Οι δυο Ελλάδες

2
105

Θεόδωρος Ε. Παντούλας

 

Μεγάλωσα όπως η μισή Ελλάδα στην Αθήνα, την πόλη της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών –κατά Παπαδιαμάντη. Οι γονείς μου, όπως οι περισσότεροι, εσωτερικοί πρόσφυγες κι αυτοί. Χάρη σε αυτούς αλλά ερήμην τους έμαθα ότι στον τόπο μας υπάρχουν δυο ασύμπτωτες πραγματικότητες. Μικρός απλώς το υποψιαζόμουν. Μεγαλώνοντας όμως σιγουρεύτηκα ότι υπάρχουν δυο. Την μια την γνωρίζουμε όλοι. Είναι αυτή που μας ταλαιπωρεί με την αγοραία χυδαιότητά της καθημερινά. Είναι αυτή μας φορολογεί για υπηρεσίες που δεν μας παρέχει, που μας ταπεινώνει για εκδουλεύσεις που μας επιβάλει. Είναι η ανέστια πραγματικότητα της αρπαχτής και των κολλητών. Της συμπλεγματικής έπαρσης και της ανυποψίαστης αλλοτρίωσης. Της νεοπλουτικής ένδειας και της αμερημνισίας του «ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε». Είναι αυτή η κατ’ εξακολούθηση παραχάραξη που ευτελίζει τις ζωές μας.

Και πλάι σε αυτήν την βέβηλη πραγματικότητα υπάρχει και μια άλλη, λιγότερο ορατή αλλά όχι λιγότερο υπαρκτή. Μια δεύτερη πραγματικότητα που λαθροβιώνει στο περιθώριο της πρώτης. Που, άθελά της, ξεδιπλώνει καημό. Είναι η πραγματικότητα της αξιοπρέπειας και του τίμιου μόχθου. Είναι η πραγματικότητα που βαρυγκωμά τις καθημερινές αλλά θυμιατίζει τα Σαββατόβραδα. Που έχει μιαν ανεξαγόραστη περηφάνια και μια αδιαπραγμάτευτη αξιοπρέπεια. Είναι η πραγματικότητα που επέλεξε να μην συμμετάσχει στο φαγοπότι της μεταπολεμικής «ανάπτυξης». Που δεν έδωσε αντιπαροχή τα γονικά της. Που δεν πετά το ψωμί της και δεν ψωμίζεται καταπίνοντας καλπιές. Είναι η πραγματικότητα που συστέλεται δίχως να δειλιάζει, που δεν μαγαρίστηκε από την καταναλωτική ένδεια, που με ανιδιοτέλεια λιγόλογη συλλαβίζει την εμπιστοσύνη της στην έντιμο πενία της. Είναι η πραγματικότητα που τρώει σε τραπεζομάντηλο και τις Κυριακές γιορτάζει. Είναι η πραγματικότητα που προκοπή θεωρεί την αφειδώλευτη καλοσύνη κι όχι την σπάταλη ευμάρεια. Αυτή η πραγματικότητα που αναρωτάται «τι ψυχή θα παραδώσει», που δεν έχει εξορίσει το ιερό από την ζωή της. Που δεν θεωρεί την ζωή συναλλαγή και τις σχέσεις αλισβερίσι. Είναι η πραγματικότητα που μπορεί ακόμη να πιάνεται σε κύκλιους χορούς. Η πραγματικότητα της ανυστερόβουλης αλληλεγγύης και της συνεσταλμένης γενναιοδωρίας. Αυτή λοιπόν η πραγματικότητα βρίσκεται, εδώ και καιρό, εν διωγμό. Διώκεται από την άλλη πραγματικότητα, αυτήν της τζιπούρας και των ενδιάμεσων, της δανεικής αυτάρκειας και της αυτάρεσκης ευζωίας, της εγωιστικής ατομικότητας και της κάλπικης ευτυχίας. Η δεύτερη πραγματικότητα δέχεται επίθεση από την πρώτη. Δεν είναι κακομοιριά η διάκριση. Ούτε συναισθηματισμός. Οφειλή είναι. Υπάρχουν δυο Ελλάδες. Την πρώτη την σιχτιρίζουμε καθημερινά. Την δεύτερη καθημερινά την νοσταλγούμε. Αλλά αυτό όμως δεν φτάνει. Χρειάζεται κάποτε να εμπιστευθούμε την φανέρωσή της και να ψηλαφήσουμε την δικαιοσύνη της. Το μπορούμε άραγε;

πηγή:https://eviotopos.wordpress.com/2013/04/04/%CE%BF%CE%B9-%CE%B4%CF%85%CE%BF-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CF%82/

2 Σχόλια

  1. Ασφαλώς και υπάρχουν δύο (αντιθετικές μεταξύ τους) πραγματικότητες στην Ελλάδα, αγαπητέ Θόδωρε. Ή – για να γίνω πιο ακριβόλογος – δυο διαφορετικές [i]εκδοχές[/i] της Ελλάδας.

    Το κρίσιμο ερώτημα, οπότε, είναι: Γιατί άραγε η «δεύτερη» αυτή εκδοχή που παραπάνω εκθέτεις, έχει υποστεί μια τόσο σαρωτική όσο όλοι βλέπουμε ήττα απ’ την «πρώτη»;
    [b]Μου φαίνεται προφανές πάντως ότι η μόνη απάντηση την οποία επ’ ουδενί θα καταδεχόταν η πατρίδα που νοσταλγείς και που νοσταλγούμε (έστω ανεπίγνωστα) όλοι μας, είναι ότι συνέβη ετούτο επειδή της φταίνε… οι άλλοι.[/b]
    Επειδή της φταίει «η άλλη»!

  2. Το κείμενο αυτό το έγραψα τέλη Αυγούστου, όμως, φαίνεται ότι θα παραμένει επίκαιρο καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου… πολλώ δε μάλλον τώρα, στην αρχή του 2013, ίσως του δυσκολότερου και πλέον σημαντικού έτους μετά τη λήξη του… πολέμου!
    Συμπληρώθηκαν φέτος 63 έτη από τη λήξη των συγκρούσεων μεταξύ Ε.Σ. και Δ.Σ.Ε. Αποφεύγω να χρησιμοποιήσω τους όρους «εμφύλιος», «συμμοριτοπόλεμος», «αντάρτικο», «κομμουνιστική ανταρσία» ή όποιο άλλο έχουν χρησιμοποιήσει οι αντιμαχόμενες παρατάξεις. Οι όροι αυτοί, εκτός από την πολιτική τους φόρτιση, έχουν το μειονέκτημα -καθ’ ένας χωριστά- να μην αποδίδουν το είδος, το εύρος και το βάθος της 3ετούς συγκρούσεως, η οποία αποτέλεσε το αποκορύφωμα του εθνικού διχασμού. Όλοι ι χαρακτηρισμοί είναι σωστοί αρκεί να χρησιμοποιούνται ταυτοχρόνως, γιατί η σύγκρουση αυτή απέχει πολύ από μια απλή πολιτική σύγκρουση, έστω και αιματηρή. Στην πραγματικότητα δεν συγκρούσθηκαν παρατάξεις ή μόνον αυτές! Η πικρή και δύσκολη αλήθεια είναι ότι συγκρουσθήκαμε με τον εαυτό μας, με τις ίδιες τις φαντασιακές (ή μήπως όχι) θεσμίσεις του κράτους αλλά και του έθνους μας.
    Ασφαλώς, δεν αποτελεί η ελληνική κοινωνία την εξαίρεση, δεν υπήρξε μοναδικό φαινόμενο η ελληνική σύγκρουση. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με θρησκευτικές ή πολιτικές αφορμές, υπήρξαν εμφύλιες διαμάχες, σε κάποιες υπάρχουν ακόμη. Είναι, όμως, αδιαμφισβήτητο ότι η ελληνική σύγκρουση -μαζί με την ισπανική- υπήρξε η σκληρότερη και άφησε τα βαθύτερα σημάδια, πολιτικά, κοινωνικά αλλά και προσωπικά.
    Πρόσφατες έρευνες -αλλά και οι μαρτυρίες πολλών μετριοπαθών που έζησαν εκείνη την εποχή- αναδεικνύουν τις κοινωνικές και τοπικές διαστάσεις της συγκρούσεως που, αν και «μικρές» αξιακώς (προσωπικές και οικονομικές διαφορές), υπήρξαν οι μεγαλύτερες και εντονότερες από πλευράς συνεπειών και επιπτώσεων στις μικρές κοινωνίες της επαρχίας. Αυτή τη διάσταση της συγκρούσεως δεν μπορεί να τη θεραπεύσει η πολιτική, μόνον ο χρόνος. Όμως, είναι σαφές ότι όσο η πολιτική ολιγωρεί να αναλάβει τις ευθύνες της, τόσο ο χρόνος αργεί να ξεκινήσει την αντίστροφη μέτρησή του!
    Στην πραγματικότητα, η κάθαρση δεν θα επέλθει παρά μόνον όταν καταρρεύσει συνολικώς το πολιτικό οικοδόμημα που έχουμε δημιουργήσει ήδη από συστάσεως του ελληνικού κράτους. Μόνον όταν επέλθει μια Συνολική και Ριζική Πολιτική Μεταρρύθμιση θα έχουμε το θάρρος και το κουράγιο να αντικρύσουμε το παρελθόν μας, δηλαδή τον ίδιο μας τον εαυτό, χωρίς φοβίες και πάθη, με μόνο κριτήριο την ιστορική αλήθεια, όπως την ορίζει ο αυστηρός ορθολογισμός της ανάγκης, αυτής που πείθει ακόμη και θεούς!
    Ο προηγούμενος αιώνας ξεκίνησε με μια χρεωκοπία και μια ατιμωτική ήττα. Όμως, αυτές ενεργοποίησαν δυνάμεις που από καιρό ωρίμαζαν στα ενδότερα της ελληνικής κοινωνίας και οι οποίες πήραν τον πολιτικό έλεγχο της χώρας. Δυστυχώς, τα οράματα και οι επιδιώξεις τους δεν υπήρξαν αντίστοιχα της τότε κοινωνικής διαρθρώσεως (όπως ακριβώς συνέβη με την Επανάσταση του 1821) με αποτέλεσμα, υπό την πίεση μεγάλων γεγονότων (Α΄ Παγκόσμιος), να εκδηλωθεί ο εθνικός διχασμός, τόσο γρήγορα μετά τις λαμπρές νίκες και την εθνική ανάταση όσο και οι εμφύλιοι της επαναστάσεως. Η σκληρή εκείνη διαμάχη δεν τελείωσε ποτέ. Μεταλλάχθηκε σε πρόσωπα, κόμματα και ιδέες αλλά συνεχίζει έως σήμερα να διαπερνά και να καθορίζει τον εθνικό μας βίο. Η αιματηρή σύγκρουση του 1946-1949 υπήρξε η αποκορύφωση, χωρίς όμως να επέλθει κάθαρση. Τόσο το διεθνές περιβάλλον όσο και -κυρίως- η έμφυτη τάση μας να αποστρέφουμε το κεφάλι αντί να κοιτάζουμε κατάματα, παρέπεμψαν την κάθαρση στο μέλλον, η λήθη επικράτησε της αλήθειας και το αναπόφευκτο ψέμμα μας κατατρέχει μέχρι σήμερα. Η ανάγκη και η δίψα για καλύτερη ζωή κράτησαν τα πάθη ελεγχόμενα, παρά την έξαρση της 7ετούς δικτατορίας, έναν σπασμό πριν το τέλος της κούφιας εθνικοφροσύνης, που ποτέ δεν θέλησε να αποδεχθεί τα λόγια του εθνικού ποιητή: «Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ότι είναι αληθινόν!» Η ευημερία της μεταπολιτεύσεως, τεχνητή συνέχεια των υψηλών αναπτυξιακών ρυθμών της μεταπολεμικής ανορθώσεως, και ο απόηχος της κοινωνικής στροφής του 1968, οδήγησαν στο όνειρο της δήθεν αλλαγής, αυτής που επέτρεπε σε καθ’ έναν να θεωρεί εαυτόν μη προνομιούχο και να απαιτεί μεγαλύτερη συμμετοχή σε ένα προϊόν που κανείς δεν θεώρησε προαπαιτούμενο να παραχθεί. Τα υπόλοιπα τα γνωρίζουμε γιατί τα ζήσαμε και τα ζούμε…
    Όμως, παραμένει το ερώτημα: πότε θα λήξει αυτός ο εθνικός διχασμός; Πότε θα δούμε τον εαυτό μας κατάματα, χωρίς να κρυβόμαστε πίσω από παρατάξεις, ιδεολογίες και ιδεοληψίες, παραδόσεις (πολλές φορές τεχνητές) και ήθη (πολλές φορές ανήθικα); Ο διχασμός δεν είναι εθνικός τόσο επειδή διχάζει το έθνος όσο γιατί αποτελεί την οδυνηρή πορεία προς την αληθινή επίγνωσή του. Εάν δεν αποφασίσουμε ότι ήρθε η ώρα της αλήθειας, το έθνος απλώς δεν θα υπάρξει. Θα παραμείνει εσαεί η ανάμνηση του ευκλεούς γένους των Ελλήνων, όπως το προσδιόρισε η κλασσική αρχαιότητα… ή μήπως όπως το θέλησε η ανάγκη της Ευρώπης για τη δική της φαντασιακή θέσμιση! Η Ευρώπη δείχνει να κερδίζει το στοίχημά της. Ο δικός της εμφύλιος δείχνει να τελειώνει, όμως, τι ειρωνεία αλήθεια!, η Ελλάδα, η πηγή της ευρωπαϊκής θεσμίσεως δείχνει να μην μπορεί να ξεπεράσει τις δικές της ερινύες και –ενδεχομένως- να μετατρέπεται σε θρυαλλίδα που απειλεί το ευρωπαϊκό οικοδόμημα πριν ακόμη κατεβούν οι σκαλωσιές, πριν ακόμη τελειώσουν τα βαψίματα!!!
    Δεν με απασχολεί η τύχη της Ευρώπης, θα επιβιώσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έχει μάθει να εξελίσσεται μέσω κρίσεων. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η δική μας πορεία, θα είναι προς την αλήθεια ή για μία ακόμη φορά θα οπισθοδρομήσουμε σε φαντασιώσεις; Ο χρόνος τελειώνει, η γεωπολιτική συγκυρία δεν επιτρέπει άλλα λάθη, εάν δεν έχουμε το θάρρος να αποδεχθούμε την αλήθεια και αν δεν βρούμε το κουράγιο να λειτουργήσουμε με ορθολογισμό, ας ξεχάσουμε το εθνικό μας κράτος, συντόμως θα έχει αρχειοθετηθεί ως μια ιστορική παρένθεση…

    Υ.Γ.1. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στα 3 εκείνα –σκληρά- χρόνια, Έλληνες πολέμησαν εναντίον Ελλήνων. Καθ’ ένας, και πρώτος εγώ, έχει τη δική του θεώρηση για το δίκαιο και το άδικο κάθε πλευράς. Αναμφισβητήτως, η σκληρότητα και η βία δεν είχαν μόνο μία παράταξη, ποτέ δεν έχουν! Δεν πρέπει να ξεχάσουμε ούτε τους νεκρούς, ούτε τη βία και τη σκληρότητα!! Είναι η ιστορική μνήμη που «…δι’ ελαίου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν.»

    http://www.new-deal.gr/eponymos/%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1/7271-%CE%9F-%CE%94%CE%99%CE%91%CE%A1%CE%9A%CE%97%CE%A3-%CE%94%CE%99%CE%A7%CE%91%CE%A3%CE%9C%CE%9F%CE%A3

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here