Ο «Άρης»

0
245

Θ’ανιστορήσουμε τώρα ένα από τα πιο λαμπρά στη θάλασσα κατορθώματα του Εικοσιένα.

Οταν οι οχτροί πάτησαν τη Σφαχτηρία, από τα έξη μπρίκια μας τ’αραγμένα στο λιμάνι του Ναβαρίνου πρώτα σαλπάρησαν ο «Λυκούργος» του καπετάν Σάντου κι ο «Αλέξανδρος» του καπετάν Μπουντούρη. Βγήκαν προτού πιάσει η αρμάδα τη μπασιά κ’ έτσι δεν πάθανε τίποτις.

Από τ’ άλλα τέσσερα μπρίκια βρίσκονταν στην ξηρά τόσο οι καπεταναίοι τους όσο κ’ ένα μέρος από τα τσούρμα τους, όπως αυτά κουλάντριζαν στις μπαταριές της Σφαχτηρίας τα κανόνια. Αναγκαστικά λοιπόν καρτέρεψαν μεελπίδα να τους σώσουν. Κάποιος από τους μαρινάρους της «Αθηνάς» έφερε ψεύτικια είδηση πως σκοτώθηκε ο καπετάνιος της, ο Νικόλας Βότσης. Κόψανε μεμιάς την άγκυρα κι άπλωσαν πανιά. Ξεμπούκαραν απείραχτοι από το λιμάνι, μα μόλις έκαναν να πελαγίσουν πέσανε ανάμεσα σε δυο κορβέτες του οχτρού,που πλώρισαν καταπάνω τους να τους πάρουν με ρεσάλτο. Απελπίστηκαν και κατέβηκαν στην μπαρουταποθήκη να τιναχτούνε στον αγέρα. Στο πόντε απόμεινε ένας μούτσος του καραβιού, ο Γιάννης Βρέττας ξάδερφος του Βότση, παιδί δεκαπέντε χρονών. Σαν είδε τις κορβέτες να πλευρίζουν την «Αθηνά» αρπάζει την αναμένη μίτζα και τρέχοντας βάζει φωτιά σ’ όλα τα κανόνια πού τάχαν παρατήσει γεμάτα. Καθώς τα βάρεσε από τόσο σιμά τους έκανε βαρειές ζημιές και τ’ανάγκασε να πισωδρομήσουν.

Επειτα, μόλις ανέβηκαν αμπόρντο οι καπετάνιοι τους,σήκωσαν πανιά ο «Αχιλλέας» κι ο «Ποσειδώνας». Εφτασαν κι αυτά απείραχτα ίσαμε τη μπασιά μα μόλις κάνανε να ξεμπουκάρουν πέσανε πάνω στην αρμάδα που πια συναζόταν απ’ όλες τις μεριές για να μποδίσει τα καράβια μας να φύγουν. Αρχισε κι άνιση μπατάγια. «Καθώς μέγας και διαρκής σεισμός καταδονεί την γην εκ θεμελίων, ούτω και τα πλοία ταύτα έτρεμον τρόμον διηνεκή καθ’ όλον το χρονικόν του έκπλου διάστημα, δονούμενα εκ του συνεχούς κρότου των τε ιδίων και των εχθρικών κανονιών». (Ορλάνδος).Στόν «Αχιλλέα» είχανε διορίσει το λοστρόμο Γιάννη Κοτρώνη και στον «Ποσειδώνα» τον Ανάργυρο Κουζούμη να στέκουνται σιμά στη μπαρουταποθήκη να τιναχτούν στον αγέρα αν τυχόν κατάφερνε ο οχτρός να τα πατήσει με ρεσάλτο.

Ο Μουλάς, ο καπετάνιος του «Ποσειδώνα»,τρόμαξε την αρμάδα με δυο νεροβάρελα. Τάδεσε στο μπομπρέσο και βλέποντας τα οι οχτροί δεν κοντοζύγωναν από φόβο μην τυχόν κ’είναι μπουρλότο. Μα κείνο που έσωσε τα δυο καράβια. στάθηκε κάτι αλλο, μια μεγάλη και γλήγορη γολέτα, «διευθυνομένη υπό τινός Οθωμανού πλοιάρχου»,όρμαγε ακατάπαυτα πάνω τους. Μα ξάφνου τυλίχτηκε μέσα σε φλόγες και καπνούς και σκόρπισε σε συντρίμμια. Απόρησαν Τούρκοι κ’ Έλληνες με τη συμφορά που τη βρήκε καθώς δε μπόραγαν να ξεκαθαρίσουν την αιτία.Ίσως να στέκεται σωστή η γνώμη του ναύαρχου Θεοφανίδη πώς θα χτυπήθηκε ψηλά από το Νιόκαστρο με μπάλα πού τρύπησε το πόντε της κ’ έφτασε στον τζεμπιχανέ της.Όποια κι αν στάθηκε η αφορμή, τ’αναπάντεχο κάψιμο της γολέτας γέμισε με τέτοιο φόβο τον οχτρό, που αποτραβήχτηκε μουδιασμένος αφήνοντας λεύτερο το πέρασμα στα δυο δικά μας πλεούμενα.

Όταν και το τελευταίο από τα καράβια μας είχε βγει πια από το λιμάνι ο «”Αρης» βρισκόταν πάντα αραγμένος σιμά στη Σφαχτηρία.Η πάσαρά του άδικα περίμενε στην ξηρά μήπως φανεί ο Τσαμαδός. Ήρθανε όμως ο καπετάνιος της «Αθήνας» Νικόλας Βότσης κι ο Δημήτρης Σαχτούρης που είτανε φρούραρχος στο Νιόκαστρο κ’ είχε περάσει κείνη τη μέρα στο νησί να το υπερασπίσει.

Να καρτερέψουν πιότερο δεν είταν βολετό, καθώς οι αραπάδες του Μπραΐμη πρόβαλαν στα

υψώματα, στ’ ανατολικό μέρος της Σφαχτηρίας, κι άρχισαν να τους χτυπάνε.Όταν ανέβηκαν οι δικοί μας στον «Άρη», ο Βότσης πήρε το κουμάντο κι ο Σαχτούρης μπήκε λοστρόμος. Πρόσταξαν να κόψουν τα γούμενα της άγκυρας και να καλάρουν πανιά. Σκαρφάλωσαν οι μαρινάροι μας στις σκαλιέρες και στις πασαδούρες να τ’ απλώσουν, μα οι οχτροί, που ροβόλησαν πια στ’ ακρογιάλι, ~·

άνοιξαν φωτιά σημαδεύοντας όσους ξεχώριζαν να παλεύουν με τα σκοινιά ψηλά στα ξάρτια. Ό Δημήτρης Νάντες κι ο Λάζαρος Πορδαλάς χτυπήθηκαν του θανατά,παράλυσαν τα χέρια τους, ανάγειραν και πέφτοντας με το κεφάλι κατά κάτω,τσακίστηκαν πάνω στην κουβέρτα περιχύνοντας την με τα μυαλά τους.

Δυο γνώμες ρίχτηκαν μπροστά. Αλλοι λέγανε πώς θάπρεπε να κοιτάξουν να βγουν αρμενίζοντας στα ρηχά, οπού δε μπορούσαν να φτάσουν οι φρεγάδες, κι άλλοι πάλι είχανε την ιδέα πως θάπρεπε να περάσουν από το μεγάλο άνοιγμα της μπασιάς, γιατί διαφορετικά κινδύνευαν να πέσουν σότο από αγέρα και τότες πάγαιναν χαμένοι. Πρόκριναν τη δεύτερη τούτη γνώμη πού μ’ αύτη τάχθηκαν κι ο Βότσης κι ο Σαχτούρης.

Ένας παπάς πού σώθηκε από τη Σφαχτηρία, πήρε από την κάμαρα την εικόνα της Παναγίας, την έστησε στον αργάτη κι άρχισε να ψέλνει παρακαλώντας να τους σώσει. Οι μαρινάροι την ασπάζονταν κ’ έδιναν στον ιερωμένο ό,τι μπόραγε ο καθένας,όπως τάξανε να τη χρυσώσουν αν σωθούν. Κάποιος απ’ όλους,αφού σταυροκοπήθηκε και τη φίλησε κι αυτός, την κοίταξε καλά και της λέει:

• Παναγιά μου, κοίτα να μας σώσεις γιατί αλλοιώς πας κ’ εσύ χαμένη.

Ευχήθηκαν καλή αντάμωση στον άλλονε κόσμο και τράβηξαν στα πόστα.Σε κάθε κανόνι τάχθηκαν τρεις ως τέσσερις κανονιέρηδες μ’ έναν αρχικανονιέρη. Βάλανε τις μίκες στις φάλιες,ανάψανε το λυχνάρι με το λάδι κ’ είχαν έτοιμες τις μακριές μίτζες για να πάρουνε φωτιά απ’ αυτό. Γύρω από τα δυο άλμπουρά του,το τριγκέτο και τη μετζάνα,στάθηκαν οχτώ ως δέκα μαρινάροι μ’ έναν οφικιάλο να δουλεύουν τα σκοινιά σύμφωνα με τα προστάγματα του λοστρόμου.

Ο Βότσης, ανεβασμένος στο κάσαρο, έδινε τη ρότα στους τιμονιέρηδες και κράταγε την τρομπαμαρίνα στο χέρι να προστάζει τις μανούβρες. Κείνη την ώρα κάποιος από τους μούτσους του καραβιού αρπάζει από το εικονοστάσι της κάμαρας τ’αναμμένο καντήλι και τρέχει να βάλει φωτιά στη μπαρουταποθήκη φωνάζοντας:

Τι τη θέμε πια τη ζωή αφού χάθηκε ό καπετάνιος μας!

Τον πρόλαβαν, τον έπιασαν και τον έδεσαν λογαριάζοντας πώς έχασε προς ώρας τα συλλογικά του.

Τον Μαυροκορδάτο τον κατεβάζουν στον κοραδούρο. «Είχε μετ’ αυτού έναν υπηρέτην μαύρον» γράφει ο ναύαρχος Θεοφανίδης «τον οποίον απέστελλε συνεχώς προς τον Βότσην δια να πληροφορήται τας λεπτομέρειας των συμβαινόντων κατά τας διαφόρους φάσεις της μάχης».

Με φόρτσα όλα τα πανιά, από τα μαγκιόρα ίσαμε τα ψηλά, βάλανε ολόισια πλώρη στη μπούκα του λιμανιού. Σα φτάσανε σ’ αυτή βρήκανε πήχτρα τα καράβια του οχτρού. Πρώτες ρίχτηκαν στον «Άρη» δυο μεγάλες φρεγάδες και δυο κορβέτες που κείνη την ώρα μπαίνανε στον κόρφο. Δέχτηκε τη φωτιά τους, μα κατάφερε να τους ξεγλυστρήσει. Μόλις έκανε να ξεμπουκάρει άρχισε να λιγο-

στεύει ο αγέρας. Λάσκα τα πανιά και μόλις προχώραγε.

Και την κρίσιμη στιγμή τον περιτριγυρίζουν πέντε μπρίκια του οχτρού. Χτυπιέται τώρα από παντού. Μπρος, πίσω, από τα πλάγια τον σίμωναν και του ευκαίρωναν τις μπαταριές τους.

0ι μπάλες και τα μισδράλια σφύριζαν ανάμεσα στα ξάρτια, κουρέλιαζαν τα πανιά, τσάκιζαν τις αντένες,τρύπαγαν τη σκάφη. Μα ο «Άρης» δε γονάτιζε.Τράβαγε αργά το δρόμο του σκορπώντας κι αυτός το θάνατο με τα δεκάξη κανόνια που ασταμάτητα δούλευαν. Μέσα στην πυρωμένη μπόρα, μαρινάροι και μαραγκοί αδιάκοπα ανεβοκατέβαιναν τις σκαλιέρες και τρέχανε στις πασαδούρες αλλού να πιάσουνε κάπως τα πανιά πού ξεσκίστηκαν κι άλλου να σιγουράρουν κάποια αντένα πού τσακίστηκε. Οι κανονιέρηδες, μαύροι από τον καπνό, τράβαγαν ακούραστα τα κανόνια πάνω στα λέτα, καθάριζαν με το πάνιστρο τις μπούκες,βάζανε τα φουσέκια και τις μπάλες και χώνανε τις σφήνες για να κανονίσουνε το τίρο. Κ’ είτανε τόσο μαστόροι σ’ όλ’ αυτά, πού άσφαλτη στεκόταν η φωτιά τους. Τόνα από τα μπρίκια του οχτρού «διελύθη υπό τα κτυπήματα ων βλημάτων του «Άρεως» ως να το διέλυον ξυλουργοί επιτηδειότατοι»(Θεοφανίδης). Αποτραβήχτηκε και σε λίγο βούλιαξε. Κάποιο άλλο έχασε τ’ άλμπουρο του κ’ έπαθε κι άλλες ζημιές κι αναγκάστηκε κι αυτό να πισωδρομήσει. Μπροστά στο στήθος που φανέρωνε κωλώνουνε και τ’ άλλα μπρίκια.

Δυο ώρες κιόλας χτύπαγε και χτυπιόταν. Τώρα αρμένιζε πια στο πέλαγος με ρότα περ όστρια. Για λίγο όλα γαλήνεψαν. Μα στεκόταν μονάχα ανασασμός.Του ρίχτηκαν δυο φρεγάδες. Μισή ώρα, από τις δυο μπάντες, του άδειαζαν τις μπαταρίες τους. Το πόντε του είχε γεμίσει από μισδράλια, πού καυτά είταν τα πάταγαν με τα γυμνά τους πόδια οι μαρινάροι μας και τσουρουφλίζονταν.Όταν οι φρεγάδες πια θάρρεψαν πώς το καταζάλισαν, μουράρησαν να το πάρουν με ρεσάλτο. Ο Βότσης, ορθός πάντα πάνω στο κάσαρο, βλέπει το κίνημά τους. Προστάζει δυο συντροφοναύτες να σταθούν με τις μπιστόλες τους στη μπαρουταποθήκη, που βρισκόταν κάτω από την κάμαρα, και να τραβήξουν μές στα όλα μόλις οι οχτροί θα πάταγαν το καράβι. Πρώτη σίμωσε η μεγαλύτερη από τις φρεγάδες. Στην κουβέρτα της στριμώχνονταν οι γκαλιοντζήδες με γυμνά τα γιαταγάνια τους και δίπλα τους ξεχώριζαν οι ευρωπαίοι οφικιάλοι. Το μπομπρέσο της στριφογύρισε πάνω από την πρύμη του «Άρη».

Αδέρφια! φωνάζει με την τρομπαμαρίνα ο Βότσης,έτοιμοι να τιναχτούμε στον αγέρα!

Κάτι Κασιώτες μαρινάροι, που με το στανιό δούλευαν στη φρεγάδα, άκουσαν την προσταγή του Βότση τό’πανε στα ρετζάλια κι αυτά στον καπετάνιο.Αποτραβήχτηκαν μεμιάς. Όρτσαρησε γυρεύοντας να τον βουλιάξει με τα τόπια.Μα μια πετυχημένη μπάλα μας της γκρεμίζει τον τρίγκο και την κάνει να παρατήσει τη μπατάγια.

Τούτο το συντρίμμι που είταν πια ο «Άρης» μανουβράριζε με τιμόνι. Μια μπάλα μονάχα νάπεφτε στ’ αμπάρια του οπού βρίσκονταν στοιβαγμένα τα βαρέλια με το μπαρούτι, οι κάσες με τα φουσέκια κ’ οι μπόμπες που κουβάλαγε θάφτανε να μη μείνει το πιο μικρό του κομματάκι. Κι όταν αποτραβήχτηκαν οι φρεγάδες,άνοιξε πόλεμο με κορβέτες,με γολέτες, με μπρίκια. Χτυπήθηκε με τριανταπέντε καράβια του οχτρού στη σειρά. Τούρκοι,Έλληνες, Ευρωπαίοι κοίταζαν κι απορούσαν. Έλεγαν πως τέτοιο κατόρθωμα δε ματαγίνηκε — ένα παλιοκάραβο να πολεμάει τόσες ώρες με μια ολόκληρη αρμάδα!Ο Μακρυγιάννης, που το Νιόκαστρο οπού βρισκόταν θαύμαζε κι αυτός βλέποντας το, γράφει: «Σώθηκαν με μεγάλο κίντυνο και μ’ απερίγραφτη γενναιότητα οπούδειξαν οι άνθρωποι του καραβιού.Άλλο ήταν να το γλέπει ο άνθρωπος κι άλλο να το λέγη».Άρχισε να βραδυάζει κι όλο κοβόταν ο αγέρας.Ο καπνός πια κατακάθιζε κι ο «Άρης» γλύστρησε σιγά μέσα σ’ αυτόν και χάθηκε. Σα βγήκε κουβάλαγε δυο σκοτωμένους,έξη λαβωμένους και μια αμάραντη δόξα. Την ίδια κείνη νύχτα ανταμώθηκαν με την αποδέλοιπη φλότα μας.

Ό «Άρης» στάθηκε το μόνο καράβι του μεγάλου για τη λευτεριά μας αγώνα που έζησε ίσαμε προχτές ακόμα.Όταν ξεκουμπίστηκαν οί Τούρκοι δυνάστες από τον τόπο μας,το κράτος δίκια τιμώντας το τ’ αγόρασε. Για έναν ολόκληρο σχεδόν αιώνα μ’ αυτόν κάνανε το εκπαιδευτικό τους ταξίδι οι Δόκιμοι του ναυτικού μας.Το 1921, στα εκατόχρονα του Εικοσιένα, το βούλιαξαν στο Σαρωνικό να ξεκουραστεί στο βυθό της θάλασσας για πάντα.

 

Από το βιβλίο “Κανάρης” του Δημήτρη Φωτιάδη σελ 329-333

έκδοση κοινοπρακτική των οίκων Βιβλιοεκδοτικής Εταιρεία Λογοτεχνικών Εκδόσεων Κέδρος  Αθήνα 196

Ο Ισοκράτης σχολιάζει

Αν δεν είναι αυτό θαύμα τότε τί είναι θαύμα;

Ο Ζουράρις διατείνεται ότι “το θαύμα δεν είναι κάποιο μαγικό γεγονός,έξω από την τάξη του κόσμου.Το Θαύμα,για μας,είναι μπολιασμένο στην φυσική ροή της ζωής μας και συμβαίνει κάθε φορά που σε κάποιον ξεχειλίζει η αγάπη για κάποιον ή για κάποιους”.

Ο Νικόλας Βότσης και οι συντροφοναύτες του όλοι μαζί ομοδοξούν κι ο καθένας επιμαρτυρεί!

Βρισκόμαστε στο 1825.Μήνας Απρίλιος και 26.Η Έξοδος του Άρεως είναι ο επίλογος της καταστροφής στη Σφακτηρία.Θ’ακολουθήσουν χρόνια δύσκολα και φοβερά.Θα ακολουθήσουν πολλές καταστροφές και ανάλογες έξοδοι!Μία απ’αυτές η Έξοδος του Μεσολογγίου δώδεκα μήνες αργότερα,πάλι μήνα Απρίλιο.Άλλη μία,εκατόν ένα χρόνια μετά.Το 1922!Ακόμα μία τον Απρίλιο του 1941 όπου οι Γερμανοί μπαίνουνε στην Αθήνα ενώ οι Έλληνες βγαίνουνε στο Βουνό.

Εκείνα,μεταξύ τόσων άλλων,που πρέπει να κρατήσουμε από τούτη την αφήγηση του Δ.Φωτιάδη είναι τρία πράγματα.

• Το ένα είναι ότι καπετάνιος του “Άρη” γίνεται ο καπετάνιος της “Αθηνάς”!!!Φαίνεται καθαρά λοιπόν ότι τον πόλεμο πρέπει να τον κυβερνάει η σοφία.

• Το άλλο είναι ότι ο “ξένος”καπετάνιος γίνεται αμέσως αποδεκτός και όλοι αφοσιώνονται στο έργο τους υπό τις δημοκρατικές διαταγές του!Συζητάνε!Μέσα στον χαμό,συζητάνε τί να κάνουνε και επιλέγουν ταχτική!Πιάνουν και δένουν τον μούτσο που πανικόβλητος “ελπίζει” στο χαμό αφού χάθηκε ο παλιός τους καπετάνιος.Θεωρούν δε ότι προς ώρας έχασε “τα συλλογικά του”!Προσέξτε,έχασε τα συλλογικά τους και όχι τα λογικά του!Είναι δε όλοι έτοιμοι,ομοφώνως,να τιναχτούν στον αέρα,άμα χρειαστεί.Ελευθερία ή Θάνατος,αλλά μάχονται προς ώρας για την Ελευθερία και μόνον όταν δεν υπάρχει άλλη λύση Ελευθερία και Θάνατος ταυτίζονται.Εκείνη την ύστατη ώρα όπου Ελευθερία και Θάνατος γίνονται ένα,ο εχθρός-κάθε είδους-κιοτεύει και η Ελευθερία επανέρχεται στη Ζωή.

• Τέλος,κάτι ακόμα που πρέπει να κρατήσουμε.Καπετάνιος και μαρινάροι έχουν στο νου και στα κορμιά τους “την τελευταία λέξη”της επιστήμη και της τέχνης της εποχής τους.Είναι σαν να έχουμε αφομοιώσει σήμερα την τελευταία λέξη της κβαντομηχανικής ή της νανοτεχνολογίας ή της πληροφορικής.Φανταστείτε!Μετά τις ταινίες του Χόλιγουντ για τους πειρατές είναι λίγο πιο εύκολο να φανταστούμε.Φανταστείτε,το πόντε,το κατάστρωμα του Άρη.Λογαριάστε πόσο δύσκολο είναι να στοχεύσουν και να κάνουν βολή δεκαέξι κανόνια μαζί ενώ το καράβι βάλλεται πανταχόθεν και φυσικά πλέει και κλυδωνίζεται!Σκεφτείτε πόσο δύσκολο είναι να κυβερνιέται ένα καράβι και ενώ οι μισοί ναύτες μάχονται οι άλλοι να κουλαντρίζουν τα πανιά,ο δε καπετιάνιος να διευθύνει τα πάντα.Μυαλά και ψυχές.

Λογαριάστε τί ευφυείς ανθρώπους,τί γενναίους και ψύχραιμους ανθρώπους χρειάζονταν

αυτά τα πλοία για να μπορούν να κάνουν όλα αυτά τα κατορθώματα.Λογαριάστε το επίπεδο

της συνεννόησης,της συνεργασίας,της αφοσίωσης,της εθελοντικής ελεύθερης πειθαρχίας

που είχαν κατακτήσει εκείνοι οι άνθρωποι.

 

Το ακρόπρωρο του “Άρη” βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο,στην Παλιά Βουλή.Σαν περνάτε από κει,μπείτε να προσκυνήσετε.

Εκεί βρίσκονται ήδη

αγέννητοι χιλιάδες…

άπλαστοι ακόμα ευλογούν

κι όλοι ακουμπάνε τα σπαθιά τους

στο σώμα του και τα λυγούν”.

 

Ο Ισοκράτης σας προτείνει και σας προτρέπει να διαβάσετε τον “Κανάρη” του Φωτιάδη.

Δεν είναι μόνο η λογοτεχνική αξία του.Η υπέροχη γλώσσα που μας φέρνει κοντά στη λαλιά των Ελλήνων του ’21,η ναυτική ορολογία της ίδιας εποχής με τις εξωτικές λέξεις:πόντε,μπομπρέσο,

τρίγκο,μετζάνα,μπατάγια,λέτα,κάσαρο κλπ.Είναι και η αδρή εξιστόριση όλου του κατά θάλασσαν Αγώνα δίχως τον οποίο Επανάσταση δεν θα υπήρχε.

Είναι καλό εκεί στα νησιά που λιαζόμαστε,τρώμε,πίνουμε και ίσως να ιστιοδρομούμε, ουριοδρομώντας ή όχι,να μπορούμε να πλέουμε ανάστροφα,όρτσα,στο χρόνο και να διδασκόμαστε.

Και αυτή τη φορά,η Ελλάδα και το μέλλον της,θα κριθούν στον “κατά θάλασσαν αγώνα”!

Από τον ρόλο που θα παίξουν στην οικονομία και στον πολιτισμό της χώρας μας τα νησιά,από κει θα κριθεί το μέλλον της.

Αυτό καταθέτει ένας πολίτης που επί τριάντα χρόνια ταξιδεύει ιν πούπα(με ούριο άνεμο) στην Άσπρη Θάλασσα και στον Πολιτισμό της!

25η Μαρτίου 2010 Θησείο

Η Έξοδος του Άρεως.jpg

Σημείωση της 26ης Μαρτίου:

Αν όντως “οι Έλληνες γεννιώνταν και δεν γίνονταν ποτέ” τότε δεν θα είχαν καμία αξία.Θα ήταν μια κατάσταση αναγκαστική.Θα ήταν Έλληνες επειδή έτυχε και επειδή αναγκάστηκαν.Προσωπικά θεωρώ ότι όσοι γεννηθήκανε Έλληνες πρέπει να καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια να παραμείνουν Έλληνες και άνθρωποι και να μην γίνουν …βατραχάνθρωποι.Επίσης πιστεύω ότι ο άνθρωπος γεννιέται άνθρωπος κι αν θέλει να κυλιέται στις λάσπες γίνεται βατραχάνθρωπος.Στην ολέθρια περίπτωση που οι Έλληνες γεννιώνται,πρέπει να επισημάνουμε ότι καμπόσοι απ’αυτούς γεννιώνται από Αρβανίτες.Οι Σουλιώτες,οι Υδραίοι,οι Σπετσιώτες,οι μαχητές του Καραϊσκάκη,οι σύντροφοι του Μακρυγιάννη στην Ακρόπολη και πολλοί άλλοι είναι μόνο μερικοί από αυτούς.

Σε κάποια αναλογία,η οποία ακόμα δεν έχει υπολογισθεί,οι Αρβανίτες γεννούν και τους Σκιπετάριδες.Ήγουν αυτούς που οι βατραχάνθρωποι ονομάζουν Αλβανούς.Τους “Αλβανούς”δεν τους γεννά κανένας.“Αλβανοί”γίνονται οι Σκιπετάριδες απ’την ανάγκη που τους κάνει να κρούουν “ξένες”θύρες.Γίνονται όμως και οι Έλληνες εκείνοι που δεν θέλουν να είναι βατραχάνρωποι και προτιμάνε από αλληλεγγύη να είναι “Αλβανοί”.Στο δίλλημα “Αλβανός ή βατραχάνθρωπος”η απάντηση είναι “Ελευθερία ή Θάνατος”!

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here