Οι εξελίξεις στη Συρία και στη Λιβύη και ο ρόλος της Ελλάδας

0
877

Οι πρόσφατες εξελίξεις στη Συρία και τη Λιβύη

Στη Συρία ο Πούτιν και ο Ερντογάν έχουν συγκλίνοντα συμφέροντα, αλλά και σοβαρές αντιθέσεις. Στόχος και των δύο είναι να μη δημιουργηθεί κουρδικό κράτος στη Βόρεια Συρία. Ο μεν Ερντογάν αντιμετωπίζει την προοπτική δημιουργίας κουρδικού κράτους στην περιοχή της Β. Συρίας ως υπαρξιακή απειλή για την Τουρκία, ενώ ο Πούτιν υποστηρίζει την επαναπόκτηση του ελέγχου από τον Άσαντ επί όλων των εδαφών της Συρίας. Στο σημείο αυτό, ανακύπτει ακριβώς και η αντίθεση μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας: Ποιος θα ελέγχει τα εδάφη της Βόρειας Συρίας; Η Τουρκία με τον στρατό της και τη βοήθεια των αντικαθεστωτικών ανταρτών και των τζιχαντιστών ή ο Άσαντ και ο συριακός στρατός;

Θα έλεγε κανείς, σε μια πρώτη ανάγνωση, ότι οι Ρώσοι ακολουθούν στη Συρία μια πολιτική που διασφαλίζει το μείζον για την Τουρκία, την παρεμπόδιση ίδρυσης κουρδικού κράτους και την αποφυγή δημιουργίας νέου κύματος προσφύγων, ενώ δεν της παραχωρεί το ελάσσον, τον έλεγχο δηλαδή των εδαφών της Β. Συρίας. Η αντίθεση αυτή δεν μοιάζει κατ’ αρχήν να είναι ασυμφιλίωτη και αξεπέραστη, με δεδομένο μάλιστα ότι η Αμερική δεν έχει να προτείνει τίποτε καλύτερο για την Τουρκία στην περιοχή. Άρα, θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος, ότι κάθε άλλο παρά αγεφύρωτο φαίνεται να είναι το χάσμα μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, όταν επιπλέον είναι βέβαιος ο αντιδυτικισμός του ισλαμιστή Ερντογάν και η περιφρόνησή του για την παρακμιακή Δύση. Η έλξη της Τουρκίας από το βαρυτικό πεδίο της συνεργασίας των χερσαίων δυνάμεων της Ευρασίας, της Ρωσίας και της Κίνας, μοιάζει να είναι ισχυρή και φαίνεται ότι θα αντέξει παρά τους όποιους κλυδωνισμούς και κραδασμούς.

Όλα αυτά ισχύουν όμως, μόνο στο μέτρο που και υπό την αίρεση ότι ο Ερντογάν θα αποδεχθεί ότι είναι πρόεδρος απλώς ενός κατά τα άλλα ισχυρού έθνους κράτους της περιοχής και όχι «σουλτάνος» μιας υπό ανασύσταση Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που φιλοδοξούσε μεταξύ των άλλων μέχρι προχθές να ανατρέψει το καθεστώς του Άσαντ και που και σήμερα επιμένει να προστατεύει και να εξοπλίζει τους αντικαθεστωτικούς αντάρτες και τους τζιχαντιστές. Ορισμένοι θα υποστήριζαν ότι η εμμονή της Τουρκίας του Ερντογάν για τη διατήρηση ισχυρής παρουσίας στη Β. Συρία στοχεύει απλώς στην ολοσχερή αποτροπή ίδρυσης κουρδικού κράτους, κάτι που υποτίθεται δεν μπορεί να εξασφαλίσει πλήρως ο συριακός έλεγχος αυτών των εδαφών. Όμως δεν πρόκειται μόνον γι’ αυτό. Πρόκειται κυρίως για την επιμονή του Ερντογάν στις νεοθωμανικές του φιλοδοξίες και βλέψεις και όχι τόσο για την προάσπιση εθνοκρατικών συμφερόντων. Πρόκειται δηλαδή για την προσπάθεια να διασφαλισθεί σημαντικός ρόλος για την Τουρκία στην επόμενη μέρα της Συρίας και να αποκτηθούν διαπραγματευτικά όπλα με στόχο τη συμμετοχή από καλές θέσεις σε μια μέλλουσα πολιτική λύση του συριακού προβλήματος.

Αν παρά ταύτα, πέσει η Ιντλίμπ στα χέρια του Άσαντ τότε θα ανοίξει ο δρόμος για την άλωση και των υπολοίπων θυλάκων που δημιούργησε η Τουρκία με τρεις διαδοχικές εισβολές, τα έτη 2017, 2018 και 2019, εναντίον των Κούρδων. Όσο οδυνηρή και αν αποδειχθεί μια τέτοια προοπτική για την Τουρκία του Ερντογάν, δεν θα πρόκειται για τίποτε άλλο παρά για απώλεια αυτού που θα μπορούσε να περιγραφεί ως απομεινάρι του μεγαλόπνοου νεοοθωμανικού ονείρου για ανατροπή του Άσαντ και εγκατάσταση φιλικού προς την Άγκυρα καθεστώτος στη Συρία. (Το όνειρο αυτό περιελάμβανε την εγκατάσταση φιλικού καθεστώτος και στην Αίγυπτο αλλά διαψεύσθηκε παταγωδώς). Δεν αποκλείεται πάντως η ένταση περί την Ίντλιμπ να εκτονωθεί προσωρινά με μια εκεχειρία.

Σε κάθε περίπτωση όμως το τέλος του συριακού δράματος μπορεί να αποδειχθεί και τέλος των φαντασιώσεων περί Οθωμανικής αναγέννησης. Στην πραγματικότητα, η αναγέννηση αυτή ήταν εξαρχής δυνατή μόνον στο πολιτιστικό επίπεδο. Η Τουρκία μοιράζεται πράγματι μια κοινή κληρονομιά με πληθυσμούς και πιθανόν και χώρες στη Μέση Ανατολή, στη Β. Αφρική και τα Βαλκάνια. Όμως είναι αδύνατο να δημιουργηθεί μια πολιτική δομή παρόμοια με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον 21ο αιώνα.

Εάν και εφόσον λοιπόν απομειωθεί η παρουσία της Τουρκίας στη Βόρεια Συρία, το μόνο που θα περισωθεί από τον νεοοθωμανισμό ως πολιτικό σχέδιο και όχι απλώς ως επιδίωξη πολιτισμικής επιρροής, θα είναι η «γαλάζια πατρίδα» που περιλαμβάνει εκτεταμένες περιοχές στη Μαύρη Θάλασσα, το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και σφετερίζεται μεγάλα τμήματα της Ελληνικής και Κυπριακής υφαλοκρηπίδας.

Το μνημόνιο οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης αυτόν τον σαφώς «κουτσουρεμένο» νεοοθωμανισμό του Ερντογάν έρχεται να εξυπηρετήσει. Και στην περίπτωση της Λιβύης παρ’ ό,τι η Ρωσία και Τουρκία υποστηρίζουν αντίθετα στρατόπεδα (η μεν Ρωσία τον κοσμικού προσανατολισμού Χαλίφα Χαφτάρ, η δε Τουρκία τον υποστηρικτή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας Σάρατζ) έχουν κοινό συμφέρον να ηγεμονεύσουν στη διαδικασία διευθέτησης της σύγκρουσης (ως οι δυνάμεις που διαθέτουν στρατεύματα, έστω και μισθοφορικά, στη χώρα) και να αποδυναμώσουν τη συμμετοχή των δυτικών κρατών στη διαδικασία ειρήνευσης. Στη Λιβύη όμως διακυβεύονται σημαντικά τουρκικά συμφέροντα ενώ η Ρωσία απλώς επιζητεί κυρίως να επιβεβαιώσει τον διαμεσολαβητικό και διαπραγματευτικό της ρόλο που της τον χαρίζει η καθ’ όλα επιτυχής της παρέμβαση στη Συρία.

Η προσπάθεια της Ρωσίας και της Τουρκίας, πάντως, να κυριαρχήσουν στη διαδικασία ειρήνευσης δεν στέφθηκε με επιτυχία. Και αυτό γιατί η συνέχιση του εμφυλίου στη Λιβύη μετά τη διάσκεψη του Βερολίνου κατέδειξε τα όρια της επιρροής του Πούτιν επί του Χαφτάρ, ενώ η ανάμειξη της Τουρκίας στη Λιβύη οδήγησε στη δημιουργία ισχυρών αντιτουρκικών συσπειρώσεων. Στο πλαίσιο αυτών των συσπειρώσεων, η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση χάνει ένα μέρος της αυτονομίας της και μετατρέπεται σε υποσύνολο της ευρύτερης σύγκρουσης που συνδέεται με την προσπάθεια της Τουρκίας να κυριαρχήσει στην Ανατολική Μεσόγειο. Έστω και συρόμενη από τα γεγονότα η Ελλάδα που ονειρευόταν στις Βρυξέλλες ξύπνησε στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η αποτρεπτική στρατηγική και ο ρόλος της Ελλάδας στην περιοχή

Η παθητική πολιτική του κατευνασμού και της άνευρης επίκλησης του διεθνούς δικαίου έχει εξαντλήσει από μακρού τα όριά της. Η χωρίς κανένα πρόσχημα όξυνση της τουρκικής επιθετικότητας έχει οδηγήσει στη συνειδητοποίηση ακόμη και από ένα μέρος των ελίτ της χώρας μας ορισμένων βασικών αληθειών. Ότι δηλαδή κράτη που απειλούνται μπορούν να λάβουν τα ακόλουθα μέτρα:

Πρώτον πρέπει να στείλουν ξεκάθαρο μήνυμα στον επιτιθέμενο ότι δεσμεύονται ακλόνητα να καταφύγουν σε πόλεμο αν παραβιασθούν οι κόκκινες γραμμές τους. Πράγματι, κλειδί της αποτροπής είναι να πεισθεί ο αντίπαλος ότι όταν κάνουμε λόγο για πόλεμο, το εννοούμε, και δεν είναι κάτι που βρίσκεται στους εφιάλτες μας.

Δεύτερον, τα απειλούμενα κράτη μπορούν και πρέπει να εργασθούν ώστε να δημιουργήσουν αμυντικές συμμαχίες. Μόνον όμως αν επιδείξουν διάθεση για ανοιχτή σύγκρουση στην περίπτωση που απειληθεί η εδαφική ακεραιότητα και τα κυριαρχικά τους δικαιώματα μπορούν να οικοδομήσουν αποτελεσματικές συμμαχίες.

Το τρίτο μέτρο σχετίζεται με την κινητοποίηση πρόσθετων και επιπλέον πόρων απ’ αυτούς που τα απειλούμενα κράτη διαθέτουν στην αρχή της σύγκρουσης, πόρων, ηθικών και υλικών, που θα επιτρέψουν μια αναβάθμιση στρατιωτική, οικονομική και πολιτική.

Ο κατευνασμός εξάλλου είναι «στρατηγική» προς αποφυγή, καθώς προβαίνοντας ο αμυνόμενος σε παραχωρήσεις στον επιτιθέμενο, του ανοίγει την όρεξη να πιέσει για περισσότερες παραχωρήσεις.

Τέλος, μπορεί μεν ο συσχετισμός δυνάμεων να είναι εις βάρος της Ελλάδος, αλλά οι σύγχρονες εξελίξεις στην τεχνολογία και τη μεθοδολογία του πολέμου επιτρέπουν σε μικρές χώρες να διαμορφώνουν αξιόπιστες και χαμηλού σχετικά κόστους αποτρεπτικές στρατηγικές.

Πάντως, μιλώντας γενικά η Τουρκία δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί παρά μόνον οριακά στο πλαίσιο ακόμα και των πιο καλοδουλεμένων αποτρεπτικών στρατηγικών, κατά τα άλλα άκρως απαραίτητων. Σε συνδυασμό με αποτρεπτικές στρατηγικές τύπου Ισραήλ απαιτείται η παρέμβαση σε προβλήματα της περιοχής, όπως για παράδειγμα το παλαιστινιακό, με λύσεις συνθετικές και υπερβατικές, που μπορεί να επεξεργασθεί και να προτείνει η Ελλάδα παρά το μικρό της μέγεθος, καθώς διαθέτει ένα έρμα πολιτισμικό και ιστορικό που έστω και αν βρίσκεται εν υπνώσει, μπορεί να ενεργοποιηθεί και ξαναέλθει στο φως, επιτρέποντας στη χώρα μας να καταστεί χρήσιμη για τους γείτονές της και άρα και ελκυστική ως σύμμαχος.

Κάνουμε λόγο για μια ελληνικότητα που κάποτε (στην αρχαιότητα και στο Βυζάντιο) υπήρξε οικουμενική λόγω της καθολικότητας των προτύπων της και που λειτούργησε γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ως γέφυρα μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Αν αυτό το υπνώτον συμβολικό κεφάλαιο κινητοποιηθεί, θα μπορέσει να υπερβεί τόσο τον φιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό, όσο και τον αριστερό αντιιμπεριαλισμό και να συμβάλει στην ειρήνευση της περιοχής και την αντιμετώπιση του χάους, της ανομίας και των πολέμων. Η πνευματική μας αφύπνιση δεν είναι πολυτέλεια, αλλά όρος εθνικής επιβίωσης.

Πηγές:

  • Ρεβιζιονισμός και νεοοθωμανισμός στην Αν. Μεσόγειο. Του Cem Gürdeniz. Infognomon politics. 22 Ιανουαρίου 2020.
  • Οι γεωπολιτικές παράμετροι της τουρκικής εμπλοκής στην Λιβύη. Του Ιωάννη Ε. Κωτούλα, Π. Βιολάκη και Σπ. Πλακούδα. Foreign Affairs. The Hellenic addition. Φεβρουάριος – Μάρτιος 2020.
  • Η Τραγωδία της πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων. Του JohnJ. Mearsheimer. Εκδόσεις Ποιότητα, 6η έκδοση, Αθήνα 2011.
  • Η νέα στρατιωτική επανάσταση και η ελληνική αμυντική στρατηγική. Του Κωνσταντίνου Γρίβα. Εκδόσεις Λιβάνη. Αθήνα 2019.
  • Η Ελλάδα, ο EastMed, το Ισραήλ και ο Αραβικός κόσμος. Του Γιώργου Ρακκά. Περιοδικό Άρδην, τεύχος 117, Δεκέμβριος 2019 – Φεβρουάριος 2020.
  • Erdogan’s Long-Coming Reality Check. By ChassanKadi for the Saker blog. February 14, 2020.
  • Έθνος και Παράδοση. Του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα. Εναλλακτικές Εκδόσεις – Εκδόσεις «Αιγαίον», Αθήνα-Λευκωσία 1993.
  • The new sultan. Erdogan and the crisis of modern Turkey. By SonerCagaptay. I.B. TAURIS, 2017.
  • Στη διαδρομή του «καζάν-καζάν». Του Δημήτρη Τζουβάνου. tzouvanosdim, 20 Ιανουαρίου 2020.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here