Οι Ωραίες Γραίες

0
517

Ο Ισοκράτης…μυθο-λογεί

Ο Περσέας έκανε την αποκοτιά. Νέο παιδί ήταν,έφηβος. Κοκορεύτηκε,στο συμπόσιο,ότι θα του χαρίσει το κεφάλι της Μέδουσας! Από βασιλική γενιά κι αυτός πώς να εμφανιστεί μ’ένα συνηθισμένο δώρο-ένα άλογο- στη γιορτή του βασιλιά της Σερίφου Πολύδεκτου;
Από τη μητέρα του-τη Δανάη-κράταγε από τον βασιλιά του Άργους Ακρίσιο.
Όσο για τον πατέρα τί να πούμε…ο ίδιος ο Ζευς και μάλιστα στη χρυσή του εκδοχή.
Είπε ό,τι είπε-άκριτα- εκείνο το βράδυ στο συμπόσιο ο Περσέας και ο Πολύδεκτος το έδεσε κόμπο:
-Θέλω το κεφάλι της Μέδουσας. Να κρατήσεις τον λόγο σου. Έκατσε το παλληκάρι στην άκρη του βράχου,κοντά στη θάλασσα,και σκεφτόταν.
Τήραγε πέρα. Κατά το νοτιά. Στη Σίφνο,τον υπήνεμο κόλπο της Χερρονήσου,τον κάβο του Αγίου Φιλίππου.Μαύρη απελπισία το είχε καταλάβει και ιδέα δεν είχε για το πώς θα γλιτώσει από το λάθος του αλλά και από τον τύραννο βασιλιά. Η πρόθεσή του να τον εξοντώσει ήταν πλέον προφανής.
Η τραγικότητα της ψυχολογικής κατάστασης του Περσέα μόνο μ’εκείνη κάποιου που χρωστάει στις τράπεζες μπορεί να συγκριθεί ή μ’εκείνη των Ελλήνων που χρωστάνε στους «εταίρους» και στο ΔΝΤ!
Εκεί λοιπονά που καθότανε σκεφτικός σαν τον κότσυφα- «τον Σταύρο και κυρ Σταύρο και αφέντη τσουτσουλομίτη»-του Σαββόπουλου,νάσου και φτάνει ο Ερμής.
-Για να κάνεις τη δουλειά,λέει,πρέπει να έχεις τα κατάλληλα εργαλεία. Κι αυτά μόνο οι «Ωραίες Γραίες» τα κατέχουν! Πρέπει να πας,να τις βρεις και…να τα πάρεις. Και επειδή μάλλον δεν θα σου τα δώσουν με τη θέλησή τους…ε τότε πρέπει να τα κλέψεις!
Ο Ερμής,όπως θα κάνει κι αργότερα και με τον Οδυσσέα στο παλάτι της Κίρκης,έκανε καλή δουλειά.
Έλαμψε το πρόσωπο του Περσέα,σηκώθηκε όλο φούργια και άρχισε να καταπιάνεται με το εγχείρημα.

Οι Ωραίες Γραίες ήταν κόρες του Φόρκυνος και της Κητούς. Ο Φόρκυς και η Κητώ δεν ήταν μόνο ανδρόγυνο ήταν και αδέλφια. Έτσι,δεν είχαν μεγαλύτερα προβλήματα με τα πεθερικά τους από εκείνα που έχουν συνήθως οι Έλληνες με τους γονείς τους.
Ο Πόντος και η Γαία ήταν οι γονείς τους και κατ’άλλους ο Ωκεανός και η Τηθύς.
Αδέλφια τους  ήταν ο Νηρέας,ο Πρωτέας,το Θαύμα και η Ευρυβία!
Με τέτοιο σόι εύκολα καταλαβαίνει κανείς τι θα ήταν τα παιδιά.
«Κοριτσοβιομήχανος» ο Φόρκυς έκανε έξι κόρες και κανέναν γυιο!
Οι τρεις ήταν οι Γοργόνες και τα ονόματά τους ήταν Μέδουσα-Ευρυάλη-Σθενώ.
Οι τρεις ήταν οι Ωραίες Γραίες και τα ονόματά τους ήταν Παμφειδώ-Ενυώ-Δειρώ.
Ονομάστηκαν έτσι γιατί είχαν,λέει,από τότε που γεννήθηκαν,άσπρα-κάτασπρα μαλλιά!
Αν και ήταν όμως…κομικά προικισμένες στερούνταν άλλα,χρήσιμα πράγματα.
Είχαν,λέει, ένα μάτι(«ένα μάτι σαν αχάτη») και ένα δόντι!!! Και οι τρεις!!!
Τα χρησιμοποιούσαν δε εκ περιτροπής προσέχοντας πάντα να έχει η κάθε μία και το μάτι και το δόντι. Αυτό σημαίνει ότι μία μόνο κάθε φορά έβλεπε και δάγκωνε. Οι άλλες ούτε μπορούσαν να δούνε ό,τι έβλεπε η μία ούτε μπορούσαν να δαγκώσουν ό,τι δάγκωνε! Δεν μπορούσαν να δουν ό,τι δάγκωνε ούτε μπορούσαν να δαγκώσουν ό,τι έβλεπε.
Φυσικά,καταλαβαίνει κανείς εύκολα,τι θα συνέβαινε αν κάποια είχε το δόντι και δεν είχε το μάτι.
Θα μπορούσε να δαγκώσει ό,τι  δεν μπορούσε να δει. Ενώ εκείνη που θα είχε το μάτι και όχι το δόντι,θα μπορούσε να δει ό,τι δεν θα μπορούσε να δαγκώσει.
Φρόντιζαν λοιπόν να αλλάζουν με τάξη και προσοχή το μάτι και το δόντι…φρόντιζαν να είναι δίκαιες!
Βέβαια δεν είναι σαφές πώς γινότανε η αλλαγή. Αφού η μία έβγαζε και το μάτι και το δόντι για να τα δώσει πώς έβλεπε σε ποια τα δίνει; Και εκείνη που τα έπαιρνε πώς έβλεπε από ποια να τα πάρει;
Θα πρέπει να μαζεύονταν και οι τρεις μαζί και αγγίζοντας η μια την άλλη να μεταβίβαζαν τα…ζωτικά όργανα της δυστυχίας τους.
«Φειδώ»,λένε τα λεξικά,σημαίνει…πρόνοια,φροντίς,ευσπλαχνία. «Παμφειδώ»,θα μπορούσαμε να πούμε ότι σημαίνει-σε ελεύθερη και υπερεαλιστική μετάφραση και αν δεν έχει αντίρρηση ο αγαπητός κ.Μπαμπινιώτης-…. «Παν-ευσπλαχνία»… «παμφροντίδα»,τέτοιες που μόνο στον σερ Βασίλειο Μαρκεζίνη συναντά κανείς σήμερα αφού αντί να πάει για ψάρεμα,τώρα που πήρε σύνταξη από την Γηραιά Αλβιώνα,ασχολείται με μας και μας φροντίζει με κάθε ευσπλαχνία.
«Ενυώς»,λέει η Βικιπαίδεια,σημαίνει τρόμος. Τρόμος σαν κι αυτός που με καταλαμβάνει όταν-κάθε Κυριακή- διαβάζω στις επιφυλλίδες τον καταγγελτικό λόγο του κ.Χρήστου Γιανναρά.
«Δειράς-δος» πάλι σημαίνει,κατά τον Hofman, «λόφος,ράχη βουνού» και «δειραίος-α-ον» σημαίνει «ο έχων πολλάς δειράς». Αν όντως η λέξη «Δειρώ» προέρχεται από τη λέξη «η δειράς» και όχι από τη λέξη «η δείρα=τράχηλος,διαίρεσις» τότε μάλλον σημαίνει «την έχουσα πολλές ράχες και λόφους και βουνά».
Κάτι δηλαδή σαν τον φιλόσοφο λόγο και την περίπλοκη σκέψη του κ.Στέλιου Ράμφου.
Για να μην τα πολυλογώ,μέρα που είναι,εκεί που κάθουνταν οι Γραίες και γηροκομιόντουσαν εν αλλάξ και εκ περιτροπής,εμφανίζεται ο Περσέας.
Καθώς ήταν καλά δασκαλεμένος από τον Ερμή-τον Κερδώο- παραφυλάει και την ώρα που έδινε η μία στην άλλη τα σύνεργα-το μάτι και το δόντι-τούς τα κλέβει! Κι όχι μόνο αυτό. Αρχίζει και τα παζάρια μαζί τους.
«Να σας τα δώσω πίσω αλλά εσείς τί θα μου δώσετε;»
Τί να κάνουμε οι Γριούλες,τού δώσανε ό,τι ζητούσε.
Ήγουν:
-Την κυνήν του Άδου! Μια περικεφαλαία,λέει,που όποιος τη φόραγε γινότανε αόρατος. Τη φόραγε η Ενυώ και το Πρόσωπο γινότανε αόρατο όπως και ο φιλοσοφικός και θεολογικός λόγος που κάποτε αγαπήσαμε.
-Τα πτερωτά σανδάλια! Όποιος τα φορούσε πέταγε. Ήταν τα αγαπημένα της Παμφειδούς. Τα φορούσε κάθε λίγο και λιγάκι για να πετάει από τ’ ανάκτορα του Μπάκιγχαμ στα στούντιο των καναλιών και στις αίθουσες διαλέξεων τις απανταχού στην Ελλάδα. Πέταγε κι απ’τη χαρά όταν έφερνε στον νου της τον…Νταβούτογλου! Γεροντοκαψούρα μεγάλη να’ούμε. Καμιά φορά λυπότανε την Ενυώ,που ήταν κι αυτή οπαδός του Νταβούτογλου,και την άφηνε να τα φοράει όταν έκανε ντιλίβερι το βιβλίο του σε όλα τα ελληνικά σπίτια. Φρονούσε η Ενυώ ότι έπρεπε να το διαβάσουν όλοι οι Έλληνες!
-Την άρπη! Το δρεπανοειδές (από χάλυβα παρακαλώ) ξίφος που χρησιμοποιούσε η Δειρώ για να κόβει και να εκβάλλει τα «φιλοκαλικά ριζίδια» της παράδοσής μας.
-Το μαγικό σακίδιο! Αυτό το χρησιμοποιούσαν όλες για να βάζουν μέσα τα συμπράγκαλα αυτά. Φαίνεται όμως ότι κάτι είχε,αυτό το σακίδιο,που το έκανε να μοιάζει σπουδαίο. Το έβλεπαν λοιπονά οι καλοί κι ανυποψίαστοι άνθρωποι και θαύμαζαν:
-Ποιος ξέρει τί πραμάτια κουβαλάνε,εκεί μέσα,οι Ωραίες Γραίες που τόσα έχουν δει και γευτεί,στη ζωή τους,με το ένα τους μάτι και με το ένα τους δόντι!

Ο Περσέας αφού εξασφάλισε από τις Ωραίες Γραίες τα απαραίτητα εργαλεία…κίνησε να σκοτώσει την αδελφή τους τη Μέδουσα!
Οι τρεις Γοργόνες κατοικούσαν-οι δύο που επέζησαν μάλλον εξακολουθούν να κατοικούν αφού τίποτα δεν συνηγορεί για το αντίθετο-πέρα από τον Ωκεανό,στην άκρη της Νύχτας.
Εκεί πήγε ο Περσέας και χρησιμοποιώντας την καλογυαλισμένη ασπίδα,της θεάς της Σοφίας,σαν κάτοπτρο έφερε σε πέρας την αποστολή του.
Έκοψε,με την άρπη,το κεφάλι της Μέδουσας,την ώρα που αυτή σ’έναν παροξυσμό αυταρέσκειας…έσιαζε το μαλλί της κοιτάζοντας το πρόσωπό της στο κάτοπτρο.
«Αυτοείδωλο εγενόμην κι άρτι κείμαι…νεκρά»…αναφώνησε η κομμένη κεφαλή!
Την έβαλε στο σακίδιο και πετώντας με τα σανδάλια… «την έκανε» αφού είχε φροντίσει να γίνει αόρατος χάρη στην κυνή του Άδου!
Από το ακέφαλο σώμα της Μέδουσας πετάχτηκε,λέει,ο Χρυσάωρ και ο Πήγασος!
Ένας πανέμορφος,λαμπρός πολεμιστής και ένα φτερωτό άλογο…σαν κι αυτό του Αη-Γιώργη του Μπακιρτζή που αναφέρει ο Ζουράρις στο «Μέσα στο σάμαλι η Αχειροποίητος»!

Χρόνια Πολλά,πλούσια σε Πνεύμα!
Χρόνια Καλά και Δημιουργικά!!!

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here