Ο.Ελύτης: Για τον ζωγράφο Θεόφιλο

0
247

Ο Ισοκράτης επιλέγει

Ένας άνθρωπος που γίνεται ασκητής επειδή μόνον έτσι μπορεί να κηρύξει καλύτερα το πανευδαιμονικό του ευαγγέλιο` ένας οραματιστής που ζει και παθαίνεται με τους μύθους του Εικοσιένα σε μια μικρή γωνιά του ελληνικού κόσμου, που έμεινε μακριά από τους αγώνες για την ανεξαρτησία του` ένας μοναχικός που ο διάλογος του με τους άλλους γίνεται αποκλειστικά σχεδόν με ζωγραφιές, ο Θεόφιλος, μόνον στα χώματα μιας τέτοιας παραμυθένιας χώρας ήτανε φυσικό να βλαστήσει μια μέρα. Η παρομοίωση αυτή δεν αποτελεί ένα απλό σχήμα λόγου. Άνθρωπος ο Θεόφιλος, αλλά με τη στοιχειώδη και πρωτογενή σύσταση ενός φυτού, ακολούθησε τη διαδρομή της ανθοφορίας και της καρποφορίας χωρίς να προσβληθεί ποτέ του από τα ζιζάνια πού έσπειραν με τις θεωρίες τους για την ενοχή και την αμαρτία οι θρησκείες. Μολοντούτο, χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει, έφτασε, ανεξάρτητα και πάνω από την καλλιτεχνική του ιδιοφυΐα, να ενσαρκώνει μια προσωπικότητα ηθική σε παρθένα κατάσταση, που τα μάτια μας, ασκημένα στα συμβατικά μέτρα, δεν είναι σε θέση αμέσως να εκτιμήσουν.
Όλες οι πληροφορίες πού έφτασαν ως εμάς για τον τρόπο πού έζησε και έδρασε μας πείθουν ότι ο μικρόσωμος αυτός γιος ενός τσαγκάρη της Μυτιλήνης είχε το τεράστιο θάρρος να προχωρήσει μες στη ζωή στηριγμένος αποκλειστικά και μόνο στην αγαθότητα της ψυχής τον, εντελώς απαλλαγμένος από τα καθημερινά πάθη και παραδομένος με την ευπιστία μικρού παιδιού στα όνειρα του. Η διαύγεια που επιβάλλει στον ορατό κόσμο, κάθε φορά που μας τον παρουσιάζει στα έργα του, δεν είναι παρά η μεταγραφή της έντονης ροπής, που διαγράφεται μέσα του, να φτάσει αυτός ο κόσμος, ακριβώς όπως μέσα στα όνειρα του, σε μια κατάσταση άκακη, καθάρια, ευδαιμονική. Όπως κι η φανερή του προσήλωση στους Ήρωες δεν είναι παρά η συμβολική ανάθεση των ελπίδων ενός ταπεινού, που ζητά ν’ ακεραιωθεΐ μες στα αισθήματα του, προς τις δυνάμεις που ξεπερνούν τον άνθρωπο. Είναι οι δύο αυτές ροπές που συνθέτουν τελικά τη φυσιογνωμία του,
Στις ατέλειωτες μέρες της οδοιπορίας του κάτω απ’ τις καστανιές του Πηλίου ή μες στα λιόφυτα τηςπατρίδας του, μ’ ένα τενεκεδάκι στο χέρι, με τα μάτια ορθάνοιχτα, ο Θεόφιλος, πέραν από την ενοχή και την αμαρτία, κατευθύνεται ολόισα στον Παράδεισο. Τις αισθήσεις τις αποδέχεται όπως ένας Χριστιανός αποδέχεται τα Μυστήρια. Και τελετουργεί βοηθημένος από τα φυσικά στοιχεία χωρίς ποτέ να περάσει από το νου του ότι εξυπηρετεί άλλο ιδανικό έξω απ’ αυτό που του δόθηκε με το γεγονός της γέννησης του: ν’ αποστραγγίσει, ν’ αποσπάσει από την Πλάση αυτή όλα της τα θαύματα.
Το πρόσωπο της Καλοσύνης, πού ενσαρκώνει, καλύπτει, και ξεπερνά κατά πολύ, το πρόσωπο της Χριστιανικής Αγάπης. Γι’ αυτό και δεν το στρέφει από την άλλη όταν δεχτεί ένα ράπισμα ώστε ν’ ακολουθήσει δεύτερο` μήτε, φυσικά, το ανταποδίδει. Του αντιτάσσει μονάχα το σχήμα ενός άλλου κόσμου, ξεσηκωμένου απ’ την ψυχή του, οπού το ράπισμα να μην έχει πια κανένα νόημα. Κι εκεί βρίσκεται, νομίζω, η βαθύτερη σημασία της ηθικής του προσωπικότητας. Εκεί, καθώς και στη συνέπεια της ζωής και του έργου του.
Αποφασισμένος ο Θεόφιλος να πολεμήσει, αλλ’ από την άλλη όψη των  πραγμάτων,ακριβώς όπως οι ποιητές, φροντίζει από μιας αρχής να οργανώσει τη ζωή του με τέτοιο τρόπο πού ν’ αντέχει σ’ όλων των ειδών τις αντιξοότητες. Σάμπως μια μυστική φωνή να του δίδαξε ότι η ελευθερία είναι πάντοτε μια σχέση αντίστροφα ανάλογη ανάμεσα στον πλούτο των υλικών αγαθών και στον πλούτο της ψυχής, περιορίζει τις πρακτικές του ανάγκες στο ελάχιστο. Ένα πιάτο φαΐ, ένα ρούχο, ένα σελάχι με μπογιές. Κι εκτείνει τις παρορμήσεις του τις ψυχικές σ’ ένα μήκος απέραντο ζωγραφικών οραμάτων. Έτοιμος να πορευτεί μέσα στη γενική χλεύη, πού κάτι του λέει ότι δε θ’ αργήσει να ‘ρθει. Και πραγματικά, αν είναι αληθινές οι μαρτυρίες που έχουμε, ο γλυκύτατος αυτός άνθρωπος χρειάστηκε, όχι λίγες φορές, ν’ αντιμετωπίσει τη βαναυσότητα.
Το έκανε με το συνηθισμένο του τρόπο — να μην ανοίγει διάλογο, αλλά ν’ αφήνει τις ζωγραφιές να μιλούν για λόγου του. Είναι ένας μηχανισμός πού λειτουργεί μέσα του αυτόματα κι εκδηλώνεται κάποτε με τη χάρη άλλα και την επιμονή ενός πείσματος  παιδικού.   Τον κορόιδεψαν, τον γιουχάισαν, κάποτε έφτασαν και να τον πετροβολήσουν. Κι η απόκριση του ήταν ένας Καραϊσκάκης, δυο φορές πιο μεγάλος από τον Άι-Γιώργη, «εν ξιφήρεις», όπως έγραφε ο ίδιος αποκάτω. Του πετούσαν ένα πιάτο με αποφάγια οι κοπέλες, χαχανίζοντας` κι εκείνος ανιστορούσε για χάρη τους τα πάθη του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας. Με το πρώτο σήμα κινδύνου είχε το προσκλητήριο του έτοιμο` κι ολάκερη τότε η παρακαταθήκη των Ηρώων και των Αγωνιστών έμπαινε σε κίνηση, με τ’ άλόγατα, με τα δέντρα, με τα ποτάμια, έτοιμη ν’ απολογηθεί για λογαριασμό του. Ήταν άλλωστε η Φύση και ο Ήρωας τα δυο μοναδικά πράγματα, που καμιά δύναμη δεν μπορούσε να του αφαιρέσει. Το ένστικτο του ήξερε που τον οδηγούσε, όταν τον έβαζε, μικρό παιδί, να παίρνει τις ερημιές ή να σκαλίζει τις φυλλάδες των γραμματισμένων.

“Ανοιχτά Χαρτιά” Οδυσσέας Ελύτης εκδ. Ίκαρος σελ. 265-268

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here