Μύθος καὶ λόγος εἰς τὰ «περὶ» τὴν οὐσίαν

0
340

Ὑπάρχει μιὰ μυθοπλασία στὴν ὁποία ἀρέσκεται νὰ εὐπιστεῖ ἱκανὸς ἀριθμὸς συμπολιτῶν μας. Ἡ μυθοπλασία περὶ «ἀμύθητου» εὔρους ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, πόρων ἢ εὐχέρειας.

Εὐπιστεῖ μάλιστα ἀκόμα καὶ ὅταν οἱ πέντε αἰσθήσεις του ἐπιμαρτυροῦν, ὁμοθυμαδόν, τὸ ἀντίθετο: Δὲν γίνεται νὰ μὴν ἔχει προσέξει, γιὰ παράδειγμα, πόσες δεκαετίες μεσολαβοῦν μεταξὺ της ἔναρξης ἁγιογραφήσεως μιᾶς νέας ἐκκλησιᾶς, σὲ πόλη ἢ χωριό, καὶ τῆς ὁλοκλήρωσης τῶν ἐργασιῶν της. Πόσοι ἔρανοι ἔχουν διεξαχθεῖ, ἐν τῷ μεταξύ, προκειμένου νὰ συγκεντρωθοῦν, εὐρὼ πρὸς εὐρώ, τὰ χρήματα γιὰ τὴν ἀμοιβὴ τοῦ ἁγιογράφου. Ἀλλὰ καὶ πόσο συντελεῖ ἡ πρόοδος τῆς εἰκονογράφησης στὴν πυκνότερη προσέλευση ἐκκλησιαζομένων ἐντός τοῦ ἐν λόγῳ ναοῦ − πόσο θεμελιῶδες, δηλαδή, ἀποδεικνύεται τὸ ζητούμενο ἐτοῦτο.

Ἐλέγχει τὰ δρώμενα λοιπὸν κάποιος… σκοτεινὸς κύκλος ἰθυνόντων ὁ ὁποῖος προκρίνει τὴ συσσώρευση χρήματος κατὰ βάρος, αὐτοῦ καθαυτό, τοῦ ἰδρυτικοῦ ἐπιποθούμενου τῆς ἐκκλησιαστικῆς συναντήσεως; Ἀναδύεται μήπως μιὰ τόσο ἀβυσσαλέα παράνοια μεταξὺ προσώπων ταγμένων στὴν εὐχαριστιακὴ ἀγωγὴ τῆς ζωῆς τους; Ἐνεργεῖ τόσο αὐτοζημιωτικὰ ἐν τέλει ἡ συνείδηση ὅσων ὁρίζουν ὡς ἐκχύλισμα τῆς χαρᾶς τοὺς τὸν ὕμνο;

Ἢ μήπως, πολὺ προφανέστερα, ἔχει ἀδρανοποιηθεῖ πρὸς στιγμὴν ἡ συλλογιστικὴ λειτουργία ὅσων − ἀντίθετα − προσχωροῦν χαρωπὰ σὲ μιὰ σκανδαλοθηρική (περὶ ἐκκλησιαστικῶν κεκτημένων) ἀντίληψη;

Ὅταν ἐκεῖνος ποὺ εὐπιστεῖ στὴ ρητορεία περὶ “ἀτίμητου πλούτου” εἶναι “ἁπλὸς πολίτης” τοῦ τόπου, φανερώνει βέβαια πόσο ἔχει ὁ ἴδιος ἀνάγκη νὰ νομίσει ὅτι τὸν περιβάλλει ἕνα πανταχόθεν διαβλητὸ περιβάλλον, ὥστε νὰ συμπεράνει ἀπρόσκοπτα ὅτι οἱ προσωπικές του ἀτασθαλίες ἀνατέλλουν ἀσήμαντες. Τὸν συμφέρει νὰ εἶναι συμφεροντολόγος ὁ… ἄλλος.

Ὅταν ὅμως ὁ φορέας αὐτῆς τῆς πεποίθησης εἶναι “διανοούμενος”, καὶ δὴ “προοδευτικός”, τὸ φαινόμενο περιπλέκεται: Ἀποκλείεται νὰ μὴν ἔχει προσέξει, ἂς ποῦμε, ὅτι τὸ οἰκεῖο του κόμμα ἐκδίδει καθημερινὴ ἐφημερίδα, ἐνῶ ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος δὲν ἐξοικονομεῖ τὰ ἀναγκαῖα γιὰ μιὰ τέτοια του χρεία. Ἀποκλείεται νὰ μὴν ἔχει προσέξει, συναφῶς, ὅτι τὸ ἴδιο οἰκεῖο του κόμμα συντηρεῖ ἕναν ραδιοφωνικὸ σταθμὸ μὲ ἱκανοποιητικῶς ἀμειβόμενα στελέχη − καὶ πάντως ὄχι μὲ ἀπολαβὲς στὰ ὅρια τοῦ κατώτατου νομοθετημένου μισθοῦ, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸν σταθμὸ τῆς Ἱερᾶς ἐν Ἑλλάδι Συνόδου − προκειμένου τὸ ἔργο τους νὰ περαιοῦται μὲ ζῆλο. Ἀποκλείεται νὰ μὴν ἔχει προσέξει, ἀκόμα, ὅτι οἱ ἐφημερίδες μὲ τὴν ὑψηλότερη κυκλοφορία (ἀκραιφνῶς “προοδευτικὲς” καὶ αὐτές) προσφέρουν δυσθεώρητες ἀμοιβὲς στὰ στελέχη τοὺς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἄνεσης ποὺ τοὺς παρέχει − παρεκτὸς τῶν ἀμέσων κρατικῶν ἐνισχύσεων − ἕνας διαρκῶς κλιμακούμενος ὑπερδανεισμός (χωρὶς οὐδεμιὰ προοπτικῆς ἐπιστροφῆς τῶν δανείων) ἐκ μέρους κρατικῶν καὶ ἰδιωτικῶν τραπεζῶν ὥστε, ἀφ’ ἑνός, νὰ διαβιβάζουν “παντὶ καιρῷ” μιὰ πρωταρχικῶς ἀπο-ιεροποιητικὴ ἀγωγὴ στὴν ἡμεδαπὴ κοινωνία καί, ἀφ’ ἑτέρου, νὰ ἐπιτάσσουν μιὰ θεμελιοκρατικῶς ἀντιθρησκευτικὴ στρατηγικὴ στὴν ἑκάστοτε πολιτικὴ ἐξουσία της.

Ἀποκλείεται νὰ μὴν ἔχει προσέξει κυρίως ὅτι, ἀντὶ ὅλων ἐτούτων τῶν δράσεων ὁ Ἐκκλησιαστικὸς Ὀργανισμὸς μεριμνᾶ νυχθημερὸν νὰ διαθέτει, σχεδὸν ὅλα, τὰ οἰκονομικὰ ἔσοδα (ἀλλὰ καὶ ἁπαξάπασα, περίπου, τὴν τεράστια πράγματι ἐθελοντικὴ ἐργασία) ποὺ ἔχει σὲ προκρίσεις φιλάνθρωπες καὶ ἐλεήμονα δρώμενα.

Ἂς ἐπαναλάβουμε: Στὰ μάτια τοῦ στοχαζόμενου, εἰδικὰ παρατηρητῆ, ἀναδύεται μιὰ θεαματική… ἀλληλομαχία μεταξὺ τῆς δοξασίας περὶ ἀμύθητου πλούτου καὶ τῆς μαρτυρίας μιᾶς ἐξόφθαλμης, τόσο, ὅσο καὶ πασίδηλης πραγματικότητας.

Κι ὅμως: Τὰ θεωρητικά του πορίσματα σωρεύονται, πεισματικά, κατὰ βάρος πάσης πραγματικότητας…

Τὸ φαινόμενο ὁπότε ποὺ χρήζει ἐπεξηγήσεως εἶναι μιὰ τέτοια, μόνο, κατάποση κάθε λόγου ἀπὸ τὸν μύθο.

Κατὰ βάθος τοῦ θέματος: Πεμπτουσία τῆς προκείμενης θεώρησης εἶναι βέβαια ὁ ὑπαινιγμὸς ὅτι οἱ ἄνθρωποι τῆς Κατάφασης διαπιστώνονται, κατὰ συντριπτικὴ πλειοψηφία, ἰδιοτελεῖς – ποὺ θὰ πεῖ, Ἀπαρνητὲς τοῦ Νοήματος: Οἱ τεταγμένοι στὸ καλὸ ἐντοπίζονται ὡς φορεῖς τῆς κακίας, ἐκζητεῖ νὰ μᾶς “διδάξει” ἡ ἀφήγηση! Κι εἶναι βέβαια ἐτοῦτο ἕνα συμπέρασμα ἰδανικό, ὅσον ἀφορᾶ κάθε περαιτέρω ἔφεση ὅλων μας πρὸς μιὰ «μετα-ενοχικὴ» βιοτή: Μιὰ ἐξέλιξη ἐπέκεινα πάσης μνήμης − ἢ ἰδέας − ἠθικῆς διερώτησης.

Σὰ νὰ ἤτανε τάχα, οὐδαμοῦ, νοητὸ χωρὶς τὴ θεμελίωσή του στὴν ἠθικὴ νὰ μπορεῖ νὰ εὐσταθήσει ὁποιοδήποτε νόημα. Ἤ − πολὺ πιθανότερα − σὰ νὰ συστήνεται πρόθυμη ἡ Ἐξουσία τοῦ Λόγου, στὶς μέρες μας, νὰ προσχωρήσει στὴν Ἀλογία χάριν ἀπαλλαγῆς τῆς συνείδησης ἀπὸ κάθε εὐθύνη της.

Εἶναι δύσκολο ἐπὶ τέλους νὰ ὑποψιαστοῦμε ὅτι οἱ ἴδιες οἱ σχέσεις, ἔτσι, τῶν ἀνθρώπων καταπίπτουν στὸ ἔρεβος; Μὲ μονάχο ποὺ μένει, νὰ ἀρθοῦν στὸ σταυρὸ οἱ ἀθῶοι του αἵματος…

«Οἱ πιστοὶ κρίνονται ἀπορριπτέοι γιὰ αὐτὸ πού (ἐν ἐπιγνώσει) πράττουν», ἐπιμένουν – μὲ φτηνότερο πειστήριο τὴν περὶ πλούτου ψευδομαρτυρία − νὰ μᾶς βεβαιώνουν, ἀκόμα καὶ καταμεσῆς τῆς κατάρρευσης, οἱ ταγοί τῆς… προοδευτικῆς ἀντιλήψεως. Χωρὶς κἂν νὰ ὁμολογοῦν πώς, ἀκόμα καὶ ἡ ὕστερη αὐτὴ καταγγελία, συνιστᾶ μιὰ ἀναφανδὸν ἀναδίπλωση ἀπὸ τὴν μομφὴ ποὺ ἐξαπολυόταν στὴν ἀφετηρία τῆς… διαφωτισμένης τους διαδρομῆς: Τότε − ἀξίζει νὰ θυμηθοῦμε − τὸ παράγγελμα ἔλεγε: «Οἱ πιστοὶ κρίνονται ἀπορρίψιμοι γιὰ αὐτὸ ποὺ (ἀνεπίγνωστα) εἶναι

Νὰ τὸ προσδιορίσουμε περισσότερο συγκεκριμένα: Οἱ χριστιανοὶ καταγγέλλονται σήμερα πώς… δὲν εἶναι χριστιανοί. Ἔχει μεσολαβήσει, ὅμως, μιὰ στροφή… ἑκατὸν ὀγδόντα μοιρῶν: Στὴν ἀκμὴ τῶν νέων καιρῶν (ἐπὶ Νίτσε, ἂς ποῦμε) ἡ ὀργίλη ἐναντίον τους ἔγκληση ἑστιαζόταν, μὲ ὁρμή, ἀκριβῶς στὸ ἀντίθετο!

Μιὰ μεταβολὴ στάσης ποὺ ἀποδεικνύει, ἰδού, ὅτι χωρὶς τὴν ἐπίκληση μιᾶς χριστιανικῆς κατανόησης τοῦ κόσμου, δὲν ἀξιώνεται νὰ ἀρθρωθεῖ οὔτε κἂν μιὰ «ἀντιχριστιανικὴ» ἐπαγωγὴ πορισμάτων τοῦ… αὐτοβέβαιου λόγου τῶν κοσμικῶν ἡγουμένων μας.

Ἡ ἴδια ἡ Ἱστορία (δηλαδή, οἱ ἴδιοι οἱ ἄνθρωποι μέσα της) σημαίνει μὲ λίγα λόγια ἐτοῦτο, ἀρνεῖται νά… ἀπαρνηθεῖ τὴ χριστιανική της νοηματοδότηση. Εἶναι τάχα δύσκολο νὰ ἐννοήσουμε, τότε, ὅτι τὰ περιεχόμενα τοῦ «συγχρονισμοῦ» καὶ τοῦ «ἀναχρονισμοῦ» ἐκδιπλώνουν ἐνώπιόν μας ἀ π ο λ ύ τ ω ς  ἀ ν ά σ τ ρ ο φ η  ἔννοια ἀπὸ αὐτήν, μέσα στὰ πλαίσια τῆς ὁποίας, ἡ φωνὴ τῶν… δεινῶν τοῦ λόγου ἐπιμοχθοῦσε − ἐδῶ καὶ τρεῖς, σκιερούς, τελευταίους αἰῶνες − νὰ τὰ πειθαναγκάσει νὰ περιαχθοῦν;

Δημοσιεύθηκε, αρχές του 2017, στo περιοδικό «Νέα Ευθύνη»

Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας έργο του Γιώργου Ρήγα.

πηγή: Aντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here