Οἱ κωδικοὶ τῶν δικτύων

1
105

πὸ ὁρισμένη ποψη πικοινωνία μεταξτν νθρώπων πυκνώνει, στς μέρες μας. περύτερη θέαση, μως, λέξη «πικοινωνία» κινδυνεύει νχάνει τκατ’ ξοχν νόημά της.

Κινδυνεύει δηλαδνσυστέλλεται σ νταλλαγπληροφορινφήνοντας τσι ξω π’ ατς ταθεντικβιωματικό της φορτίο.

Θμποροσε βέβαια νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι, κάτω π’ τν οραν τν νέων δικτύων, εναι πρωτίστως (δι)νθρώπινος λόγος – καδὴ ὁ γραπτός – ατς ποὺ ἀναβαπτίζεται.

Καθά ’τανε πράγματι μιὰ ὡραία λπίδα τούτη.

Πρν μως σπεύσουμε νεπιστήσουμε, ς παρατηρήσουμε πόσο ολέξεις μειώνονται, ρυθμός τους κπίπτει, οἱ ἐκφράσεις τραχύνονται.

Θά ’τανε – ναί – μιὰ ὡραία λπίδα ν’ ρκοσε μιὰ ἐπιστημονικὴ ἐπιτυχία προκειμένου, μαζί της, καιρς νὰ ἀνεβαίνει. Τεχνικὴ ὡστόσο οδέποτε προσκομίζει ξία, πμόνη της: Τν ξία τν εσφέρει τὸ ἡγούμενο Νόημα. Κι ν τυχν ατὸ ἀτροφε, τότε κανένα πιστημονικκεκτημένο δν κατορθώνει νπληρώσει τς ζως τν πόρηση.

Ἡ ἐπιστημονικπρόοδος, τότε, πομένει να πουκάμισο δειανντελς πσάρκα κι παμα.

Γιντπομε διαφορετικά: να «ραβδάκι» «μαγικ» κουμπάει τὰ ἀγαθκαττρέπει σέ… κάρβουνα.

(Τούτη εναι λλωστε εκόνα ποὺ ἀφηγεται, πέρα ς πέρα, τὰ ἐπίκαιρα γύρω μας δρώμενα.)

ποτελεῖ ἕνα χαρακτηριστικό, περατο, παράδειγμα ἡ ἐξέλιξη πδιαδικτύου τοῦ ἐν γένει δημοσίου διαλόγου.

δυνητικσυμμετοχὴ ὅλων νοιγε, πετίθετο, τπλαίσιο τν εκαιριν στό… πειρο, κι ποσχόταν μι πολλαπλότητα μὲ ἐνδιαφέρον καταπαύστως νανεούμενο.

Στν πράξη στόσο δν ργησε διόλου νδιαπιστωθεῖ ὅτι καθολική, ατή, συμμετοχδν ταν τθριαμβικπλεονέκτημα, ταν σα σα τσυντριπτικ μειονέκτημα τοκαινοτόμου συστήματος: Στπλαίσιά της, πέβαινε ναπόφευκτο διάλογος νκατακρημνίζεται στν «κατώτερο κοινπαρονομαστή» – ἡ ὅλη νταλλαγή, δηλαδή, νὰ ὑποστρέφεται στραπιαα σ μιὰ ἀρένα λοένα (ποιά πρόοδος;) πρωτογονέστερων ντεγκλήσεων.

Θμποροσαν μήπως τγεγονότα νὰ ἐξελίσσονταν διαφορετικά; Θμποροσαν. πτν προϋπόθεση μως τι θικπρόοδος δν θὰ ἐξακολουθοσε νὰ ὑπολείπεται τς τεχνικς.

Θμποροσαν δηλαδή, λλμόνο κάτω π’ τν ρίζοντα νς λως λλου Πολιτισμο.

πτς παρούσης συγκυρίας, πότε, τ«μέσα κοινωνικς δικτύωσης» συνεχίζουν νὰ ἀποτελον τν νδεικτικώτερο, πλς, καθρέφτη τν ν σχύει πολιτιστικν δεδομένων.

Μμόνη διαίτερη λειτουργία τν πίταση τν διων, κείνων, γνωρισμάτων τὰ ὁποα πιστοποιομε καὶ ὁπουδήποτε λλο.

Βασικώτερο νάμεσά τους, πόσυρση τολόγουπτπεδίο τς δημόσιας ζως: βάναυσηκφραση ποψης, ἡ ὑποστροφτς ντίρρησης σβρυχηθμό, κατάπτωση τς συνομιλίας σσυμπλοκή.

διαστρέρβλωση, ν τέλει, τς ντάμωσης στννθρωποφαγία.

«Γιατί τόση βία στδιαδίκτυο;» θ’ ναρωτηθεῖ ὁ καθένας ποθκοιτάξει τδρώμενα νηφάλια. Ἡ ἀπάντηση σφαλς κρύβεται κάτω π’ τν πιμελέστατη διακόσμηση («design») τν πιφαινομένων τς παρούσας συνθήκης: Φυλάσσεται στχαίνοντα χάσματα τς νεστσας κατανοήσεως τοβίου. Μόνο πού, τχάσματα ατά, δν μπορενπληρώσει ποιοδήποτε (δυοφυς πινοημένο, στω) Μέσον: Θὰ ἀξιωνόταν νλύσει τπρόβλημα μόνο νας λλος Σκοπός.

Στπεδίο τν σκοπν, στόσο, ζωτν νθρώπων ποιασδήποτε ποχς βρίσκεται ποτεθειμένη στχέρια τν διανοουμένων της. Δν χουμε, τυχς, ν περιμένουμε καμμιὰ ἀπολύτως λλαγτν ρων χρήσης ατοτοπολύτιμου γαθο, ποθγινόταν νεναι τΣύγχρονα Μέσα, νόσῳ ὁ βαθύτερος πνευματικς πυρήνας τοπολιτισμοποτμορφοποιεπαραμένει τκενό. Δηλαδή, παραμένει ἡ ἄρνηση. Κατβάθος, παραμένει δαιμονισμός.

(ξίζει νθυμόμαστε, συναφς πρς τπροηγούμενα, τν πόφανση το«κορυφαίου», καττν πρΧάντιγκτον ποχή, μερινανο-πολωνοστρατηγικοῦ ἀναλυτΣμπίγκνιουφ Μπρεζίνσκυ, καταγεγραμμένη στβιβλίο του «μεγάλη Σκακιέρα»: Τδυτικό – ννοοσε, τμεταχριστιανικό – πρότυπο ζως θὰ ἐπικρατήσει, χωρς μφιβολία, π’ κρου σ’ κρο της γς πειδὴ ἔχει στν πηρεσία του δύοκαταμάχητα πλα. Τὸ ἕνα, π’ τ δύο ατά, εναι διάδοση τν ΜΜΕ!

ταν σίγουρος ραγε, Μπρεζίνσκυ, τι σύσσωμα τμέσα τοτα θὰ ὑποστήριζαν τσυγκεκριμένο πρότυπο; Ναί! Κι ατὸ ἐπειδὴ ἦταν, πρώτιστα, σίγουρος γικάτι εσέτι βασικώτερο: τι γουμένη φιλοσοφίαρίζει τπνεμα τς κάθε ποχς – κι τι ἡ ἐπιδότηση νς πονοηματοδοτημένου «νοήματος» θπαρέμενε, ως περάτων τοχρόνου, ἡ ἀμετανόητη πιλογτν λκίμων φιλοσόφων τν Νέων τούτων Καιρν. ρα, κατν σύνολων λαν.)

Κι εναι βέβαια κρμα. Καμμιπροηγούμενη ποχδν εχε τόσο πλεονεκτικὰ ἐργαλεα, στδιάθεσή της, προκειμένου νκαλύψει τς πραγματικές της νάγκες. λλκακαμμιπροηγούμενη ποχδν πέβαινε τόσο ατοκαταστροφικὴ ὅσον φορτν ξιοποίηση τν κρισίμων εκαιριν της.

Δν πάρχει μάλιστα νδεικτικώτερη περιοχή, γιτν ριστικοποίηση νς τέτοιου πορίσματος, πὸ ὅσο τπεδίο τς Τέχνης: Οδέποτε παλαιότερα οἱ ἔνοικοι ατοτοπλανήτη εχαμε εκολώτερη πρόσβαση στκορυφαα πιτεύγματα, π.χ., τς ζωγραφικς τς μουσικς μας ποποιίας. Πρόκειται – καὶ ὅμως – γιτν δια κριβς ποχστν ποία κάθε ασθηση ραιότηταςν χάνεται, πλς) σοπεδώνεται: Στν «καλύτερη» μάλιστα περίπτωση, ν νόματι – λης κι λης – μις «βάσταχτης λαφρότητος» ραιοπάθειας.

Πς λλις, ν τέλει, ταν τπρτο-πρτο φαινόμενο ποδιαπιστώνουμε μέσα στνέα επικράτεια εναι ἡ ἀντικατάσταση κάθε θαυμασμοῦ ἀπτν ατοθαυμασμό…

Στν πυρήνα τοθέματος: Τὸ ἀληθινμήνυμα τν νέων τεχνολογιν εναι τπολύτως ντίθετοπατποοχρστες τους (κπαιδευτήκαμε νά) καταλαβαίνουμε: να νέο παιδποκαρφώνει τσκέψη του στν θόνη π.χ. τς κινητς συσκευς του, κατβάθος, παληθεύει θεαματικτν πανάρχαια βεβαιότητα λων νεξαιρέτως τν πνευματικν παραδόσεων τι ὁ ἄνθρωπος χει δυνατότητα νσυγκεντρωθεῖ ὁλόκληρος σὲ ἕνα μόνο σημεο τοῦ ἑαυτοτου (καθώς, στν περαντοσύνη τοῦ ἑαυτοτου συγκεντρώνεται κατ’ οσίαν κι χειριστς ψηφιακν ργαλείων) καστσημεο ατνὰ ἔχει, ν τέλει, συγκεφαλαιώσει τπν.

Μς περιστοιχίζει, λοιπόν, μιὰ ἐξέλιξη ποδικαιώνει, σα σα, τν ναγωγτονοήματος τς φύσης πολπέρα πό, τούτη, τφύση. Τὰ ἴδια (!) ατμέσα – καὶ ὅμως – δοποχρησιμοποιονται τσι στε νὰ ἐκκενώνουν πκάθε ζητούμενο τς ζως τν νθρώπων τος ποίους… ξυπηρετον.

Γι μιὰ ἀκόμα φορ μέσα στν στορία – σως κιόλας τν σχατη – οκάτοικοι τς παρούσης ερουσαλμπαληθεύουμε τι ποτε «τυχν» ρχόμαστε στν αυτό μας, πτότε μόνο καμετὰ ἀρχίζουμε νὰ ἐννοομε ,τι κάνουμε…

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Πειραϊκή Εκκλησία”, τχ 306 (Σεπτέμβριος 2018) με αφιέρωμα στα «Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης».

Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας έργο του Kωνσταντίνου Ξενάκη. 

πηγή ψηφιακού κειμένου: Aντίφωνο

1 σχόλιο

  1. Οσάκις συναπαντώ, αραιά καί πού, συνήθως σέ άρθρα ή σχόλια τού “Αντίφωνου”, τό όνομα Γεώργιος Καστρινάκης, σχεδόν αυτόματα τό συναρτώ (μιά που δέν τόν γνωρίζω, ή, ενδεχομένως μόνο κατ’ όψιν – μήπως από συμμετοχή σέ κάποιες διαλέξεις/συζητήσεις που διοργάνωνε παλαιότερα τό “Αντίφωνο” στήν Αίθουσα τών ΟΧΕ; μπορεί όμως καί νά κάνω λάθος) μ’ έναν βαθειά στελεχωμένο, αλλά χαμηλών τόνων, ευγενικό καί μέ λεπτές “αποχρώσεις” καλλιεργημένο άνθρωπο, μέ διακριτό, ρέοντα, καλλιεπή αλλά καί δωρικά επακριβή ανατέμνοντα λόγο, μακρυά από φωνασκίες, ιδεοληψίες καί δογματισμούς. Καί τοποθετώ τό “στίγμα” του κάπου μέσα στίς φιλοσοφικο-κοινωνιοκεντρικο-θεολογικές “συντεταγμένες”, μέ έντονο καί τό εικαστικό στοιχείο στήν περίπτωσή του.

    Καί τό θέμα που πραγματεύεται τό συγκεκριμένο άρθρο του, καί ο “τρόπος” που τό αναλύει, καί τά όσα υποστηρίζει, “εμπίπτουν” καί εντάσσονται πλήρως στίς ως άνω προδιαγραφές του, τής προσωπικής μου, έστω, αντίληψης, που ενισχύεται απόλυτα μέ τά γραφόμενά του.

    Θά μπορέσω, άραγε, ν’ ανταποκριθώ στό πειστικό καί μειλήχια ευθύβολο “ύφος” του, διατυπώνοντας κάποιες αποκλίνουσες στήν ουσία τους εκτιμήσεις, χωρίς αυτό νά θεωρηθεί αντίρρηση ή αντιπαλότητα πρός όσα καταθέτει, θέλοντας, απλά, νά δώ τά ίδια πράγματα – που γίνανε προβλήματα – από άλλη οπτική γωνία ; Θά τό αποτολμήσω, μέ τά πενιχρά εκφραστικά μου μέσα, καί συγχωρείστε με άν κριθώ ανεπαρκής.

    Γιατί, λοιπον, νά είμαστε τόσο έντονα απαισιόδοξοι ως πρός τήν νεωτερικότητα τής “επικοινωνιακότητας” – που φτάνει στό νά προλέγεται (ή νά φοβείται ως επερχόμενη) ακόμα καί η εσχατιά τής Ιστορίας ; Καί γιατί νά βλέπουμε έντονα κριτικά, τά καινοφανή καί διαρκώς εξελισσόμενα τεχνολογικά “εργαλεία” σάν προκαλούντα – ή, έστω, επί τό ακριβέστερον, ευνοούντα – τήν στροφή πρός τήν ατομοκεντρικότητα, που καταλύει τήν επικοινωνία ;

    Θέλοντας νά μήν υπερβάλω στήν κρίση μου, θά παραδεχθώ οτι ο αρθρογράφος είναι πολύ προσεκτικός καί μετρημένος, μή θέλοντας νά “δαιμονοποιήσει” τήν πρόοδο τών μέσων, καί “ισορροπών” μεταξύ τών “καλών” δυνατοτήτων καί τών “κακών” αποτελεσμάτων, τού εκπεσμού καί τής ατροφίας τού ηγούμενου Νοήματος.

    Όμως, όχι “πουκάμισο αδειανό εντελώς από σάρκα κι’ από αίμα”. Ίδια όπως κρίνουμε ένα μισο-άδειο ή μισο-γεμάτο ποτήρι, εδώ έχουμε νά κάνουμε μ’ ένα εν δυνάμει μετάξινο ενδύτη, που μπορεί νά “χωρέσει” καί νά περιβάλει ό, τι τά φωτισμένα πνεύματα τών καιρών μας – εξέλιπαν ( ; ) – θά μάς χαρίσουν, μέσα απ’ τόν σάρκινο κάματο καί τό αιμάτινο στάλαγμα τής ικμάδας τους, σέ μιά οιονεί αναβίωση τού έργου τών πρώτων “διδαξάντων” Αποστόλων (δέν φαντάζομαι νά πιστεύετε οτι οι τότε “καιροί” δέν ήταν τό ίδιο ή καί χειρότερα “ού μενετοί’ από τούς σύγχρονους), στό άκοπο, πλέον, καί οικουμενικό βεληνεκές τους, μιά νεο-τροφία Νοήματος ικανού ν’ αποσοβήσει τήν “εσχατιά τής Ιστορίας”. Καί γιατί νά μήν παραλληλίσουμε – πώ, πώ, τί φοβερή ασέβεια θά μού καταλογίσετε τώρα – τήν τότε επισυμβάσα “επιφοίτηση” πνεύματος, που ήταν καί Χάρις αλλά καί Γνώση, γνώση που δέν τήν είχαν μέχρι τότε, ακόμα καί τών γλωσσών τών ανθρώπων, σάν μιά προέκταση (extrapolation) σέ παρόντα χρόνο – καί στά πλαίσια μιάς εντεταλμένης καί σοβούσας “συν-Δημιουργίας” ημών τών Κτιστών “καθ’ ομοίωσιν” πρός καί μαζί μέ τόν Άκτιστο Κτίστη μας -, γιατί νά μή δούμε “έτσι” τήν ακατάληπτα εκρηκτική (ακριβώς όπως καί τότε) εξάπλωσή της ; Καί γιατί νά “δαιμονοποιήσουμε” τούς κινούντες τά νήματα αυτής τής νεωτερικότητας, γιατί νά τούς στερήσουμε A PRIORI τήν έστω πολύ μικρή πιθανότητα, ή ακόμα καί τήν υποψία, οτι, ενδεχομένως, καί ασυνειδήτως ίσως, μπορεί καί νά “εντάσσονται” στό σχέδιο μιάς Άκτιστης Λογικής, που, από τά λίγα που κατανοούμε, μάλλον δέν “συντάσσεται” μ’ ένα τέλος τής Ιστορίας, τουλάχιστον σέ χρόνο ανθρώπινο ; “Χάσαμε τόν πόλεμο” χωρίς κάν νά προσπαθήσουμε, παραδοθήκαμε χωρίς νά “πολεμήσουμε”, δεχθήκαμε τό Κακό αυτο-παραιτούμενοι από τίς αντιστάσεις μας ; – ή μήπως δέν τίς είχαμε ποτέ, καί ήταν, άραγε, οι χιλιετίες τού “Χριστιανισμού” μας (είτε σάν Θρησκεία, είτε σάν Εκκλησία, κατά τόν φίλτατο κ. Γιανναρά) αυτό τούτο τό “άδειο πουκάμισο” που βιαστήκαμε νά τό αδειάσουμε, χωρίς μάλιστα νά ψάξουμε νά βρούμε μέ τί τό νεωτερικό, αλλά πάλι πανανθρώπινο, θά μπορούσαμε νά τό γεμίσουμε ;

    Θυμάμαι τόν αξέχαστο Μέντορά μας + Νίκο Νησιώτη νά μιλάει – στήν ίδια αυτή Αίθουσα που ανέφερα στήν εισαγωγή – σέ μάς τούς μικρότερους φίλους του, θετικών, ως επί τό πλείστον, σπουδαστικών κατευθύνσεων, καί νά συντάσσεται θετικά, υπερθεματίζοντας μάλιστα, στίς τότε (πρίν από πενήντα τόσα χρόνια) καλπάζουσες Ιατρικές καί Βιολογικές εξελίξεις καί “αποκρυπτογραφήσεις”, αντίστοιχες, ίσως, καί προδρομικές τής προόδου καί τών Τεχνολογικών Επιστημών αργότερα, τονίζοντας περισσότερο τίς θετικές γιά τόν άνθρωπο προοπτικές εκ τής “συν-Δημιουργίας” καί τής “κατακυρίευσης” διά τών ευκαιριών τού Καλού, ώστε νά μήν “κάνουν πίσω” οι ευκαιρίες αυτές λόγω τής εγγενούς
    ( ; ) δράσης τού κακού.

    Καί έρχομαι τώρα στό “πρακτέον” – καί συγχωρείστε μου τό παιδαριώδες τής πρότασης εν προκειμένω. Επιτρέψτε μου νά τό θεωρήσω μέσα στήν μικρή, ατομική μου σφαίρα, ίδια όπως καί ο καθένας μπορεί νά τό κάνει στήν δικιά του.

    Τήν άλλη φορά λοιπόν, που θά συναντήσω τίς εγγονούλες μου, αντί νά τούς “γκρινιάσω” γιά τήν υπερβολική προσήλωσή τους στό tablet τους, θά τίς καθίσω στόν “παραμυθοκαναπέ” μας, θά τραβήξω τό tablet στά γόνατά μου, καί θ’ ασχοληθώ μαζί τους όλην τήν ημέρα – ούτε σχολείο δέν θά τίς αφήσω νά πάνε, έτσι σπάνια που τίς βλέπω -, “μαθαίνοντάς” τες, όσο χωράει τό κεφαλάκι τους, πώς νά χωρίζουν τήν ήρα από τό στάρι, πώς ν’ απαντάνε στά γραπτά bullying, όταν τά δέχονται, πώς νά ψάχνουν καί νά βρίσκουν μέσα απ’ αυτό τά ωραία αυτού τού κόσμου, πώς ν’ ακούνε μουσικές, ψαλμούς, τραγούδια στίς χώρες καί στίς γλώσσες τών θείων τους καί τών ξαδελφιών τους, μακρυά σέ Δύση κι’ Ανατολή, πώς ν’ ανακαλύπτουν τίς τέχνες, τήν Τέχνη καί τίς Επιστήμες, κι’ άς μήν τά καταλαβαίνουν ακόμα, τουλάχιστον νά σπείρει κανείς – θέλει αφοσίωση καί χρόνο, όσο τότε που οι άνθρωποι δέν είχαν νά “μάθουν” τόσο πολλά, αλλά τώρα δέν έχουν χρόνο ούτε γιά νά μάθουν νά ζούν.

    Αλλ’ επειδή δέν θά’ χω τήν υπομονή καί τήν επιλογή τής θέλησης νά τά κάνω όλ’ αυτά μέ τήν επανάληψη καί τήν επιμονή που χρειάζεται, κι’ επειδή κι’ οι γονείς τους θά’ χουν όλο καί λιγότερο χρόνο γιά νά κάνουν κι’ αυτοί τ’ ανάλογα, κι’ επειδή άλλες άπειρες χιλιάδες παππούδες, γιαγιάδες καί γονείς, απανταχού τού “όπου Γής Πατρίς” θά έχουν τά ίδια ελλείμματα, φτάνουμε νά βλέπουμε, συλλογικά πλέον, τούς εν δυνάμει μετάξινους ενδύτες τής οικουμενικής πιά διάχυσης τής Γνώσης (τού Θείου Σχεδίου ; ) σάν “άδεια πουκάμισα” τής ατροφίας τού ηγούμενου Νοήματος, που αυτό μάς μένει νά κάνουμε, νά τό θρέψουμε καί νά τό μεταλαμπαδεύσουμε.

    Μέ συγχωρείτε γιά τήν πολυλογία μου – γι’ αυτό εκτιμώ πολύ τό δωρικό, κοφτερό “ύφος” τού αρθρογράφου, που τόν ευχαριστώ ιδιαίτερα γιά τό θέμα που πραγματεύτηκε.

    Put the blame on me, άν δέν συμφωνήσετε !

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here