Ο Αγρός του αίματος, Δεύτερο Διάψαλμα

3
187

Ο Ισοκράτης επιλέγει

Έχουμε τρία δωμάτια σπίτι με κουζίνα και λουτροκαμπινέ. Όλα μας χρειάζονται μα κάποιο μας αρέσει περισσότερο και σ’ αυτό περνάμε τις πιο πολλές ώρες, κάνουμε τα ομορφότερα πράγματα.

Απαραίτητος είναι κι ο λουτροκαμπινές. Παλιά ήταν “έξω” από το σπίτι. Τώρα τον έχουμε “μέσα”.

Εκεί πηγαίνουμε και κάνουμε τα απαραίτητα, τα αναγκαία. Αυτός ο “λουτροκαμπινές” είναι η “πολιτική”. Το πρόβλημα ξεκινάει από τη στιγμή που περνάμε πολλές ώρες εκεί μέσα. Αν μας αρέσει δε, ο λουτροκαμπινές, πιο πολύ από το σαλόνι ε είναι ακόμα χειρότερα. Η φρίκη είναι όταν βάζουμε το λουτροκαμπινέ στο σαλόνι και την “λεκάνη” κάτω απ’ τα εικονίσματα.

 

Ο ένας Θεόδωρος, “πολιτικός άγιος”, Ζηλωτής, “στα μπεντένια του Επταπυργίου” να επεξεργάζεται την ιδεολογία της “νόμιμης άμυνας”.

 

Και ο άλλος Θεόδωρος να μην κουράζεται να επαναλαμβάνει:

Τότε η Εκκλησία έσπασε τους καθεστωτικούς δεσμούς της με όλο αυτό το βαμπιρικό κακό συναπάντημα. Μετέφερε την εκκλησιαστική αυθεντία από τον Δυνατό χρυσοστόλιστο διάνο, στον ταπεινό ασκητή, που φτωχότερος κι απ’ τον φτωχότερο των φτωχών, κράτησε έκτοτε αναμμένη για αιώνες τη δάδα του ακτίστου Φωτός. Με το κίνημα των Ησυχαστών η χριστιανική παράδοση ανέλαβε τις οικουμενικές ευθύνες της, σώζοντας τα έθνη της Ορθόδοξης οικουμένης.

 

Κατέφυγα κι εγώ στον κυρ- Αλέξανδρο που τα λέει τόσο ωραία…..

Πως μπορεί να εξηγηθεί μία κοινωνία, που από τη μία είναι έρμαιο αχαλίνωτων παθών και από την άλλη επιδιώκει μία πνευματική κατάσταση που, αν και ευρισκόμενη εντός του κόσμου, ανθεί επέκεινα του κόσμου; Ενώ η διάνοια τους είναι στραμμένη σε πνευματικά ζητήματα, που τους απομακρύνουν από την πρακτική αντιμετώπιση του βίου, ποικίλοι εχθροί ζώνουν από παντού την Ανατολική Ρωμαϊκή Βασιλεία. Τους ζώνει το σκοτάδι, και μέσα στο σκοτάδι αναζητούν το αιώνιο φως. Το φως του μέλλοντος αιώνος μέσα στο ζόφο του παρόντος. Βλέπουν το ιερόν κράτος της Βασιλείας να καταρρέει, κι αυτό αποτελεί πλήγμα αφάνταστο για τη διάνοια, θα έπρεπε να συνεχίσουν να ζουν χωρίς κράτος και εξουσία, να δεχτούν ότι υπάρχει ζωή και μετά το τέλος των πραγμάτων που μπορεί να προσεγγίσει ο νους.

Μέσα στη γενική αποσύνθεση της εγκόσμιας πολιτείας, την αντιπαράθεση των αρχών και των εξουσιών που διψούν για δύναμη, οι ησυχαστές δείχνουν την έξοδο, όχι προς ένα κόσμο μυθικό που λυτρώνει πρόσκαιρα απ’ τα δεινά της ιστορίας, αλλά την παραίτηση απ’ τις δυνάμεις εκείνες που συντηρούν την τραγική της εξέλιξη. Είναι το σταμάτημα της ιστορίας, η άρση της τραγικότητας της. Η απόκτηση και πραγματοποίηση εν τη ιστορία, εκείνου που ουσιαστικά κείται πέραν της ιστορίας. Απορρίπτουν το δέλεαρ του κόσμου, ως αντανάκλαση της επιβολής και της βίας, ζώντες εν απολύτω πτώχεια, για να καταστρέψουν την πηγή όλων των φαντασιώσεων, όλων των ειδώλων.

«Εραστή του θεού», γράφει ο εκ των πρωτοπόρων του Ησυχασμού Γρηγόριος Σιναΐτης, «να είσαι πολύ προσεκτικός. Όταν εργαζόμενος την προσευχή βλέπεις φως ή φλόγα μέσα ή έξω σου, κάποια εικόνα του Χριστού, αγγέλους ή αγίους, μην τα δεχτείς. Πολύ περισσότερο μην επιτρέψεις στο πνεύμα σου να ενδυναμωθεί απ’ αυτά. Όλοι οι εξωτερικοί αυτοί σχηματισμοί θα παραπλανήσουν την ψυχή σου. Η αληθινή αρχή της προσευχής είναι η θέρμη της καρδιάς που κατακαίει τα πάθη, προκαλεί την ευφροσύνη και τη χαρά, και διαμορφώνει στην καρδιά την αδιασάλευτη αγάπη και ένα αίσθημα αδιατάρακτης πληρότητας».

Η αποφασιστικότητα του αφιέναι τα πάντα, τους οδηγεί στο κατώφλι μεταξύ χρόνου και αιωνιότητας. Συμμετέχοντας στο ζόφο των ανθρωπίνων, μη ξεχωρίζοντας τον εαυτό τους από όσα μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος, αναλαμβάνουν μία πνευματική πάλη προς τον κόσμο ολόκληρο, απεκδυόμενοι τις εικόνες και τις έννοιες των πραγμάτων όπως μεταλλάσσονται μέσα στο χρόνο, ελευθερώνοντας τον λογισμό από κάθε στρατήγημα της εν τω κοσμώ επιθυμίας. Παραιτούμενοι απ’ την κοινωνική δράση, αποδεχόμενοι μία αυτοσμίκρυνση, άνοιγαν δρόμο προς τον χώρο του πνεύματος. Η εξορία τους έδινε μία αίσθηση αιωνιότητας που αγκάλιαζε και το δικό τους τέλος.

Καμιά αρχή και εξουσία δεν μπορούσε να έχει ισχύ επάνω τους. Μπορεί να θεωρούνται θύματα της ιστορίας, αλλά έχουν λυτρωθεί από τον φαύλο κύκλο, μη συμμετέχοντας σε καμιά απ’ τις διαδικασίες που κινούν την αιώνια επανάληψη του αίματος και του θανάτου. Δεν είναι η ανατροπή κάποιας πολιτισμικής τάξης για να δημιουργηθεί στη θέση της μία άλλη. Είναι η αναίρεση οποιασδήποτε πολιτισμικής τάξης που η δημιουργία της βασίζεται στη βίαιη επιβολή. Γνωρίζουν ότι ο Χριστός δεν καταδικάζει κανέναν. Μη αντιστήναι τω πονηρώ, είναι η ρήση που πρώτη φορά, μέσα στο πλαίσιο της ιστορίας, τείνει να εκληφθεί κατά γράμμα.

Η διδαχή, που κατ’ ουσίαν ανατρέπει κάθε πολιτισμική τάξη και διαλύει κάθε έννοια κοσμικού κράτους, γίνεται δεκτή με τον πιο επίσημο τρόπο. Η επιλογή θα τους μεταβάλει σε θύματα, διαλέγοντας έναν δρόμο που δεν μπορούν να δουν οι άνθρωποι που πιστεύουν πως αυτό που προέχει είναι μία κυρίαρχη θέση στον κόσμο δια της επιβολής.

Ενώ ο Ησυχασμός προτείνει την συγγνώμη, με την παραίτηση από τα δεσμά που κρατούν αιχμάλωτο τον κόσμο, γίνεται ο ίδιος επίκεντρο έριδας και διαμάχης. Και δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Προσκολλημένοι στα πάθη και τις επιθυμίες τους που ταυτίζουν με τη ζωή, οι άνθρωποι αντιτάσσονται στον κανόνα της Ουράνιας Βασιλείας.

Εν τω κοσμώ τούτω, αλλ’ ουκ εκ του κόσμου τούτου. Στη φράση αυτή συνοψίζεται η γνώση που δεν τους επιτρέπει να επιδοθούν στον πόλεμο, με αποτέλεσμα να γίνουν έρμαιο της επιθετικότητας των άλλων και να κατηγορηθούν για μοιρολατρία από το πνεύμα της κυριαρχίας και της επιβολής που διέπει τον κόσμο. Δεν μπορούν να διεξάγουν κάποιον ιερό πόλεμο και να δικαιολογήσουν έτσι τη βία. Έχει χαθεί απ’ τη συνείδηση τους κάθε μορφή “εποικοδομητικού μίσους”[37]. Η βία σιγά-σιγά χάνει στη συνείδηση τους το κέντρο της.

Ο αγώνας της πίστεως, ο αγώνας να υπερβούν τις διελκυστίνδες των ανθρωπίνων παθών, προς μία ολοκλήρωση στην οποία δεν μπορεί να φτάσει καμιά ατομική ηθική, εξαλείφει με τον καιρό στους ησυχαστές εκείνη την αδηφάγο βουλιμία, το μίσος και την αλαζονεία που αποτελούν το υπόβαθρο κάθε εξουσίας. Η εκ του κόσμου αναχώρηση δεν προερχόταν από αδυναμία. Η παραίτηση από τη ζωή του κόσμου, σήμαινε ουσιαστικά παραίτηση από τη βία. Αποτέλεσμα της γνώσης ότι η βία δεν προέρχεται απ’ το θεό, αλλά αποκλειστικά και μόνο απ’ τους ανθρώπους, και ότι εντός των ορίων της ιστορίας δεν υπάρχει παρά ο φόνος και ο θάνατος.

Δια του Γρηγορίου Παλαμά διατυπώνεται για πρώτη φορά με σαφήνεια ότι μία δύναμη ανώτερη των στοιχείων που διαπνέουν την ιστορία έχει εισέλθει στην παγκόσμια σκηνή. Το χάσμα μεταξύ θεού καί ανθρώπου δεν είναι αξεπέραστο, χωρίς αυτό νά σημαίνει πως ο θεός εν τη ουσία Του μπορεί νά προσπελαστεί. Η διάκριση ανάμεσα στις θείες ενέργειες και την θεία ουσία, σημαίνει πως ο θεός δεν μπορεί νά βεβηλωθεί, αλλά και ότι δια του Σταυρού δίνεται η δυνατότητα να καταλυθεί το κράτος της βίας. Ο θεός παίρνει τή θέση του αθώου θύματος. Τα ψευδο-πρότυπα συντρίβονται, όλες οι συγκρούσεις εν ονόματι κάποιου εγκόσμιου γοήτρου εκμηδενίζονται, ανακόπτοντας το κατέβασμα καί το ανέβασμα στην καταχθόνια σπείρα του θανάτου.

Κατά τους ησυχαστές, η ουσία του θείου Όντος δεν μεταδίδεται στον άνθρωπο. Αλλά η θεία ζωή μεταδίδεται με την θεία ενέργεια. Η πράξη της θεώσεως του ανθρώπου ενεργείται με την άκτιστο χάρη. Η αποκάλυψη στο όρος Θαβώρ δίνει μία ζωντανή στιγμή της θείας φύσεως και ενέργειας. Εκτός από την φωτεινή νεφέλη που τους κάλυψε, οι μαθητές άκουσαν την φωνή του Πατρός. Ωστόσο, το φως και η φωνή παραμένουν ανερμήνευτα.

Το άκτιστον φως απευθύνεται πρωτίστως στις αισθήσεις και κατόπιν στη νόηση. Γιατί απ’ τις αισθήσεις ξεκινά η μεταμόρφωση του ανθρώπου. Όταν η προσευχή του νου είναι προσηλωμένη στην καρδιά, είναι δυνατό να ελεγχθεί τι συμβαίνει στην καρδιά, και ο αγώνας κατά των παθών να πάρει ένα λογικό χαρακτήρα. Μ’ αυτό το ασκητικό κατόρθωμα η καρδιά γίνεται οξυδερκής, ώστε προσευχόμενη για κάποιον να μπορεί να πει την κατάσταση του προσώπου για το οποίο προσεύχεται.

Ο Γρηγόριος Παλαμάς κείρεται μοναχός στο Βατοπέδι απ’ τον μοναστή Νικόδημο, και μετά τρία χρόνια μεταβαίνει στη Λαύρα. Είκοσι χρόνια περνά με νηστεία, αγρυπνία και νήψη των λογισμών εν αδιαλείπτω προσευχή, για να αγκαλιάσει τον από καταβολής κόσμου άνθρωπο. Αδειάζει απ’ τον εαυτό του για να γίνει κάτοπτρο του απέραντου. Μιλώντας για “συνέλιξη του νοός εντός του σώματος”, υπαινίσσεται μία σκέψη που έχει πρωτίστως απαλλαγεί από την ίδια της την επιταγή, από την ίδια της τη βία. Έχει αυτοπροαιρέτως στραφεί ως άδειος καθρέφτης προς τον πλησίον, δεχόμενος την ύπαρξη του ως δική του ύπαρξη, χωρίς να εξουσιάζεται ή να εξουσιάζει κανέναν.

«Φώτισαν μου το σκότος», βοούσε ημέρα και νύχτα ο Γρηγόριος, έχοντας στραμμένο το νου σ’ έναν κόσμο που δεν τοποθετούνταν κάπου στο μέλλον, αλλά αποτελούσε κορύφωση του παρόντος. Μέσα του αναδύονται άλλες δυνάμεις, άλλη όραση, άλλη ακοή. Η αίσθηση και η πεποίθηση αυτή επέτρεψαν στον Γρηγόριο Παλαμά να διατυπώσει την περί ακτίστων θείων ενεργειών θεωρία του. Η σχέση και η ένωση με την θεότητα δεν έχει να κάνει μόνο με την ζωή μετά θάνατο αλλά γίνεται απτή πραγματικότητα και ελπίδα του παρόντος, ελευθερώνοντας τον άνθρωπο από την χειρότερη καταδίκη που δηλητηριάζει τη ζωή, και είναι η πεποίθηση της μετά θάνατον πλήρους εκμηδενίσεως.

Κυριότερος αντίπαλος του Γρηγορίου Παλαμά είναι ο Βαρλαάμ, που παρουσιάζεται ως φανατικός ορθόδοξος και αργότερα προσχωρεί στην Ρωμαϊκή Εκκλησία. Αντίπαλος του είναι και ο ιστορικός και λόγιος Νικηφόρος Γρηγοράς, εχθρός ωστόσο του Βαρλαάμ και σφοδρός πολέμιος της Ρώμης, ο οποίος κατακρίνει τον Παλαμά επειδή διατηρούσε φιλική αλληλογραφία με τον Μέγα Μάγιστρο των Λατίνων Ιπποτών της Ρόδου. Όπως καί ο Θεόδωρος Μετοχίτης, ο Γρηγοράς θεωρεί την ιστορία σπουδή ουσιαστική για την πορεία των ανθρώπων, η οποία δεν εξηγεί μόνο το παρελθόν, αλλά προσφέρει υποδείξεις για το μέλλον. Τον Παλαμά αντιστρατεύονται ακόμη ο Πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας, ο Γρήγοριος Ακίνδυνος, βουλγαρικής καταγωγής και ευνοούμενος μαθητής του που αργότερα στράφηκε εναντίον του, και ο Δημήτριος Κυδώνης, αφοσιωμένος φίλος του Καντακουζηνού, που τελικά προσχώρησε στον παπισμό.

Ανάμεσα στους υποστηρικτές του Παλαμά περιλαμβάνονται ο Ιωάννης Καντακουζηνός, ο Νικόλαος Καβάσιλας, που θεωρεί πως τίποτα δεν εμποδίζει τον μυστικό να ζει εν τω κοσμώ και πως η κοσμική παιδεία μπορεί να βοηθά για την εν Χριστώ ζωή, και ο Θεόδωρος Μελητινιώτης, ο οποίος συνέγραψε μία πλήρως ενημερωμένη αστρονομική εγκυκλοπαίδεια που δείχνει ότι γνώριζε τις έρευνες Περσών και Αράβων. Όμως και πολλοί αντίπαλοι του Καντακουζηνού, ανάμεσα τους και η βασίλισσα Άννα Παλαιολογίνα, τον θαυμάζουν.

Ο Ιωάννης Καντακουζηνός αναχωρεί εκ του κόσμου για να μονάσει, ζώντας σε δύο επίπεδα ταυτοχρόνως. Η δύναμη ενός πνεύματος πέρα από την φθορά του κόσμου, πέρα από τον θάνατο, τον ωθεί να απεκδυθεί τα σύμβολα της εγκόσμιας βασιλείας. Ενώ θα μπορούσε να στεφθεί βασιλέας την επομένη του θανάτου του αγαπημένου φίλου του Ανδρόνικου Παλαιολόγου, χωρίς να αμφισβητηθεί από κανέναν, κι ακόμη περισσότερο όταν εισήλθε νικητής στη Βασιλεύουσα, εκείνος αρνείται νά σφετερισθεί το θρόνο, αρνείται να φονεύσει τον γιο του Ανδρόνικου, Ιωάννη, και να στηρίξει τη βασιλεία του στο φόνο. Τα λόγια του προδίδουν τους δισταγμούς ενός ανθρώπου που οι περιστάσεις τον εξώθησαν να πάρει αποφάσεις που δεν ήθελε, και τα πράγματα παίρνουν ένα δρόμο που δεν περίμενε κανείς.

Στη χρονογραφία του απεικονίζονται τα ανθρώπινα δεινά μέσα από ένα ασταμάτητο ορυμαγδό συμβάντων και γεγονότων, και η αντίληψη για τις μεταβολές των ανθρωπίνων μας αφήνει ένα αίσθημα συντριβής, που ο Θουκυδίδης δεν μπορεί να προσεγγίσει. Στον Θουκυδίδη το γεγονός της σφαγής των Μηλιών απ’ τους Αθηναίους, επί παραδείγματι, αντιμετωπίζεται σαν ένα από τα επεισόδια του πολέμου που ξεχωρίζει, κι έτσι τείνει να εκλογικευτεί. Η πράξη αυτή έσχατης βίας και απανθρωπιάς, τείνει έτσι να νομιμοποιηθεί ως απαραίτητη κίνηση, ανάλογη με τη φύση του σκοπού. Το σκοπό αυτό εξυπηρετούν εξάλλου και οι δημηγορίες των αντιπάλων, αποκρύβοντας τον απόλυτο παραλογισμό των συμβαινόντων. Στον Θουκυδίδη προέχει η τοποθέτηση απέναντι σε διακριτά και διακεκριμένα γεγονότα, ενώ η ίδια η ζωή στη διάρκεια της μπορεί να προσομοιαστεί μόνο με σάρωμα. Τα γεγονότα χάνουν τη σημασία τους μέσα στη χοάνη του χρόνου, και μόνο ιδωμένα απ’ τη μεριά των θυμάτων μπορεί να βρουν κάποιο νόημα. Από τη συντριβή για τα δεινά του κόσμου, από την απόγνωση για τη συμπεριφορά των ισχυρών, γεννιέται το αίτημα της σωτηρίας.

Ο ποτισμένος με τα νάματα του Ησυχασμού Καντακουζηνός προβαίνει σε μία απολογία για όλα τα έργα της βίας που εν ονόματι της εξουσίας διέπραξε, όχι για να εξιλεωθεί, αλλά για να τα αφήσει οριστικά και για πάντα πίσω του. Γι’ αυτό και αναχωρεί εκ του κόσμου. Δεν συμπεριφέρεται σαν ένας ακόμη εξουσιαστής, που για χάρη και εν ονόματι της εξουσίας δεν λογαριάζει τίποτα. Δεν θεωρεί απλώς τη βία ένα παράσιτο, απ’ το οποίο μπορεί κανείς εύκολα νά απαλλαγεί αντιδρώντας κατάλληλα ή προβάλλοντας δικαιολογίες. Προτιμά να παραιτηθεί, ξεφεύγοντας απ’ τον σκαιό κύκλο των ανθρωπίνων, απ’ τον εφιάλτη της ιστορίας, για να εισέλθει στην βασιλεία όπου επικρατεί ο κανόνας της αγάπης. Παραιτείται από διεκδικήσεις, διαμάχες, ανταγωνισμούς, από κάθε τι που θα μπορούσε νά χαρακτηριστεί “νόμιμη άμυνα”, ακόμη κι αν πιστεύει ότι αδικείται. Η βία δεν είναι γι’ αυτόν το έσχατο μέσο, προκειμένου νά επιβάλει κάποιο “δίκαιο”. Αντί να επιβληθεί, παραιτείται.

Ο Καντακουζηνός πολύ λίγο λογαριάζει τον εαυτό του. Δεν επιδιώκει να προξενήσει κάποια διαφορετική εντύπωση στους άλλους. Αν το επεδίωκε θα υπερασπιζόταν τα βασιλικά διαδήματα με κάθε τρόπο και θα προσπαθούσε να δικαιολογηθεί γι’ αυτό.

Πολλοί πιστεύουν ότι γράφοντας την ιστορία του, σκοπός του ήταν να παρουσιάσει με ευνοϊκό τρόπο τις αδυναμίες του. Και πέφτουν στον πειρασμό να μεγαλοποιήσουν τις ατέλειες του, για να έχουν την ικανοποίηση να τις αναδεικνύουν εκεί που ο συγγραφέας δήθεν τις αποκρύπτει, ή τις συγχωρεί.

Η δικαίωση των πράξεων του προέρχεται ακριβώς απ’ την παραίτηση του. Από την ίδια την πράξη της αναχώρησης. Αυτό υποδεικνύει και η καθαρότητα και απλότητα του ύφους της χρονογραφίας του. Οι επικριτές του ξεχνούν πόσες φορές του δόθηκε η δυνατότητα να επιβληθεί δια της βίας, και η επιβολή του να φαντάζει απολύτως νόμιμη. Και το μόνο που μπόρεσαν να διακρίνουν σε έναν άνθρωπο που παραιτείται από κάθε επίδειξη ισχύος, ήταν ο τρόπος λειτουργίας ενός πνεύματος που εκ των προτέρων το θεωρούσαν, λόγω του απολογητικού χαρακτήρα του, ύπουλο καί ανειλικρινές. Μα αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα εύρισκε χίλιους τρόπους για να μην αποχωρήσει, και οι περισσότεροι τότε θα τον δικαιολογούσαν.

«Επαίνεσα τον τρόπο σου, φίλε Ισίδωρε, διαβάζοντας την επιστολή σου», γράφει ο βασιλεύς Ιωάννης Καντακουζηνός και μοναχός Ιωάσαφ, απευθυνόμενος σε έναν φίλο του μοναστή. «Το να θέλεις να μάθεις από μας τι συνέβη στους βασιλείς των Ρωμαίων, σημαίνει πως ποθείς να μάθεις την αλήθεια. Παράδοξα πράγματα και αλλόκοτα συνέβησαν, που δεν έμοιαζαν καθόλου με όσα έγιναν στους προηγούμενους βασιλείς. Πολλά παράλογα θα βρεις στα γεγονότα, στις αγχίστροφες των πραγμάτων μεταβολές και στα ήθη και στους βίους των ανθρώπων, άλλους να έχουν στερεώσει τον εαυτό τους σ’ αυτό που πάντα μένει ευσταθές και ασάλευτο και δεν παρασέρνεται απ’ τις μεταβολές των πραγμάτων, και άλλους να παρασέρνονται και να αστατούν σαν τα κύματα του Ευρίπου. Όμως σ’ εκείνον που θέλει να εξετάσει με επιμέλεια τα πράγματα, θα φανεί το βάθος των κριμάτων του θεού».

Καί με τα λόγια αυτά ξεκινά το νήμα της ιστορίας του. 

 

  1. Κατά το Γάλλο ιστορικό Φερνάν Μπρωντέλ.

 

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Ο Αγρός του Αίματος, Δεύτερο Διάψαλμα  εκδ  Κέδρος  σελ199-208

(τα έντονα γράμματα του Ισοκράτη)

3 Σχόλια

  1. Αγαπητέ Ισοκράτη,
    ευχαριστώ για την εξαιρετική τιμή που μου έκανες να συμπεριλάβεις κείμενό μου στις επιλογές σου. Η εισαγωγή σου μάλιστα μου θύμισε (άσχετα από τις δικές σου μεταφορικές παραπομπές) αυτό που είχε πει χαριτολογώντας ο Πεντζίκης σε μια συνέντευξή του το 1983 για το σπίτι που είχα νοικιάσει τότε στο Μελισσοχώρι, ότι διαθέτει τέσσερα μπιντέ.

  2. Κυρ- Αλέξανδρε, έπρεπε από καιρό να είχα βάλει κάτι από τον “Αγρό του αίματος”. Δεν ήξερα όμως τι να πρωτοβάλω! Τελικά ήρθε…η ζωή και ταίριαξε στο κείμενο!
    Δεν ξέρω αν δέχεσαι “παραγγελίες”. Αλλά νομίζω ότι πρέπει να μας γράψεις κάτι ακόμα για τους Ζηλωτές και τους Ησυχαστές. Κάτι που να κάνει τις αντιστοιχίσεις. Γιατί όπως φαίνεται θα φάμε ο ένας τον άλλον!

  3. Φίλε μου Ισοκράτη,
    δεν μπορώ τίποτα να σου πω. Είναι δύσκολο αυτό που ζητάς για διαφόρους λόγους, προσωπικούς και μη. Κατά τα άλλα βλέπω αυτά τα θλιβερά και ιδιοτελή εξαρτήματα της εξουσίας να ρητορεύουν ασύστολα στα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις προσπαθώντας να πλασσάρουν τη σάπια πραμάτεια τους και με πιάνει σύγκρυο.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here