Δεν μπορεί να μην υπάρχει κι ο ενδιάμεσος χώρος. Ενώ εντοπίζεται – φυσικά – και το σημείο στο οποίο οι δύο εκτροπές [i]συγκλίνουν[/i] και, εν τέλει, [i]ταυτίζονται[/i]: Στην επιθυμία να [b]συνθλίψουν[/b] τίς_ ε ν δ ι α μ έ σ ε ς (ακριβέστατα) α ν α π ν ο έ ς.
    «Διαφωτιστές» και «Σκοταδιστές» συμπνέουν, λοιπόν, εντυπωσιακά στις… καταπελτικές λιβελλογραφίες εναντίον της Ιεράς Συνόδου.
    [b]Η οποία – πλην όμως – σε διάρκεια χρόνου δεκαετιών, απαρνείται σταθερά να εκτραπεί προς οποιονδήποτε απ’ τους δύο εξτρεμισμούς. Αποβαίνει μάλιστα αυτό – πρεσβεύω – ασυγκρίτως καιριώτερο από οποιαδήποτε ηθικολογική δημηγορία εξφενδονίζεται εις βάρος της.[/b]

    Επί της ενεστώσης στιγμής, τώρα: Το υπερπροοδευτικό θεολογικό ρεύμα, εγείροντας αυτοβούλως (πρόσφατα) το σύνθημα της «μεταπατερικότητας», οδήγησε τον εαυτό του στην απόλυτη απομόνωση μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο. Κάτι περισσότερο: Προκάλεσε το οριστικό “κάψιμο” του παράγοντα, εκείνου, ο οποίος αποτελούσε την… πρωτοπορία της πρωτοπορίας του: Της γνωστής δηλαδή «Ακαδημίας».
    Στα παρεπόμενα αυτής της αυτεπίστροφης εξέλιξης, όμως, η αντίδραση προβαίνει (ιδού) εξ ίσου σπασμωδική όσο υπήρξε η αφετηρία της: Επιστρατεύεται ο “υπ’ αριθμόν δύο” παράγοντας τού ίδιου ρεύματος – δηλαδή το περιοδικό «Σύναξη» – προκειμένου να επιζητήσει, εκείνο, να… ανακτήσει όλο μαζί το χαμένο έδαφος, και δη εν… ριπή οφθαλμού.
    [b]Εξαπολύεται, λοιπόν, μια επίθεση κατά μέτωπον της Ιεράς Συνόδου επικαλούμενη απαξάπαντα τά… πλέγματα λάσπης τα οποία μεθοδικά εξυφαίνονταν, στους καιρούς της ειρήνης, επί σκοπώ να αξιοποιηθούν ειδικά τη στιγμή που θα σήμαινε το… εμπόλεμο σάλπισμα.[/b]

    Ένα σάλπισμα εξ ίσου αυτομειωτικό, εν τούτοις, όσο και όλες οι προηγούμενες «σταυροφορίες» τής αυτής Συμμαχίας – των ενδο-εκκλησιαστικών και των εξω-εκκλησιαστικών μας… πρωτοποριών.
    Κατά βάθος: Όσο η ίδια η μονοσημία όλων (μα όλων) της των αιτιάσεων.

  2. Νομίζω, κ. Καστρινάκη, οτι έως ότου γίνετε πιο συγκεκριμένος επί της ‘καταγγελίας’ σας ταύτης ότι δηλαδή ο άλλος ‘πόλος’, [i]‘η εκτροπή του υπερ-Συντηρητισμού’[/i] όπως μας λέτε , επιζητά να “δελεάσει” την καθ’ όλου εκκλησιαστική πλεύση [b]με καταπελτικές λιβελλογραφίες εναντίον της Ιεράς Συνόδου συντρίβοντας τις ενδιάμεσες αναπνοές,[/b] θα φαίνεστε στα μάτια μας ως απλός συκοφάντης όλων όσων έχουν απόψεις εντελώς διαφορετικές μ’εκείνες των ‘μεταπατερικών’/υπερ-προοδευτικών θεολόγων και λύσεις επί των πολυποίκιλων θεμάτων και πάλι διαφορετικές από αυτές που επιλέγει η Ιερά Σύνοδος πλην όμως βαδίζουν στην ευθεία Οδό.
    Πείτε μας λοιπόν ποιους θεολόγους –ονομαστικά παρακαλώ όπως κάνατε με την ‘Ακαδημία Βόλου’ και με το περιοδικό ‘Σύναξη’- θεωρείτε υπερ-Συντηρητικούς, για ποιους λόγους και επί ποιων συγκεκριμένων θεμάτων επιτίθενται με καταπελτικές λιβελλογραφίες εναντίον της Ιεράς Συνόδου συντρίβοντας τις ενδιάμεσες αναπνοές!
    Αν δεν το πράξετε αυτό ο λόγος σας θα είναι … ελλιπής.

  3. Η Ορθόδοξη Εκκλησία διέπεται και καθοδηγείται από το Άγιο Πνεύμα. Το Πνεύμα εκφράζεται και μέσω των θεσμών της (“ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας”) αλλά και μέσω των χαρισμάτων που χαρίζει σε “εξωθεσμικούς” (“ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξεν, ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν…”), λόγω της μεγάλης αγάπης, ταπεινοφροσύνης και του ειλικρινούς πόθου για τον Θεό που έχουν.

    Το Πνεύμα αναδεικνύει και “θεσμικούς” και “εξωθεσμικούς” Αγίους, δηλαδή ανθρώπους που γίνονται θεοί κατά χάριν, φτάνουν στη ζωντανή κοινωνία με τον Θεό, “οἵτινες ὑπερέβησαν τὸ μέτρον τῆς ἀνθρωπότητος καὶ ἔλαβον τὴν ἐξουσίαν τοῦ λῦσαι καὶ δῆσαι, καὶ ἀφῆναι ἁμαρτίας καὶ κρατῆσαι, καὶ στήκουσιν ἐν τῇ θραύσει, τοῦ μὴ ὑφὲν ἐξολοθρεῦσαι ὅλον τὸν κόσμον, καὶ διὰ τῶν εὐχῶν αὐτῶν μετ ̓ ἐλέους παιδεύει”, όπως γράφει ο αββάς Βαρσανούφιος για τον ίδιο και δυο άγνωστους σ’ εμάς συγχρόνους του.
    Ὀμως αυτές οι δύο κατηγορίες των Αγίων συνεργάζονται μεταξύ τους. Οι “εξωθεσμικοί” τιμούν τη χάρη της ιερωσύνης, την αποστολική διαδοχή, και οι “θεσμικοί” τιμούν τους “εξωθεσμικούς” γιατί στα πρόσωπά τους διακρίνουν το Άγιο Πνεύμα που κατοικεί μέσα τους. Έτσι, ο επίσκοπος Μέγας Αθανάσιος συμβουλεύεται και τιμά τον ασκητή Μέγα Αντώνιο, που δεν είχε καμιά χειροτονία ή θεσμική θέση στην Εκκλησία, και συγγράφει τον βίο του, ενώ ο Μέγας Αντώνιος τιμά και τον αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας αλλά και τον ανώνυμο τσαγκάρη αυτής της πόλης στον οποίο τον έστειλε ο Θεός να διδαχθεί την αυτομεμψία και του έδειξε πως στα μάτια Του είναι ίσος με αυτόν τον μέγα ασκητή.

    Κι ο πιστός λαός του Θεού διαχρονικά τιμά και σέβεται και τον θεσμό και το χάρισμα: Τους μεν ποιμένες του, ως πατέρες, τους οποίους Αυτός οικονόμησε να τον ποιμαίνουν (“Πάντας μὲν ὁ Θεὸς οὐ χειροτονεῖ, διὰ πάντων δὲ αὐτὸς ἐνεργεῖ, εἰ καὶ αὐτοὶ εἶεν ἀνάξιοι, διὰ τὸ σωθῆναι τὸν λαόν”, γράφει ο ιερός Χρυσόστομος), τους δε χαρισματούχους, ως όργανα του Πνεύματος που τον καθοδηγούν προς τη σωτηρία.

    Αυτός ο σεβασμός του λαού προς τους ποιμένες δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να τους ασκεί καλόπιστη κριτική στα όρια της ευπρέπειας. Σημαίνει όμως ότι δεν τους κάνει τον δάσκαλο, κουνώντας επιτιμητικά το δάχτυλο από το ύψος της καθέδρας των κοινωνικών θέσεων, των “θεολογικών” τίτλων σπουδών και της κοσμικής σοφίας.

    Αλλά και οι ποιμένες οφείλουν να μη βλέπουν το λειτούργημά τους ως εξουσία ούτε να μετέρχονται κοσμικών μέσων και διασυνδέσεων για ν’ αναρριχηθούν σ’ αυτό. Όπως έγραφε κάπου ο μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος με αφορμή τα γεγονότα στο πατριαρχείο Ιεροσολύμων του 2005, κάποιοι νομίζουν πως θα λύσουν τα υπαρξιακά τους προβλήματα αν αποκτήσουν κάποια μεγάλη εκκλησιαστική θέση. Μεταχειρίζονται κάθε τρόπο και μέσο για να την καταλάβουν, έχοντας υπόδειγμα τους πολιτικούς, χάνουν έτσι κάθε ίχνος εκκλησιαστικής συνείδησης, και, όταν την καταλάβουν, διαπιστώνουν ότι το εσωτερικό τους κενό έχει μεγαλώσει, πως η εξουσία δεν προσφέρει τίποτα απ’ όσα ζητά η ψυχή τους.

    Κάποιοι Αμερικανοί προσήλυτοι στην Ορθοδοξία, που τη βλέπουν πνευματικά, χωρίς εθνικές κλπ. καταβολές και προκαταλήψεις, δηλώνουν πως απεχθάνονται τα “Church politics”. Η παραπάνω παρέμβαση της Συντακτικής Επιτροπής της “Σύναξης” κάτι σαν “Church politics” μού μυρίζει, κι εύχομαι να κάνω λάθος, γιατί γνωρίζω και εκτιμώ κάποια από τα μέλη της. Φαίνεται σα να θέλουν να λειτουργήσουν ως ομάδα πίεσης προς την ιερά Σύνοδο, να φιλοδοξούν να πάιξουν κάποιο ρόλο στα της επίσημης Εκκλησίας, με όρους πολιτικούς, να επιδιώκουν να μεταμορφώσουν ένα θεσμό, που τον χαρακτηρίζουν “γραφειοκρατικό”, με όρους πολιτικής και με κοσμικές μεθόδους. Αλλά από τέτοιους όρους και μεθόδους κατά κανόνα το Πνεύμα απουσιάζει και τους αποστρέφεται. Κι όσο το Πνεύμα απουσιάζει, τίποτα καλό δεν θα προκύψει. Ίσως μια άλλη γραφειοκρατεία, πιο “προοδευτική”.

    Δεν ισχυρίζομαι πως όλα όσα συμβαίνουν στην ελλαδική εκκλησία είναι καλά και θεάρεστα. Συμμερίζομαι την αγωνία και τον πόνο κάποιων εν Χριστώ αδελφών μου για κάποιες καταστάσεις που δεν ταιριάζουν με το ήθος που μας δίδαξαν ο Κύριος, οι Πατέρες και οι Άγιοί μας. Όμως, τα προβλήματα δεν λύνονται με το να υποκαθιστά κανείς τους ποιμένες της Εκκλησίας και να θέλει να κάνει τη δουλειά τους. Δεν λύνονται όταν το χέρι θέλει να υποκαθιστά το πόδι, το πόδι να κάνει τη διακονία του χεριού, κλπ., όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, ούτε με επιμέρους συσσωματώσεις και μανιφέστα, αλλά όταν το κάθε ένα μέλος της Εκκλησίας κάνει με ταπεινοφροσύνη και φόβο Θεού τη διακονία στην οποία ετάχθη, όταν όλοι λειτουργούμε ως μέλη του ενός σώματος, κατευθυνόμενοι από το ίδιο Πνεύμα. Αλλά για να κατοικήσει Αυτό μέσα μας, “θέλει δουλειά πολλή” μέσα μας, όχι λόγια και αντεγκλήσεις.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here