Μία Κρυφή Ζωή: To αριστούργημα του Τέρενς Μάλικ

3
2387

Σήμερα είδα στην Αγγλία το “A Hidden Life”, την τελευταία ταινία του Τέρενς Μάλικ. Ό,τι και να πω είναι λίγο. Είχα χρόνια πολλά να θυμηθώ ότι το σινεμά μπορεί να είναι όχι απλώς τέχνη, αλλά μεγάλη τέχνη, ισότιμη σε αποτέλεσμα με τα μεγάλα κλασικά έργα της λογοτεχνίας, της μουσικής ή της ζωγραφικής.

Tο θέμα της είναι πραγματικό. Βασίζεται στη ζωή, το μαρτύριο και τον θάνατο ενός νεαρού αυστριακού χωρικού, του Franz Jägerstätter (Γιέγκερστετερ) φτωχού αγρότη και καντηλανάφτη στο μικρό ορεινό χωριουδάκι όπου έμενε. Το έγκλημά του ότι αρνήθηκε να πολεμήσει ως στρατιώτης στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, επειδή έβρισκε ότι αυτό αντιτίθεται στην χριστιανική του πίστη, στο «ου φονεύσεις» και στην άρνηση του όρκου απόλυτης πίστης σε έναν άνθρωπο, τον Χίτλερ. Έδειξε τέτοιο ηθικό μεγαλείο που ντρόπιασε όλη την αυστριακή εκκλησία, τόσο που όσο ήταν στη φυλακή επιστρατεύθηκαν λυτοί και δεμένοι, από τον παπά του χωριού ως τον τοπικό αρχιεπίσκοπο, δικηγόροι και δικαστές, να τον πείσουν ότι δεν κάνει καλά, με διάφορες σοφιστείες – και αυτό γιατί η στάση του τους έδειχνε τι θα πει πραγματικά γενναίος άνθρωπος, πραγματικός πιστός, και άρα τη δική τους ηθική έκπτωση. Του έταζαν να του χαρίσουν τη ζωή αν άλλαζε γνώμη, αν υπηρετούσε έστω σε ένα νοσοκομείο, ώστε να μη φέρει όπλα – αλλά αφού δώσει τον όρκο τυφλής πίστης στον Χίτλερ που έδινε κάθε στρατιώτης. Το αρνήθηκε. Η δίκη του καθυστέρησε επί ένα εξάμηνο, μήπως τον πείσουν. Και συνέχισαν να προσπαθούν μέχρι την εκτέλεση. Αλλά δεν τα κατάφεραν.

Η ιστορία του Γιέγκερστετερ είναι όντως συγκλονιστική, η απλότητα, η γλύκα, η καλοσύνη, και το υπεράνθρωπο θάρρος αυτού του ανθρώπου, όπως και της νεαρής γυναίκας του, που, αν και υπέστη μύριους εξευτελισμούς και ταλαιπωρίες, στάθηκε κοντά του, λέγοντάς του στα γράμματά της στη φυλακή ότι η αγάπη της επιβάλλει να στηρίξει την κάθε του απόφαση. (Τη γυναίκα αυτή είχα την τιμή να τη γνωρίσω, στα 80 της, πριν γίνει ευρύτερα γνωστή η ιστορία του άντρα της, στο μικρό χωριουδάκι όπου έμεινε με τα παιδιά της την υπόλοιπη ζωή της – πήγα γυρεύοντάς την και τη βρήκα.) Αλλά αυτό που κάνει ο Μάλικ με αυτήν την ιστορία, το βάθος και η πνευματικότητα που πετυχαίνει, σου εμπνέουν πραγματικό δέος, σου κόβουν την ανάσα, σε αναστατώνουν ψυχικά, σου φέρνουν τον κόσμο πάνω κάτω. Μαζί με τον “Λόγο” του Ντράγιερ και την “Θυσία” του Ταρκόφσκι, και ίσως παραπάνω από αυτά τα δυο αριστουργήματα, δεν έχω δει άλλη ταινία που να προκαλεί με τέτοιον τρόπο ιερό δέος, μαζί υπερβατικό και βαθιά ανθρώπινο.

Πρωτόμαθα για τον Γιέγκερστετερ στα εικοσι-τόσα μου, βρίσκοντας τυχαία ένα βιβλίο που γράφτηκε από τον αμερικάνο κοινωνιολόγο Γκόρντον Ζαν. Mαθαίνοντας εκείνος από έναν αυστριακό φίλο την άγνωστη στους πάντες, εκτός από τους συντοπίτες του, ιστορία του Γιέγκερστετερ, ταξίδεψε στο χωριό του και στα κοντινά χωριά και κωμοπόλεις, κάπου είκοσι χρόνια μετά τον πόλεμο, να μελετήσει, αρχικά με κοινωνιολογικό ενδιαφέρον, τις μνήμες που είχαν από αυτόν όσοι τον ήξεραν. Το αποτέλεσμα ήταν συγκλονιστικό: δεν βρήκε σχεδόν ούτε έναν να τον θεωρεί ήρωα, μάρτυρα, άγιο. Όλοι τον κατηγορούσαν, ότι ήταν προδότης που δεν πολέμησε για την πατρίδα του, ανεύθυνος επειδή είχε τρία μικρά παιδάκια που άφησε ορφανά (η απάντησή του Γιέγκερστετερ όταν του έθεσε το ερώτημά αυτό ο αρχιεπίσκοπος ήταν: «Για να μην αφήσω δηλαδή ορφανά τα παιδάκια μου, πρέπει να πηγαίνω να σκοτώνω και να αφήνω άλλα παιδάκια ορφανά;»), ακόμα και δειλός (!) που απέφευγε τον πόλεμο, απλώς τρελός, σαλεμένος στα μυαλά – ένα από τα κύρια επιχειρήματα γι αυτό ήταν ότι ήταν ο μόνος στο χωριό που οδηγούσε μοτοσυκλέτα – ή φανατικός, που ο φανατισμός του δεν τον άφηνε να δει την αλήθεια. Αυτό που συγκλόνισε τον Γκόρντον Ζαν, πέρα από την ίδια την ιστορία του Γιέγκερστετερ, δηλαδή η αδυναμία της κοινωνίας να δεχτεί αυτόν τον άνθρωπο για αυτό που ήταν, ήρωας, μάρτυρας, άγιος, ήταν που με έκανε και μένα να μην τον ξεχάσω από όταν πρωτοδιάβασα το βιβλίο.

Στο σινεμά πού πήγα να δω την ταινία (τρόμαξα να την πετύχω: παιζόταν μια φορά τη μέρα, στις 11 το πρωί, σε ένα μόνο σινεμά, σε μια μεγάλη πόλη) ήμασταν πέντε άνθρωποι στην αίθουσα–που όλοι βγήκαμε συγκλονισμένοι. Η ταινία έχει εισπράξει τρία εκατομύρια δολάρια διεθνώς, δηλαδή με αμερικάνικα κριτήρια μηδέν. Και δεν προτάθηκε, αυτό το υπέρτατο αριστούργημα κινηματογράφου, σκηνοθεσίας, σεναρίου, σύλληψης, εικόνας, ερμηνειών, ούτε για ένα Όσκαρ. Αν είχε κάνει την ιστορία του Γιέγκερστετερ ταινία το Χόλιγουντ, με φόρμουλες μελοδρόματος, που θα απεύφευγαν το βάθος του τραγικού διλήμματος του πραγματικού ήρωα, μάλλον θα είχε σκίσει. Αλλά ο Μάλικ μπήκε στην ουσία του δράματος, που πάει να πει στα μύχια της ψυχής, όπως μπήκε ο πραγματικός Γιέγκερστετερ στη ζωή του, όπως μπαίνει ο Ντοστογιέφσκι στην ψυχή των ηρώων του, στο μυθιστόρημα. Εκεί είναι που φαίνεται τι αξίζει ο καθένας, στην ανώτατη ζυγαριά.

Η εισπρακτική αποτυχία της ταινίας και η αδιαφορία που την τύλιξε, για ταινία μεγάλου δημιουργού, εξηγείται πιστεύω από τον ίδιο λόγο που πρώτος ανακάλυψε ο Ζαν στην περίπτωση Γιέγκερστετερ: ο κόσμος δεν συμπαθεί τους ήρωες, τους μάρτυρες, τους άγιους, αν είναι πραγματικοί, ή αν βλέπει υπαρξιακά αληθινές αναπαραστάσεις τους, στην μεγάλη τέχνη. Και δεν τους συμπαθεί γιατί του θυμίζουν πόσο ξεπερνά τον μέσο άνθρωπο η δυνατότητα του πραγματικού ηθικού θάρρους. Άσε που, ειδικά στην Αμερική της πολιτικής ορθότητας, δεν είναι της μόδας να υμνεί ένας καλλιτέχνης έναν χριστιανό.

Σήμερα o Γιέγκερστετερ έχει γίνει τοπικός άγιος (beatus) της καθολικής εκκλησίας. Η ειρωνεία είναι ότι την απόφαση την πήρε ο Πάπας Βενέδικτος, ο ίδιος στα νιάτα του στη Χιτλερική Νεολαία – ή βαθιά μεταμέλεια έχουμε εδώ, ή ενοχές, ή προσπάθεια για ξέπλυμα του παρελθόντος του, ή συνδυασμό των ανωτέρω. Αλλά είτε είναι κανείς χριστιανός είτε όχι, αν θέλει να αντιμετωπίσει το υπαρξιακό βάθος της ζωής, θα συγκλονιστεί από την ιστορία του Γιέγκερστετερ, στην απαράμιλλη απόδοση του Μάλικ. Μην τη χάσετε, αν και προειδοποιώ ότι είναι μια ταινία που σε ανεβάζει ψηλά μαζί και σε διαλύει – δεν προσφέρεται για μια βραδιά ξενοιασιάς και διασκέδασης.

Στην Ελλάδα βγαίνει στις 13 Φεβρουαρίου, αν πληροφορήθηκα σωστά, με τίτλο “Μια κρυφή ζωή”.

3 Σχόλια

  1. Η αλήθεια είναι πως αυτά τα είχε πει ο Έλιοτ από το 1934:
    “Οι καιροί μας είναι της μέσης αρετής
    και της μέσης αμαρτίας,
    η εποχή που δεν αφήνουν κάτω τον Σταυρό,
    αφού ποτέ δεν τον σηκώνουν.
    Κι όμως, τίποτε δεν είναι ακατόρθωτο,
    τίποτε, γι’ ανθρώπους που έχουν πίστη
    κι ακλόνητη πεποίθηση.
    Ας κάνουμε, λοιπόν, τέλεια τη θέλησή μας.
    Βόηθα, Θεέ μου”.

  2. Ο Τέρενς Μάλικ, με την «Κρυφή ζωή», μας προσκομίζει μια (επιλέον) μεγάλη στιγμή του δυτικού, εκείνου, κινηματογράφου ο οποίος… δεν αποφεύγει να συνδιαλεχθεί με τον ανατολικό.

    Κατορθώνει να μεταγράψει ένα δράμα σε ποίημα, να μιλήσει για το Πρόσωπο και συνάμα για την Ιστορία, να αναγάγει μια οικογενειακή αφήγηση σε έπος.
    Κινηματογραφική του διάλεκτος είναι ο ρεαλισμός, εν ταυτή όμως, και η υπέρβασή του – έτσι ώστε προλαβαίνει να εγγραφεί, στη φιλμική του δημιουργία, τόσο το μεγαλείο του προσώπου όσο και η συναρπαγή της κοινωνικότητας.

    Ήρωές του, ψυχές που σπαράσσονται (ένθεν κακείθεν) σύγκορμες από διλήμματα – καμμία σχέση με τις ανθρώπινες καρικατούρες στο «1900» π.χ. του Μπ. Μπερτολούτσι / απείρως βαθύτερες κι από τις “ειλημμένης ταυτότητας” υποστάσεις στις ταινίες, ας πούμε, ενός Λ. Βισκόντι.
    «Ξέρω ότι – μόνος εγώ έναντι όλων σας – μπορεί να κάνω και λάθος», λέει κάποια στιγμή ο πρωταγωνιστής. «Ωστόσο, η συνείδησή μου δεν επιτρέπει ο,τιδήποτε άλλο.»

    Θέμα του πρώτιστο, η κοινωνική λειτουργία της συνείδησης, λοιπόν: Η κομβική, εκείνη, στιγμή που υποστρέφεται ένα σύνολο ανθρώπων σε όχλο.
    Θέμα του κύριο, το “στοίχημα” του νοήματος. Η ζωή χάνει το περιεχόμενό της, μας λέει, όταν ένας έστω άνθρωπος (ένας άγιος – και είναι η πρώτη φορά, εδώ, που ο Μάλικ μάς αυτοσυστήνεται τόσο κατηγορηματικά ως χριστιανός) δεν αποφασίσει να θυσιάσει την επιβίωση χάριν μια ανυποχώρητης εκπροσώπησης της ελευθερίας.

    Ειρήσθω εν παρόδω: Η ταινία αυτή (ισχυρίζομαι) μπορεί άριστα να εκληφθεί ως η αντιγνωμία του αμερικανού σκηνοθέτη μπροστά, ειδικά, στη «Σιωπή» του Μ. Σκορτσέζε: Ο Μάλικ, εδώ, μας εμπιστεύεται το α π ο λ ύ τ ω ς_ α ν τ ί θ ε τ ο μήνυμα.

    ΥΓ: Οφείλουμε χάρη στον Απόστολο Δοξιάδη για την τόσο έγκαιρη παραπομπή σε αυτή την κορυφαία ταινία, με τούτο το εξαίρετο κείμενο.
    Έναν άνθρωπο – τον Α.Δ. – που έχει υποστεί, ο ίδιος, την εμπειρία να γίνεται αποσυνάγωγος από τον κύκλο, κατ’ αρχήν, της “ιθυνούσης” υπερεξουσίας. (Όταν θέλησε να ασκήσει το αληθινό του καθήκον: Να προασπίσει την ανθρωπιά του ανθρώπου.) Αποσυνάγωγος αμέσως μετά, και του ευρύτερου δημόσιου χώρου, μέσω της επιρροής αυτής ακριβώς της υπερεξουσίας στο πλήθος.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here