Λόγος για τον Οίκο και τη Φύση του Ανθρώπου

2
805

Τα τελευταία χρόνια, οι εκκλήσεις προς «διάσωση του πλανήτη» ακούγονται όλο και εντονότερα. Οι εκκλήσεις αυτές εν τούτοις, ακόμη και όταν είναι ειλικρινείς, δηλαδή δεν υποκρύπτουν πολιτικά ή οικονομικά κίνητρα, τις περισσότερες φορές στερούνται λογικής συνέπειας. Διότι πώς μπορούμε, παραδείγματος χάριν, να καταγγέλλουμε τη μαζική παραγωγή ή την καταναλωτική κοινωνία και να εμμένουμε ταυτόχρονα στον μύθο της απεριόριστης προόδου και της διαρκούς ανάπτυξης; Πώς αποδοκιμάζουμε τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης και συγχρόνως υποστηρίζουμε την επιβολή μιας παγκόσμιας διακυβέρνησης; Και τι νόημα έχει να επισημαίνουμε τις συνέπειες της φιλελεύθερης οικονομικής απορρύθμισης όταν διακονούμε τις ιδέες ενός “ελευθεριακού” οράματος για τον άνθρωπο και την κοινωνία;

Η φύση, είτε πρωτόγονη και αγνή είτε σύγχρονη και μολυσμένη, ανεβάζει με επιμονή ενώπιον της αιωνιότητας, χιλιετίες τώρα το ίδιο θεατρικό έργο. Ακριβέστερα, είναι η σκηνή όπου «ανεβαίνει» το έργο της ανθρώπινης ύπαρξης, είτε αυτή ασκητικά αγωνίζεται είτε στην ηδονή παραδίδεται, καταδικασμένη πάντα σε ρόλους οδυνηρούς με τυποποιημένο τραγικό τέλος. Ωστόσο, ο άνθρωπος δεν παύει να επιζητεί κάτι πιο πλατύ και πιο βαθύ πίσω από τις κουίντες της φθοράς. Θα ήταν ένα σημαντικό πρώτο βήμα συνεπώς, αν συνειδητοποιούσαμε πως ο άνθρωπος είναι το ξεχωριστό ον που δίνει νόημα στην κτίση και δεν είναι ένα ακόμη στοιχείο της, οπότε θα επιτρέπονταν όλα στη λογική της φυσικής επιλογής και της επιβολής. Καμία φθορά της φύσεως δεν θα αντιμετωπιστεί λοιπόν, όσο δεν κοιτούμε κατάματα το πρόβλημα της φθοράς της ύπαρξης. Κι αυτό το κοίταγμα δεν είναι ζήτημα θεσμικό αλλά εσωτερικού κλονισμού και τελικά πνευματικής αναγέννησης, πριν η νεωτερικότητα μετά τον Θεό και τη φύση, σκοτώσει όχι μόνο την Ιστορία αλλά και τον ίδιο τον  άνθρωπο.

Δεν είναι βέβαια μυστικό ότι ένα σοβαρότατο πρόβλημα υπάρχει στις σχέσεις του ανθρώπου με το περιβάλλον από τότε που (εδώ και πολλούς αιώνες) θεωρήθηκε αναγκαίο, και πιθανώς ωραιότερο, να ζει κάποιος σε μια αστική τρώγλη παρά σε μια αγροτική κοινότητα. Η ανατροπή της ισορροπίας του περιβάλλοντος δεν είναι απλώς ένα αρνητικό οικονομικό μέγεθος, ούτε συνέπεια μόνον του τρόπου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Γι’ αυτό, δεν έχει ιδιαίτερο νόημα η επένδυση σε μέσα που θα μειώνουν τον ρυθμό της πορείας προς την καταστροφή εάν δεν αποκαλυφθεί η αιτία του προβλήματος. Αν δεν γίνει, δηλαδή, συνείδηση πως η φθορά του πλανήτη δεν είναι παρά αποτέλεσμα της υπαρκτικής έκπτωσης του ανθρώπου και πως η λύση δεν μπορεί να είναι η θεοποίηση της φύσης, η αναγωγή της σε απόλυτη αξία, όπως έκανε μια τάση του διαφωτισμού ή, στον καιρό μας, μια γραφική οικολογία, που βάζει τη φύση στη θέση που άλλες ιδεολογίες είχαν ενθρονίσει τη φυλή, την τάξη ή το άτομο.

Στον προνεωτερικό κόσμο όλα συμμετείχαν στην τάξη του Κόσμου και του Θεού. Η εξαγγελία από τον Ντεκάρτ του σύγχρονου ορθολογισμού, όπου η σκέψη προηγείται της ύπαρξης και η λέξη αντιλαμβάνομαι σημαίνει κυριαρχώ, έσπασε την ενότητα του κόσμου και μετέτρεψε τη φύση σε πτώμα, σε νεκρή ύλη πάνω στην οποία πρέπει να βασιλεύει η έννοια, όπως παρατηρούσε ο Κώστας Παπαϊωάννου. Ο ορθολογισμός, σαν το κεφάλι της Μέδουσας, ό,τι κοιτάξει το απολιθώνει. Πώς αυτή η άπειρη δυστυχία του διαμελισμού που γεννά η άρνηση του υπερβατικού (τάχα από νοσταλγία για τη φύση πριν την υποτάξει απόλυτα στην Ιστορία) θα γίνει δυνατόν να αναιρεθεί γαλήνια; Απογυμνώνοντας τη φύση από τον πνευματικό της χαρακτήρα, περιορίζοντάς την σε “περιβάλλον”, ο νεώτερος κόσμος διαστρέφει την ελληνική ιδέα του κόσμου, στο όνομα τάχα της ελευθερίας. Όμως ο άνθρωπος στον ελληνικό κόσμο υπακούει στον κοσμικό νόμο αν δεν θέλει να περιπέσει στην ύβρη. Υπό την εξουσία της νεωτερικότητας, η φύση τίθεται κάτω από την εξουσία ενός νόμου ξένου προς τον άνθρωπο, παύει να είναι θεία, ελεύθερη και όμορφη. Έτσι ανοίγει ο δρόμος για να φτάσουμε στον διχασμό, στη συνείδηση δυστυχίας του σύγχρονου ανθρώπου, στην αλλοτριωμένη κουλτούρα. Ο άνθρωπος δεν αναζητεί τη σωτηρία σε αρμονία με τον κόσμο αλλά προσπαθεί να επιβληθεί στον κόσμο, στην ύλη. Νομίζει πως ό,τι είναι σύγχρονο είναι και ορθολογικό.

Κακά τα ψέματα. Αξιόπιστη οικολογία, χωρίς ρεαλιστική ανθρωπολογία δεν υπάρχει. Στην πραγματικότητα, η μοντέρνα οικολογία δεν νοιάζεται για τη σωτηρία του πλανήτη: παλαιότερος από την εμφάνιση του ανθρώπου στην επιφάνειά του, θα μπορούσε κάλλιστα να υπάρξει στο μέλλον και χωρίς εμάς. Το στοίχημα για εμάς είναι άλλο: πώς θα διατηρήσουμε τις φυσικές συνθήκες υπάρξεως του είδους μας, κάτι που απαιτεί απαραιτήτως ένα θεμελιώδη προβληματισμό σχετικά με την ουσία της ανθρώπινης φύσης, γιατί αυτή είναι η μόνη βάση στην οποία μπορεί να βασιστεί μια ηθική, δηλαδή ένας συγκεκριμένος τρόπος να διατηρούμε τον εαυτό μας στον κόσμο και να τον φροντίζουμε, σύμφωνα με τα προγονικά μας ήθη.

Η ηθολογία, η επιστήμη που μελετά τη συμπεριφορά των ειδών, διδάσκει ότι ο άνθρωπος δεν είναι, σε αντίθεση με τα ζώα, ένα «εξειδικευμένο ον», που διαθέτει έμφυτα τις ιδιότητες που του επιτρέπουν να προσαρμόζεται αυθόρμητα σε ορισμένο περιβάλλον. Ο άνθρωπος γεννιέται ευπαθής και με ανεπαρκώς αναπτυγμένα ένστικτα επιβίωσης, σε σχέση με τα ζώα. Αυτό που η φύση δεν τον προίκισε κατά τη γέννησή του, ο άνθρωπος το αποκτά μέσω της εκπαίδευσης και με το έργο των χειρών του, με αυτό που οι Έλληνες ονόμασαν τεχνική. Ο μύθος του Επιμηθέα απεικονίζει τέλεια αυτή την ιδιαιτερότητα, όταν, επιφορτισμένος από τον Δία να διανείμει τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά μεταξύ των ζώων, ο Τιτάνας εκτελεί αυτό το έργο χωρίς να αφήνει τίποτα χρήσιμο στους ανθρώπους, οι οποίοι παρέμεναν ευάλωτοι έως ότου ο αδελφός του Προμηθέας έκλεψε τη φωτιά από τους θεούς.

Ο άνθρωπος είναι ένα «ημιτελές» κατά τη γέννησή του ον, ένα παιδί ανίδεο που μαθαίνει λίγο- λίγο να επικοινωνεί με τους συνανθρώπους του και να κυριαρχεί στο περιβάλλον του χάρη στη διδασκαλία της οικογένειας και της κοινότητάς του. Ο άνθρωπος είναι λοιπόν πολιτιστικό και κοινωνικό ον από τη φύση του. Η ανάπτυξη της νοημοσύνης του συνδέεται στενά με την εκμάθηση μιας γλώσσας, κληρονόμου και φορέα μιας κουλτούρας που θεμελιώνει το όραμα της κοινότητάς του για τον κόσμο, διαμορφώνοντας ανάλογα τη σκέψη του. Δεν υπάρχει προϋπάρχουσα φυσική κατάσταση στην κοινωνία, όπως πιστεύει ο Hobbes, πόσο μάλλον αφηρημένα άτομα προικισμένα με καθολικά δικαιώματα πριν από την «κοινωνική σύμβαση», όπως ισχυρίζονται ορισμένοι στοχαστές του Διαφωτισμού.

Τι σημαίνει όμως πολιτιστικό ον; Η εμφάνιση μιας κουλτούρας συνδέεται πάντα με ένα χώρο, έννοια η οποία συνεπάγεται την έννοια του συνόρου, του ορίου: κάθε πολιτισμός είναι προϊόν της ιστορίας ενός λαού, δηλαδή μιας συγκεκριμένης ανθρώπινης ομάδας σε καθορισμένο γεωγραφικό χώρο. Συνεπώς, τα σύνορα και τα όρια δεν πρέπει να θεωρούνται δεσμά που μας εγκλείουν, αλλά πλαίσιο γέννησης και ανάπτυξης της ποικιλίας των ανθρώπινων πολιτισμών. Το όριο είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο άνθρωπος αναλαμβάνει και ενώνεται τελικά με αυτό που είναι δικό του ώστε στη συνέχεια να το αναπτύξει με όλες του τις δυνάμεις και όλα τα ατομικά του χαρίσματα. Εδώ ακριβώς αποκτά νόημα ή όχι ο όρος της οικολογίας ως λόγος περί του οίκου του ανθρώπου που δεν είναι μόνο ο πλανητικός αλλά και ο φυσικός οίκος του, ο οίκος που σήμερα διαλύεται από ένα νέο νομαδισμό, ο οποίος καταστρέφοντας τους δεσμούς μας με ορισμένη γη, συνιστά την οριστική ρήξη με τη φύση και τον κόσμο, την πλήρη αλλοτρίωση.

Το πιο παράδοξο; Αυτή η εξέλιξη, που τοποθετεί το ξεριζωμένο εγώ στο κέντρο του κόσμου και αποτελεί ένα θρίαμβο επί της φύσεως, δεν μοιάζει διόλου να ενοχλεί την «οικολογική» ατζέντα. Η νεωτερικότητα φτάνει σε έναν υποκειμενιστικό εξτρεμισμό, αποθεώνοντας την Ιστορία και δοξάζοντας τα χαρακτηριστικά στοιχεία του απάτριδος, όπως τα περιγράφει ο Όμηρος: του «χωρίς αδελφούς, χωρίς νόμο, χωρίς σπίτι» ανθρώπου. Ο άνθρωπος όμως δεν υπάρχει μεμονωμένα, ως Καρτεσιανό υποκείμενο, ώστε να συνάπτει μια αυτόνομη σχέση με τον κόσμο: όσο είναι εν φύσει διαμορφώνεται από την κληρονομιά ενός πολιτισμού. Αυτός τον καθιστά ικανό να ιδρύει δικό του εσωτερικό κόσμο. Οι άνθρωποι υπάρχουν στην ποικιλομορφία τους από αυτό που τους διακρίνει (φυλές, θρησκείες, λαοί, έθνη, κουλτούρες, πολιτισμοί) κι όχι από αυτό που έχουν επιφανειακά κοινό. Διότι μόνο η ζωικότητά τους είναι καθολική.

Αυτή η φυσική αντίληψη της ανθρώπινης ύπαρξης, η οποία βασίζεται στην αρχαία σοφία και υποστηρίζεται από ευρήματα της επιστήμης, σήμερα αμφισβητείται έντονα από εκείνους που έχουν ένα άλλο όραμα για τον άνθρωπο και την κοινωνία, δήθεν ανατρεπτικό αλλά στην ουσία εκφυλιστικό και ολοκληρωτικό. Στο όνομα της μάχης ενάντια σε όλες τις μορφές διαφοροποίησης, οι υποστηρικτές των θεωριών που βλέπουν τον άνθρωπο ως «tabula rasa» επιχειρούν να αποδομήσουν όλες τις αρχές της κλασικής ανθρωπολογίας. Επιχειρούν να επιβάλουν, αρχικά με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τις ομάδες κοινωνικής πίεσης, και στη συνέχεια με νομικούς και κρατικούς περιορισμούς, το μοντέλο της ρευστής ταυτότητας, που προορίζεται να αντικαταστήσει τις φυσικές οικογένειες και τους ιστορικούς λαούς, οντότητες που θεωρούνται καταπιεστικές και ξεπερασμένες. Υπ’ αυτήν την οπτική δεν υπάρχει πια λαϊκή κυριαρχία αλλά το κυρίαρχο άτομο που πρέπει να είναι ελεύθερο να επιλέγει ανά πάσα στιγμή την ταυτότητά του με πλήρη αυτονομία: η κοινωνική τάξη δεν έχει πια καμία άλλη λειτουργία παρά να εγγυάται την άσκηση της αυθαίρετης βούλησης. Πρόκειται για μια ιδεοληψία που ξεκινά από το πεδίο της σεξουαλικής ταυτότητας, υποστηρίζοντας την ύπαρξη κατηγοριών «φύλων» εντελώς ανεξάρτητων από τη βιολογική πραγματικότητα και φτάνει στο επίπεδο της ταυτότητας των λαών, που περιορίζονται σε απλή «κατασκευή» μιας συμβατικής νομικής τάξης.

Αυτή η παράκαμψη της φυσικής σύστασης της κοινότητας των ανθρώπων, σε μια Ευρώπη πάνω από την οποία πλανάται σήμερα το φάντασμα ενός ατόμου που θεωρείται ικανό για «αυτο-κατασκευή» (με απόλυτο δικαίωμα να απαλλαγεί από τις βιολογικές, κληρονομικές και κοινοτικές του προϋποθέσεις), δεν ανατρέπει απλώς την αρχή ότι ο άνθρωπος είναι «κοινωνικό και πολιτικό ζώο», αλλά την ίδια του τη φύση που καθορίζεται από μια διπλή κληρονομιά, πολιτιστική και γενετική. Δεν λέμε ότι αυτή η ταυτότητα είναι αμετάβλητη, όπως νομίζουν όσοι καταγγέλλουν την δήθεν «ουσιοκρατία» της παράδοσης, αλλά ότι τίποτα βιώσιμο δεν είναι χτισμένο στη λήθη του παρελθόντος, στην εκρίζωση, στην κατάργηση της φύσης. Βέβαια, η ξεριζωμένη και απο- ιεροποιημένη Ευρώπη δεν είναι φαινόμενο των τελευταίων χρόνων. Αυτό που τώρα συμβαίνει, είναι η θεσμική καταστροφή των τελευταίων οχυρών της φύσης και η λήθη ή (ακόμη χειρότερα) η νόθευση του ιερού. Όμως, όπως όλα τα έργα του Θεού συγκροτούν το Όλον αλλά είναι και το καθένα από μόνο του ένα Όλον που φέρει τον θείο χαρακτήρα του προορισμού του, έτσι και τα έθνη δεν πλάστηκαν για να γίνουν υλικά στη χοάνη ενός αλλόκοτου οικουμενικού είδους. Η πληρότητα του κόσμου περιλαμβάνει κάθε ποιότητα, κάθε δημιουργία, κάθε δημιούργημα.

Ιδού λοιπόν η αυθεντική οικολογία: η πραγματική αγωνία για το μέλλον του πλανήτη που δεν συνίσταται μόνο στην προστασία ζωικών και φυτικών ειδών, αλλά και στη διατήρηση αφενός της πολιτισμικής ποικιλομορφίας των λαών και αφετέρου της φυσικής ταυτότητας των ανθρώπων, όπως ορίζει η Παράδοση, αυτός ο άσβηστος ψίθυρος που διασχίζει τον χρόνο και αφήνει σ’ εμάς την εκλογή του τρόπου που θα την χρησιμοποιήσουμε για να συντονίσουμε τα ενδεχόμενα της κάθε στιγμής με το πεπρωμένο μας. Να ανακαλύψουμε εκ νέου την ταυτότητά μας, ιδού το νόημα της «διάσωσης του πλανήτη». Συνειδητοποιώντας με σαφήνεια την ιδιαιτερότητά του, ο άνθρωπος θα είναι σε θέση να υπερασπιστεί και τον οίκο του, απορρίπτοντας τη μεταφυσική του απεριόριστου, της οποίας το άμετρο ήταν το απόλυτο θεμέλιο της νεωτερικότητας. Στη φαουστική ορμή που ζητά «πάντα περισσότερα», ο φυσικός άνθρωπος, ένα εναλλακτικό όραμα έχει μόνο, το όραμα «πάντα καλύτερα», που δεν θεωρεί τη γη ανεξάντλητο ταμείο, του οποίου η ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση επιτρέπει την ψευδαίσθηση της άπειρης ανάπτυξης και της αέναης προόδου. Είναι το όραμα που προβάλλει και προάγει τις αξίες του πολιτισμού μας στο μέλλον, εκεί όπου κάθε άνθρωπος και κάθε λαός έχει αναφαίρετο δικαίωμα να θέλει να μεταδώσει την εθνική και πολιτισμική κληρονομιά του, στον ιστορικό χώρο όπου έχει διαμορφώσει το δικό του πλαίσιο ζωής, με τους θεσμούς που δοκιμάστηκαν πριν γίνουν μέσα στους αιώνες Παράδοση. Μια Παράδοση που δεν είναι τέλος αλλά απαρχή. Που, όπως έλεγε ο Χάιντεγκερ «εκρήγνυται στο μέλλον μας, γιατί εκεί κατοικεί, καλώντας μας με τη μακρινή φωνή της να ξανασυνδεθούμε με το μεγαλείο της».

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Σκιώνη με φεγγάρι”, 1958) είναι έργο του Νίκου-Γαβριήλ Πεντζίκη.

2 Σχόλια

  1. Μπορούμε με την πετονιά των αισθήσεων και το αγκίστρι της λογικής να αλιεύσουμε το άλας που νοστιμίζει την ύπαρξη; Τον νόστο που τη στρέφει στο φως; Η λογική είναι πτωτική συνθήκη λήθης. Ο άνθρωπος δεν είναι λογικό ον. Ποια λογική οδηγεί ολόκληρο τον πλανήτη σε κρίση; Ο άνθρωπος είναι συνειδητό ένλογο ον της Δημιουργίας. Ο λόγος δεν είναι διεργασία λογικής αντίληψης αλλά ο τρόπος που υπάρχει κάτι. Ο τρόπος του είναι. Η λογική οδηγεί σε γνώση όχι σε κατανόηση. Ο νους νοεί και κατανοεί όχι εγκεφαλικά μα βιωματικά. Συμπάσχοντας. « Ο νους ορά» λένε οι Πατέρες, αλλά ο νους ορά ανάλογα την κατάσταση της καρδιάς. Για αυτό μας λένε πως έδρα του νου είναι η καρδιά και όχι ο εγκέφαλος. Το τραγικό λοιπόν συμπέρασμα είναι πως το συνειδητό ένλογο πλάσμα της Δημιουργίας έχει απολέσει τη συνείδηση του λόγου του. Αγνοεί τον λόγο της ύπαρξής του. Πρακτικά ενεργεί όχι απλώς ως ανόητος, γιατί αυτό προϋποθέτει νου, αλλά ως Α-ΝΟΥΣ.Οι Άγιοι Πατέρες λέγουν πως ο άνθρωπος είναι ενδοξότερος των αγγέλων διότι μόνο αυτός μπορεί να είναι μεσίτης μεταξύ ορατού και αοράτου. Δεν κατα-νοεί λοιπόν ο άνθρωπος ότι είναι το άλας της γης. Εάν το άλας μωραθεί ποια είναι η αξία του; Ποια είναι η αξία του ανθρώπου όταν δεν αληθεύει ως άνθρωπος;
    Κ. Χατζηαντωνίου σας ευχαριστούμε για το σκαλί αυτής της συνειδητοποίησης, ιδιαίτερως στον δίσεκτο καιρό της ιογενούς παραφροσύνης μας που κυοφορεί πολλές θανατηφόρες μεταλλάξεις της ανοησίας μας

  2. “Ως προς τη δική μου παρουσία, θα ήθελα να αναγνωριστεί απλώς πως ο πόθος της απελευθέρωσης από την Ανάγκη κινούσε κάθε μου σκέψη, κάθε μου πράξη. Νομίζω πως τούτο είναι μια νόμιμη φιλοδοξία…” – έλεγε, σάν ένα συμπύκνωμα τής νοηματοδότησης καί τού “μηνύματός” του, ένας σύγχρονος Φιλόσοφος, που δέν ξεχνούσε νά – καί δέν έστεργε νά μήν – καλλιεργεί τή γή μέ τά ίδια του τά χέρια (ίσως γιατί ΔΕΝ τό είχε “ανάγκη”, μιά που θά μπορούσε ν’ αγοράζει τά χρειώδη από τό “σούπερ-μάρκετ”, μ’ ένα απλό SMS νούμερο 2, καί μέ μιά ανέπαφη επαφή μιάς κάρτας).

    Ανάγκη ο έπαινος, αναπόδραστη, οφειλόμενη. Δύσκολη, ανατρεπτική,”ξεσηκωτική” η εμπέδωση – μέσα στήν απόλυτη ηρεμία, καί σαφήνεια, τής εκφοράς τής αλήθειας ενός λόγου, που παραχαράχτηκε.

    Τί καλύτερο, τί πιό επίκαιρο, γιά νά μπούμε στό “στάδιο” τής Σαρακοστής – μάς καλεί κι’ αυτή στήν απομάκρυνση από τό πλέγμα τών “αναγκών” μας, μέ τό νά τίς “μεταθέσουμε” σέ μιά Οικο-Λογία, που παρασυρθήκαμε στό νά μήν τήν νοιώθουμε, πιά, σάν Ανάγκη μας.

    ( ΥΓ. Τί ντροπή, νά’ χω γνωρίσει, έστω πρόχειρα καί επιφανειακά, “ανεπαισθήτως” που θά’ λεγε κάποιος ποιητής, ένα τέτοιο λαμπερό πνεύμα ανθρώπου, μόλις χθές βράδυ, στά 75 μου χρόνια …)

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here