Ιστορική εξέλιξη της Επιστήμης ως πνευματικής δραστηριότητας

0
67

Πέτρος Γέμτος
 

Η αρχαία επιστήμη
Η κλασική αντίληψη για την επιστήμη, με τη μορφή που της έδωσε ο Πλάτων και με μικρές παραλλαγές ο Αριστοτέλης, κυριάρχησε στον ευρωπαϊκό πολιτισμό ως την αρχή των νέων χρόνων. Χαρακτηριστικά της ήταν ο περιθωριακός ρόλος της εμπειρίας ως γνωστικής πηγής και ως στοιχείου ελέγχου των επιστημονικών προτάσεων.
Από τα κύρια ερωτήματα της ελληνικής φιλοσοφίας ήταν το πρόβλημα της φύσης και των δυνατοτήτων της ανθρώπινης γνώσης. Θεμελιωτές ήταν οι Ίωνες φιλόσοφοι που πρώτοι επιχείρησαν να εξηγήσουν ορθολογικά τον κόσμο (Κοσμολογία) και να εξερευνήσουν άλλες χώρες και κοινωνικοπολιτικά συστήματα (Ιστορία). Οι Μιλήσιοι φυσικοί φιλόσοφοι ανήκαν σε μια νέα ηγετική τάξη εμπόρων που ταξίδευε πολύ και είχε γνωρίσει άλλους τρόπους ζωής και ποικίλες κοσμοθεωρίες. Η διεύρυνση της κοινωνικής και φυσικής εμπειρίας έκανε δυνατή τη συστηματική διάσπαση υποκειμένου και κόσμου, καθώς και τη διαφοροποίηση της πραγματικότητας σε κοινωνία και φύση. Η τελευταία διαμορφώθηκε πολύ νωρίς σε ένα αυτοτελές γνωστικό αντικείμενο, έξω από τον ανθρώπινο έλεγχο, που μπορούσε να συλληφθεί ορθολογικά στις βασικές δομές και συστατικά στοιχεία. Ιδιαίτερα πρακτικές ανάγκες που συνδέονταν με τη ναυσιπλοία, καθώς και τη μέτρηση του χρόνου και της γης, οδήγησαν στην εμφάνιση των πρώτων προσπαθειών στα Μαθηματικά, την Αστρονομία, τη Γεωγραφία και τη Μετεωρολογία. Παράλληλα ωστόσο με την ορθολογική σκέψη λειτουργούσε και η πανάρχαιη μυθική παράδοση που τώρα έπαιρνε νέες μορφές.

Η επιχειρούμενη αναζήτηση των αρχών του κόσμου είχε πολύ ασθενική εμπειρική στήριξη και ήταν άρρηκτα δεμένη με μυθικά στοιχεία που έβλεπαν πίσω από τα φαινόμενα αναλλοίωτες οντολογικές πηγές, προς τις οποίες η εμπειρία δεν είχε καμιά συστηματική σχέση. Το περίεργο αυτό μίγμα μύθου και λόγου, που κυριάρχησε στην ελληνική σκέψη ώς τον Πλάτωνα, βρήκε τη χαρακτηριστική του έκφραση στην Πυθαγόρεια και ελεατική διδασκαλία, που δέχθηκε επιρροές από τον ορφικό μυστικισμό του 8ου και 7ου π.Χ. αιώνα. Πολύ αποφασιστική υπήρξε η σύνδεση της μαθηματικής σκέψης με τη μουσική που ήταν κεντρικό ορφικό στοιχείο – κυρίως η ανακάλυψη ότι οι μουσικοί τόνοι αντιστοιχούν σε σχέσεις ολοκλήρων αριθμών. Οι ήχοι κατανοήθηκαν ως η υλοποίηση των αριθμών που με μια ηρωική γενίκευση θεωρήθηκαν η πηγή των όντων. Γνωστικό αντικείμενο της Επιστήμης έγιναν οι αριθμοί και οι μεταξύ τους σχέσεις, στοιχεία που δεν είχαν εμπειρικό χαρακτήρα. Η αμφιβολία των Ιώνων για την εγκυρότητα της εμπειρικής γνώσης μετατράπηκε έτσι σε μια ριζική άρνηση της εμπειρίας ως γνωστικής πηγής. Συγχρόνως όμως μπήκαν τα θεμέλια της θεωρητικής σκέψης, που επιχειρεί να ανεύρει σταθερές δομές και σχέσεις στο μεταβαλλόμενο κόσμο των φαινομένων και αρνείται να ικανοποιηθεί με απλές περιγραφές και φωτογράφιση της πραγματικότητας. Το στοιχείο που έλειπε ήταν η συστηματική σύνδεση θεωρητικής προσπέλασης και εμπειρικής βάσης, που μόνη είναι σε θέση να οδηγήσει το πνεύμα, μέσα από ένα άπειρο πλήθος δυνατών κόσμων, στον πραγματικό κόσμο, που είναι μοίρα αλλά και πρόκληση ελευθερίας για την ανθρωπότητα.
Η ελεατική διδασκαλία ενώνεται στον Πλάτωνα με τη σωκρατική αντίληψη του αγαθού ως (μη εμπειρικής) γνώσης («ουδείς εκών κακός»). Κεντρικό γνωστικό αντικείμενο της Πλατωνικής διδασκαλίας είναι ιδέες, καθαρές και αναλλοίωτες μορφές, που λειτουργούν μόνο στο χώρο της νόησης και δεν γίνονται αντιληπτές με τις αισθήσεις. Επειδή όμως έχουν κάποιο δεσμό (που ο Πλάτων ουδέποτε ανέλυσε με ακρίβεια) με τα φυσικά αντικείμενα, η εμπειρία μπορεί να γίνει η αφορμή για αληθινή γνώση, αποκτώντας έτσι για πρώτη φορά κάποια σημασία, που όμως είναι ριζικά διάφορη από τη σημασία που έχει στη σύγχρονη επιστημονική αντίληψη.
Ο Πλάτων διακρίνει μεταξύ επιστήμης και δόξας, θεωρώντας ότι μόνο η πρώτη οδηγεί σε αναγκαία, καθολική και αιώνια γνώση. Είναι φυσικό μια τέτοια γνώση να μη αναφέρεται σε εμπειρικά αντικείμενα, αλλά σε νοητές μορφές. Αυτή η πίστη στη δυνατότητα οριστικής και αμετακίνητης γνώσης βρήκε την τελειότερη της έκφραση στην αξιωματική Γεωμετρία, το σημαντικότερο επιστημονικό επίτευγμα του αρχαίου Ελληνισμού, που φαινόταν να εισάγει αιώνιες αλήθειες με απόλυτα ευκρινή και στέρεα θεμελιωμένο τρόπο. Επιστήμες, όπως η Φυσική, η Αστρονομία, η Ιατρική θεωρήθηκαν πρακτικές δραστηριότητες χωρίς θεωρητική αξία.
Ο μεγάλος μαθητής του Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης, διεύρυνε την Πλατωνική διδασκαλία της επιστήμης ως αναγκαίας αλήθειας με την ανάπτυξη της θεωρίας της λογικής ακολουθίας, της τυπικής Λογικής. Η Αριστοτέλεια «εμπειρική στροφή» δεν αποτέλεσε ωστόσο σε καμιά περίπτωση προσέγγιση στα σημερινά πρότυπα. Η μεταφορά των ιδεών μέσα στα πράγματα έκανε σε κάποιο βαθμό δυνατή, αντίθετα προς τον Πλάτωνα, την κατασκευή της Φυσικής ως της συστηματικής έρευνας της μεταβολής των μορφών. Αλλά κι εδώ η επιστήμη γίνεται κατανοητή ως βέβαιη γνώση αναλλοίωτων και αιώνιων αληθειών. Πρότυπό της έχει τη Γεωμετρία και προχωρεί παραγωγικά, με βάση την τυπική Λογική, από βέβαια αξιώματα σε άλλες αλήθειες. Η επιστήμη για τον Αριστοτέλη είναι στην ουσία απόδειξη προτάσεων από αξιώματα, γεγονός που δεν επέτρεψε ποτέ την ακριβή μεθοδολογική διαφοροποίηση των εμπειρικών επιστημών από τη Λογική και τα Μαθηματικά.
Πώς όμως επιτυγχάνονται για τον Αριστοτέλη αληθείς προκείμενες; Στο σημείο ακριβώς αυτό εισέρχεται η εμπείρια στο Αριστοτέλειο σύστημα. Αλλά ενώ ο ίδιος ονομάζει την εμπειρική συναγωγή των γενικών αξιωμάτων «επαγωγή» (inductio για τους Λατίνους συγγραφείς), το περιεχόμενο του όρου μικρή μόνο σχέση έχει με το σημερινό. Η Αριστοτέλεια επαγωγή δεν είναι συναγωγή γενικών προτάσεων από ένα πεπερασμένο αριθμό ατομικών προτάσεων βάσης, αλλά διατύπωση γενικών αρχών από πρακτική πείρα και παραδειγματική γνώση, ανάλογη με εκείνη που αποκτά ένας τεχνίτης αυτοκινήτων που έχει επισκευάσει ένα πολύ μεγάλο αριθμό οχημάτων. Όποιος ασχολείται πολύ καιρό με ένα αντικείμενο, αντιλαμβάνεται περίπου διαισθητικά, και όχι με κάποιο επαγωγικό συλλογισμό, τις διαρθρωτικές σχέσεις μεταξύ των φαινομένων που έτσι μπορούν ως γενικές αρχές πρακτικής πείρας να αποτελέσουν τη βάση παραγωγικών συλλογισμών. Από την άποψη αυτή η Αριστοτέλεια θεώρηση δεν διαφέρει ουσιαστικά από την Πλατωνική: Επιστήμη είναι η βέβαιη γνώση αμετακίνητων και αναλλοίωτων μορφών, επιστημονική διαδικασία είναι η λογικά έγκυρη παραγωγή προτάσεων από αληθείς προκείμενες και αξιώματα, ενώ η εμπειρία είναι απλώς βάση διαισθητικής συναγωγής γενικών αρχών και όχι βαθμίδα συστηματικού ελέγχου των επιστημονικών υποθέσεων. Εξάλλου κοινή και στους δύο φιλοσόφους ήταν η αντίληψη για τον καθαρά θεωρητικό χαρακτήρα της επιστήμης. Τεχνολογική αξιοποίηση θα ήταν όχι χρήση, αλλά κατάχρηση και εξαπάτηση της φύσης, που θα ανέτρεπε την ισορροπία της και θα οδηγούσε σε αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Αλλά οντολογικές διαφορές ως προς τη φύση της πραγματικότητας έφεραν τον Αριστοτέλη πιο κοντά σε μια «επαγωγική» έννοια φυσικής επιστήμης, χωρίς όμως να φαίνεται πουθενά η σχέση της με τις αποδείξεις που είναι κρίσιμα συστατικά στοιχεία της επιστημονικής σκέψης σύμφωνα με τα «αναλυτικά ύστερα». Ιδιαίτερα προβλήματα ανέκυψαν σε περιοχές, όπως η Οπτική και η Αστρονομία, που χρησιμοποιούσαν Μαθηματικά: Το ερώτημα έμεινε αναπάντητο, αν η επιστημονικότητα των κλάδων αυτών οφείλεται στη χρήση των Μαθηματικών, δηλ. στην παραγωγική – λογική τους δομή, ή στην εμπειρική τους θεμελίωση.

Η επιστήμη των αρχών των νέων χρόνων
Η Αναγέννηση, παρόλο που αποτέλεσε στροφή στην Αρχαιότητα, έφερε ένα ισχυρό κλονισμό της αρχαίας κοσμοεικόνας. Τα έργα του Αριστοτέλη, που στην πρώτη φάση των μεσαιωνικών χρόνων ήταν γνωστός μόνο ως λογικός, μεταφράστηκαν τον 13ο αιώνα από αραβικές πηγές και κυριάρχησαν για πολλά χρόνια σε τέτοιο βαθμό, που μοναδική επιστημονική ενασχόληση θεωρήθηκε ο έγκυρος σχολιασμός τους. Αλλά ήδη στο τέλος του Μεσαίωνα έγιναν προσπάθειες για μια καλύτερη θεμελίωση της «εμπειρικής» μεθοδολογίας του Αριστοτέλη: ο Grosseteste και ο μαθητής του Roger Bacon (13ος αιώνας) ζήτησαν να συμπληρωθούν οι παραδοσιακές βαθμίδες της γνωστικής διαδικασίας «παραγωγή» και «επαγωγή» με μια τρίτη, την πειραματική έρευνα, ενώ τον 14ο αιώνα ο Duns Scotus και ο William von Ockham έκαναν σκέψεις γύρω από τα κατάλληλα κριτήρια επιλογής μεταξύ υποθέσεων που αντιμετωπίζουν διάφορες πειραματικές ενδείξεις.
Οι πρώτες προσπάθειες για τη δημιουργία μιας νέας Φυσικής και Αστρονομίας χαρακτηρίζονται από το ίδιο αρχαίο πάθος για βέβαιη γνώση και αμετακίνητες αλήθειες, όπως εύκολα μπορεί να δει κανείς στα επιχειρήματα των δύο σημαντικότερων εκπροσώπων της νέας επιστήμης, του Κοπέρνικου και του Γαλιλαίου στις συζητήσεις τους αντίστοιχα με τον Osiander και τον Καρδινάλιο Bellarmine. Ενώ οι τελευταίοι ερμήνευαν το παραδοσιακό κοσμομοντέλο σαν ένα βολικό όργανο ερμηνείας της φύσης (δηλ. ινστρουμενταλιστικά), η κριτική του Κοπέρνικου και του Γαλιλαίου είχε ρεαλιστικές βάσεις και αίτημα την ανεύρεση της οριστικής και αμετακίνητης φύσης της πραγματικότητας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προσπάθειας για απόκτηση βέβαιης γνώσης, στηριγμένης όμως σε ένα είδος δημιουργικής κριτικής αμφιβολίας, είναι το έργο του Descartes. Αλλά και ο Γαλιλαίος και ο Newton, παρόλο που στηρίχτηκαν περισσότερο στην εμπειρία και την πείραματική έρευνα, δεν εφάρμοσαν αυστηρή εμπειρική μεθοδολογία. Κεντρικός ήταν και εδώ ο ρόλος της απόδειξης στα πρότυπα της Γεωμετρίας και της Αριθμητικής, που οδηγούσε σε αμετακίνητα αληθείς νόμους με ασφαλείς λογικές (παραγωγικές και «επαγωγικές») διαδικασίες. Όπως θα δούμε, το αίτημα για την εξεύρεση εμπειρικού ανάλογου της απόδειξης των Μαθηματικών διατρέχει όλη την ιστορία της σύγχρονης (και παλαιότερης) επιστημολογικής σκέψης. Δύο στοιχεία έδωσαν νέα μορφή στην επιστήμη των νέων χρόνων: η ευρύτατη χρήση των Μαθηματικών στις Φυσικές Επιστήμες και η προγραμματική επιδίωξη να χρησιμοποιηθούν τεχνολογικά τα πορίσματα των επιστημονικών ερευνών. Γενικότερα μπορεί να λεχθεί ότι η επιστήμη των νέων χρόνων αποκλίνει από το πλατωνικό – αριστοτελικό ιδεώδες, χωρίς ωστόσο να το εγκαταλείπει εντελώς. Σκοπός της είναι η διερεύνηση αμετάβλητων δομών και η ανακάλυψη αιώνιων αληθειών, ενώ η εμπειρία, παρόλο που αποκτά μεγαλύτερη σημασία, κινείται μεταξύ της σχέσης ανακάλυψης και θεμελίωσης των υποθέσεων, χωρίς να έχει σαφώς ελεγκτικό ρόλο. Απόδειξη και εμπειρική θεμελίωση συμπλέκονται σε ένα υπόδειγμα αποκαλυπτικής αλήθειας, όπου ταυτίζονται γνωστικές πηγές και θεμέλια της επιστημονικής γνώσης.

Η σύγχρονη επιστημονική αντίληψη
Η κλασική έννοια της επιστήμης ως βέβαιης γνώσης υποχωρεί βαθμηδόν στην ιδέα μιας επιστήμης ως υποθετικής – παραγωγικής δραστηριότητας, που επιδιώκει αλήθειες που δεν είναι αυταπόδεικτες ως ευκρινείς αλλά εξαρτώνται από την εμπειρική επιβεβαίωση των αντίστοιχων προβλέψεων. Η νέα αυτή αντίληψη για την επιστήμη αποκλείει την παλιά ιδέα μιας διαρκώς αυξανόμενης γνώσης που δεν θίγει τα κατακτημένα θεμέλια και οδηγεί σε μια εικόνα συνεχούς αναθεώρησης θεμελίων και υποθέσεων στα πλαίσια μιας δυναμικής γνωστικής διαδικασίας.

Την ιδέα των βέβαιων θεμελίων επανέφερε – σε υψηλότερο όμως επίπεδο ανάλυσης – ο Λογικός Εμπειρισμός, τόσο από την πλευρά της εμπειρικής βάσης (προτάσεις πρωτοκόλλου της παρατηρησιακής γλώσσας) όσο και από την πλευρά της διαμόρφωσης της επαγωγής ως διαδικασίας επαλήθευσης (και εν μέρει κατασκευής των υποθέσεων). Η εύστοχη κριτική του Popper επέτρεψε σύντομα την εξάλειψη της λογικής αυτής αδυναμίας με τη διαμόρφωση μιας δημιουργικής μεθοδολογίας που στηρίζεται στην καθολική εφαρμογή της κριτικής αρχής τόσο στις θεωρητικές κατασκευές όσο και στη συζήτηση των αξιολογικών – δεοντολογικών αρχών και κανόνων. Η επιστήμη εμφανίζεται έτσι σαν μια ορθολογική δραστηριότητα που προχωρεί σε αβέβαια θεμέλια, αυξάνοντας το πληροφοριακό μας δυναμικό και εξαφανίζοντας πλανημένες ιδέες μας για τον κόσμο.
Η ιδέα της σωρευτικής γνώσης, ακόμα και η σύλληψη της επιστήμης ως ορθολογικής δραστηριότητας, αμφισβητήθηκαν από τον T. S. Kuhn που υποστήριξε ότι γνωστική πρόοδος μόνο στα πλαίσια του κρατούντος παραδείγματος (της κανονικής επιστήμης) μπορεί να υπάρξει με τον πρόσθετο ισχυρισμό ότι τα διάφορα παραδείγματα είναι μεταξύ τους ασυμβίβαστα και εμφανίζουν μια ασυνέχεια που δεν επιτρέπει να συλλάβουμε την επιστήμη ως διαδικασία σύγκλισης προς την αλήθεια. Περισσότερο ακραία είναι η θέση του P. Feyerabend στα τελευταία του έργα: Η επιστήμη είναι «μια αυξανόμενη θάλασσα από μεταξύ τους ασυμβίβαστες (και μάλιστα μη συγκρίσιμες) εναλλακτικές δυνατότητες. Τίποτα δεν έχει οριστικά κριθεί, καμιά άποψη δεν μπορεί να απαλειφθεί από μια συνολική θεώρηση». Ο Feyerabend εισάγει μια αρχή πολλαπλασιασμού (Proliferation), που στηρίζεται στην πολλαπλότητα των απόψεων ως τη μεγαλύτερη εφικτή προσέγγιση στην πραγματικότητα και ως μια σημαντική συμβολή στην επαύξηση του πολιτισμικού μας πλούτου – που όμως αφαιρεί ουσιαστικά από το Λόγο την αποκλειστική κυριαρχία στο χώρο της επιστήμης. Ο ορθολογισμός είναι μόνο μια πνευματική παράδοση ανάμεσα σε ένα πλήθος άλλων παραδοσιακών τύπων ανθρώπινης σκέψης. Επιδίωξη του Feyerabend είναι να βοηθήσει να αρθούν τα εμπόδια που δημιουργούν οι διανοούμενοι και οι «ειδικοί» σε παραδόσεις διάφορες από τη δική τους και να προετοιμάσει το έδαφος για να αποσυρθούν οι διάφορες κατηγορίες των σύγχρονων εξειδικευμένων επιστημόνων από τα κέντρα εξουσίας της κοινωνικής ζωής. Είναι δυνατό να λεχθεί ότι οι θέσεις του Kuhn και του Feyerabend αποτελούν τον αντίποδα του πλατωνικού – αριστοτελικού ιδεώδους της επιστήμης ως της βέβαιης γνώσης αναλλοίωτων αληθειών. Και είναι ίσως δυνατό να εξηγηθούν σαν αντίδραση στον άκρατο ορθολογισμό που φάνηκε να κυριαρχεί μεταπολεμικά στην έρευνα των θεμελίων των επιστημών και που με τη διατύπωση αυστηρών μεθοδολογικών κανόνων περιόρισε το ρόλο της δημιουργικής φαντασίας αλλά και τη σημασία των κοινωνικών και πολιτιστικών παραγόντων στη διαμόρφωση της επιστημονικής δραστηριότητας.

* Ο κ. Πέτρος Γέμτος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

 

από το βιβλίο «Μεθοδολογία των Κοινωνικών Επιστημών», εκδ. Παπαζήση 1985.

Πρώτη διαδικτυακή ανάτηση: Αντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here