Σ. Παπασταματέλος: Νέκυια

0
107

Σταμάτης N.  Παπασταματέλος

Μιλοῦµε γιά τήν Παιδεία µἐ µιά γλώσσα ξύλινη. Σκοτεινά νοήµατα, σκόπιµα ἀσαφεῖς λόγοι, ἄγονη ἐπίσκεψη µιᾶς περιπτωσιολογίας πού µᾶς παρασύρει σέ στοµφώδη κηρύγµατα. Ἡ διάρκειά τους ὡς προτεινόµενων φαρµάκων τό πολύ µιά σχολική χρονιά˙ ἡ ἀποτελεσµατικότης τους ἕνα µεταξωτό κοντοβράκι γεµάτο µπαλώµατα. Φορεῖς καί σύστηµα πιέζουν δεξιά, πιέζουν ἀριστερά µήπως χωρέσει ὁ σάκκος τά αἰτήµατά τους –ὡσάν νά ἦταν δυνατό καί δικαιώσιµο νά ἱκανοποιηθοῦν ὅλων οἱ ἀπαιτήσεις καί µάλιστα «ἐδῶ καί τώρα» -µέχρι νά διαπιστώσουν ὅτι οἱ ἐλαφρές … ἰδέες τους ἦταν πολλές κι ὁ σάκκος ἀσήκωτος. Οἱ συσσωρευµένες διεκδικήσεις ἐξαργυρώνονται στό πληθωριστικό χαρτονόµισµα τῆς ἀνευθυνότητας, τῆς ἀτολµίας καί τῆς πνευµατικῆς νωθρότητας.

Ρίχνοντας µόνο µιά µἀτιά στήν πολυγλωσσία περί τῆς Παιδείας σίγουρα αἰσθάνεται κανείς τήν πλήξη τῶν φλύαρων. Διότι, οἱ φλύαροι εἶναι οἱ πρῶτοι πού πλήττουν µἐ τίς συνήθεις κενολογίες τους, γι’ αὐτό καί ὑποχρεώνουν τούς ἄλλους στήν ἀνοχή τους. Ἀπό διάθεση ὀµοιοπαθητικής αὐτοθεραπείας ἤ ἀπό ἐκδίκηση τῆς κοινωνίας πού δέν εἶναι σάν αὐτούς. Χρόνια ὁλόκληρα µἐ σπασµένους καθρέφτες γιά νά µἡ βλέπουµε τίς µυϊκές συσπάσεις τοῦ προσώπου µας ὅταν ἐπαναλαµβάνουµε τά ἀνούσια –µἐ αἴσθηµα ἀνίας, ἀσφαλῶς– καί τά θεατρικά µας –µἐ ἐλλοχεύουσες τίς τύψεις γιά τή συγκάλυψη τῆς ἀλήθειας. Μέ ἀκροαµατικό κοινό µικροµεσαίους καί δηµοσίους ὑπαλλήλους, ἐξ ἰδεολογίας βέβαια, διατηροῦµε ἀπεριόριστη ἀσυλία. Ἐπιτυγχάνουµε µάλιστα θαυµαστή συναίνεση στόν τρωγλοδυτισµό πού δραπετεύει ἀπό τά ἀφασικά µας ἑλληνικά, τά ἐπιµελῶς ἐξωραϊσµένα.

Περιορισµένοι ἀπό τά κατά συνθήκην ψεύδη τῆς κρατικῆς Ἐκπαίδευσης πολιτευόµαστε µέ τή στενή ὀπτική ἑνός µικρόψυχου πραγµατισµοῦ. Ὅσοι ὀµνύουµε στήν ἔγνοια µας γιά τό ἔργο τῆς ἀγωγῆς στόν τόπο αὐτό κολακεύουµε στήν πραγµατικό-τητα ἕναν ἐτοιµοθάνατο Κροῖσο, γιά νά τόν κληρονοµήσουµε. Ἤ ἁπλῶς κατασπαράζουµε ἕνα παχύσαρκο πτώµα. Στήν πρώτη περίπτωση, ὅπως ὅλοι οἱ κατ’ ἐπάγγελµα ἅρπαγες, δέν γνωρίζουµε τήν ἀξία τοῦ πλούτου, τοῦ ὁποίου βρεθήκαµε κάτοχοι, ἄρα ἀδυνατοῦµε νά ἀξιοποιήσουµε δηµιουργικά˙ νά τόν αὐγατίσουµε. Στήν δεύτερη περίπτωση, ὅπως ὅλοι οἱ κόρακες, θέλουµε νά ἰκανοποιήσουµε ἀποκλειστικά τήν ἀνάγκη τῆς θρέψης. Θυσαυρός ἀδαπάνητος ἡ ἑλληνική Παιδεία, καµινευµένη στήν πνευµατική Παράδοση τοῦ Γένους. Δαπανώµενοι καί µεριµνῶντες περί πολλά ἐµεῖς. (Ἤ ὁ ἰδεολογικός νεοπλουτισµός ὡς φθίση τοῦ πολιτισµοῦ µας).
Κατορθώνουµε ἔτσι νά διαιωνίζουµε τά κακῶς κείµενα µἐ τήν µικρόνοια τοῦ θριαµβευτῆ. Τό τοπίο πρόσφορο σέ περιγραφές. Μαθητές πού καταλαµβάνουν σχολεῖα γιά νά αὐξηθεῖ τό ὅριο τῶν ἐπιτρεποµένων ἀπουσιῶν. Καθηγητές πού ἀπεργοῦν γιά µία χούφτα χιλιάρικα παραπάνω στό µισθό τους. Ὑπουργεῖο πού ἐνδιαφέρεται µόνο γιά διεκπεραίωση τοῦ ὑπηρεσιακοῦ ὑλικοῦ –φάξ ἐγκύκλιοι, ὑπογραφές. Γονεῖς πού περιµένουν τήν ἐπόµενη µέρα τῆς λήξης τῶν µἀθηµάτων γιά νά στείλουν διακοπές τά παιδιά τους στά νησιά καί νά τά ξεφορτωθοῦν. Ἡ εἰκόνα µιᾶς γεροντοκόρης πού ἔχει µείνει στό ράφι, ἀνέραστη καί γιά τοῦτο κακότροπη, νοµίζω πώς ταιριάζει στήν Παιδεία. Κανείς δέν τήν ἀγαπᾶ. Ὅλοι τήν ὑποφέρουν ἀπό καθῆκον µικροαστικό, µά βιάζονται νά τήν ἐγκαταλείψουν. Ἀποτέλεσµα: ἡ ἀνέραστη Παιδεία δηµιουργεῖ ἀνέραστους ἀνθρώπους σέ µιάν ἀνέραστη κοινωνία.
Παρ’ ὄλ’ αὐτά ἡ καταχρηστική ἀναφορά σέ ἰδεολογήµατα, στό πλαίσιο ἑνός ἀνυποψίαστου μεθοδιλογισμοῦ ἐπιδιώκει νά ἰσοσκελίσει τήν ἀπουσία γόνιµου ἔργου. Μιλοῦµε γιά τό σχολεῖο τοῦ 2.000 και κάτι, γιά ἐκσυγχρονισµό, γιά κριτική σχέση µἐ τή γνώση.
 
Ἄν κάποτε µιά προοδευτική, ὅπως αὐτοπροσδιοριζόταν, ἀντίληψη ἑστίαζε τήν κριτική της στό περιεχόµενο τῆς γνώσης, σήµερα θεωρεῖται ἀπό τούς τεχνοκράτες τῆς ἐκπαίδευσης πανάκεια µιά µεθοδοκεντρική ἐπέµβαση καί ἀναγορεύεται σέ ἰδεῶδες ἕνας τεχνικός ἔλεγχος τῆς ἐκπαιδευτικῆς διαδικασίας. Ἔχουµε δηλαδή µετατόπιση ἀπό τήν ἰδεολογία στόν τεχνοκρατισµό, πού εἶναι ὡστόσο µία ἀπό τίς ὑπάρχουσες ἰδεολογίες. Καί ἀπό πάνω, περίσσεια αἰσιοδοξίας ὅτι θά δοθεῖ, ἐπιτέλους, συνολική λύση στό προβληµα Παιδεία πού κοστίζει ἐτησίως πολλές χαµένες ἐργατοῶρες, ἀπώλεια ἑνός σηµαντικοῦ γιά τά ἑλληνικά δεδοµένα ποσοστοῦ τοῦ προϋπολογισµοῦ ὡς ζηµιογόνος ἐπιχείρηση. Κατά τήν αἰσιόδοξη αὐτή ἄποψη ἀπαιτεῖται µόνο πολιτική βούληση καί κοινωνική συναίνεση γιά τήν ἐφ’ ὅλης τῆς ὕλης ἀντιµετώπιση τῆς ἐκπαιδευτικῆς ὑπολειτουργίας.

Φυσικά ἡ ἐπιχειρηµατολογία, στήν ὁποία ἀναφερόµαστε, περί κόστους καί ριζικῶν µέτρων ἔχει λογική βάση. Ὡς µηχανή ἡ Παιδεία εἶναι καί πεπαλαιωµένη καί ἐπικίνδυνη γιά τούς χειριστές της, δηλαδή ἄχρηστη. Εἶναι ὅµως ἡ Παιδεία µηχανή; Μία βιοµηχανία γνώσεων; Ἐµπεριέχει µήπως καί µηχανικές διαδικασίες; Ἄν ὡς µηχανή ἐκλαµβάνεται τό τυπικό τῆς ἐκπαίδευσης, τό πρόγραµµα καί ἡ ἐφαρµογή του, φοβοῦµαι ὅτι διατηροῦµε τήν ὀφθαλµαπάτη φωτός σέ νύχτα ἀσέληνη. Διότι, ἡ ἐπανάληψη κατ’ ἔτος ἑνός καθορισµένου συνόλου ἐνεργειῶν ἐπί τῇ βάσει συγκεκριµένου σχεδίου δέν ἀποτελεῖ ἐν προκειµένῳ τήν ἀναγκαία καί ἱκανή συνθήκη προγραµµατι-σµού ἑνός ροµπότ. Διενεργεῖται σέ ἕνα χῶρο ζωῆς, στόν ὁποῖο κοινωνοῦν, ζῶσες ὑπάρξεις – πρόσωπα, πού παρά τίς προθέσεις δέν ὑπόκεινται ποτέ σέ ὁλοκληρωτικό ἔλεγχο διότι ψυχώνονται ἀπό τό πνεῦµα τῆς παιδικότητας. Καταλαβαίνουµε λοιπόν ὅτι τό ἐκπαιδευτικό τυπικό νοηµατοδοτεῖται ἀπό τήν οὐσία, τόν ἴδιο ὁρίζοντα τῆς Παιδείας˙ ἡ διδακτική πράξη καθ’ ἐαυτή ὑπερβαίνει τούς τεχνητούς διαχωρισµούς µεταξύ τύπου καί οὐσίας, εἰσάγοντας στό σχολικό περιβάλλον τήν ἐµπειρία τοῦ ἀπρόβλεπτου, τῆς ἔκπληξης, τοῦ ἀνέκφραστου. Δηλαδή τοῦ παιδικοῦ. Γινόµενοι παιδιά –ὄχι µἐ τήν ἔννοια τῆς ἐγωϊστικῆς ἀπαίτησης τῶν πάντων πού ἰσχύει σήµερα– καταφάσκουµε στήν ἁπλότητα τῆς ἀνοιχτῆς καρδιᾶς, στή θέρµη τῆς ἐπαφῆς, στήν ἀµερηµνησία τῆς ἀγάπης ὡς ὄρου, δηλαδή ὁρίου παιδαγωγίας. Ἀφηνόµαστε τότε ἀληθινά καί χωρίς ἐπιφυλάξεις στή ζωντάνια τῆς αὐθεντικῆς σχέσης δασκάλου – µαθητῆ. Σ’ αὐτήν ὁ δάσκαλος εἶναι αὐθεντία˙ µυεῖ µἐ µανία ἐραστή στή γνώση, στή σπουδή τῶν µυστικῶν τῆς ζωῆς, στήν ἀσκητική ὑπέρβαση τῆς αὐτοειδωλοποίησης. Γίνεται παραδειγµα στούς µαθητές του, ὄχι γιατί τοῦ ἐπιβάλλεται ἀπό ἕνα προγραµµα, ἀλλά διότι ἀξιώνεται ὡς πρόσωπο στήν αὐτοανάλωση χάριν τῶν µαθητῶν του.

Ὁ δάσκαλος – λαµπάδα δέν εἶναι ἁπλός µεταδότης γνώσης, ἄτεγκτος βαθµολογητής, δηµόσιος ὑπάλληλος πού δουλεύει µέ τό µάτι στό ρολόι. Καίγεται γιά τά παιδιά. Δωρίζεται. Χαρίζεται σ’ αὐτά. Οἱ ἀπατηλές θεωρίες περί ἰσότητος δέν τόν ἀγγίζουν γιατί ὁ δάσκαλος εἶναι ἐθελοντικά σέ κατώτερο σηµεῖο ἀπό τούς µαθητές του: ἀναλαµβάνει τό τιτάνιο ἔργο τῆς µάθησης, ὡς ἐν ἐλευθερία –δηλαδή διά τῆς ὑπακοῆς ἀπελευθέρωση ἀπ’ τή δουλεία τοῦ ἐγώ- ἀγωγή στήν ἀγάπη. Αὐτό τό ἔργο δέν πληρώνεται µἐ τίποτε. Κι ἄν τά σχολεῖα σήμερα παράγουν στρατιές ἀποµνηµονευτῶν, βαθµοθηρῶν καί ὡς ἐκ τούτου ἀγραµµάτων τοῦτο ὀφείλεται στήν ἔκλειψη αὐτῆς τῆς καύσεως καρδίας, στή συρρίκνωσή της σέ ὁρισµένους µάρτυρες της Παιδείας, στόν πατριωτισµό τῶν –πόσων καί πόσο, ἀκόµα;– Ἑλλήνων. Αὐτό δέν σηµαίνει ὅτι ἡ µαρτυρική στάση συγκροτοῦσε στό παρελθόν «πλειοψηφικό ρεῦµα» ἀλλά ὅτι τό θυσιαστικό ἰδανικό ἦταν σηµαῖνον τῆς Παράδοσής µας, ὅταν οἱ ὁρίζουσες τοῦ πολιτισµοῦ µας ἦταν ὁλωσδιόλου ἑτερογενεῖς πρός τίς σηµερινές. Τό χνάρι ὅµως, αὐτῆς τῆς στάσης ἔµεινε ἀποτυπωµένο, ὡς ἄγραφος νόµος, περισσότερο ἤ σεβάσµια παρακαταθήκη, σέ πρόσωπα καί πράγµατα τῆς σχολικῆς ζωῆς. Ἀσυναίσθητο, ἀνεπίγνωστο ἐν δυνάµει καί καµµιά φορά ὑπογείως ἐνεργοῦσε ἀνακαινιστικά στήν Παιδεία, συντηρώντας ὅ,τι ἀκεραιώνει τόν ἄνθρωπο. Τοῦτος ὁ ἐγγενής συντηρητισµός, πού δέν ἔχει σχέση µἐ ἐθνικόφρονες ἡγεσίες καί ἑλληνοχριστιανικές πατριδοκαπηλεῖες, ἀπέβη σωτήριος ὅταν ὁ ὁδοστρωτήρας τῆς «προόδου» στήν Παιδεία ἀπείλησε νά µεταβάλλει τήν ἑλληνική νεολαία σέ µάζα πληβείων τοῦ πνεύµατος, σέ πολιτισµικό προλεταριάτο, σέ καταυλισµιαίας καταλύσεως πρόσφυγες. Χάρις σ’ αὐτόν τό συντηρητισµό µαθαίνουν, φρονῶ, γράµµατα µαθητές καί µαθήτριες καί τῶν τριῶν βαθµίδων τῆς ἐκπαίδευσης µέσα ἀπό συνθῆκες θεσµοποιηµένης ἠµιµάθειας˙ µἐ ἐξόρυξη τῆς ἀρχαιογνωσίας, ἀγνόηση τῆς γραµµατικοσυντακτικῆς δοµῆς καί τῆς ἐκφραστικῆς πολυτυπίας τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, ἀπορφανισµό τῆς γραπτῆς –µἐ συνέπειες καί στήν προφορική– µας γλώσσας ἀπό τή µουσικοποιητική της διάσταση λόγῳ τοῦ νοµοθετηµένου «µονοτονισµοῦ», ἀποκοπή ἀπό τή λόγια παράδοση µας. Ἰδού ἡ κοινωνική συναίνεση –καί ἡ πολιτική θά πρόσθετα– πού ἀναζητοῦµε. Ἰδού ἡ ἔνοχη σιωπή ὅσων φιλοδοξοῦν νά παιδαγωγήσουν τό λαό, ἀνίκανοι νά ἀναδειχθοῦν, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, σέ πατέρες. Καί πῶς ἄλλωστε ἀφοῦ ἐνέχονται, συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα, στήν πατροκτονία τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία ἔχει, ἀµετάπειστα φοβοῦµαι, διαλέξει τό ρόλο της στήν ἐνοποιηµένη Εὐρώπη: τή µέρα γκαρσόνι, τή νύχτα καµάκι. Ὡς παραµόνιµες πνευµατικές στάσεις ἰσοδυναµοῦν µἐ ξόδεµα ἀνθρωπιᾶς µἐ ἀντίτιµο τό χρήµα. Τό µιᾶς χρήσεως, πάντα.
 
Μιλούµε γιά τήν Παιδεία χωρίς ἐλπίδα. Μέ λόγο ἀφυδατωµένο ἀπ’ τό αἴσθηµα, µέ λογιστικές πράξεις καί ἀκαδηµαϊκές αὐταρέσκειες, µἐ ἀβαθεῖς ἀναλύσεις. Ὅλοι ἔχουν δίκιο στήν αἰτηµατολογία τους. Καί στήν ἀνάγκη νά ἐκσυγχρονιστοῦµε. Ὅµως, ἀναρωτιέµαι , πίσω ἀπ’ τά χαµόγελα ἤ τήν γρίνια: ἐλπίζουµε; Μᾶς ἔχει στραγγίξει ἀρκετά ὁ πόνος γιά νά ποῦµε ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ; Νά κάνουµε, δηλαδή, τή νέα ἀρχή; Νοιώθουµε, ἄραγε, τό χαµόλυπο αἴσθηµα πού θά γονιµοποιήσει τή στέρφα γῆ τῆς ἑλληνικῆς ἐκπαίδευσης; Πού θά ξαναδιδάξει τήν ἐλπίδα ὡς ἐλευθερία, ὡς εὐθύνη; Πού θά τολµήσει νά κοιτάξει τόν ἄλλον κατά πρόσωπο;
 
Στήν ὀµηρική Νέκυια οἱ πεθαµένοι πίνουν αἷµα γιά νά µιλήσουν. Ἐδῶ ἡ µιλιά µας λέγει τά τρόπαια τοῦ θανάτου, ξέπνοη. Τί θά τήν αἱµατώσει;
 

Υ.Γ. Το κείµενο που µόλις διαβάσατε γράφτηκε σχεδόν είκοσι χρόνια πριν! (η Ρέμβη, τ.5, Σεπτέμβριος 1991). Παραλείψαµε µόνο τα σηµεία που θα πρόδιδαν τον χρόνο συγγραφής του. Προτιµήσαµε ν’ αναδηµοσιεύσουµε το κείµενο του αλησµόνητου Σταµάτη Παπασταµατέλου, γνωρίζοντας ότι αν είχαµε απαντήσει στο ερώτηµα της κατακλείδας του, θα ήταν περιττή σήµερα κάθε κουβέντα µας για την Παιδεία.

 

από το περιοδικό “Μanifesto” Οκτ. 2010, τχ 19. σελ. 34-36.
 
πηγή: Aντίφωνο

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here