Κράτος και Αλήθεια

Σχόλιο στὸ δοκίμιο τοῦ Χάμπερμας «Ἡ θρησκεία στὴ δημόσια σφαίρα».

2
60

Ἢ μιὰ ἄλλη ἐκδοχὴ γιὰ τὸ τί σημαίνει τὸ εὐαγγελικὸ: «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ θεοῦ τῷ θεῷ» (Μτ 22,21) 

Ἀρκετὰ χρόνια τώρα ὁ Χάμπερμας προτείνει στοὺς ὀπαδοὺς τοῦ πολιτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ φιλελευθερισμοῦ νὰ ἀποδεχθοῦν τὸ γενναῖο ἄνοιγμα τοῦ κοσμικοῦ κράτους πρὸς τὴ θρησκευτικὴ πίστη καὶ τὶς θρησκευτικὲς παραδόσεις. Μὲ τὸ κείμενο ποὺ δημοσιεύεται τώρα στὴ «Σύναξη» (τ. 124, σελ. 16) κάνει ἕνα ἀκόμα βῆμα στὸν ἴδιο δρόμο. Ἐνῶ ἄλλοι φιλελεύθεροι διανοούμενοι θεωροῦν πὼς οἱ πιστοὶ ποὺ μετέχουν στὸ δημόσιο διάλογο ὀφείλουν νὰ μεταγράφουν τὸν λόγο τους στὸ κοσμικὸ νοηματικὸ πλαίσιο, ὁ Χάμπερμας ζητᾶ νὰ γίνονται δεκτὲς στὴ δημόσια πολιτικὴ συζήτηση οἱ θρησκευτικὲς ἀπόψεις καὶ τὰ θρησκευτικὰ ἐπιχειρήματά ἔτσι ἀκριβῶς ὣς ἔχουν· μὲ καθαρὴ τὴ θρησκευτικὴ νοηματοδότηση καὶ τὴ θρησκευτικὴ λογικὴ θεμελίωσή τους, τὸν θρησκευτικὸ ἐν γένει χαρακτήρα τους. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ὁ Γερμανὸς ‘μεταμαρξιστὴς’ στοχαστὴς δίνει ἄλλο βάθος στὴ συνταγματικὴ ἐλευθερία τοῦ θρησκεύειν ὑπερβαίνοντας τὴν ‘πολιτικῶς ὀρθὴ’ θρησκευτικὴ ‘ἀνεκτικότητα’ (tolerance). Κατ’ οὐσίαν εἰσηγεῖται ἕνα εἶδος συμφιλίωσης τῆς ἐκκοσμίκευσης μὲ τὶς θρησκεῖες στὸ πλαίσιο τῆς ‘μετα-κοσμικῆς’, ὅπως τὴ λέει, κοινωνίας καὶ τῆς ‘μετα-μεταφυσικῆς’ σκέψης.

Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀπὸ μόνα τους πολὺ σημαντικὰ στὸ χῶρο τοῦ σύγχρονου πολιτικοῦ στοχασμοῦ· ὅμως στὸ σύντομο σημείωμα ποὺ ἀκολουθεῖ θὰ προσπαθήσω νὰ δείξω ὅτι ἡ κατεύθυνση ποὺ μᾶς δείχνει ὁ Χάμπερμας μπορεῖ νὰ ἀποδειχθεῖ ἀκόμα πιὸ σημαντική, ἄν, περισσότερο κι ἀπ’ τις προτάσεις  του, ἐστιάσουμε στὸ πρόβλημα ποὺ φαίνεται πὼς τὸν βασανίζει.

*** 

Κατ’ ἐμὲ ἡ συλλογιστικὴ τοῦ Χάμπερμας κινεῖται σὲ δύο ἐπίπεδα. Τὸ πρῶτο ἐπίπεδο εἶναι ὁ διάλογος ποὺ ἐπιχειρεῖ – κυρίως μὲ τὸν Ρῶλς, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄλλους φιλελεύθερους διανοητὲς – γιὰ τοὺς ὅρους μὲ τοὺς ὁποίους μποροῦν νὰ γίνουν δεκτὲς στὸ σύγχρονο ἐκκοσμικευμένο δημόσιο περιβάλλον οἱ θρησκευτικὲς ἀπόψεις. Εἶναι ἕνα θέμα ποὺ τὸ φιλελεύθερο στρατόπεδο ὑποχρεοῦται, ὅπως φαίνεται, νὰ ἀντιμετωπίσει. Διότι παρὰ τὴν ἀδιαμφισβήτητη ὑποχώρησή τους, οἱ θρησκεῖες ἐξακολουθοῦν νὰ διατηροῦν σημαντικὴ θέση στὶς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων. Τὶς τελευταῖες μάλιστα δεκαετίες ἐπιστρέφουν δυναμικὰ σὲ διεθνὴ κλίμακα, διεκδικώντας ἐκ νέου τὴν πνευματικὴ ἢ καὶ τὴν πολιτικὴ ἀκόμα πρωτοκαθεδρία, βίαια κάποιες φορές. Τὰ περιγράφει ὅλα αὐτὰ ὁ Χάμπερμας στὸ δοκίμιό του. Ὀφείλει λοιπὸν τὸ ἄθρησκο ἢ ‘οὐδετερόθρησκο’ σύγχρονο κράτος νὰ ρυθμίσει τὶς σχέσεις του πρὸς τὰ ἄτομα καὶ τὶς ἐπιμέρους κοινότητες, ποὺ ἐνῶ ἐπιμένουν νὰ μετέχουν στὴ δημόσια πολιτικὴ συζήτηση, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ διατηροῦν μιὰ ἰδιαίτερη (‘περιεκτική’ τὴν ἀποκαλεῖ ὁ Ρῶλς) θρησκευτικὴ ἀντίληψη περὶ Ἀγαθοῦ ἢ περὶ Ἀλήθειας· περὶ τῶν ἀξιῶν, δηλαδή, ἢ τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς. Ἑπομένως, στὸ πρῶτο αὐτὸ ἐπίπεδο τὸ ἐρώτημα εἶναι: πῶς μπορεῖ νὰ συνδυαστεῖ στὴ σύγχρονη κοινωνία ἡ πολιτικὴ ἑνότητα μὲ τὸν πνευματικό, ἠθικὸ καὶ πολιτιστικὸ πλουραλισμό. Κι ἐδῶ ὁ Χάμπερμας ἐμφανίζεται πολὺ πιὸ ἀνοικτὸς ἀπέναντι στὶς θρησκεῖες ἀπ’ ὅ,τι ὁ Ρῶλς καὶ ἡ σχολή του.

Παρὰ τὴν πληθώρα, ὅμως, τῶν ἐπιχειρημάτων ποὺ παραθέτει στὸ ἐπίπεδο τοῦ συζητούμενου ρυθμιστικοῦ-συνταγματικοῦ ζητήματος – εἴτε περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, εἴτε περὶ τῶν ἐπιστημολογικῶν ὁρίων τοῦ λόγου κ.τ.ὅ. – θεωρῶ πὼς τὸ πραγματικὸ προσωπικὸ κίνητρο τοῦ Χάμπερμας βρίσκεται σ’ ἕνα δεύτερο ἐπίπεδο, ποὺ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴ βαθειὰ ἀνησυχία του γιὰ τὴν τύχη τῆς ἐκκοσμίκευσης καὶ γιὰ τὸ μέλλον τῆς δημοκρατίας· γιὰ τὸ μέλλον τῆς ἴδιας ἐν τέλει τῆς πολιτικῆς. Ἀφετηρία του, μ’ ἄλλα λόγια, δὲν εἶναι ἡ συνταγματικὴ ὑποχρέωση τοῦ κράτους νὰ σέβεται τὴν ἐνιαία πολιτικὴ ὑπόσταση τῶν πιστῶν πολιτῶν του καὶ νὰ μὴν τοὺς ὑποχρεώνει νὰ διαχωρίζουν τὴν ἰδιωτικὴ ἀπὸ τὴ δημόσια ταυτότητά τους (βλ. τμῆμα 4, § 1η). Τὸν κινεῖ πολὺ περισσότερο ὁ φόβος μήπως ἡ ἀπόσυρση τῆς θρησκείας στὴν ἰδιωτικὴ σφαίρα σημάνει τὴν ἀποκοπὴ τῆς κοσμικῆς κοινωνίας ἀπὸ σημαντικές, ὅπως τὶς χαρακτηρίζει, πηγὲς δημιουργίας νοήματος καὶ ταυτότητας (βλ. τμῆμα 4, § 3η), γεγονὸς ποὺ μὲ τὴ σειρά του μπορεῖ, ὅπως λέει, νὰ ἀποβεῖ διαλυτικὸ γιὰ τὸν ἑνοποιὸ μεταξὺ τῶν πολιτῶν σύνδεσμο πολιτειακῆς ἀλληλεγγύης, χωρὶς τὸν ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει τὸ φιλελεύθερο κράτος (βλ. τμῆμα 5, § 1η).[1]

Κοντολογὶς ὁ Χάμπερμας φοβᾶται τὴν ἱστορικὴ ἀποτυχία τοῦ ἐκκοσμικευτικοῦ ἐγχειρήματος. Γιὰ τὴν ὁποία, μάλιστα, δὲν θεωρεῖ ὑπεύθυνο τὸν ὡς τώρα κύριο ἀντίπαλο, τὶς παραδοσιακὲς θρησκεῖες, ἀλλὰ τὸν ‘ἐκτροχιασμό’ τῆς ἴδιας τῆς ἐκκοσμίκευσης.[2] Τὸ λέει ξεκάθαρα στὴ συζήτηση μὲ τὸν Πάπα, ὅπου θρηνεῖ γιὰ τὴ μεταμόρφωση τῶν πολιτῶν σὲ «ἀπομονωμένες, ἰδιοτελῶς ἐνεργοῦσες μονάδες» ποὺ στρέφουν «σὰν ὅπλα τὰ ὑποκειμενικὰ δικαιώματά τους ἡ μία ἐναντίον τῆς ἄλλης». Κατάσταση κοινωνικῆς διαλύσεως, ποὺ ἐπιτείνεται στὸ πλαίσιο τῆς «πολιτικὰ ἀτιθάσευτης» παγκόσμιας οἰκονομίας καὶ κοινωνίας· ἐκεῖ ὅπου συρρικνώνεται ὁ δημόσιος ἔλεγχος καὶ ἡ δημοκρατικὴ διαβούλευση «δὲν ἐπηρεάζει πλέον τὶς διαδικασίες λήψης ἀποφάσεων». Κι ἔτσι ἀναδύεται τὸ φάσμα μιᾶς παγκόσμιας κοινωνίας «σὲ μεγάλο βαθμὸ κατακερματισμένης», ποὺ δὲν ἑνοποιεῖται παρὰ μόνο ἀπὸ τὶς λειτουργίες τῆς ‘ἀγορᾶς’.[3] Καὶ ποὺ κινδυνεύει νὰ καταλήξει σὲ μιὰ ‘μετα-αληθινὴ’ δημοκρατία· ἕνα κράτος ἀδιάφορο γιὰ κάθε ἔννοια ἀληθείας, ὅπου μετρᾶ μόνο ἡ λειτουργικότητα καὶ ἡ ἀποτελεσματικότητα τῶν μηχανισμῶν, μιὰ καρικατούρα τῆς δημοκρατίας (βλ. τμῆμα 6, § 8η). Κι ὅλα αὐτὰ – τὸ ξαναλέμε – εἶναι παιδιὰ και παράγωγα τῆς ἴδιας τῆς ἐκκοσμίκευσης.

Ἀπέναντι σ’ αὐτὸ τὸ κρίσιμο γιὰ τὸ ἐκκοσμικευτικὸ ἐγχείρημα ἱστορικὸ σταυροδρόμι, τὸ ζήτημα ποὺ κατ’ οὐσίαν θέτει πρὸς συζήτηση ὁ Χάμπερμας δὲν εἶναι τὸ τί θὰ κάνουμε μὲ τὶς θρησκεῖες – αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ἀπασχολεῖ τοὺς ἄλλους φιλελεύθερους συνομιλητές του – ἀλλὰ τὸ τί κινδυνεύουμε νὰ πάθουμε χωρὶς αὐτές. Ἔτσι, δίχως νὰ ἐγκαταλείπει τὸ κοσμικὸ πρόταγμα, καὶ χωρὶς βέβαια νὰ περιμένει ἀπὸ τὶς θρησκεῖες καὶ μόνο τὴ λύση, δὲν ἀρκεῖται στὸ νὰ συγκαταβαίνει ἁπλῶς πρὸς τὶς θρησκευτικὲς κοινότητες καὶ παραδόσεις μὲ τὴ γνωστή, κρυφὴ ἢ φανερή, ὑπεροψία τῶν πάσης φύσεως ἄθεων καὶ ‘προοδευτικῶν’· ἀλλὰ στρέφεται μὲ σεβασμὸ καὶ ἐλπίδα πρὸς αὐτές, ἀναζητώντας τὰ ‘προπολιτικά’, ὅπως τὰ λέει, ἐρείσματα τῆς ἀλληλεγγύης τῶν πολιτῶν καὶ τῆς πολιτικῆς ἑνότητας τοῦ κοσμικοῦ κράτους. Ἀναμένει ἀπὸ τὶς κοινότητες τῶν πιστῶν νὰ ἐνταχθοῦν θετικὰ στὸ ἐκκοσμικευτικὸ πρόγραμμα γιὰ νὰ τοῦ μεταγγίσουν τὴν «εἰδικὴ δύναμη» ποὺ ἔχουν να στηρίζουν τὶς εὐάλωτες ἰδιαίτερα μορφὲς κοινοτικῆς ζωῆς καὶ νὰ μεταφέρουν «πιθανὰ περιεχόμενα ἀληθείας» (βλ. τμῆμα 4, § 4η καὶ 5η)· στοιχεῖα πολύτιμα γιὰ τὴν ἄρθρωση τοῦ ἀναγκαίου, ὅπως εἶπαμε, γιὰ τὸ δημοκρατικὸ φιλελεύθερο κράτος, σύνδεσμου πολιτειακῆς ἀλληλεγγύης (βλ. τμῆμα 5, § 1η). Ἐπιζητᾶ τὴ βοήθεια τῶν θρησκειῶν γιὰ τὸν ἀναπροσανατολισμὸ καὶ τὴ σωτηρία, ἐν τέλει, τῆς ἐκκοσμίκευσης γενικὰ καὶ τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ της πολιτικοῦ προτύπου, τῆς σύγχρονης δημοκρατίας, εἰδικότερα.

***

Ἔχοντας προβληματιστεῖ ἐπὶ μακρὸν γιὰ τὴν οὐσία καὶ τὶς δυνατότητες τῆς πολιτικῆς, καὶ μὲ τὶς ἴδιες πάνω-κάτω ἀγωνίες μ’ αὐτὲς τοῦ Χάμπερμας σχετικὰ μὲ τὸ μέλλον τῆς δημοκρατίας, αἰσθάνομαι, ὡς Χριστιανὸς Ὀρθόδοξος, πὼς τὸ κείμενο αὐτὸ συνιστᾶ πρόκληση γιὰ σοβαρὴ καὶ οὐσιαστικὴ ἀνταπόκριση. Κι ἐνῶ στέκομαι κατ’ ἀρχὴν θετικὰ στὴν ἰδέα μιᾶς γόνιμης συμφιλίωσης μεταξὺ ἐκκοσμίκευσης καὶ θρησκειῶν, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ θεωρῶ ὅτι ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἢ γενικότερα ὡς πιστοί, ἂν προτιμᾶτε, ὀφείλουμε νὰ ἐξετάσουμε τὸ θέμα ἀπὸ τὴ δική μας σκοπιά, μὲ τὰ δικά μας πνευματικὰ κριτήρια καὶ νοητικὰ ἐργαλεῖα.[4]

Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ θεωρῶ πώς, παρὰ τὰ θετικά της στοιχεῖα, ἡ ‘λύση’ τοῦ Χάμπερμας πάσχει σ’ ἕνα κρίσιμο σημεῖο. Στὸ ὅτι ἐπιμένει στὴν προτεραιότητα τῆς πολιτικῆς (τοῦ ‘πολιτικοῦ’) ὡς βασικοῦ συντελεστὴ συγκρότησης καὶ συνάρθρωσης τῆς κοινωνίας (τοῦ ‘κοινωνικοῦ γεγονότος’), ἀνεξάρτητα, μάλιστα, ἀπὸ κάθε συμφωνία ἢ διαφωνία περὶ τῆς Ἀλήθειας ἢ περὶ τοῦ Ἀγαθοῦ. Κατ’ αὐτὸν ἡ πολιτικὴ ἑνότητα, ποὺ συνοψίζει τὸν κοινό μας ‘τρόπο’, ἀφορᾶ τὴν καθαρὰ φορμαλιστική, διαδικαστικὴ βάση τῆς συναλλαγῆς τῶν κοινωνικῶν/πολιτικῶν ὑποκειμένων καὶ ὄχι τὸ οὐσιῶδες ‘περιεχόμενο’ αὐτῆς τῆς συναλλαγῆς. Ὡς πρὸς αὐτὸ ὁ Χάμπερμας παραμένει στὸ πλαίσιο τοῦ πολιτικοῦ φιλελευθερισμοῦ, γνήσιο τέκνο καὶ συνεπὴς ὑπερασπιστὴς τῆς ἐκκοσμίκευσης. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ ἢ δὲν θέλει νὰ ἀντιληφθεῖ τὴ δημόσια συνεισφορὰ τῶν θρησκειῶν πέρα ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος ἀποκαλεῖ ‘προπολιτικὸ’ ἐπίπεδο. Αὐτὲς καθ’ αὐτὲς οἱ ‘ἀλήθειες’ τῶν θρησκειῶν δὲν τὸν ἐνδιαφέρουν. Τὸν ἐνδιαφέρει τὸ κοινωνικό τους ἀποτέλεσμα. Ἡ συμβολή τους στὶς ‘προπολιτικὲς’ προϋποθέσεις τοῦ κοινωνικοῦ δεσμοῦ· στὴν κοινὴ ‘ταυτότητα’, τὸ κοινὸ ἦθος, τὴν κοινὴ αἰσθητική, ἐνδεχομένως καὶ σὲ κάποιες μὴ πολιτικὲς πρωτογενεῖς κοινωνικὲς δικτυώσεις (ἐστίες ‘προπολιτικῆς’ φιλίας) μεταξὺ πολιτῶν. Χάριν αὐτοῦ τοῦ ‘ἐξωθρησκευτικοῦ’ ἢ ‘παραθρησκευτικοῦ’ κοινωνικοῦ ἀποτελέσματος παραχωρεῖ ὁ Χάμπερμας στοὺς πιστοὺς τὴν πλήρη ἐλευθερία νὰ ἐκφράζονται δημόσια μὲ θρησκευτικὸ τρόπο – στὸ βαθμό, ἐννοεῖται, ποὺ αὐτὸ δὲν θέτει σὲ ἀμφισβήτηση τὸ εὐρύτερο κοσμικὸ θεσμικὸ πλαίσιο τῆς πολιτείας.

Μοιάζει παράδοξο, ἀλλὰ ὡς πρὸς τὸ πρῶτο μισὸ τῆς σκέψης του – τὴν προτεραιότητα δηλαδὴ τοῦ ‘πολιτικοῦ’ ὡς βασικοῦ συντελεστὴ τοῦ ‘κοινωνικοῦ’ – ὁ Χάμπερμας συμπίπτει μὲ τοὺς φονταμενταλιστές. Μόνο ποὺ αὐτοὶ δὲν ἀντιλαμβάνονται τὸ ‘πολιτικὸ’ διαδικαστικά, ὅπως οἱ φιλελεύθεροι, ἀλλὰ τὸ θέλουν νὰ ὑπηρετεῖ τὴ μία καὶ μόνη Ἀλήθεια – τὴ δική τους καί, κυρίως, τὴ δεδομένη Ἀληθεία. Βλέπουμε, δηλαδή, ὅτι φιλελευθερισμὸς καὶ φονταμενταλισμὸς εἶναι μὲν ἀντίθετοι ὡς πρὸς τὸν ‘ἀριθμητὴ’ (τὴ σχέση τῆς πολιτικῆς μὲ τὴ θρησκεία), ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως μεριὰ πατᾶνε στὸν ἴδιο θεωρητικὸ ‘παρονομαστὴ’ (τὴν προτεραιότητα ποὺ δίνουν καὶ οἱ δύο στὸ ‘πολιτικὸ’ ἐπίπεδο).[5]

Θυμίζω ὅτι, πέραν τῆς ‘πολιτικῆς’ (βλ. φονταμενταλισμὸς) καὶ τῆς ‘προπολιτικῆς’ (βλ. Χάμπερμας), ὑπάρχει ἡ δυνατότητα μιᾶς ‘μεταπολιτικῆς’ θέσης τῆς θρησκείας στὸ δημόσιο χῶρο. Εἶναι ἡ στάση ποὺ ἐξ ἀρχῆς κράτησε ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία ἀπέναντι στὴν πολιτικὴ καὶ τὸ κράτος, τόσο στοὺς πρώτους αἰῶνες, ὅπου ὁ Χριστιανισμὸς ἦταν ἠμιπαράνομος, ὅσο καὶ ἀργότερα στὸ ‘μονοθρησκευτικὸ’ Βυζάντιο, ὅπου ὁ Χριστιανισμὸς ἐπιβλήθηκε ὡς κρατικὴ ἰδεολογία· ἀλλὰ τὸ ἴδιο ἴσχυε καὶ ἐπὶ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Γιὰ ἕνα σύγχρονο ‘μετακοσμικὸ’ οὐδετερόθρησκο κράτος – ποὺ εἶναι ἡ μόνη ἱστορικὰ ρεαλιστικὴ δυνατότητα εἰρηνικῆς πολιτικῆς συμβίωσης στὶς μέρες μας – αὐτὸ θὰ σήμαινε πὼς ἡ πολιτεία ἀναγνωρίζει τὴ σημασία τῆς Ὰληθείας ἢ τοῦ Ἀγαθοῦ ὡς βασικῶν θεμελίων τῆς δημόσιας ζωῆς καὶ ἀντιλαμβάνεται τὴν ἀναζήτησή τους, τὴν πνευματικὴ δηλαδὴ ἀναζήτηση, ὡς θεμελιακὴ δημόσια λειτουργία.

Προσοχὴ: ἡ ἔμφαση ἐδῶ βρίσκεται στὶς λέξεις ‘ζητούμενο’ καὶ ‘ἀναζήτηση’. Λέω δηλαδὴ πὼς τὸ κράτος μπορεῖ νὰ ἀναγνωρίζει τὴν προτεραιτότητα τοῦ μεταφυσικοῦ ἢ πνευματικοῦ ἐρωτήματος ὡς συστατικῆς βάσεως τοῦ κοινωνικοῦ δεσμοῦ – εἴτε στὴν ἐκδοχὴ τῶν γνωστῶν θρησκειῶν, εἴτε σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐκδοχὴ – χωρὶς ὅμως ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ νὰ ὑποχρεοῦται νὰ ταυτιστεῖ μὲ τὴ μιὰ ἢ τὴν ἄλλη συγκεκριμένη ἀπάντηση· μὲ τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη θρησκευτικὴ παράδοση. Ἀναγνωρίζοντας τὴ ζωτικὴ σημασία τοῦ ἐρωτήματος αὐτοῦ ὡς πολιτικοῦ ζητούμενου, ἡ πολιτεία μπορεῖ νὰ διαμορφώσει κατάλληλα τὸν δημόσιο χῶρο καὶ τοὺς θεσμοὺς ἔτσι ὥστε νὰ ἀντιστοιχοῦν στὸ ἐπίπεδο τῆς κοινῆς πνευματικῆς συμφωνίας (γιὰ ὅ,τι μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ κοινὴ κατάκτηση ἀπὸ τὴ μιὰ) καὶ τῆς κοινῆς πνευματικῆς ἀναζήτησης-συνάθλισης (γιὰ ὅ,τι μένει ἀμφισβητούμενο ἀπὸ τὴν ἄλλη). Ἡ ἔννοια αυτὴ τῆς ‘πνευματικῆς συνάθλισης’ μεταξὺ διαφορετικῶν θρησκευτικῶν – καὶ ὄχι μόνο – κοινοτήτων, παρέχει τὴ βάση γιὰ μιὰ νέα μορφὴ ‘μεταπολιτικῆς’ ἀλληλεγγύης καὶ γιὰ ἕνα νέο πνευματικὸ ‘πατριωτισμό’, ποὺ δὲν βασίζεται τόσο στὴν κοινὴ ‘ταυτότητα’ ἐπὶ τῆ βάσει τοῦ κληρονομημένου παρελθόντος, ὅσο, πολὺ περισσότερο, στὴν ἐνεργὸ ἀναμέτρηση μὲ τὸ συλλογικὸ καὶ προσωπικὸ παρόν.

Βλέπω, ὅμως, πὼς ἔχω πρὸ πολλοῦ ἐξαντλήσει τὸν περιορισμένο χῶρο αὐτοῦ τοῦ σχολίου. Σταματῶ λοιπὸν ἐδῶ πρὸς τὸ παρόν, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ τὰ ξαναποῦμε σὲ μιὰν ἄλλη εὐκαιρία.

  

Υποσημειώσεις

[1] Στὸ δοκίμιο ποὺ ἐξετάζουμε ὁ Χάμπερμας δὲν ἐπεκτείνει αὐτὴ τὴ σκέψη. Περιορίζεται ἠθελημένα στὸ συνταγματικὸ-κανονιστικὸ πλαίσιο ποὺ τοῦ ἐπιβάλλει ὁ διὰλογος μὲ τὸν Ρῶλς. Περισσότερο εὔγλωτος εἶναι στὰ δύο ἄλλα ἔργα του ποὺ κυκλοφοροῦν στὰ ἑλληνικά: (α) Το μέλλον της ανθρώπινης φύσης – Πίστη καὶ γνώση, Scripta, Αθήνα 2004, σελ. 167-188. (β) Γιοῦργκεν Χάμπερμας – Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄, Ἡ διαλεκτικὴ τῆς ἐκκοσμίκευσης – Λόγος καὶ θρησκεία, Ἐστία, Ἀθήνα 2010, σελ. 19-43.

[2] Γιὰ τὸν ὅρο ‘ἐκτροχιασμένη’ ἐκκοσμίκευση ἢ ‘ἐκτροχιασμένος’ ἐκσυγχρονισμὸς βλ. Ἡ διαλεκτικὴ τῆς ἐκκοσμίκευσης, ὅ.π., σελ. 22 καὶ 31.

[3] Στὸ ἴδιο, σελ. 32-33.

[4] Εἰδ’ ἄλλως, τὸ νὰ ἀρκεστοῦμε στὴ φιλοθρησκευτική, ἂς ποῦμε, διάθεση τοῦ Χάμπερμας γιὰ νὰ ὑπενθυμίσουμε τὴ θετικὴ συνεισφορὰ τῶν θρησκειῶν πρὸς τὴν κοινωνία, εἴτε γιὰ νὰ ἀντλήσουμε ἕνα ἐπιπλέον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς καταλαγῆς καὶ τοῦ διαλόγου πιστῶν καὶ μή, εἶναι στάση συμπαθητικὴ μέν, κατώτερη ὅμως καὶ τῶν προτάσεων τοῦ Χάμπερμας, καί, κυρίως, τοῦ προβλήματος ἔναντι τοῦ ὁποίου μᾶς θέτει. // Φοβᾶμαι δὲ πὼς αὐτὸ ἀκριβῶς κάνει ὁ Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄ στὴ συζήτηση μὲ τὸν Χάμπερμας (Ἡ διαλεκτικὴ τῆς ἐκκοσμίκευσης, ὅ.π.). Ἐξαντλεῖ τὸν φιλοσοφικὸ καὶ στοχαστικὸ ἐξοπλισμό του γιὰ νὰ πεῖ, ὅλο κι ὅλο, πὼς ἡ Ἐκκλησία εἶναι χρήσιμη ἢ καὶ ἀπαραίτητη, ἀκόμα, στὸ σύγχρονο κόσμο. Θυμίζω πὼς ἡ εἰσήγηση τοῦ καρδιναλίου, τότε, Γιόζεφ Ράτσινγκερ εἶχε τὸν χαρακτηριστικὸ τίτλο «Τὸ στοιχεῖο ποὺ συνέχει τὸν κόσμο. Προπολιτικὰ ἠθικὰ θεμέλια ἑνὸς φιλελεύθερου κράτους». Φαίνεται πὼς ὁ μετέπειτα Πάπας δὲν εἶχε πρόβλημα νὰ ἀποδεχθεῖ ὅτι ἡ θρησκεία τοποθετεῖται πράγματι σὲ ‘προπολιτικὸ’ ἐπίπεδο, καὶ νὰ τὴ δεῖ στὸ ἐπίπεδο αὐτὸ ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς συμβολῆς της στὰ ‘ἠθικὰ θεμέλια’ τοῦ κράτους. Προτίμησε, έτσι, νὰ ἀφήσει ἐκτὸς συζητήσεως κάθε ἁμιγῶς θεολογικὴ καὶ πνευματικὴ διάσταση, καὶ νὰ περιοριστεῖ στὴν παρουσίαση τῆς θρησκείας ὡς ‘θετικῆς ἠθικῆς δυνάμεως’ (σελ. 55), ‘ἰαματικῆς καὶ σωτήριας’ γιὰ τὸν κόσμο (σελ. 54), ποὺ κανονικὰ βρίσκεται στὸν ἀντίποδα τῆς τρομοκρατίας καὶ τοῦ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ (σελ. 54)· μιὰ ἔγκυρη ἐναλλακτικὴ πηγὴ τοῦ φυσικοῦ δικαίου, στὸ ὁποῖο θεμελιώνεται τὸ φιλελεύθερο κράτος (σελ. 56-60), ἀναγκαία γιὰ τὴν ὁριοθέτηση τῆς ἰσχύος ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὴν ἄλλη (σελ. 49-52), ἀναγκαῖο συμπλήρωμα τοῦ Λόγου μὲ τὸν ὁποῖο ὀφείλουν νὰ συνιστοῦν – πίστη καὶ λόγος μαζὶ – ἕνα ἀδιαχώριστο δίπολο, σὲ στενὸ μεταξύ τους διάλογο καὶ ἀμοιβαῖο ἔλεγχο (σελ. 55, 64-65).

[5] Οἱ ρίζες αὐτοῦ τοῦ κοινοῦ παρονομαστὴ ἀνάγονται στὶς ἀπαρχὲς τῆς ρωμαιοκαθολικῆς θεολογίας καὶ τοῦ Ἰσλάμ, ἀλλὰ δὲν εἶναι τώρα αὐτὸ τὸ ζήτημα. Μεγαλύτερη σημασία γιὰ τὸ θέμα ποὺ συζητοῦμε ἔχει ὅτι ὁ θρησκευτικὸς φονταμενταλισμὸς δὲν εἶναι στὴν πραγματικότητα τίποτε ἄλλο, παρὰ μιὰ ἀπάντηση στὸ ἴδιο ἀκριβῶς πρόβλημα ποὺ ἐπιχειρεῖ μὲ τὸν ἀντίθετο τρόπο νὰ ἐπιλύσει ὁ Χάμπερμας: στὴν κρίση τῆς ἐκκοσμίκευσης. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ ὁ Χάμπερμας ἔχει ἀσφαλῶς δίκιο ὅταν λέει γιὰ τὸν φονταμενταλισμὸ ὅτι «παρὰ τὴ θρησκευτική του γλώσσα εἶναι ἀποκλειστικὰ νεωτερικὸ φαινόμενο» (Το μέλλον της ανθρώπινης φύσης – Πίστη καὶ γνώση, ὅ.π. σελ. 168). Καὶ μὲ τὴν εὐκαιρία ἂς σημειωθεῖ ὅτι περισσότερο ἀπὸ τὸν φονταμενταλισμὸ καθεαυτὸν τὸν ἀνησυχεῖ ὁ διχασμὸς στὸν ὁποῖο ὁδηγεῖ ἡ ἰδεολογικὴ σύγκρουση φονταμενταλιστῶν καὶ κοσμικοῦ στρατοπέδου, ποὺ θέτει, ὅπως λέει, σὲ κίνδυνο τὴν «πολιτικὴ ὁλοκλήρωση» καὶ καταλήγει στὸν «κατατεμαχισμὸ» τῆς πολιτικῆς κοινότητας (βλ. τμῆμα 6, § 8η καὶ τμῆμα 7, § 1η)· στὸ ἴδιο, δηλαδή, διαλυτικὸ τῆς ἀλληλεγγύης καὶ διαιρετικὸ τῆς κοινότητας ἀποτέλεσμα ποὺ καταλήγουν καὶ ὅλα τὰ παραπάνω.

πηγή: Αντίφωνοπεριοδικό «Σύναξη», τ. 124, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2012, σελ. 55-60.

2 Σχόλια

  1. ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ. ΑΝΤΙΓΡΑΦΩ ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:

    [i]…Γιὰ ἕνα σύγχρονο ‘μετακοσμικὸ’ οὐδετερόθρησκο κράτος – ποὺ εἶναι ἡ μόνη ἱστορικὰ ρεαλιστικὴ δυνατότητα εἰρηνικῆς πολιτικῆς συμβίωσης στὶς μέρες μας – αὐτὸ θὰ σήμαινε πὼς ἡ πολιτεία ἀναγνωρίζει τὴ σημασία τῆς Ὰληθείας ἢ τοῦ Ἀγαθοῦ ὡς βασικῶν θεμελίων τῆς δημόσιας ζωῆς καὶ ἀντιλαμβάνεται τὴν ἀναζήτησή τους, τὴν πνευματικὴ δηλαδὴ ἀναζήτηση, ὡς θεμελιακὴ δημόσια λειτουργία.

    Προσοχὴ: ἡ ἔμφαση ἐδῶ βρίσκεται στὶς λέξεις ‘ζητούμενο’ καὶ ‘ἀναζήτηση’. Λέω δηλαδὴ πὼς τὸ κράτος μπορεῖ νὰ ἀναγνωρίζει τὴν προτεραιτότητα τοῦ μεταφυσικοῦ ἢ πνευματικοῦ ἐρωτήματος ὡς συστατικῆς βάσεως τοῦ κοινωνικοῦ δεσμοῦ – εἴτε στὴν ἐκδοχὴ τῶν γνωστῶν θρησκειῶν, εἴτε σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐκδοχὴ – χωρὶς ὅμως ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ νὰ ὑποχρεοῦται νὰ ταυτιστεῖ μὲ τὴ μιὰ ἢ τὴν ἄλλη συγκεκριμένη ἀπάντηση· μὲ τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη θρησκευτικὴ παράδοση. Ἀναγνωρίζοντας τὴ ζωτικὴ σημασία τοῦ ἐρωτήματος αὐτοῦ ὡς πολιτικοῦ ζητούμενου, ἡ πολιτεία μπορεῖ νὰ διαμορφώσει κατάλληλα τὸν δημόσιο χῶρο καὶ τοὺς θεσμοὺς ἔτσι ὥστε νὰ ἀντιστοιχοῦν στὸ ἐπίπεδο τῆς κοινῆς πνευματικῆς συμφωνίας (γιὰ ὅ,τι μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ κοινὴ κατάκτηση ἀπὸ τὴ μιὰ) καὶ τῆς κοινῆς πνευματικῆς ἀναζήτησης-συνάθλισης (γιὰ ὅ,τι μένει ἀμφισβητούμενο ἀπὸ τὴν ἄλλη)…[/i]

  2. Έχει γούστο -ιλαροτραγικό. Τι μας λέει εδώ ο Χάμπερμας; Ότι «[b]ο Θεός πέθανε, ο Μαρξ πέθανε κι εγώ δεν αισθάνομαι καλά τελευταία[/b]».

    Ή φιλοσοφικότερα: «[b]Δια τούτο δύναται σήμερον να γίνη λόγος τόσον περί κρίσεως της πίστεως, όσον και περί κρίσεως της απιστίας, διότι απιστία είναι η πίστις εκείνη, η οποία ζητεί να άρη μίαν ομοούσιον αντίπαλον. Εάν μέχρι σήμερον η απιστία έσυρε τον Θεόν εις κρίσιν, σήμερον η ιδία κρίνεται υπό της αμφιβολίας[/b].» (Σπυρίδων Κυριαζόπουλος, [i]Προλεγόμενα εις την ερώτησιν περί Θεού[/i], σ. 127. Γρηγόρης, Αθήνα 2000.)

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here