Μετά το Νιόκαστρο είναι οι Μύλοι

0
196

Ο Ισοκράτης επιλέγει

Τότε ὁ πόλεμος δυνάμωσε ὡς τὰ μεσάνυχτα, ἔπαψε τὴν αὐγή. Ἔστειλαν ἕναν Τοῦρκον ἀπόξω νὰ βγοῦμε νὰ μιλήσουμε. Βῆκε ὁ Μπεζαντές, ὁ Γιατράκος κ᾿ ἐγώ. Μᾶς εἶπε ὁ στελμένος ὅτι ὁ πασσᾶς θέλει τὸ κάστρο, ἢ θὰ μᾶς πάρη μὲ ρισάλτο, καὶ τί ἀπαίτησες θέλομεν διὰ νὰ μὴν χυθῆ ἀδίκως αἷμα.

Τοῦ εἴπαμεν, θέλομεν καράβια εὐρωπαίικα νὰ βαρκαριστοῦμεν, ὕστερα ὅλα μας τ᾿ ἄρματα, τρίτο τὸν Χατζηχρῆστο καὶ Δεσπότη κι᾿ ὅλους τους σκλάβους, καὶ τοὺς μιστούς μας. Καὶ τότε τοῦ παραδίνομεν ἐφοδιασμένο κάστρο (ἐφόδιασμα μόνον μὲ τὶς σάπιες πέτρες, ὀλίγος τζεμπιχανὲς ἦταν ἀκόμα καὶ ψωμὶ πολλὰ ὀλίγον καὶ νερό, νὰ χορτάσουμεν δὲν μπορούσαμεν, ἐκείνη τὴν ἡμέρα νὰ τὸ μεράζαμεν).

Πῆγε ὁ στελμένος εἰς τὸν Μπραΐμη, τοῦ εἶπε ὅ,τι τοῦ εἴπαμε. Τὸν διάταξε νὰ γυρίση νὰ μᾶς εἰπῆ ὅτι καράβια ἔχει δικά του καὶ μᾶς βαρκαρίζει, δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ξένα. Τ᾿ ἅρματά μας τὰ θέλει ὅλα. Τοὺς σκλάβους τοὺς πῆρε μὲ τὸ σπαθί του καὶ τοὺς βαστάει ζωντανοὺς ὅσο νὰ βάλη κ᾿ ἐμᾶς εἰς τὸ χέρι καὶ τότε νὰ μᾶς σκοτώση ὅλους μαζί. Μιστοὺς δὲν ἔχει οὔτε λιανό, νὰ μᾶς πλερώση ἡ Διοίκησή μας.

Τοῦ εἴπαμε: «Ὁ πόλεμος εἶναι ἡ τύχη μας, καὶ πολεμᾶτε καὶ θὰ πολεμήσουμε ὅσο νὰ λυώσουμε, νὰ φᾶμε ἕνας τὸν ἄλλον, καὶ τότε πά᾿ ν᾿ τὸ πάρη τὸ κάστρο. Φωτιὰ θὰ βάλωμε νὰ πᾶμε ῾στὸν ἀγέρα μ᾿ ὅλο αὐτό.

Τὰ εἶπε αὐτὰ τοῦ Μπραΐμη. Καὶ τότε ἄρχισε ὁ πόλεμος ἀπ᾿ οὖλα τὰ μέρη. Τὴν ἄλλη ἡμέρα ἔστειλε τὸν Χατζηχρῆστον καὶ Δεσπότη καὶ Σουλεϊμάνμπεγη Φραντζέζο νὰ μᾶς παρακινήσουν νὰ παραδοθοῦμεν. Δὲν θελήσαμεν καὶ φύγαν κι᾿ αὐτεῖνοι.

Τότε διατάζει καὶ μπῆκαν τὰ καράβια μέσα, καὶ ἡ κακή μας τύχη πῆρε φωτιὰ ἡ ντάπια τῆς θάλασσας καὶ πῆγαν εἰς τὸν ἀγέρα οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ κανόνια μας. Τότε οἱ Τοῦρκοι ὅλοι ὁποῦ εἶδαν αὐτὸ σαλαβάτισαν ῾σ ὅλα τὰ μέρη, ὅτι ὁ Θεὸς βόηθαγε αὐτοὺς καὶ κιντύνευε ἐμᾶς. Τὰ καράβια μπῆκαν μέσα ἀπολέμητα, κι᾿ ἀφοῦ μπῆκαν, ἄρχισαν οἱ φεργάδες τέσσερες τέσσερες καὶ μᾶς βαροῦσαν. Ἦταν σάπιον αὐτὸ τὸ κάστρο καὶ τὸ ῾καμαν κόσκινο, καὶ μᾶς ἀφάνισαν εἰς τὸν σκοτωμὸν οἱ φεργάδες κ᾿ οἱ ἄλλοι Τοῦρκοι ἀπόξω, τῆς στεργιᾶς. Δὲν εἴχαμεν ποὺ νὰ σταθοῦμεν, μᾶς πολέμησαν ἀπὸ τὴν αὐγὴ ὡς τὸ δειλινό. Θέλησε ὁ Θεὸς καὶ πῆρε ἕνας ἀγέρας καὶ πάψαν τὰ κανόνια τῶν φεργάδων, καὶ ηὕραμεν καιρὸ καὶ θάψαμεν τοὺς σκοτωμένους. Κι᾿ ὅσοι πληγώνονταν κανένας δὲν γιατρεύεταν. Εἴχαμεν ἕναν γιατρὸν Ἄγγλον, τὸν πλερώσαμεν κι᾿ αὐτὸν ἐγὼ κι᾿ ὁ Μπεζαντὲς ἀπὸ πεντακόσια γρόσια τὸν μήνα. Τὸν εἶχε συνφωνήση ἡ Διοίκηση καὶ δὲν τὸν πλέρωνε, καὶ τὸν πλερώσαμεν ἐμεῖς οἱ δυό. Καὶ μᾶς πέθαινε τοὺς συντρόφους. Καὶ μαρτύρησε κι᾿ ὅλη τὴν ἔλλειψη ὁποῦ ῾χαμεν εἰς τὸ κάστρο, τὴν εἶπε μὲ τὴν γλώσσα τοῦ εἰς τὸν Φραντζέζο, ὅταν ἦρθε μὲ τὸν Χατζηχρῆστον. Ἤθελα νὰ τὸν σκοτώσω τὸν ἄτιμον, δὲν μ᾿ ἄφησαν. Ὕστερα πῆγε μὲ τὸν Μπραΐμη. Τότε διὰ νυχτὸς ἔβγαλαν κι᾿ ἄλλα κανόνια καὶ τὰ ῾βαλαν ὁλόγυρά μας. Ἐμεῖς οἱ δυστυχισμένοι ὁληνύχτα δυναμώναμε τὴν βέργα, ὁποῦ ἦταν ἀδύνατη, καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ μέρη καὶ κουβαλούσαμε ξύλα καὶ πέτρες καὶ φκειάναμε τὸ νερό. Ἦταν μία στέρνα εἰς τὸν Ἰτσκαλέ, ἔπιναν τὸ νερὸ κρυφὰ οἱ στρατιῶτες. Εἶχαν ἕνα καλάμι τρυπήση μακρύ, τὴν στέρνα τὴν εἴχαμεν βουλλωμένη, κι᾿ αὐτοὶ τρύπησαν ῾σ ἕνα μέρος ὀλίγο καὶ τὴν νύχτα πήγαιναν κρυφὰ καὶ πίναν. Τηράμεν μιὰ ἡμέρα, βλέπομεν τὴν στέρνα μ᾿ ὀλίγο νερό, ὁποῦ πρωτύτερα τὸ εἴχαμεν μετρημένο. Τότε ἀπολπιστήκαμεν, καὶ οἱ στρατιῶτες μας βιάζαν νὰ φύγωμεν. Εἶχα μιλήση μὲ τὸν Βελέτζα κι᾿ ἄλλους νὰ τοὺς βγάλωμεν μὲ τρόπον ἔξω αὐτούς, ὁποῦ φοβέριζαν νὰ μᾶς σκοτώσουνε καὶ ἤθελαν χωρὶς ἄλλο νὰ κάμωμεν ὁμιλίαν μὲ τοὺς Τούρκους νὰ παραδώσουμε τὸ κάστρον, ἢ νὰ φύγωμεν μὲ γιρούσι – κι᾿ ἀνάθεμα καὶ θὰ γλύτωνε κανένας, καθώς μας εἶχαν τρογυρισμένους. Σάν μας βιάζαν, εἴπαμε νὰ τοὺς βγάλωμεν κατὰ τὴν θέλησίν τους καὶ νὰ εἰποῦμεν ὅτι πάμεν κ᾿ ἐμεῖς μαζί, κι᾿ ἀφοῦ τοὺς βγάλωμεν ἔξω, νὰ μείνωμεν ὀπίσου καὶ νὰ βαστήσουμεν μόνον τὸν Ἰτζκαλέ, καὶ νὰ βάλωμεν καὶ μπαρούτι ὁλόγυρα σὲ μίνες, κι᾿ ὅταν ἡ Τούρκικη δύναμή μας πλακώση, φωτιὰ νὰ βάλωμεν νὰ πάμεν ὅλοι εἰς τὸν ἀγέρα. Δι᾿ αὐτὸ εἴχαμεν τηράξη τὸ νερό, καὶ ἡ κακή μας τύχη, τὸ εἶχαν πιωμένο χωρὶς νὰ ξέρωμεν. Τότε ἀπολπιστήκαμεν, ὅτι ἤμαστε εἰς τὴν διάκρισιν τῶν Τούρκων.

Ἀφοῦ δυνάμωσε ὁ Μπραΐμης ὅλες τὶς θέσες, στέλνει τὴν αὐγὴ ἄνθρωπον, ἂν θέλωμεν νὰ μιλήσωμεν – αὐτείνη εἶναι ἡ ὑστερνὴ ὁμιλία, ἄλλη βολὰ δὲν ματαθέλει ὁμιλίαν. Καὶ δυὸ ὧρες διορία νὰ βγοῦμε εἰς τὸν Μπραΐμη νὰ μιλήσουμε. (Αὐτὸς ἤξερε καὶ τὴν ἔλλειψη τοῦ νεροῦ ἀπὸ τὸν γιατρό μας).

Ἀποφάσισαν ὅλοι του κάστρου νὰ πάγω ἐγὼ εἰς τὸν Μπραΐμη κι᾿ ὁ Καράπαυλος κι᾿ ὁ Σαλβαρᾶς νὰ κάμωμεν συνθῆκες. Παρουσιαστήκαμεν, ἦταν ῾σ ἕνα λαμπρὸ τζαντίρι, εἶχε καὶ δυὸ ἀξιωματικοὺς καὶ τοῦ βαστοῦσαν τὰ δυό του χέρια μὲ μεγαλοπρέπεια, νὰ ἰδοῦμε ἐμεῖς τὸ μεγαλεῖον του. Μᾶς ρώτησε πούθεν εἴμαστε. Ὁ ἕνας εἶπε ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο, ὁ ἄλλος ἀπὸ τὴν Σπάρτη κ᾿ ἐγὼ «ἀπὸ τὴν Ρούμελη» τὸ εἶπα. «Ποῖον μέρος;» Τοῦ τὸ εἶπα. Καὶ τοῦ εἶπα ψέματα ὅτ᾿ ἤμουν σωματοφύλακας τοῦ Ἀλήπασσα, «Μᾶς σκότωσαν τὸν ἀφέντη μας, κίνησα μὲ καμπόσους ἀνθρώπους ναρθῶ εἰς τὸ Μισίρι, εἰς τὴν Ὑψηλότη σας. Δὲν εἴχαμε τὰ ἔξοδά μας, ἤρθαμε ἐδῶ, εἰς τοὺς Ρωμαίγους. Μᾶς ἀπάτησαν, μᾶς ἔβαλαν σὲ τοῦτο τὸ κάστρο. Πολεμοῦμεν νύχτα καὶ ἡμέρα. Αὐτεῖνοι μας κάνουν σίγρι ἀπὸ μακρυὰ θέλουν νὰ χαθοῦμεν. Ἐμεῖς, διὰ νὰ σωθοῦμεν καὶ νὰ πάμεν νὰ πολεμήσουμεν μ᾿ ἐκείνους, βιαζόμαστε, καὶ ἤρθαμεν νὰ κάμωμεν συνθῆκες, νὰ σοῦ παραδώσουμεν, ἂν συνφωνήσουμεν, κάστρο ἐφοδιασμένο. (Σὰν τὸ λάβης, τὸ λέπεις τί ῾φόδιασμα ἔχει. Ποῦ ἀφῖν᾿ νὲ οἱ καλωσύνες τῶν προκομμένων νὰ ῾φοδιάσουμεν κάστρα. Τρομάξαμεν νὰ πάρωμεν ὀλίγα ντουφέκια ἀπὸ τοὺς Τούρκους, νὰ πολεμήσουμεν διὰ τὴν πατρίδα). Δία ῾κεῖνο, πασσά μου, θὰ σοῦ παραδώσουμεν τὸ κάστρο.

  • Τί ζητᾶτε; (Μοῦ λέγει ἐμένα, αὐτοὺς τοὺς Μωραΐτες ἄφησέ τους, σὲ ὀλίγες ἡμέρες τοὺς κουβεντιάζω).
  • – Ζητοῦμε καράβια εὐρωπαίικα. Συνθῆκες γραφτὲς σὲ τέτοιους ἀνθρώπους σὰν τὴν Ὑψηλότη σας δὲν χρειάζονται. Ὁ λόγος σας εἶναι συνθήκη.
  • – Καράβια, λέγει, ἔχω τὰ δικά– μου.
  • – Τοῦ εἶπα, δὲν μπαίνουν οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰ δικά σου, φοβῶνται. ῾Σ εὐρωπαίικα βάλαμε καὶ τοὺς Τούρκους τ᾿ Ἀναπλιού.
  • – Σὰν τοὺς μιλήσης ἐσὺ τῶν ἀνθρώπων, μοῦ εἶπε, δὲν τοὺς πιάνει φόβος.
  • – Δὲν μ᾿ ἀκοῦνε καὶ δὲν σὲ γελάγω. Χωρὶς εὐρωπαίικα καράβια καμμία ὁμιλία δὲν γένεται».
  • Τὸ τροπολοήσαμεν πολύ, τ᾿ ἀποφάσισε.
  • «Ποιὸς θὰ πληρώσει τὸν ναῦλον τῶν καραβιῶν;
  • – Ἢ Ὑψηλότη σου», τοῦ λέγω.
  • Μοῦ εἶπε νὰ τὰ πλερώσωμεν ἐμεῖς.
  • Τοῦ εἶπα: «Δὲν ἔχομεν χρήματα. Ὅ,τι χρήματα εἴχαμεν, ἐφοδιάσαμεν τὸ κάστρο ἀπὸ κρασιὰ καὶ φαγητά» Συνφωνήσαμαν πλερώση αὐτός.
  • Τ᾿ ἄρματα, δὲν μᾶς ἀφίνει οὔτε σουγιά. «Κ᾿ ἐσὺ ὅπου εἶσαι κουρμπετλής, μοῦ εἶπε, σοῦ χαρίζω τριάντα ζευγάρια πιστιόλες, ντουφέκια, γιαταγάνια ἢ σπαθιά».
  • Τὸν περικάλεσα κ᾿ ἔγιναν τριάντα πέντε καὶ τοῦ εἶπα, παράδες ὅποιος ἔχει κι᾿ ἄλλα ἀσήμια νὰ μὴν τοὺς πειράζη κανένας.
  • Μείναμεν σὲ ὅλα σύνφωνοι.
  • Μὲ ρώτησε πόσους ἀνθρώπους ἔχω.
  • Τοῦ εἶπα, ὀχτακόσους.
  • Νὰ τοὺς πάρω καὶ νὰ πάγω μαζί του. Καὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ γένουν τζιράκια του.
  • Ἐγὼ τοῦ εἶπα: «Γνωρίζομεν τὰ ὀτζάκια σας ὅπου κάνουν τοὺς ἀνθρώπους τζιράκια. Τώρα ἦρθα στελμένος ἀπὸ τὸ κάστρο νὰ κάμω συνθῆκες, κι᾿ ὄχι νὰ μπῶ μιστωτός. Τελειώνοντας ἡ ὑπόθεση τοῦ κάστρου, τότε τηρᾶμε αὐτό».

Μείναμε σύνφωνοι ῾σ ὅλα καὶ στείλαμεν ἕναν ἄνθρωπον ἐμεῖς κ᾿ ἕναν αὐτὸς καὶ πῆγαν εἰς τὴν Μοθώνη ὅ,τι καράβια βροῦνε εὐρωπαίικα νὰ τὰ ναυλώσουνε, (κι᾿ ἂν εὕρη τίποτα καπετάνιους φιλέλληνες, εἶπα ἐγὼ τοῦ δικοῦ μας, νὰ τοὺς ναυλώσουνε τὰ καράβια καὶ νὰ φέρνουν γύρα καμπόσες ἡμέρες, μὲ τρόπον πὼς συγυρίζουν τὰ καράβια, νὰ μή μας ἔρθη ἡ δύναμη τοῦ Ἐκλαμπρότατου «Ὅμως» Κουντουριώτη. Ἀφοῦ πῆγαν, τόφεραν γύρα δεκαοχτὼ ἡμέρες, δὲν φάνη κανένας.

Γύρεψαν ναῦλο τέσσερες χιλιάδες τάλλαρα.

Στέλνει ὁ Μπραΐμης, μοῦ λέγει:

_«Δία σας τοὺς παλιανθρώπους μου γυρεύουν τέσσερες χιλιάδες τάλλαρα καὶ δὲν τὰ δίνω.

– Ἣ παλιοὶ ῾μαστε ἢ καινοῦργοι ἄνθρωποι, κατὰ ὁποῦ συνφωνήσαμεν θὰ τὰ πλερώσης». Μείναμε σύνφωνοι νὰ τὰ πλερώση, ἀφοῦ κάμαμεν πλῆθος φιλονικίες.

Ἀφοῦ τελειώσαμεν αὐτὰ ὅλα, φεύγει ἕνα Τουρκόπουλο ἀπὸ τὸ κάστρο καὶ πάγει εἰς τὸν Μπραΐμη, τοῦ λέγει τὴν ἔλλειψη τοῦ κάστρου ἀπὸ τὸ νερὸ κι᾿ ἄλλα κι᾿ ὅτ᾿ εἶναι δυὸ Τούρκισσες καλὲς εἰς τὸ κάστρο. Ἦταν δυὸ Τζορτζοῦρες, ὡραῖες γυναῖκες, τὶς εἶχαν οἱ Οἰκονομίδηδες, ντόπιοι, ὡς γυναῖκες τους. Ἐγὼ δὲν τὶς ἤξερα ἢ ἦταν ἢ ὄχι. Τότε ὁ Μπραΐμης στέλνει καὶ μὲ φωνάζει. Ἀφοῦ πῆγα πολλὲς φορὲς (στέλναν μόνον ἐμένα, ὅτι μὲ διορίσαν ὅλοι οἱ πολιορκημένοι ἐπίτροπόν τους ν᾿ ἀγροικιῶμαι μ᾿ αὐτὸν μόνος μου, κι᾿ αὐτὸς εἶχε ἕναν Τοῦρκον ἀπὸ τὴν Τροπολιτζὰ κ᾿ ἕναν ἀπὸ τὴν Κάρυστον. Ξέραν τὰ Ρωμαίικα, κι᾿ αὐτεῖνοι οἱ δυὸ ἔρχονταν καὶ μοῦ μιλοῦσαν καὶ πήγαινα εἰς τὸν Μπραΐμη, καὶ μ᾿ αὐτοὺς ξηγώμουν τὴν γλώσσα τους), μοῦ λέγει: «Μέσα εἰς τὸ κάστρο εἶναι δυὸ Τούρκισσες τὶς ξέρεις; – Τοῦ λέγω τὴ ντάπια ὁποῦ φυλάγω ξέρω, ὄχι γενικῶς, οὔτε Τούρκισσες ξέρω, οὔτε Ρωμιές». (Γύρευε νὰ μὲ κάμη καὶ κοντόση, γαμῶ τὸ Ρεσούλη του. Τί νὰ σοῦ κάμω ὁποῦ δὲν εἶχα νερὸ καὶ δὲν ἔβλεπε κάστρο. Ὅτ᾿ εἶχα λιοντάρια μέσα). Μοῦ λέγει ὁ πασσᾶς: «Νὰ στείλεις νὰ τὶς φέρεις» Ἔστειλα τὸν μπαϊραχτάρη μου καὶ ἤφερε. Τὶς πῆρε καὶ τὶς ξέταξε διὰ τ᾿ ἀναγκαῖα τοῦ κάστρου. Ἐκεῖνοι ὁποῦ τὶς εἶχαν αὐτὲς τὶς γυναῖκες τὶς εἶχαν ὡς πνευματικοὺς καὶ ξέραν ὅλα τους τὰ μυστήρια καὶ τοῦ κάστρου. Τοῦ εἶπαν ὅτ᾿ εἶναι κι᾿ ἄλλοι Τοῦρκοι μέσα καὶ ξέρουν ὅλα τὰ πράματα τοῦ κάστρου (ἀφοῦ αὐτὲς τὰ ἤξεραν). Μοῦ ζητάγει νὰ τοῦ στείλω καὶ τοὺς ἄλλους Τούρκους (νὰ μάθη κι᾿ ἄλλα). Ἦταν ὁ Μπραΐμης μεθυσμένος, πίνει ρούμι καὶ κρασὶ μποτίλλιες. Μπεκρὴς πολὺ καὶ παραλυμένος εἰς γυναῖκες καὶ παιδιά. Μοῦ δίνει τοὺς δυὸ Τούρκους ὁποῦ ξέραν τὴν γλώσσα, πήγαμεν εἰς τὸ κάστρο καὶ τοὺς ἄφησα ἀπόξω τὰ τείχη. Τοὺς εἶπα ἐκεινῶν ὁποῦ ῾χαν τοὺς Τούρκους δούλους τὰ αἴτια καὶ μοῦ τοὺς ἤφεραν. Καὶ τοὺς κατέβασα κάτου– ἀπὸ τὸ κάστρο καὶ τοὺς εἶπα: «Σύρτε τους εἰς τὸν πασιά, κι᾿ ἂν θέλει νὰ βαστήση τὸν λόγον του, κατὰ τὶς συνθῆκες ὁποῦ κάμαμεν, καλά, εἰδὲ ἀρχινᾶτε τὸν πόλεμον νὰ μᾶς πάρετε μὲ τὸ σπαθί σας. Ὅτι τοιούτως δὲν κάνουν οἱ μεγάλοι ἄνθρωποι, κάστρο χωρὶς νὰ παραδοθῆ, ἀνθρώπους δὲν ζητοῦνε ἀπὸ μέσα, σήμερα γυναῖκες κι᾿ αὔριον ἄντρες. Κι᾿ ὅσα θὰ τοῦ εἰποῦνε ὅλοι αὐτεῖνοι – οὔτε νερὸ ἔχομεν, οὔτε ἄλλα, εἶναι ἀνεφόδιαστο ὅλως– δι᾿ – ὅλου τὸ κάστρο. Ὅμως ἕνας τὸν ἄλλον θὰ φᾶμε οἱ ἄνθρωποι – καὶ τὸ κάστρο μαζί, δὲν θ᾿ ἀφήσουμε τοῖχον γερόν, οὔτε σημάδι. Καὶ πέστε του, ἢ ντουφέκι ἢ συνθῆκες! Καὶ κοντόσηδές μας ἔκαμε!» Πιάστηκα μὲ τοὺς πολιορκημένους διατὶ μίλησα τοιούτως.

Τὸ βράδυ εἶχε ἔρθη μία φεργάδα Ἀγγλικὴ καὶ τὰ Τούρκικα καράβια τὴν εἶχαν ῾στὴν μέση νὰ μὴν ἀνταποκρινώμαστε ἐμεῖς μ᾿ αὐτείνη, φοβώνταν. Τότε στέλνομεν ἕναν Κυπραῖον μὲ γράμματα τῆς πλεγῆς. Τὸν πῆραν χαμπέρι τὰ Τούρκικα καὶ τὸν κυνήγησαν ὁληνύχτα, καὶ τὸ᾿ ῾πεσαν τὰ γράμματα ἐκεῖ ὁποῦ βούταγε εἰς τὴν θάλασσα. Καὶ πῆγε εἰς τὴν φεργάδα, καὶ μπαίνοντας μέσα, ἔπεσε πεθαμένος. Τὸν κρεμάσανε καὶ βῆκε τὸ νερό, καὶ τὸ ῾βαλαν σπίρτα κι᾿ ἀναστήθη. Καὶ εἶπε τῶν Ἄγγλων τὸν χαμὸν τῶν γραμμάτων, ὁποῦ τὰ εἴχαμε δομένα. Εἶπε στοματικῶς τὴν κατάστασιν τοῦ κάστρου καὶ τὶς πρόφασες τοῦ Μπραΐμη. Καὶ τὸν πῆρε ἡ φεργάδα καὶ πῆγαν εἰς τὴν Ζάκυθο καὶ εἶπαν αὐτὰ τοῦ ναυάρχου. Τότε ὁ ναύαρχος ἔστειλε ἕνα μπρίκι.

Πρὶν ἔρθη τὸ μπρίκι στέλνει ὁ Μπραΐμης νὰ ἑτοιμαστοῦμε, ὅτι ἦρθαν τὰ καράβια ὁποῦ ῾χαμε ναυλώση. Ὅταν μὲ φώναξε ἦταν ῾σ τὰ μαγαζειά, κι᾿ ὅλο του τὸ στράτεμα. Ἦταν δυὸ ὧρες νὰ νυχτώσῃ. Τοῦ λέγω: «Πότε θὰ βαρκαριστοῦμεν, καθὼς προστάζεις; Οἱ πόρτες θέλουν ἀρκετὲς ὧρες νὰ ξεπλακωθοῦνε, ὁποῦ τὶς ἔχομεν χτισμένες θὰ περάσουνε τὰ μεσάνυχτα καὶ νὰ μὴν ξεπλακωθοῦνε. Ἔχομε λαβωμένους, ἔχομε ἀρρώστους. Αὔριον τὴν αὐγὴ κάνομεν ἀρχὴ καὶ βαρκαριζόμαστε». Αὐτὸς ἀντιστάθει, ὅτι γύρευε πρόφασιν. Μοῦ λέγει: «Ἀπόψε ἂν θέλετε, καλά, εἰδὲ οἱ συνθῆκες εἶναι χαμένες ποὺ κάμαμε. – Ὅταν στείλης καὶ ἰδῆς ἂν προφασιζόμαστε, τότε φταῖμε ἐμεῖς. Εἰδέ, θέλεις νὰ τὶς χαλάσης τὶς συνθῆκες». Τοῦ εἶπαν κι᾿ ἄλλοι ὅτι «κι απόψε δικοί μας εἶναι κι᾿ αὔριον». Ὅτ᾿ εἶχε νὰ μᾶς σκοτώσει. Μό᾿ δῶσε δυὸ Τούρκους, τοὺς ἔδειξα τὶς πόρτες κι᾿ ἄλλα. Τοὺς ἔδωσα τῶν Τούρκων κι᾿ ἀπὸ μίαν ζυγὴ ἄρματα καλά. Μίλησαν τοῦ πασιᾶ. Τὴν αὐγὴ μπονόρα ἔστειλε ἕναν συγγενῆ του μὲ σαράντα ἀνθρώπους νὰ περιλάβῃ τ᾿ ἄρματα. Ἐγὼ εἶπα τοῦ Βελέτζα καὶ κάθεταν εἰς τὸν Ἰτζκαλέ, νὰ μή μας κάμουν τίποτας, νὰ μείνωμε μέσα καὶ βγάλαμεν ἀπὸ ἐκεῖ ὅλους τους ἄλλους. Ξαρματώσαμε καμπόσους, τοὺς βγάλαμεν ἀπὸ τὸ κάστρο. Οὔτε ῾σ τὰ καράβια τοὺς βαίναν – οὔτε ῾σ τὰ δικά μας, οὔτε ῾σ τὰ δικά τους. Βγάλαμεν κι᾿ ἄλλους, τὸ ἴδιον. Τ᾿ ἀσκέρια τοῦ Μπραΐμη ἦταν ὅλα συνασμένα ἐκεῖ. Τότε κλειοῦμεν ἐκείνους τοὺς Τούρκους ὁποῦ ῾ρθαν νὰ περιλάβουν τὸ κάστρο, καὶ τοὺς λέγω: «Οἱ δικοί σας ἂς φᾶνε ἐκείνους ὁποῦ βγάλαμεν ἔξω, κ᾿ ἐμεῖς τρῶμε ἐσᾶς καὶ μᾶς σώνει». κλείσαμεν τὸ κάστρο. Φωνάζουν αὐτεῖνοι, νὰ βγάλουν ἄνθρωπον νὰ μιλήση τοῦ Μπραΐμη, τοὺς βγάλαμεν ἕναν. Τότε καβαλλίκεψε ὁ ἴδιος ὁ Μπραΐμης ῾σ ἕνα ἄλογον καὶ διαλοῦσε τ᾿ ἀσκέρια του νὰ φύγουν ἀπὸ ῾κεῖ. Κι᾿ ἄρχισαν νὰ βαρκαρίσουν τοὺς δικούς μας εἰς τὰ ξένα καράβια, ὁποῦ ῾χαμεν συνφωνήση νὰ μποῦνε οἱ ἄνθρωποι. Τότε βῆκαν κι᾿ ἀπὸ τὸ Ἀγγλικὸν ὁποῦ ῾ρθε ἀπὸ τὴν Ζάκυθον μ᾿ ἐκεῖνον ὁποῦ στείλαμεν τῆς πλεγῆς. Τοὺς ρώτησε ὁ Μπραΐμης. Τοῦ εἴπανε: «Στελμένοι εἴμαστε ἀπὸ τὸν ναύαρχον νὰ ἰδοῦμε ἂν θὰ σταθῆς μὲ τοὺς Ἕλληνες ῾σ ὅσες συνφωνίες κάμετε».

Τότε, ἀποβαρκαριστήκαμεν, ἀλλοῦ στερνὰ πέρασα ἐγὼ μ᾿ ὅσους ἄλλους εἴχαμεν τ᾿ ἄρματα, ὁποῦ μᾶς χάρισε. (Τὰ μέρασα ἀναλογίαν σὲ ὅλους τους ἀρχηγούς, κατὰ τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ ῾χε ὁ καθείς). Εὐκήθηκα τὸν Μπραΐμη διὰ τὴν περιλαβῆ τοῦ κάστρου, μπῆκα μέσα εἰς τὸ καράβι, ἦταν τρία Ἀγγλικόν, Γαλλικὸν κι᾿ Ἀουστριακόν. Ἐγὼ μπῆκα εἰς τὸ καράβι τὸ Ἀγγλικόν. Ἔρχεται ἕνας δοῦλος τοῦ Γιατράκου ἀπὸ αὐτὸν κι᾿ ἀπὸ τὸν Μπεζαντὲ καὶ μοῦ λέγει ὅτι τοὺς βάσταξε ὁ Μπραΐμης. Τότε συνάζω ὅλους τους καραβοκυραίους ῾στὸ Ἀγγλικὸν κ᾿ ἐκείνους ὁποῦ ῾ρθαν μὲ τὸ μπρίκι τὸ Ἀγγλικὸν ἀπὸ τὴν Ζάκυθον καὶ τοὺς λέγω «Ἐμεῖς σταθήκαμε εἰς τὸν λόγο μας κι᾿ ὁ Μπραΐμης δὲν ἐστάθη. Ἐγὼ ἔκαμα τὶς συνθῆκες». τοὺς λέγω καὶ τοὺς εἶπα ὅσα μας ἔκαμεν. Καὶ πῆραν πολλῶν χρήματα κι᾿ ἀσήμια. Καὶ μᾶς κράτησαν καὶ τοὺς ἀνθρώπους, Μπεζαντὲ καὶ Γιατράκο. Τότε πῆγαν αὐτεῖνοι εἰς τὸν Μπραΐμη. Τοὺς εἶπε: «Τοὺς δυό τους κρατῶ, ὅτι θέλω τοὺς πασσάδες τοῦ Ἀναπλιοῦ. Καὶ οἱ Ρωμαῖγοι, τοὺς εἶπε, κάμαν συνθῆκες καὶ βάσταξαν τοὺς πασσάδες». Ἐμεῖς δὲν ξέραμεν ἀπὸ αὐτά. Τότε δὲν μποροῦσαν νὰ εἰποῦνε τίποτα οἱ καραβοκυραῖγοι. Μᾶς κλέψαν κ᾿ ἐξηντατρεῖς ἀνθρώπους ἐκεῖ ὁποῦ πέρναγαν νὰ βαρκαριστοῦν. Τοὺς ἔπαιρναν οἱ κολῶνες καὶ τοὺς ἔκρυβε μία τὴν ἄλλη· καὶ τοὺς ἔσφαξαν εἰς τὸ κάστρο κουρμπάνι. Ὅταν μπήκανε μέσα, τοὺς θυσιάσαν ὅλους καὶ τοὺς ἐξηντατρεῖς.

…………………..

Φύγαμε ἀπὸ ῾κεῖ καὶ πήγαμεν εἰς Καλαμάτα. Ἐκεῖ βῆκαν οἱ Καλαματιανοί. Ἐμεῖς ἤμαστε ξαρμάτωτοι, μὲ τὰ λίγα ἐκεῖνα τ᾿ ἄρματα, ὁποῦ μό᾿ ῾δωσε ὁ Μπραΐμης καὶ τὰ μέρασα ὁλουνῶν. Βγαίνοντας εἰς τὴν Καλαμάτα, οἱ Καλαματιανοὶ ἦταν εἰς τὰ περιβόλια κ᾿ ἔκαναν γλέντια μὲ τὰ λαλούμενα. Ἦρθαν καὶ μᾶς εἴδανε, καὶ μᾶς λένε: «Πούθε ἔρχεστε; – Τοὺς λέμε ἀπὸ Νιόκαστρο. – Μᾶς λένε, δὲν βαστάγετε καμπόσον καιρὸν κ᾿ ἐρχόμαστε νὰ σᾶς βγάλωμεν ἀπὸ ῾κεῖ; Ἀφήσετε τέτοιον κάστρο καὶ φύγετε;» Δὲν θέλησαν νὰ μᾶς δώσουνε οὔτε ἕνα κονάκι, μόνε μας ἀφήσανε εἰς τὶς περιβόλες ἔξω, εἰς τ᾿ ἀργαστήρια ἐμᾶς ὅλους, καὶ λαβωμένους, καὶ καθίσαμεν ἐκεῖ ἐναδυὸ ἡμέρες νὰ χορτάσουμεν νερὸ καὶ νὰ φύγωμεν. Ἔστειλα εἰς τὴν Ἀρκαδιὰ νὰ μοῦ φέρουν τ᾿ ἄλογά μου καὶ τοὺς παράγγειλα νὰ φύγουν, ὅτι θὰ βγῆ ὁ Μπραΐμης καὶ νὰ μὴν τοὺς σκλαβώση. Ἀναμέρησαν οἱ ἄνθρωποι. Εἶπα καὶ τῶν Καλαματιανῶν αὐτά. Λυπήθηκα τοὺς ἀθώους κι᾿ ὄχι τοὺς ἀχάριστους, νὰ μὴν σκλαβωθοῦνε. Ὅτι μου εἶπε ὁ Μπραΐμης εὐτὺς θὰ κινηθῆ καὶ νὰ πάγω κ᾿ ἐγὼ νὰ τὸν ἀνταμώσω, νὰ μένω μαζί του. Τότε μου λέγει ὁ Ἀντωνάκης Μαυρομιχάλης: «Ξέρεις τί παληκάρια εἴμαστε ἐμεῖς; Πεντακόσιοι πολεμοῦμε μὲ πέντε ἕξι χιλιάδες, καὶ δὲν εἴμαστε σὰν ἐσᾶς ὁποῦ ἀφήσετε τὸ κάστρο ἀπολέμητο καὶ φύγετε. – Ὃ Θεός, τοῦ εἶπα, κάνει κι᾿ ἀντρείους, κάνει καὶ κιοτῆδες. Οἱ κιοτῆδες φοβήθηκαν, οἱ ἀντρεῖοι χόρευαν εἰς τὴν Καλαμάτα κι᾿ ἀλλοῦ. Τὸ κάστρο τώρα τὸ᾿ ῾χεῖ ὁ Μπραΐμης. Σᾶς εἶπα κ᾿ ἐγὼ ὅ,τι ἤξερα συχωρᾶτε μέ».

Συκωθήκαμε καὶ φύγαμε. Εἰς τὸ χάνι ηὗρα καὶ τὸν Παπαφλέσια μὲ καμπόσους, πάγαινε ἀναντίον τοῦ Μπραΐμη. Μοῦ εἶπε νὰ πάγω κ᾿ ἐγώ. Τοῦ εἶπα: «Μὲ τὰ ραβδιὰ δὲν πολεμοῦν, πολεμοῦν μὲ ντουφέκια. Ἐμεῖς ἔχομεν ραβδιά, ξύλα, κι᾿ ὄχι ντουφέκια». Πέρασε ἀπὸ τὸ Λιοντάρι καὶ ἦταν ἐνθουσιασμένος. Πῆγε καὶ χάθηκε.

Πῆγα εἰς τὴν Τροπολιτζά. Μὲ κλείσανε ὅσους εἶχα μαζί μου καὶ εἰς Παλιοβαρίνους καὶ εἰς Ἀρκαδιὰ καὶ μοῦ λένε: «Ὅταν ἤρθαμε μὲ σένα εἴχαμε ἀσημένια ἄρματα, τώρα μᾶς τὰ πῆρε ὁ Μπραΐμης, ὅσοι ἤμαστε εἰς Νιόκαστρο κι᾿ Ἀβαρίνους». Μὲ κλείνουν στενά, ἀπολπίστηκα. Ἤθελα νὰ σκοτωθῶ, νὰ μὴν τραβάγω αὐτὰ ἀπὸ Ρωμαίγους καὶ Τούρκους. Ἔγραψα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ κακό, δανείστηκα, γυμνώθηκα ὁλότελα, καὶ τοὺς πλέρωσα ἐξ ἰδίων μου.

Στρατηγού Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here