Μονόλογος με αφορμή τον Αρχαίο ιδεαλισμό του Στέλιου Ράμφου

Σχόλιο στό βιβλίο τοῦ π. Νικολάου Λουδοβίκου ‟Οἱ τρόμοι τοῦ προσώπου καί τά βάσανα τοῦ ἔρωτα”

18
269

Ὁ τρίτος συγγραφέας, τόν ὁποῖο ὑποβάλλει σέ κριτική ὁ π. Νικόλαος εἶναι ὁ φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος στό τρίτο κεφάλαιο, τό ἐπιγραφόμενο ‟Πρός ἀλλαγή παραδείγματος στήν Ὀρθόδοξη θεολογία;” Ὅπως δηλώνει καί ὁ τίτλος αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου ἀφορμή γιά τήν γραφή του στάθηκε ὁ θαυμασμός μέ τόν ὁποῖο ὑποδέχθηκαν ὁρισμένοι, ἀκαδημαϊκοί καί μή, θεολόγοι τό ἔργο τοῦ Στέλιου Ράμφου Τό μυστικό τοῦ Ἰησοῦ καί συνακολούθως ἡ διατύπωση ἐκ μέρους των γιά ἀλλαγή “παραδείγματος” στήν Ὀρθόδοξη μετανεωτερική θεολογία. Τό ἔργο αὐτό τοῦ Ράμφου ἀποτελεῖ μία “μεταπατερική” ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπως δηλώνει ὁ ἴδιος ὁ συντάκτης του. Ἀρνεῖται οὐσιαστικά τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, τά θαύματά Του, τήν Ἀνάστασή Του, τήν Ἀνάληψή Του. Ἀρνεῖται τό γεγονός ὅτι ὁ ἱστορικός Ἰησοῦς εἶναι ὁ προαιώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ἐνσαρκωθείς Υἱός τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτό ἄλλωστε ὁ Ράμφος ἀρνεῖται τό ὄνομα Χριστός τό ὁποῖο εἶναι δηλωτικό τῆς Ἀγίας Τριάδος κατά τόν Μέγα Βασίλειο («Ἡ γάρ τοῦ Χριστοῦ προσηγορία, τοῦ παντός ἐστιν ὁμολογία· δηλοῖ γάρ τόν τε χρίσαντα Θεόν, καί τόν χρισθέντα Υἱόν, καί τό χρῖσμα τό Πνεῦμα». Μ. Βασιλείου, Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κεφ. 12, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1974, σσ. 348-350) καί δέχεται μόνο τό ὄνομα Ἰησοῦς.

Τό ἐν λόγῳ βιβλίο τοῦ Στ. Ράμφου ἀποτελεῖ μία σύγχρονη, μεταπατερική καί ἀρχαϊκή συνάμα, ὅπως εὔστοχα ἐπισημαίνει ὁ π. Νικόλαος, ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου μέσα στό πνευματικό κλίμα τῆς μετανεωτερικότητας καί τῆς διαβόητης ἀναστοχαστικότητας. «Ἀναστοχαστικότητα ἐδῶ σημαίνει τόν ἐκ νέου στοχασμό τοῦ Εἶναι, πέρα ἀπό τίς σταθερότητες τῆς παράδοσης, μέ στόχο τή διαμόρφωση μιᾶς ἱστορικότητας ἡ ὁποία ἔχει θεμελιωδῶς μελλοντικό χαρακτήρα, στρέφεται πρός τό μέλλον», ὅπως γράφει ὁ π. Νικόλαος (π. Νικολάου Λουδοβίκου, ὅ.π., σελ. 119). Δεσπόζουσα ὅμως ἀρχή τῆς νεωτερικότητας καί τῆς μετανεωτερικότητας εἶναι τό ἀνθρώπινο ὑποκείμενο, τό διογκωμένο, ὑπερτραφές καί ὑπερβουλητικό Ἐγώ τοῦ ἀνθρώπου. Τό ἀνθρώπινο Ἐγώ τοποθετήθηκε στό κέντρο τοῦ σύμπαντος καί ἀνακηρύχθηκε ὡς τό ἀρχιμήδειο σημεῖο γύρω ἀπό τό ὁποῖο περιστρέφονται καί στό ὁποῖο ὑποτάσσονται ὅλα τά ἄλλα…Πέρα καί ἔξω ἀπό αὐτό τό ὑπερδιογκωμένο ἀνθρώπινο Ἐγώ δέν ὑπάρχει τίποτε, ἤ καί ἄν ὑπάρχει, ὁ,τιδήποτε ὑπάρχει, ὀφείλει νά ὑπηρετεῖ τίς ἐπιθυμίες του. Αὐτό τό ἀνθρώπινο Ἐγώ ἀποτελεῖ τήν ὑψίστη ἀξία καί τό ἔσχατο κριτήριο στήν ὑπηρεσία τοῦ ὁποίου ὑποτάσσονται τά πάντα: καί ὁ θεός (ὁ σκιώδης καί ἀνύπαρκτος ἐν τέλει θεός τῆς μετανεωτερικότητας) καί ὁ κόσμος, καί ἡ κοινωνία, καί ἡ ἱστορία καί ὁ πολιτισμός! Ἡ ὅποια θεολογία δέν ἔχει ἄλλο ἔργο καί ἄλλη ἀποστολή παρά νά ὑπηρετεῖ αὐτό τό τερατῶδες ἀνθρώπινο Ἐγώ στήν ἐγκοσμιότητα καί ἐνθαδικότητά του! Ἡ θεολογία, ἡ ὁποία διακηρύσσει ἕνα ζῶντα καί προσωπικό Θεό, ὁ ὁποῖος ἐνσαρκώνεται καί εἰσέρχεται στήν ἱστορία γιά νά θεοποιήσει τόν ἄνθρωπο σ᾿ ὅλη τήν αἰωνιότητα, ἀπορρίπτεται ὡς “θεοκρατία” καί “μεταφυσική”. Κάθε θεολογία περί ὑπερβατικοῦ, ἀπροσίτου καί συγχρόνως προσιτοῦ καί μεθεκτοῦ κατά τίς ἐνέργειές Του Θεοῦ, στήν μετοχή καί κοινωνία Τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τήν αὐθεντική του ὕπαρξη, εἶναι κενολογία κατά τήν ἐκκοσμικευμένη θεολογία. Ἡ ἐκκοσμικευμένη θεολογία εἶναι ἐν τέλει συγκεκαλυμμένος ἀθεϊσμός. Καί ἄν δέν χρησιμοποιήσουμε τόν ἄκομψο ὅρο «ἄθεη», ἡ οὐσία τῆς ἐκκοσμικευμένης θεολογίας ἔγκειται στό ὅτι ἀρνεῖται ὁποιοδήποτε θεό πού ὑπερβαίνει τόν ἄνθρωπο καί στόν ὀποῖο θεό μετέχοντας ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τήν ὑπαρκτική του καταξίωση· διακηρύσσει ἕνα ἀπόλυτο, ἕνα “ἀποκλειστικό ἀνθρωπισμό”  (“exclusive humanism”). Ὁ π. Νικόλαος, παραπέμποντας στόν C. Taylor γράφει γιά τήν οὐσία τῆς ἐκκοσμικεύσεως: πρόκειται γιά «ἕνα καθαρῶς αὐτάρκη ἀνθρωπισμό (“a purely self-sufficient humanism”κατά τά λόγια τοῦ C. Taylor) ὁ ὁποῖος γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου, τοποθετεῖ, ἐνάντια ὄχι μόνο στόν Χριστιανισμό, ἀλλά καί στόν Πλατωνισμό, τόν Στωικισμό, τόν Ταοϊσμό, τόν Μουλσουμανισμό κλπ., τήν ἀλήθεια ὄχι ἔξω τοῦ ἀνθρώπου, πρός μετοχήν, ἀλλά ἐντός του, ὡς ἀναπόσπαστο καί αὐτονόητο στοιχεῖο του» (π. Νικολάου Λουδοβίκου, ὅ.π., σελ. 127). Αὐτός ὁ ὁρισμός τοῦ C. Taylor γιά τήν ἐκκοσμίκευση εἶναι ὄντως «ἰδιοφυής», ὅπως τόν χαρακτηρίζει ὁ π. Νικόλαος, ὅμως ἐγώ προσωπικά ἔχω μία μικρή διαφωνία ὡς πρός τό ὅτι ἐμφανίζεται στή σύγχρονη ἐποχή «γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου». Θεωρῶ, διατηρώντας πάντα μία ἐπιφύλαξη, ὅτι γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου ἐμφανίσθηκε τόν 5ο π. Χ. αἰῶνα στήν Ἀθηναϊκή Δημοκρατία μέ τήν περίφημη διακήρυξη τοῦ Πρωταγόρα: «πάντων χρημάτων μέτρον ἐστίν ἄνθρωπος, τῶν μέν ὄντων ὡς ἔστιν, τῶν δέ οὐκ ὄντων ὡς οὐκ ἔστιν». Γιά τήν ἑρμηνεία τῆς ἀνωτέρω φράσεως ἔχει γραφεῖ πώς «ἄν δεχθοῦμε ὅτι ἡ φράση αὐτή ἐπεξηγεῖ τά χρήματα, ἕπεται ὅτι ὡς τέτοια δέν πρέπει νά λογίζονται μόνο τά ἀντικείμενα τῆς αἰσθητήριας ἀντίληψης, ἀλλά καί κάθε λογῆς γνῶμες, κρίσεις, ἀξιολογήσεις, πεποιθήσεις κλπ., πᾶν τό φανέν ἤ δόξαν» (Ἡ ἀρχαία Σοφιστική, Τά σωζόμενα ἀποσπάσματα, ἐπιμέλεια κειμένων, μετάφραση, σχολιασμός Ν. Δ. Σκουτερόπουλος, ἐκδόσεις Γνώση, Ἀθήνα 1991, σελ. 98). Ἀκόμη ὁ W. K.. C. Guthrie γράφει: «ὁ ἄνθρωπος ἦταν ὁ μόνος κριτής τῶν αἰσθημάτων καί τῶν δοξασιῶν του, πού ἦταν ἀληθινά γι᾿ αὐτόν ὅσο καιρό τοῦ φαίνονταν τέτοια…Θεοί, σέ τελευταία ἀνάλυση, ὑπῆρχαν γιά ἐκείνους πού πίστευαν σ᾿ αὐτούς» (W. K.. C. Guthrie, Οἱ Σοφιστές, μετάφραση Δαμιανός Τσεκουράκης, ἐκδόσεις Μ.Ι.Ε.Τ., Ἀθήνα 1989, σσ. 325 καί 327). Ὁ Κωνσταντῖνος Γεωργούλης ἐπ᾿ αὐτοῦ γράφει: «Ἀλλ᾿ ὁ ἰσχυρισμός ὅτι μέτρον τῆς ὑπάρξεως τῶν ὄντων εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀναιρεῖ τήν ὕπαρξιν τῶν θεῶν καί καταρρίπτει τήν πίστιν εἰς τήν πολυθεϊστικήν θρησκείαν» (Κωνσταντίνου Γεωργούλη, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, ἔκδοση ἕβδομη, ἐκδ. Παπαδήμας, Ἀθήνα 2012, σελ. 121). Ὡσαύτως ὁ ἴδιος φιλόσοφος ἑρμηνεύοντας τήν ἀνωτέρω ρήση τοῦ Πρωταγόρα γράφει: «Κατόπιν τούτου οὐδέν σταθερόν κριτήριον τῆς ἀληθείας ὑπάρχει. Τά πράγματα εἶναι ὅπως τά ἀντιλαμβάνεται εἰς ἑκάστην στιγμήν ὁ ἄνθρωπος. Ἡ ἐξωτερική πραγματικότης μεταβάλλεται διαρκῶς καί εἶναι ὅπως τήν ἀντιλαμβάνεται ὁ ἄνθρωπος. Ἐπειδή δέ κατά τήν ροήν τῶν πραγμάτων ὁ ἄνθρωπος τόν ἑαυτόν του τόν εὑρίσκει ὡς σταθερῶς ὑπάρχοντα, διά τοῦτο τό μέτρον τῆς ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων εὑρίσκεται οὐχί εἰς τόν ἐξωτερικόν κόσμον, ἀλλ᾿ εἰς τό ἀνθρώπινον ἐγώ, τό ὁποῖον ἀναλόγως τῆς ἰδικῆς του καταστάσεως καί τῆς καταστάσεως τῶν ἀντικειμένων λέγει ὅτι ὁ ἐξωτερικός κόσμος ἐμφανίζεται κατά τοῦτον ἤ ἐκεῖνον τόν τρόπον. Κατά συνέπειαν ἡ ἀλήθεια εἶναι σχετική, ἐξαρτωμένη ἀπό τάς συνθήκας ὑπό τάς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ πραγματικότης καί τό ἀνθρώπινον ἐγώ» (Κωνσταντίνου Γεωργούλη, Πρωταγόρας, ἐγκυκλοπαιδεία “Ἡλιος”, τόμος “Τό ἀρχαῖον Ἑλληνικόν πνεῦμα”, σελ. 250). Τό ἀνθρώπινο Ἐγώ ὡς τό ἀπόλυτον κριτήριο καί ὑπέρτατη ἀξία, πού ἐμπεριέχει ἐντός του τήν ἀλήθεια, ἐμφανίζεται γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος στό Σοφιστικό κίνημα στήν κλασσική Ἀθήνα τοῦ 5ου π. Χ. αἰῶνα.

Σημειωτέον δέ ἐν παρόδῳ ὅτι ὁ μηδενισμός ἐκπηγάζει ἀπό αὐτό τό ἀπόλυτο Ἐγώ τοῦ νεωτερικοῦ ἰδεαλισμοῦ (βλ. Michael Allen Gillespie, Ὁ μηδενισμός πρίν ἀπό τόν Νίτσε, μετάφραση Γεώργιος Ν. Μερτίκας, ἐκδ. Πατάκη, Ἀθήνα 2001) καί ὄχι ἀπό τό δῆθεν ἀρνησίκοσμον τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Ράμφος, ἀναφερόμενος στόν Ρωσσικό μηδενισμό.

Ἐπιστρέφοντας στό θέμα μας ἡ ἐκκοσμικευμένη θεολογία εἶναι συγκεκαλυμμένος, ἤ, ὀρθότερα, ἀπροκάλυπτος ἀθεϊσμός. Ἄς ἀκούσουμε τί λέγει γι᾿ αὐτήν ὁ π. Νικόλαος: « Συνεπῶς κάθε ἐκκοσμικευμένη θεολογική ἀδολεσχία εἶναι τελικά στήν πράξη ἄθεη στό βαθμό πού θέλει τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ μόνον στά ὅρια τῆς δικῆς μου προαποφασισμένης ὡς πρός τό περιεχόμενό της αὐτοεπαλήθευσης – ὄχι δηλαδή ὡς ἄνοιγμα ἀλλά ὡς κλείσιμο στό (ἀπόλυτο) Ἐγώ. Πρόκειται ὅμως, στήν περίπτωση αὐτή γιά νέο, ἐκλεπτυσμένο τύπο ἀθεϊσμοῦ. Διότι δέν πρόκειται ἐδῶ γιά καταστατική ἀπόρριψη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά γιά ἄρνηση προσκύνησής του. Πρόκειται γιά βίαιη συμπερίληψη Του στό σχέδιο αὐτοανάπτυξής μου ὅπου, ὅπως ἔλεγε ἤδη ὁ Baudrillard, “ἡ σωτηρία τοῦ σώματος ἀντικαθιστᾶ τή σωτηρία τῆς ψυχῆς” (καί δέν τήν συμπληρώνει θά πρόσθετα) μέσα σέ μιά κοινωνία πού μόνος μύθος της εἶναι ὁ ἑαυτός της. Αὐτή ἡ ἀπώλεια τῆς ὀντολογίας γιά χάρη τῆς ἀπόλαυσης δέν θέλει νά  συναντήσει κανέναν θεό ἔξω της καί ὅταν ἐπικαλεῖται τή θεολογία τήν ἐπικαλεῖται μόνον γιά νά πλαισιώσει τήν τέρψη τῆς προαποφασισμένης αὐτοανάδυσης. Ὅταν μάλιστα εἰδικά ἀναφέρεται στήν ἐσχατολογία, τήν βλέπει μᾶλλον  ὡς τήν τελική ἐκπλήρωση αὐτοῦ τοῦ ναρκισσισμοῦ – ξεχνᾶ πώς ἡ ἐσχατολογία μπορεῖ νά εἶναι ἐπαναστατική μόνο ὅταν εἶναι πραγματική συνάντηση μέ τό ζωντανό, κριτικό, ἐμπρηστικό καί ἐτάζον καρδίας καί νεφρούς θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ καί ὄχι ἡ ἀναχώνευσή σέ μιά γλοιώδη αὐτο-προφητεία. Οὔτε πού χρειάζεται φυσικά νά θυμίσουμε στό σημεῖο αὐτό πώς ὁ ἄνθρωπος ὁλοκληρώνεται ὄντως ψυχοσωματικά καί αἰώνια ἐν Χριστῷ, γίνεται στήν κυριολεξία “ἄναρχος καί ἀτελεύτητος” κατά Χάρη, σύμφωνα αἴφνης μέ τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή. Ὅμως τοῦτο συμβαίνει μᾶλλον μέ τό ἄνοιγμα τοῦ ἀνθρώπου στό Θεό παρά μέ τό κλείσιμο τοῦ Θεοῦ στό ναρκισσισμό τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτή εἶναι ἡ θεολογία τῆς ἐκκοσμίκευσης, ὅπου ἡ κατάφαση τοῦ Θεοῦ ἰσοδυναμεῖ μέ τόν ἀφανισμό του μέσα στόν ὑποκειμενισμό μου» (π. Νικολάου Λουδοβίκου, ὅ.π., σσ. 128-129). Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ὑψηλή θέση πού ἐπιφυλάσσει γιά τόν ἄνθρωπο ὁ Χριστιανικός Πατερικός ἀνθρωπισμός: νά γίνει – χάριτι βεβαίως, ὄχι οὐσίᾳ – θεός. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γράφει ἐπ᾿ αὐτοῦ: «Κατά γάρ τόν θεῖον Μάξιμον ”ὁ  τοῦ ἀεί εὖ εἶναι λόγος κατά χάριν τοῖς ἀξίοις παραγίνεται τόν θεόν ἐπιφερόμενος, τόν πάσης ἀρχῆς καί τέλους κατά φύσιν ἀνώτερον, ποιοῦντα τούς ἀρχήν ἔχοντας κατά φύσιν καί τέλος ἀνάρχους κατά χάριν καί ἀτελευτήτους”, ἐπεί καί ὁ μέγας Παῦλος, τήν χρονικήν μηκέτι  ζῶν ζωήν, καί ὁ Μελχισεδέκ “οὔτε ἀρχήν ἡμερῶν οὔτε ζωῆς τέλος ἔσχεν”, οὐ διά τήν φύσιν τήν κτιστήν, δι᾿ ἥν τοῦ εἶναι ἤρξατο καί ἔληξεν, ἀλλά διά τήν χάριν τήν θείαν καί ἄκτιστον καί ἀεί οὖσαν ὑπέρ πᾶσαν φύσιν καί χρόνον ἐκ τοῦ ἀεί ὄντος θεοῦ. Κτιστός οὖν ἧν ὁ Παῦλος μόνον μέχρις ἄν ἔζη τήν προστάγματι θεοῦ ἐξ οὐκ ὄντων γεγονυῖαν ζωήν· ὅτε δέ μή ταύτην ἔζη, ἀλλά τήν ἐνοικήσει τοῦ θεοῦ προσγενομένην, ἄκτιστος γέγονε τῇ χάριτι, καθά καί ὁ Μελχισεδέκ καί πᾶς ὁ ζῶντα καί ἐνεργοῦντα μόνον τόν θεοῦ λόγον ἐν ἑαυτῷ κτησάμενος» (Γρηγορίου Παλαμᾶ, Πρός Ἀκίνδυνον Γ΄, 16, 15-30, Συγγράμματα, τόμος Α΄, ἐπιμέλεια Παναγ. Κ. Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1962, σελ. 308). Πόσο δίκιο ἔχει ὁ π. Νικὀλαος ὅταν ἀποφαίνεται πώς ἡ μετανεωτερική ἐκκοσμικευμένη θεολογία στερεῖται φιλοσοφικοθεολογικῆς φαντασίας! Τελικά σμικρύνει τόν ἄνθρωπο στά στενά, ἀσφυκτικά ὅρια τῆς ἐνθαδικῆς χωροχρονικότητος, ἀφαιρώντας κάθε ἀνύψωση καί ἐκλάμπρυσή του ἐν Θεῷ σέ ὅλη τήν αἰωνιότητα. Γι᾿ αὐτό καί κάθε ἀλλαγή “παραδείγματος” τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας πρός τήν Ράμφειο ἐκκοσμικευμένη θεολογία πρέπει νά ἀντιμετωπίζεται μέ πολλή προσοχή καί κριτική. Κριτική βεβαίως μέ τά κριτήρια τῆς Πατερικῆς σκέψεως.

Δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι ἡ νεωτερική “εὐτυχής”,  “ἀνυποψίαστη” ἀθεḯα, ὅπως τήν ὀνομάζει ὁ π. Νικόλαος, ἐφόνευσε τόν Θεό ἐπαγγελόμενη τήν εὐδαιμονία τοῦ ἀνθρώπου. Σκότωσε τόν Θεό χάριν τῆς εὐτυχίας καί ἀξιοπρεπείας τοῦ ἀνθρώπου. Ἀντ᾿ αὐτοῦ ὅμως ὁδήγησε σέ ποταμούς αἵματος, σέ ἑκατόμβες ἀθώων θυμάτων, στό Ἄουσβιτς καί στό Γκουλάγκ. Ὁ Isaiah Berlin γράφει σχετικά: «Στόν Hegel ὑποκείμενο εἶναι τό ἔθνος ὀργανωμένο σέ κράτος. Στόν Marx εἶναι ἡ τάξη ὀργανωμένη σέ ἐπαναστατική δύναμη. Καί στίς δυό περιπτώσεις ἕνας μεγάλος ἀριθμός ἀνθρώπινων ὄντων πρέπει νά θυσιαστεῖ καί νά ἐκμηδενιστεῖ προκειμένου νά θριαμβεύσει τό ἰδεῶδες. Ἡ ἑνότητα ἴσως εἶναι ὁ τελικός σκοπός τῆς ἀνθρωπότητας, ὅμως ἡ μέθοδος γιά νά ἐπιτευχθεῖ εἶναι ὁ πόλεμος καί ἡ ἀποσάθρωση. Τό μονοπάτι ἐνδέχεται νά ὁδηγεῖ σέ ἐπίγειο παράδεισο, ἐντούτοις εἶναι στρωμένο μέ τά κορμιά τῶν ἐχθρῶν, γιά τούς ὁποίους δέν πρέπει νά χυθεῖ οὔτε ἕνα δάκρυ, ἀφοῦ σωστό καί λάθος, καλό καί κακό, ἐπιτυχία καί ἀποτυχία, σοφία καί μωρία, σέ τελική ἀνάλυση καθορίζονται ἀπό τούς ἀντικειμενικούς σκοπούς τῆς ἱστορίας, ἡ ὁποία “καταδίκασε” τό ἥμισυ τῆς ἀνθρωπότητας – ἀνιστορικά ἔθνη, μέλη παρηκμασμένων τάξεων, κατώτερες φυλές – σέ ὅ,τι ὁ Proudhon ἀποκάλεσε “ἐκκαθάριση” καί ὅ,τι ὁ Τρότσκι, σέ ἐξίσου γλαφυρή ἔκφραση, περιέγραφε σάν σκουπίδια τῆς ἱστορίας» (Isaiah Berlin, Τό στρεβλό ὑλικό τῆς ἀνθρωπότητας, μετάφραση Γιῶργος Μερτίκας, ἐκδόσεις Κριτική, Ἀθήνα 2004, σελ. 272).

Ἡ σύγχρονη μετανεωτερική ἐκκοσμικευμένη θεολογία πλησιάζει περισσότερο τήν χαρούμενη, “ἀνυποψίαστη” ἀθεḯα, παρά τήν “ὑποψιαμένη”, τήν ”προφητική” ἀθεḯα,  μέ τήν ὁποία μποροῦσε ἴσως νά ὑπάρξει γόνιμος διάλογος, ἀλλά ὡστόσο εἶναι σπάνια. «Μόνο σπάνια πλάσματα εἶναι δυνατόν νά βαστάσουν ἕναν τέτοιο ἀθεϊσμό» σημειώνει ὁ π. Νικόλαος (π. Νικολάου Λουδοβίκου, ὅ.π., σελ. 124).

Τό παράδοξο μέ τήν μετανεωτερικότητα εἶναι ὅτι δέν εἶναι τόσο “μετανεωτερική” ὅσο νομίζει καί ὅτι ὁ ἐγκαταλειπόμενος Χριστιανισμός εἶναι πολύ περισσότερο “μεταμοντέρνος” ἀπό ὅσο φαντάζεται. Πράγματι ὁ Χριστιανισμός εἶναι τόσο ριζοσπαστικός, ὥστε ὁρισμένες κατακτήσεις τῆς μετανεωτερικότητας εἶναι ἀπ᾿ αἰώνων καταγεγραμμένες στό κύτταρό του. Ἄς δοῦμε τί γράφει ἐπ᾿ αὐτοῦ ὁ π. Νικόλαος: «Τό πραγματικό πρόβλημα τῆς μετανεωτερικότητας εἶναι πράγματι πώς δέν εἶναι τόσο μετανεωτερική ὅσο νομίζει. Καί τοῦτο διότι ἀφενός οἱ κατακτήσεις της (τά περίφημα “μετανεωτερικά κεκτημένα” τῶν ἐκσυγχρονιστῶν μας) εἶναι ἀπολύτως ἐγγεγραμμένα στή δυναμική τῶν παραδόσεων πού μοιάζουν νά ἐγκαταλείπονται, καί εἰδικά μάλιστα τοῦ Χριστιανισμοῦ: τά δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἐλευθερία τῆς συνείδησης, ἡ κατάργηση τῆς δουλείας, ἡ ἰσότητα τῶν φυλῶν καί τῶν φύλων, ἡ ἀποθεοποίηση τῆς ἐξουσίας καί τοῦ κράτους κλπ., ἀναδύονται κατ᾿ ἀρχήν μέσα ἀπό τό Εὐαγγέλιο. Ἀφετέρου, τά προβλήματά της εἶναι ἐπίσης ἀπότοκα μιᾶς μακρᾶς φιλοσοφικοθεολογικῆς ἐξέλιξης, ἡ ὀποία σώζει κάποια κοινά χαρακτηριστικά, ἀπό τόν Αὐγουστῖνο μέχρι τόν Derrida. Τόσο στήν ἀρχή αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ βιβλίου ὅσο καί σέ ἄλλα πονήματά μου, προσπάθησα νά δείξω πώς ἕνα θεμελιῶδες τέτοιο κοινό χαρακτηριστικό εἶναι ἡ ἀδυναμία σύνθεσης τοῦ ὑπερεξηρμένου καί ὑπερβουλητικοῦ Δυτικοῦ Ἐγώ μέ τήν πραγματικότητα τῆς κοινωνίας καί τά παρεπόμενά της» (π. Νικολάου Λουδοβίκου, ὅ. π., σσ. 145-146). Πράγματι σχετικά μέ αὐτό τό τελευταῖο στήν νεωτερική φιλοσοφία, ἐνῶ ὑπάρχει ὑπερτονισμένη ἡ ὀντολογία τοῦ ὑποκειμένου, δέν παρατηρεῖται ἀνάλογα τονισμένη μία ὀντολογία τῆς κοινωνίας καί φυσικά ἡ ἀναγκαία σύνδεσή τους (μέ ἐξαίρεση τόν Ἱστορικό Ὑλισμό τοῦ Μάρξ). Ἡ ἀνάδυση ὅμως μιᾶς ἑνιαίας ὀντολογίας πού θά συνδέει ὑποκείμενο καί κοινωνία σέ μία σφιχτή ἑνότητα εἶναι δύσκολο ἐγχείρημα. Πρός αὐτή τήν κατεύθυνση κινεῖται καί ἡ περίφημη Θεωρία τῶν Παιγνίων, ἡ ὁποία ἔχει ὡς φιλοδοξία τήν ἑνοποίηση τῶν κοινωνικῶν ἐπιστημῶν μέ τόν παίκτη (ὑποκείμενο) καί τήν πρόβλεψη τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ παίκτη σέ ὅλα τά ὑπο-παίγνια τοῦ Μεγάλου Παιγνίου τῆς Κοινωνίας κατά τρόπο ὀρθολογικό (Βλ. Γιάνη Βαρουφάκη, Θεωρία Παιγνίων, ἐκδ. Gutenberg, Ἀθήνα 2007). Βέβαια ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἑνοποίηση τῆς φιλοσοφικοθεολογικῆς ἀνθρωπολογίας καί τῆς κοινωνικῆς ὀντολογίας καί ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ Θεωρία τῶν Παιγνίων.

Ἐπανερχόμενοι στό θέμα μας ὁ π. Νικόλαος θέτει δύο ἐρωτήματα: πρῶτον πιστεύουμε πώς στήν Ἐκκλησία ὑπάρχει φυλασσόμενη ἀληθηνή πεῖρα κοινωνίας Θεοῦ καί ἀνθρώπων ἐν Χριστῷ, ἡ ὁποία μεταμορφώνει ἐπί τό θειότερον τόν ἄνθρωπο καί τήν κοινωνία; Δεύτερον πιστεύουμε ὅτι αὐτή ἡ πεῖρα μπορεῖ νά ἐπαναδιατυπωθεῖ σέ σύγχρονους ὅρους χωρίς νά ἀλλοιωθεῖ ἡ ἐσώτατη φύση της; Ἄν ἡ ἀπάντηση στά δύο αὐτά ἐρωτήματα εἶναι καταφατική, τότε ὁ διάλογος τῆς θεολογίας μέ τή σύγχρονη μετανεωτερικότητα καί τά προβλήματά της εἶναι ἀναγκαῖος. Μάλιστα ὁ π. Νικόλαος προτείνει μερικές ἔννοιες-κλειδιά βάσει τῶν ὁποίων μπορεῖ νά διεξαχθεῖ γόνιμος διάλογος μέ τή σύγχρονη μετανεωτερικότητα. Μερικές τέτοιες ἔννοιες εἶναι «ἡ ἐσχατολογία ὀντολογικά ἑρμηνευμένη, τό ὁμοούσιο καί ἡ ἀμοιβαιότητα στήν Τριαδολογία καί στήν ἀνθρωπολογία, ἡ ἐπανεισαγωγή τῆς ἔννοιας τῆς ἀναλογίας/διαλόγου στόν θεολογικό προβληματισμό, ἡ ἑνιαία ψυχοσωματικότητα, ἡ ἀποφατική ἐκκλησιολογία τοῦ ὁμοουσίου, ἡ ἐπιθυμία ὡς κοινωνικό φυσικό θέλημα στή θεολογία καί τήν ψυχανάλυση, ἡ ἐπανερμηνεία τῆς ἔκστασης ὡς σύνδεσης καί ὄχι διαχωρισμοῦ φύσεως καί προσώπου, ἡ προσπάθεια μιᾶς νέας περιγραφῆς τῆς σχέσης μεταξύ τῶν δύο τελευταίων, ἡ ἐπαναπραγμάτευση μιᾶς ἔννοιας τῆς κοινωνίας πέρα ἀπό τίς διατυπώσεις τοῦ νεορθόδοξου περσοναλισμοῦ, οἱ ἔννοιες τῆς μικροϊστορίας καί τοῦ ὑπαρξιακοῦ κράτους» (π. Νικολάου Λουδοβίκου, ὅ. π. σσ. 151-153).

πηγή: Αντίφωνο

18 Σχόλια

  1. Άντε, πάλι τα ίδια! Το πρόβλημα των “ορθοδόξων”, να σώσουν την ορθοδοξία απέναντι στην κακή Δύση που προκάλεσε παγκόσμιους πολέμους και το Άουσβιτς.

    Πάλι τα βάζουν οι “ορθόδοξοι” με την νεωτερικότητα και τη μετανεωτερικότητα με παντελώς ανόητη ορολογία, αφού κάθε τι καινούριο μπορεί να ονομασθεί νεωτερικότητα και ό,τι έπεται αυτού μετα-νέο, χωρίς να δηλώνεται όμως τίποτε από την ουσία του.

    Πάλι καταδικάζεται το κακό Εγώ που θέλει, λένε, να αυτο-επαληθευθεί. Ιδέα δεν έχουν βέβαια οι “ορθόδοξοι” για ποιο Εγώ ομιλεί η νεώτερη φιλοσοφία. Δεν μπορούν οι “ορθόδοξοι” να καταλάβουν ότι το Εγώ ως Λόγος είναι η ουσία του ανθρώπου, αν και οι ίδιοι οι Πατέρες το λέγουν. Νομίζουν ότι η Δύση αναφέρεται στην κατάπτωση του Εγώ, στο υποκειμενικό Εγώ, το οποίο λατρεύεται σήμερα από άκρη σε άκρη του κόσμου στο πλαίσιο του μηδενιστικού πολιτισμού.

    Οι “ορθόδοξοι” θέλουν να ανοίξουμε διάλογο με το Θεό, να το κουβεντιάσουμε, να αφουγκραστούμε λέει το θέλημά Του, λες και μπορούμε να το καταλάβουμε. Από την άλλη κόπτονται να μας πείσουν ότι ο Θεός είναι ακατάληπτος, άρα και το θέλημα του είναι ακατανόητο.

    Οι “ορθόδοξοι” θέλουν να γίνουμε δοχεία της χάριτος και έτσι να ενωθούμε με το θείο θέλημα, αλλά αυτό σημαίνει να κλειστούμε σε ένα μοναστήρι, να προσευχόμαστε όλο το 24ωρο, και επομένως να παύσουμε να έχουμε κάποιο κοινωνικό και ιστορικό Είναι. Έτσι η ορθόδοξη χώρα μας που δεν είναι κακή, όπως η κακή Δύση, και η οποία είναι πάντα αδικημένη, θα διαλάμψει πάλι ως αστέρας.

    Το ότι βέβαια η κοινωνία μας είναι απόλυτη ακοινωνησία δεν παίζει κανένα ρόλο.Ούτε ότι ο μέσος Έλληνας είναι άνθρωπος απατεώνας, ψευτοκαυχησιάρης, α-νόητος, αναπολών τις χαμένες ανέσεις και ουσιαστικά αναζητών αυτά που ΄χει η κακή Δύση.

    Τί σημασία έχουν άλλωστε αυτά; Κάποιοι γέροντες κρατούν τη σημαία της ορθοδοξίας, και αυτό αρκεί. Αυτοί θα μας σώσουν άλλωστε και εμάς, όταν θα έρθει η ώρα να πιαστούμε από τα μπατζάκια τους. Για την ώρα μπορούμε να συνεχίσουμε να είμαστε ανοργάνωτοι, ακοινώνητοι και να επιμένουμε να κατηγορούμε τη Δύση και τον Πάπα ότι είναι η πηγή όλων των κακών.

    Ε, κι αν χάσουμε ένα νησί ή τη Θράκη θα φταίνε άλλωστε οι κακοί Τούρκοι, οι οποίοι είναι “άτιμο μιλέτι” και έχουν τα “κόλυβα στο ζωνάρι τους”. Εμείς είμαστε καλοί, δεν πειράζουμε κανένα. Ε, που και που πίνουμε το αίμα του γείτονά μας ή ρουφάμε τις κρατικές πηγές ή δανειζόμαστε τόσο πολύ που χάνουμε την εθνική μας ανεξαρτησία.

    Δεν βαριέσαι! θα συνεχίσουμε το διάλογό μας με τον Χριστό, μέχρι κάποτε ίσως να τον πείσουμε να μας ελεήσει!

    Αυτά μας λένε οι “ορθόδοξοι”. Αλλά γιατί ανησυχούν; Νομίζουν ότι κάποιος δίνει σημασία στην “ορθοδοξία” τους;

  2. Δεν καταλαβαίνω, κ. Κλιματσάκη, τι σχέση έχει η κριτική σας με όσα γράφονται σ᾿ αυτό το κείμενο. Και δεν θα ήθελα να χρησιμοποιήσω την ψυχανάλυση για να ερμηνεύσω την αντίδρασή σας.

    Όταν επιμένετε να αγνοείτε βασικά στοιχεία της Ορθόδοξης θεολογίας, όπως το ότι ο Θεός είναι απρόσιτος και ακατάληπτος στην ουσία Του, αλλ’ αποκαλύπτεται στους καθαρούς δια των ενεργειών Του, κι έτσι το θέλημά Του γίνεται καταληπτό, είναι φυσικό να μπλέκετε σε “απορίες” του τύπου: “[i]…να αφουγκραστούμε λέει το θέλημά Του, λες και μπορούμε να το καταλάβουμε. Από την άλλη κόπτονται να μας πείσουν ότι ο Θεός είναι ακατάληπτος, άρα και το θέλημα του είναι ακατανόητο.[/i]”

    Ποιος έγραψε: “[i]το να ενωθούμε με το θείο θέλημα … σημαίνει να κλειστούμε σε ένα μοναστήρι, να προσευχόμαστε όλο το 24ωρο, και επομένως να παύσουμε να έχουμε κάποιο κοινωνικό και ιστορικό Είναι[/i]”;
    Το να απεκδυθεί κανείς το εγωκεντρικό θέλημά του, κατά τα μέτρα του καθενός, και να υπακούσει στο θέλημα του Θεού είναι εφικτό παντού. Όπως γράφει ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος: «[i]Ἐν παντὶ καὶ ἐν πᾶσιν ἔργοις καὶ πράξεσιν ὁ διὰ Θεὸν βίος παμμακάριστος[/i]». Η παράδοσή μας εγκωμιάζει η ζωή με κέντρο τον Θεό, [u]οπουδήποτε[/u].

    Γιατί για την ακοινωνησία και τη διαφθορά της κοινωνίας μας να φταίει η ζωή κατά τις επιταγές της Ορθοδοξίας και να μη φταίει το ακριβώς αντίθετο; Η Ορθοδοξία προτείνει την κοινωνία με τον Άλλο και τους άλλους, τη θραύση του εγωκεντρισμού. Ο δυτικός ρασιοναλισμός είναι αυτός που ωθεί τον άνθρωπο στην αυτονόμηση από τον Δημιουργό του και τους γύρω του, σε μια κοινωνία κι έναν κόσμο με κέντρο το μίζερο εγώ του.

    Ο άνθρωπος, με τις ατελείς δυνάμεις του, λίγα μπορεί να επιτύχει για να διορθώσει τον εαυτό του. Το να περάσει στη σφαίρα του “εμείς” επιτυγχάνεται με τη χάρη του Χριστού που μας ελεεί οταν το ζητούμε ειλικρινά και τις πρεσβείες των Αγίων (τα δύο πράγματα που χλευάζετε ελαφρά τη καρδία).

  3. [quote]Αυτά μας λένε οι “ορθόδοξοι”. Αλλά γιατί ανησυχούν; Νομίζουν ότι κάποιος δίνει σημασία στην “ορθοδοξία” τους;[/quote]
    Προφανώς όμως έχουμε τραβήξει την προσοχή σας! Για να μπαίνετε στον κόπο να πληκτρολογείτε https://www.antifono.gr να κάνετε κλικ στον τίτλο του άρθρου, να διαβάζετε το κείμενο και εν τέλη να σχολιάζετε, μάλλον κάποια σημασία δίνετε! Επομένως μην αυτοαναιρείστε, για να σας πάρουμε στα σοβαρά!

  4. Αγαπητέ Theo,

    θα μού επιτρέψετε κατ’ αρχήν να σας πω ότι δεν θεωρώ σωστό έναν διάλογο στον οποίο κάποιος κρίνει ότι πρέπει να παραμένει ανώνυμος, ειδικά όταν ο έτερος συνομιλητής εκφράζει ανοικτά τις απόψεις του.

    Περαιτέρω από παλαιότερες αντεγκλήσεις μας, δεν είμαι σίγουρος ότι πρέπει να έχουμε οι δυό μας διάλογο, διότι εμένα με ενδιαφέρει διάλογος, ο οποίος δεν βασίζεται σε διαπιστώσεις, εμπειρίες, βιώματα, αλλά σε έννοιες. Σε αυτό το επίπεδο μπορούμε να συνομιλήσουμε. Στο άλλο δεν μπορώ να σας ακολουθήσω.

    Η σφοδρότητα του τρόπου γραφής αποσκοπούσε ακριβώς στο να διεγείρει αντιδράσεις. Εμένα δεν με ενδιαφέρει να δικαιώσω την παράδοση. Αυτή δεν με έχει ανάγκη για να δικαιωθεί. Εμένα με ενδιαφέρει να καταδείξω ότι η παραδοσιοκρατία σκότωσε το πνεύμα εν Ελλάδι. Εκεί που έχουμε τις προϋποθέσεις να δημιουργήσουμε πολιτισμό, δεν πράττουμε απολύτως τίποτε.

    Η κατάντια της ελληνικής κοινωνίας είναι γνωστή σε όλους μας. Δεν φταίει βέβαια η ορθοδοξία ως τέτοια, αλλά σίγουρα φταίνε οι ορθόδοξοι. Υπό ποίαν έννοια; Υπό την έννοια ότι ένας πολιτισμός είναι ζωντανός και παραγωγικός, όταν ο άνθρωπος βρίσκει το Είναι του, την συνείδησή του, το Εγώ του σε αυτόν. Η παραδοσιοκρατία, ο τύπος σκοτώνει το πνεύμα. Εδώ δεν έχει νόημα να ισχυριζόμαστε ότι δε είχαμε τέτοιες προθέσεις όταν δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε στις νέες ανάγκες.

    Σχετικά με το καταληπτόν του Θεού έχω εκφραστεί και αλλαχού. Επειδή εσείς ιδιαιτέρως δεν μοιάζει να θεωρείτε δυνατή μια εννοιολογική γνώση του Θεού, (λέγω γνώση, δεν λέγω ένωση μετ’ αυτού, αυτό είναι άλλο) δεν χρειάζεται να επανέλθουμε σε αυτό. Αν θέλετε να το συζητήσουμε από φιλοσοφική άποψη εκεί νομίζω θα έχω κάτι να σας πω.

    Δεν χρειάζεται κάθε φορά να μου απαντάτε με κάποιο χωρίο κάποιου Πατέρος. Η φιλοσοφία αποζητά να αποδείξει. Ψυχολογικά μπορεί να έχω εμπιστοσύνη σε κάποιον Άγιο, αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα και δεν έχει σημασία σε επίπεδο γνώσης.

    Επομένως εάν σας ενδιαφέρει η εννοιολογική γνώση, μπορούμε να ανταλλάσσουμε απόψεις.

    Σας ευχαριστώ

  5. Αγαπητέ κ. Βασιλειάδη

    πρώτα ένα κομμάτι από την απάντησή μου στον theo, λόγω αλληλοεπικαλύψεως:

    “Η σφοδρότητα του τρόπου γραφής αποσκοπούσε ακριβώς στο να διεγείρει αντιδράσεις. Εμένα δεν με ενδιαφέρει να δικαιώσω την παράδοση. Αυτή δεν με έχει ανάγκη για να δικαιωθεί. Εμένα με ενδιαφέρει να καταδείξω ότι η παραδοσιοκρατία σκότωσε το πνεύμα εν Ελλάδι. Εκεί που έχουμε τις προϋποθέσεις να δημιουργήσουμε πολιτισμό, δεν πράττουμε απολύτως τίποτε.

    Η κατάντια της ελληνικής κοινωνίας είναι γνωστή σε όλους μας. Δεν φταίει βέβαια η ορθοδοξία ως τέτοια, αλλά σίγουρα φταίνε οι ορθόδοξοι. Υπό ποίαν έννοια; Υπό την έννοια ότι ένας πολιτισμός είναι ζωντανός και παραγωγικός, όταν ο άνθρωπος βρίσκει το Είναι του, την συνείδησή του, το Εγώ του σε αυτόν. Η παραδοσιοκρατία, ο τύπος σκοτώνει το πνεύμα. Εδώ δεν έχει νόημα να ισχυριζόμαστε ότι δε είχαμε τέτοιες προθέσεις όταν δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε στις νέες ανάγκες.”

    θα ήθελα περαιτέρω να τονίσω ότι εάν δεν είμαστε έτοιμοι να ασκήσουμε ακόμη και κριτική στην παράδοσή μας, δεν νομίζω ότι πρόκειται να προχωρήσουμε ιδιαίτερα. Κάποιοι άνθρωποι σε ατομικό επίπεδο, βεβαίως, και μέσα από τον προσωπικό τους αγώνα θα αγιασθούν, αλλά η ελληνική κοινωνία δεν θα μπορέσει να προβεί σε διαμόρφωση ζωντανού πολιτισμού.

    Θα ήθελα να αναφέρω ένα παράδειγμα. Προ ημερών σε κάποιο άλλο κείμενο, πάλι με αφορμή κάποιο κεφάλαιο από τον π. Λουδοβίκο έγινε λόγος περί του ότι στην ορθοδοξία η ψυχή θεωρείται τρόπον τινά ως υλική. Το να λέγεται αυτό απλώς έτσι ως διαβεβαίωση δεν βοηθάει σε τίποτε. Τί καταλαβαίνουμε από αυτήν την διαβεβαίωση. Πολλοί Ίωνες φυσικοί φιλόσοφοι έβλεπαν επίσης την ψυχή ως λεπτή τρόπον τινά ύλη. Τί κερδίσαμε λοιπόν από τις διαβεβαιώσεις του π. Λουδοβίκου ότι κάτι τέτοιο λένε οι Πατέρες. Από την άποψη της γνώσεως απολύτως τίποτε, αλλά εγώ θα έλεγα απολύτως τίποτε και από την άποψη της πίστεως.

    Συμπέρασμα, από την κατανόηση της ορθοδοξίας λείπει αυτό ακριβώς, δηλ. η κατανόηση, δηλαδή η μορφή της έννοιας. Χωρίς αυτήν το περιεχόμενο της πίστεως δεν μπορεί να καταστεί δικό μας πραγματικά και συνειδητά παρά μόνον ως παραδοσιοκρατία και ιδρυματισμός. τα αποτελέσματα τα βλέπουμε στην ελληνική κοινωνία η οποία αποξενώθηκε από την πίστη της.

    (Παρακαλώ, μην παραθεωρείτε το ειρωνικόν του ύφους, άλλωστε και εγώ αγωνίζομαι να γίνω μέλος της εκκλησίας.)

  6. Νομίζω ότι πρέπει να προσθέσω και τα εξής:

    Έχω την εντύπωση ότι οι εν Ελλάδι ορθόδοξοι τηρούμε μάλλον υποκριτική στάση στο θέμα της σημασίας της εν κόσμω ζωής. Η παράδοση της ορθοδοξίας μοιάζει (και λέω μοιάζει, για να μην νομίζετε ότι παριστάνω τον γνώστη) να επικροτεί τον ησυχασμό. Τώρα τίθεται βεβαίως το ερώτημα τί είναι άραγε ο ησυχασμός. Αυτό μπορεί εν μέρει να κριθεί από την ίδια την ιστορική του πραγμάτωση. Βεβαίως, εάν κάποιος σε ατομικό επίπεδο έχει την κλήση του Θεού να γίνει μοναχός, τότε ο ησυχασμός είναι γι’ αυτόν αυτονόητος.

    Το πρόβλημα αρχίζει από τη στιγμή που η εν κόσμω κοινωνία έχει καταντήσει όπως η ελληνική. Κατά τη δική μου δε εκτίμηση η κατάντια της ελληνικής κοινωνίας είναι πολύ σφοδρότερη από το μηδενισμό στον οποίο περιήλθαν Ευρώπη και Αμερική. Ωστόσο, εκεί ο “ρασιοναλισμός” διασώζει κάπως την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την οποία η ελληνική κοινωνία έχει καταβαραθρώσει.

    Ενώ λοιπόν η ελληνική πραγματικότητα “κράζει” για την ανάγκη μιας νέας αξιοποίησης της παραδόσεώς της, στην οποία αναγνωρίζεται μεν ότι χωρίς Χριστού ουδέν δυνατόν, από την άλλη δεν βρίσκει κανένα τρόπο να το πράξει σε κοινωνικό επίπεδο (παρά μόνο απομονωμένα), διότι η κοινωνική πραγμάτωση προϋποθέτει “κατανόηση” της ανάγκης για σωτηρία, κατανόηση της οντολογικής σημασίας της κοινωνίας ως αλληλοπεριχώρησης.

    Πραιτέρω, επειδή στην παράδοση η χριστιανική οντολογία παρουσιάζεται υπό την μορφή κατ’ αίσθησιν παραστάσεων και όχι ως έννοια, η τελευταία απευθύνεται εν τέλει περισσότερο στο συναίσθημα. Αυτό όμως έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία συγκροτήσεως πολιτισμού, διότι αυτός προϋποθέτει “κοινό ον”, και αυτό προϋποθέτει συνείδηση και επίγνωση και πράξη μετά προαιρέσεως.

    Ευχαριστώ και πάλι

  7. Αγαπητέ κ. Κλιματσάκη,

    Από τη στιγμή που προσκλήθηκα να συμμετέχω στις συζητήσεις του “Αντιφώνου”, είχα καταστήσει σαφές ότι θα χρησιμοποιώ ψευδώνυμο και δεν υπήρξε καμία αντίρρηση από την ομάδα του, στην οποία συμμετέχετε.
    Στη συνέχεια έκανα κάποια κριτική σε άρθρα σας, κριτικάρατε δικό μου, χωρίς κανένα πρόβλημα. Τώρα μου γράφετε: “[i]Δεν θεωρώ σωστό έναν διάλογο στον οποίο κάποιος κρίνει ότι πρέπει να παραμένει ανώνυμος, ειδικά όταν ο έτερος συνομιλητής εκφράζει ανοικτά τις απόψεις του[/i].”
    Τι άλλαξε εν τω μεταξύ;

    Έπειτα (με αυτό κι ένα προηγούμενο σχόλιό σας) χλευάζετε κάποιες θέσεις που κι εγώ έχω εκφράσει κατ’ επανάληψιν από αυτόν τον χώρο. Δεν μπορώ, καθ’ υμάς, ν’ απαντήσω επειδή χρησιμοποιώ ψευδώνυμο, ενώ το “Αντίφωνο” το θεωρεί θεμιτό;
    Παραλογιζεσθε μάλλον. Αν ήταν δική σας η ιστοσελίδα, θα μπορούσατε να θέσετε όποιους όρους θέλετε. Στη συγκεκριμένη δεν μπορείτε.

    Δεν έχω καμιά διάθεση να συζητώ με τους “κανόνες” της καθ’ υμάς “φιλοσοφίας”. Προσπαθώ να συζητώ μέσα σε ανθρώπινα πλαίσια. Και άνθρωπος δεν είναι μόνο η λογική λειτουργία του νου του. Όταν λοιπόν καταλογίζετε στην Ορθοδοξία ότι τάχα “[i]Οι “ορθόδοξοι” θέλουν να γίνουμε δοχεία της χάριτος και έτσι να ενωθούμε με το θείο θέλημα, αλλά αυτό σημαίνει να κλειστούμε σε ένα μοναστήρι, να προσευχόμαστε όλο το 24ωρο, και επομένως να παύσουμε να έχουμε κάποιο κοινωνικό και ιστορικό Είναι[/i]”, τι πιο φυσικό να φέρω στη συζήτηση ένα χωρίο ενός από τους πιο “μυστικούς” Πατέρες της Εκκλησίας μας, που δείχνει το αντίθετο;

    Με συγχωρείτε, αλλά όταν συζητούμε για το το καταληπτόν του Θεού σε μια συζήτηση που αφορά την Ορθοδοξία, ουδόλως ενδιαφέρει τους συνομιλητές σας το πώς εννοείτε εσείς το αυτό το καταληπτόν. Μας ενδιαφέρει πώς το εννοούν οι Πατέρες.

    Ισχυρίζεσθε πως τάχα”[i]Η παραδοσιοκρατία, ο τύπος σκοτώνει το πνεύμα[/i].” Η παρουσία τόσων πραγματικά πνευματικών μορφών στις μέρες μας (οσία Σοφία της Κλεισούρας, ππ. Πορφύριος, Παΐσιος, Ιάκωβος Τσαλίκης, Εφραίμ Κατουνακιώτης, Αμβρόσιος Λάζαρης, Σωφρόνιος Σαχάρωφ, κλπ.) που, καθ’ υμάς, έζησαν “παραδοσιοκρατικά”, μαρτυρεί περί του αντιθέτου. Αυτοί μάλλον έχουν αξιοποιήσει την Παράδοση και το έχουν διδάξει και εμπνεύσει πολλούς άλλους, μοναχούς, κληρικούς και λαϊκούς που ζουν κατά τις διδαχές τους, που είναι οι διδαχές του Χριστού, των Αποστόλων και των Πατέρων σε σημερινή γλώσσα.

    Η δε τελευταία παράγραφος του τελευταίου σχολίου σας φανερώνει πως δεν έχετε καταλάβει τίποτα από την Ορθόδοξη θεολογία. Η χριστιανική οντολογία δεν “[i]παρουσιάζεται υπό την μορφή κατ’ αίσθησιν παραστάσεων[/i]” (τι να σημαίνει ακριβώς άραγε αυτό;) ούτε “[i]απευθύνεται περισσότερο στο συναίσθημα[/i]” αλλά στο αίσθημα του ανθρώπου και σε μια εσωτερική, “έκτη” αίσθηση, τον νου, ο οποίος, όταν είναι καθαρός, μπορεί να βλέπει τον Θεό και άλλα πέρα από την αμεσότητα.
    Και τι ασυναρτησίες είναι αυτά, ότι τάχα η χριστιανική οντολογία αδυνατεί να συγκροτήσει πολιτισμό, “[i]διότι αυτός προϋποθέτει “κοινό ον”, και αυτό προϋποθέτει συνείδηση και επίγνωση και πράξη μετά προαιρέσεως[/i]”; Δεν υπάρχουν συνείδηση και επίγνωση και πράξη μετά προαιρέσεως ατη Ορθόδοξη παράδοση;
    Μην τρελαθούμε!!

  8. [quote name=”Παύλος Κλιματσάκης”]
    Αυτά μας λένε οι “ορθόδοξοι”. Αλλά γιατί ανησυχούν; Νομίζουν ότι κάποιος δίνει σημασία στην “ορθοδοξία” τους;

    [/quote]

    Κάποιοι “μη όντες”, “μωροί”, “αγενείς”, “ασθενείς”, ειλικρινείς αναζητητές δίνουν σημασία στην Ορθοδοξία μας, κ. Κλιματσάκη. Όχι οι “όντες”, οι “σοφοί”, οι “ευγενείς”, οι “ισχυροί”.

  9. Αγαπητέ theo,

    προσωπικά, δεν με ενδιαφέρει να συμμετέχω σε διάλογο μαζί σας υπό αυτές τις προυποθέσεις.

    σας εύχομαι να έχετε πάντα την ειρήνη του Κυρίου.

  10. «Υπό αυτές τις προϋποθέσεις» δεν σε ενδιαφέρει ο διάλογος, αγαπητέ Παύλο.

    Η δική σου προϋπόθεση, όμως, να απευθυνθείς… κατατροπωτικά προς τον π. Νικόλαο, “βάζοντάς” του όμως, πρώτα, “στο στόμα” απίστευτες κενολογίες ([b]καταδεικνύοντας δηλαδή ότι_ π ο τ έ, στην “αναγνωστική” σου σταδιοδρομία, δεν αφιέρωσες κάποια στιγμή για να διατρέξεις, καν από περιέργεια, μία – έστω – σελίδα τών συγγραφών του[/b]) αυτού του είδους ο διάλογος λοιπόν, ναι, σε ενδιαφέρει.

    «Πάλι καταδικάζεται το κακό Εγώ που θέλει, λένε, να αυτο-επαληθευθεί. Ιδέα δεν έχουν βέβαια οι “ορθόδοξοι” για ποιο Εγώ ομιλεί η νεώτερη φιλοσοφία.» αποφαίνεσαι
    Είναι ένα Εγώ – διαπιστώνω από πλευράς μου – που δυσκολεύεται, απροσδόκητα, να ζητάει συγγνώμη.

  11. σε αυτή σου την αιτίαση αγαπητέ Γιώργο, ζητώ ευχαρίστως και ταπεινά συγγνώμη, διότι έχεις δίκιο. Δεν γνωρίζω καλά το έργο του π. Νικολάου. (Έχω πάντως δει πολλές, μα πολλές, ομιλίες του στο ιντερνετ). Στηρίχθηκα απλώς στο κείμενο του κ. Σχοίνα, και σε ένα πρώην κείμενο, το οποίο ανέφερα, όπου ελέγοντο τα σχετικά με την ψυχή, θεωρώντας ότι επιτίθεμαι -στην κυριολεξία επιτίθεμαι- σε απόψεις τις οποίες θεωρώ όχι λάθος, αλλά παντελώς αναχρονιστικές με τον τρόπο που εκφέρονται, δηλαδή ως διαβεβαιώσεις για πράγματα που είπαν οι Πατέρες κλπ.

    Αυτό το οποίο τονίζω και ξανατονίζω, χωρίς να επιθυμώ βέβαια να το επιβάλλω σε κανέναν μη-ενδιαφερόμενο, είναι η πεποίθηση μου για τον φρικτό ρόλο της παραδοσιοκρατίας στην ελληνική κοινωνία, και η ανάγκη η θεολογία μας να γίνει επιτέλους έννοια, να εκφρασθεί επιτέλους, όσον αυτό μάς είναι βέβαια δυνατόν, προκειμένου να εκκινήσουμε στη δημιουργία ενός νέου απόλυτα χρειαζούμενου, ελληνικού πολιτισμού, που θα μας βγάλει από τον δαιμονικό μηδενισμό της εποχής μας.

    Νομίζω, ότι η ορθοδοξία στην παραδοσιακή της μορφή δεν μπορεί να το κάνει αυτό, διότι η ιστορία, το ιστορικό πλαίσιο προϋποθέτει πλέον και απαιτεί τον Λόγο. (Εννοείται ότι δεν μιλούμε για την απλή τυπική λογική).

    Νομίζω ότι συμφωνούμε ότι η ορθοδοξία είναι η μόνη αληθής δυνατότητα για τον σύγχρονο κόσμο να ανακαλύψει το νόημα, και η μόνη ελπίδα για την ενότητα των ανθρώπων απέναντι στον Θεό. Εκείνη η μορφή της αλήθειας στην οποία μπορούν να μετάσχουν όλοι οι άνθρωποι είναι ωστόσο η έννοια (ίσως μια δυσκολία εκπηγάζει από το ότι παρερμηνεύεται τι εννοώ όταν λέω έννοια. μπορεί κάποιος σχετικά να δει το άρθρο μου στο Αντίφωνο για τη Διαλεκτική).

    Όσον αφορά στον π. Λουδοβίκο, στο βαθμό που στηρίχθηκα στα αναφερθέντα άρθρα πιθανόν να τον αδικώ. Αυτά τα οποία πάντως σε αυτά τα άρθρα καταδίκασα είναι κατά την γνώμη μου παραδοσιοκρατία, λείπει η έννοια. Πρέπει να αποδείξεις ότι η ψυχή είναι υλική, που δεν είναι βέβαια, να παράγεις την έννοιά της, αλλιώς απλά δεν ξέρεις τι λες.

    Όταν μιλάμε για διάλογο με το θεό πρέπει να μπορείς α δωσεις την έννοια που αντιστοιχεί σε αυτήν την ανθρωποπρεπή λέξη. Αλλιώς είναι σαν να μην λέμε τίποτε.

    Δεν μπορούμε ακόμα να επιμένουμε στη διάκριση κτιστού-ακτίστου, χωρίς να ορίσζουμε το κτιστό και το άκτιστο, διότι απλά πάλι δεν ξέρουμε τι λέμε. Με το να προσθέσουμε κανά-δυό χωρία από τους πατέρες απλά μεγαλώνει την ψυχολογική μας βεβαιότητα.

    Σε ευχαριστώ θερμά για την νουθεσία.

  12. Αγαπητέ κ. Κλιματσάκη

    Ευχαριστώ πάρα πολύ για το επίθετο “αγαπητέ” και επίσης για την επισήμανση στο τέλος ότι “και εγώ αγωνίζομαι να γίνω μέλος της Εκκλησίας”. (Αυτή την απάντηση την έχω γράψει σταδιακά σε notepad και την κάνω επικόλληση.)

    Θα σχολιάσω κάποια από αυτά που επισημάνατε, κατ’ επιλογήν βέβαια.

    “εμένα με ενδιαφέρει ο διάλογος, ο οποίος δεν βασίζεται σε διαπιστώσεις, εμπειρίες, βιώματα αλλά σε έννοιες” Αυτό που μου λέτε είναι ότι δεν θέλετε να έχουμε καμία συζήτηση για την πραγματικότητα και κατ’ επέκαταση την αλήθεια αλλά θέλετε να πιστέψω όταν εκφέρετε απόψεις του στυλ “Η κατάντια της ελληνικής κοινωνίας είναι γνωστή σε όλους μας.” ή “η κοινωνία μας είναι απόλυτη ακοινωνησία” ή “ο μέσος Έλληνας είναι άνθρωπος απατεώνας, ψευτοκαυχησιάρης, α-νόητος, αναπολών τις χαμένες ανέσεις” κλπ ότι οι αφορισμοί σας είναι έννοιες και όχι διαπιστώσεις, εμπειρίες, βιώματα.

    “Το ότι βέβαια η κοινωνία μας είναι απόλυτη ακοινωνησία”. Συγγνώμη αλλά η εμπειρία μου δεν είναι αυτή. Έχω ζήσει και ζω και προσπαθώ να ζω με ανθρώπους που με έχουν αγαπήσει, και τους έχω αγαπήσει (εκτός άμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος), με ανθρώπους που με βοήθησαν και έχω βοηθήσει (παρομοίως εκτός άμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος), και αδημονώ και για τους νέους ανθρώπους που θα μπουν στην ζωή μου και θα μοιραστούμε παρόμοιες ενδεχομένως και καλύτερες εμπειρίες. Έχω γνωρίσει και άλλους ανθρώπους που έχουν παρόμοια κίνητρα στη ζωή τους. Επομένως η εμπειρία μου μου λέει ότι μάλλον η συγκεκριμένη έννοιά σας είναι μονομερής και συνεπώς διαστρεβλωμένη οπτική, συγγνώμη έννοια, της κοινωνίας. Θέλω να πιστεύω ότι στηρίζετε σε εμπειρία σας, και είναι βιωματική διαπίστωση και όχι προϊόν αποκλειστικά λογικού συμπεράσματος γιατί θα μπορούσα να πω ότι είναι μόνο στον χώρο της φαντασίας. Το επιχείρημά μου είναι ότι είναι σχεδόν αδύνατον να μιλήσουμε για κάτι πέρα από βιωματικές εμπειρίες και διαπιστώσεις και οποιοσδήποτε εποικοδομητικός διάλογος μπορεί να γίνει μόνο σε αυτά. Ο διάλογος εννοιών προσωπικά με αφήνει αδιάφορο εκτός αν προσπαθούν να μεταφέρουν τις βιωματικές εμπειρίες στον συνδιαλεγόμενο, πράγμα που είναι πολύ δύσκολο και ενδεχομένως αδύνατο κάποιες φορές. Χωρίς να δεις ποτέ σου το πράσινο, μπορείς να καταλάβεις τι είναι πράσινο; Όλες οι έννοιές μας λοιπόν προέρχονται από την εμπειρία.

    Για αυτό το λόγο θα ήθελα να μιλήσω και εγώ για την εμπειρία μου. Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος είναι γενικότερα ένα από τα πιο χαρισματούχα άτομα στην Ελλάδα στην διατύπωση σύνθετων και δυσνόητων βιωμάτων ως έννοιες. Γενικότερα είναι πολύ δύσκολο να ακολουθηθεί η σκέψη του από έναν μη εξοικειωμένο αναγνώστη. Θυμάμαι ότι δυσκολευόμουν πάρα πολύ στην ανάγνωση του βιβλίου του “Η αποφατική εκκλησιολογία του ομοουσίου”. Το άρχιζα και το άφηνα γιατί έβλεπα ότι δεν το ακολουθούσα. Κάποια χρόνια αργότερα όμως διαβάζοντας την Πατρολογία (μεγάλο μέρος της) του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ (1. Οι βυζαντινοί πατέρες του 4ου αιώνα, 2. Οι βυζαντινοί πατέρες του 5ου αιώνα, 3. Οι βυζαντινοί πατέρες του 6ου, 7ου και 8ου αιώνα) μπόρεσα νομίζω κατά σεβαστό μέρος να παρακολουθήσω την σκέψη του π. Νικολάου (τρέμω την στιγμή που θα διαψευστώ οικτρά!). Επομένως το προτείνω, ως δοκιμασμένο, να προσπαθήσετε και εσείς κάτι παρόμοιο (ελπίζω να μην σας παίρνω στον λαιμό μου 🙂 ).

    Όσο για την “κακή Δύση” να πω ότι αυτόν τον όρο μόνο εσείς τον έχετε χρησιμοποιήσει, κανένας στην κουβέντα μας δεν είπε κάτι τέτοιο και μην βάζετε τέτοιες διαθέσεις στον π. Νικόλαο. Ενδεχομένως ο π. Νικόλαος να έχει επενδύσει τα περισσότερα από όλους παγκοσμίως στην Δύση (μετά τον Θεό βέβαια)!!!!! Με ποια έννοια το λέω. Έρχεται σε πραγματικό διάλογο με την Δύση, προσπαθώντας να ακούσει εναγωνίως όλους τους οντολογικούς προβληματισμούς της που εκφράζονται στην θεολογία της, την φιλοσοφία της αλλά και στην επιστήμη και προσπαθεί να μην την αδικήσει. Για παράδειγμα σε ένα συνέδριο που παρευρέθηκα μόνο και μόνο για την ομιλία του, ο ίδιος υπερασπίζονταν τους Δυτικούς θεολόγους (αποδίδοντάς τους πραγματική ευσέβεια) που δεν αποδέχονταν τις άκτιστες ενέργειες του Θεού διότι κατανοούσε τον φόβο-παρανόησή τους μήπως οι άκτιστες ενέργειες είναι κάτι σαν όντα μεταξύ Θεού και ανθρώπου.

    “Θα ήθελα περαιτέρω να τονίσω ότι εάν δεν είμαστε έτοιμοι να ασκήσουμε ακόμη και κριτική στην παράδοσή μας, δεν νομίζω να προχωρήσουμε ιδιαίτερα”. Το συγκεκριμένο είναι ένα πάρα πολύ μεγάλο ζήτημα. Ποια είναι η παράδοσή μας; επειδή αναφερθήκατε για ιστορική πραγμάτωση του ησυχασμού αλλά το βάζω σε γενικότερο πλαίσιο πραγμάτωσης της σύνολης ορθόδοξης παραδόσεως. Από την γέννηση της η Ελλάδα ήταν σταυροδρόμι πολιτισμών, και δεν ήταν κάτι αμιγές ελληνικός ο πολιτισμός της. Μετά η Ελλάδα ενστερνίστηκε τον Χριστό αλλά κατά την διάρκεια του Βυζαντίου γνωρίζεις υποθέτω ότι υπήρξαν διάφορες αιρέσεις. Ύστερα περάσαμε υπό τουρκικό ζυγό και υπό αυτή την κατάσταση πολλοί ιεραπόστολοι της Δύσεως από διάφορα δόγματα έδρασαν επί ελληνικού και γενικότερα ρωμαιϊκού εδάφους, αλλοιώνοντας την όποια Ελληνοχριστιανική παράδοση στον καθημερινό βίο των απλών πιστών. Με την δημιουργία του έθνους πολύ έλληνες σπουδαγμένοι στο εξωτερικό έφεραν αρκετά στοιχεία δυτικά ως ορθόδοξα, η δράση των ετερόδοξων ιεραποστολών συνεχίστηκε, αρχηγός της εκκλησίας έγινε ο βασιλιάς (ετερόδοξος), πολλά μοναστήρια διώχθηκαν – καταστράφηκαν, άρχισε η δράση των “ορθόδοξων” οργανώσεων με καθαρά προτεσταντική ηθική με πάσα έλλειψη εκκλησιαστικού φρονήματος, η διανόηση κατά μεγάλο μέρος να θαυμάζει το αλλότριο φως της Δύσης, και ξαφνικά (επαν)ανακαλύπτουμε τους Πατέρες(!) μετά από 1,5 αιώνα σχεδόν! Επομένως αυτό που ζούσαμε μέχρι την επιστροφή στους Πατέρες ήταν μια παράδοση που δεν ήταν παράδοση αμιγώς ορθόδοξη αλλά ένα κράμα ορθοδοξίας, δύσεως, προκαταλήψεων, τυπολατρείας, ιδιορυθμίας κλπ. Αυτή είναι “η παραδοσιοκρατία (που) σκότωσε το πνεύμα εν Ελλάδι”. Νομίζω αυτό θα γίνει σαφές διαβάζοντας το βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά “Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα”. Επομένως η οποιαδήποτε κριτική πρέπει να είναι τι είναι ορθόδοξο και τι όχι, και όχι στο που έφταιξε η ορθοδοξία! Στο ερώτημα όμως “τι είναι ορθόδοξο και τι όχι” ποιο είναι το κριτήριο για να αποβάλλουμε τα αλλότρια στοιχεία; Πρέπει να περιμένουμε μια καταγραφή της σύνολης ιστορίας του ορθόδοξου πολιτισμού; Και μετά την συζήτηση επί αυτού; Και μετά τα πορίσματα;

    ΕΔΩ έρχεται η αγιότητα! Αυτή είναι το κριτήριο. Οι άγιοι επαναπροσδιορίζουν το τι είναι Ιερά Παράδοση και τι όχι στην εποχή που ζουν. Γιαυτοί όλοι οι πιστοί προστρέχουν σε γέροντες Σωφρόνιο, Παΐσιο και Πορφύριο και άλλους, είτε είναι απλοί πιστοί, είτε πνευματικοί άνθρωποι, είτε διανοούμενοι. Αυτοί είναι η άγκυρα μας στην ορθοδοξία. Επομένως όταν ζητάτε από τον κ. Theo να μην σας απαντάει με χωρίο κάποιου Πατέρος είναι σαν να του ζητάτε να μην είναι ορθόδοξος προσπαθώντας να σας βοηθήσει να κατανοήσετε την ορθοδοξία! Μια αυτοαναίρεση δηλαδή! Είναι σαν να λέμε για να καταλάβει ο Άγγλος τον Έλληνα πρέπει να γίνει Άγγλος ο Έλληνας!!!!! Από την δική μας οπτική ο κ. Theo αυτό που κάνει είναι πολύ επαινετό διότι καταλαβαίνει την αδυναμία του να εκφράσει την πληρότητα της ορθοδοξίας και σας φέρνει σε άμεση επαφή με τους γνήσιους εκφραστές της. Αυτό κοινώς λέγεται ταπείνωση. Επομένως τα ρητά των Πατέρων δεν λέγονται για να σας αποστομώσουν. Η ορθοδοξία προσπαθεί να πείσει, δεν αποδεικνύει. Η απόδειξη στερεί την ελευθερία του ανθρώπου. Όταν κάτι έχει αποδειχθεί, δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά, χαρακτηρίζεσαι τρελός ή τουλάχιστον α-νόητος αν αμφισβητήσεις. Η ορθοδοξία κάνει προτάσεις ζωής προς μετοχή του ανθρώπου. Οποιαδήποτε απόδειξη ως στερητική της ελευθερίας η Ορθοδοξία την βλέπει ως πρώιμο δαιμονικό μηδενισμό!

    Και εδώ εντοπίζεται μια αυτοαναίρεσή σας. Συγκεκριμένα λέτε “Η φιλοσοφία αποζητά να αποδείξει” ενώ παρακάτω αναφέρετε “Αυτό όμως έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία συγκροτήσεως πολιτισμού, διότι αυτός προϋποθέτει “κοινό όν”, και αυτό προϋποθέτει συνείδηση και επίγνωση και πράξη μετά προαιρέσεως.” Σύμφωνα όμως με τα λεγόμενά σας η φιλοσοφία αποδεικνύει, που σημαίνει ότι δεν την ενδιαφέρει η προαίρεση, επομένως η φιλοσοφία δεν μπορεί να συγκροτήσει πολιτισμό.

    Επίσης να κάνω ένα επιπλέον σχόλιο “Εμένα με ενδιαφέρει να καταδείξω ότι η παραδοσιοκρατία σκότωσε το πνεύμα εν Ελλάδι.” Από ό,τι φαίνεται έχετε ήδη λάβει θέση στην έρευνά σας προτού ολοκληρωθεί! Πολλές φορές στην έρευνα αναζητώντας να βρούμε κάτι συγκεκριμένο απορρίπτουμε ως μη βολικά όλα τα άλλα ενδιαφέροντα που ενδεχομένως να συναντήσουμε και να στηρίζουν μια άλλη άποψη. Αυτή η στοχευμένη ματιά δυστυχώς μπορεί να επιβάλλει μυωπική όραση. Αφήστε την έρευνά να σας δείξει τον δρόμο, και μην την καθοδηγείτε!

    Ευχαριστώ πολύ

  13. Αγαπητέ Παύλο, τυχαίνει τούτες ακριβώς τις μέρες να διεξάγεται, κάτω από άλλη ανάρτηση του “Αντίφωνου”, μια συζήτηση περί [i]ελευθερίας[/i] της [i]έκφρασης[/i] η οποία καταδεικνύει (νομίζω πως θα συμμεριστείς αυτή την εκτίμηση) ότι δεν είναι, πρώτη, η_ π α ρ α δ ο σ ι ο κ ρ α τ ί α_ αυτή που καταστρέφει το [b]πνεύμα[/b] στην Ελλάδα: Καταδεικνύει λέω πως, όταν ατροφεί η εμβάθυνση του «βιώματος», τότε η αντίληψή μας επί των «εννοιών» κινδυνεύει να πελαγοδρομεί σε σημείο παντελούς αυτο-αναίρεσης, αυτής καθαυτήν, και της στοιχειωδέστερης ακόμα_ σ υ λ λ ο γ ι σ τ ι κ ή ς_ [b]λειτουργίας[/b] μας.
    [b]Είναι – παραδόξως – το πνεύμα, τότε, αυτό που αποκτείνει το πνεύμα! Ή, για να το διατυπώσω… εννοιολογικώτερα, είναι η αυτοαναφορικότητα (και, αρχέτυπη αυτοαναφορικότητα είναι, προδήλως, η αποϊεροποίηση) αυτή που δεν μας αφήνει να παρατηρήσουμε το φαινόμενο, εκείνο, που έχει προσφυώς περιγραφεί ως «ανορθολογισμός των εσχάτων συνεπειών του ορθολογισμού».[/b]
    Ο κόσμος, έκτοτε, με χαμένη την ικανότητα συνειδητοποιήσεων, αφήνεται έρμαιο στην ποδηγέτηση τών… ειδικών τής… εννοιολογικής ανάλυσης. Χωρίς καμμιά υποψία, βέβαια, ότι η «αποστασία των εκλεκτών» έχει ήδη συντελεσθεί! Τα πρόβατα, έτσι, αρχίζουν να εμπιστεύονται, με κλειστά τους τα μάτια, τη μοίρα του κόσμου τους στην αγκάλη των λύκων.

    Το πείραμα, εν τω μεταξύ, εξελίσσεται. Το πείραμα, λέω, οικοδόμησης της πρώτης μετα-παραδοσιακής εποχής στην ιστορία της πλάσης. Πρόκειται βέβαια για την_ ι σ τ ο ρ ί α_ τών [b]χρόνων[/b] μας. Κι οι ίδιοι γινόμαστε το “πρωτογενές υλικό” επί του οποίου αυτo-στοιχηματίζεται η ικανότητα των ταγών του καιρού να σύρουν, απ’ τη μύτη, όπου / μα όπου τους αρέσει (ή… καπνίζει) το σύμπαν. Ώς ότου νοιώσουν θεοί.

    Κατά βάθος, βέβαια, η κρίση ήδη σοβούσε. (Κάθε κρίση: Ο Νάσος Βαγενάς, τις προάλλες, το αφηγήθηκε έξοχα.) Δεν είχαν όμως, ακόμα, εκδηλωθεί ορατά τά υλικά της συμπτώματα.
    Έως ότου, εξαίφνης, τα αποτελέσματα εκγήγνυνται: Το αυτάρκες Εγώ αποδεικνύεται, πλέον, α ν ή μ π ο ρ ο_ να_ π ά ψ ε ι_ να [b]σπαταλά[/b] περισσότερα από όσα [b]παράγει[/b] – η Δομή, δηλαδή, καταρρέει.
    Σε μια τέτοια στιγμή οι [i]δεινοί[/i] του [i]λόγου[/i] (με πρώτον, κοντά μας, τον Ράμφο) μετατρέπονται σε [i]ακτιβιστές[/i] της τηλεοπτικής [i]ρητορείας[/i] προκειμένου να προλάβουν – κι αυτή τη φορά – να αναποδογυρίσουν τις κατανοήσεις μας: Όχι, δεν αποτυγχάνει το πείραμα της αποϊεροποίησης… Ίσα ίσα, είναι η ιερότητα, πάλι, αυτή που μας φταίει για όλα!

    Για να μην απεραντολογώ: Σε μια τέτοια στιγμή, προβαίνει ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος και με ένα_ μ ν η μ ε ι ώ δ ε ς, ισχυρίζομαι, δοκίμιο (αυτό, στο οποίο εστιάζει η παρούσα ανάρτηση) μας χαρίζει μια αληθινά [b]καταλυτική[/b] κριτική ανάγνωση των [i]σημασιών[/i] πίσω από τις [i]λέξεις[/i] του Ράμφου.
    Κι εκεί πάνω ακριβώς λαβαίνεις το λόγο εσύ, για να διαπιστώσεις (ο ίδιος που τάσσεσαι, λοιπόν, κατά των διαπιστώσεων) πως για την τόση καθίζηση, όχι, δεν φταίει η άκριτη κρίση μας – αυτή που μάς υποδείκνυε τον ανορθολογισμό ως ορθολογισμό – φταίει λες η αντίσταση τού ενστίκτου μας, να εξακολουθούμε (παρά τήν, με τα μούτρα, βουτιά στα ρηχά νερά τού προσυσκευασμένου εκσυγχρονισμού μας) να τηρούμε, περιθωριακά, κι έναν κάποιο – ακόμα – συγκλονισμό κατενώπιον της αγιότητας.

    Φίλε Παύλο, αντιδιαστέλλεις – όχι εν τέλει, μα – εξ αρχής την Έννοια προς το Βίωμα. Και μας καλείς σ’ ένα [b]λόγο[/b] που θα διαβιβάζει, απαγέγκλιτα, τη [b]ζωή[/b] στον εαυτό του. (Εξ ού και αρνείσαι να συνδιαλεχθείς με τον λόγο του Theo.)
    [b]Αντιπροτείνω τη_ σ υ μ π λ η ρ ω μ α τ ι κ ό τ η τ α, επιτέλους, του ενός προς το άλλο: Αιτούμαι έναν λόγο που θα παραπέμπει, λυτρωτικά, στη ζωή. Και ζητώ μια ζωή που θα παραπέμπει, εν επιγνώσει, στο λόγο.[/b]

    ΥΓ: Ευχαριστίες προς τον Ευθύμιο Βασιλειάδη (παρά τις, προφανείς, αποκλίσεις στα περιστασικά) για τις κρίσιμες συγκλίσεις στα καίρια.

  14. Αγαπητέ Γιώργο,

    νομίζω ότι με έχεις παρεξηγήσει. Όλο και περισσότερο συνειδητοποιώ ότι η απόκλιση μας προκύπτει από το ότι δεν έχω ξεκαθαρίσει πώς καταλαβαίνω την έννοια. (Μόλις βρω δυνάμεις, ξέρεις ότι είμαι βεβαρυμένος) θα γράψω επ’ αυτού.

    Τώρα, νομίζω ότι πρέπει να ξεκαθαρίσω, όσο γίνεται, το εξής: Το ότι επιτίθεμαι στην παραδοσιοκρατία δεν σημαίνει ότι επιτίθεμαι στην παράδοση. Το αντίθετο μάλιστα, δηλ. λέω ότι δεν σώζουμε την παράδοση αλλά την καταδικάζουμε χωρίς την μορφή της έννοιας.

    Απλό και ελπίζω άμεσο παράδειγμα: Τί νόημα έχει να λέει κάποιος ότι η ορθόδοξη παράδοση αποδέχεται υλικότητα της ψυχής, ότι αυτή συνιστά εκμαγείο του σώματος κλπ.; Αυτό απλά συγχέει τα πράγματα, δεν διαφωτίζει τίποτε. Πρέπει πρώτα να εξηγήσεις τί εννοείς λέγοντας ύλη, δηλαδή να κατασκευάσεις την έννοιά της. Διαφορετικά καθείς μπορεί να καταλαβαίνει ότι θέλει, όπως ότι οι χριστιανοί είναι υλιστές (άτοπον).

    Η ορθόδοξη θεολογία ή καλύτερα ο στοχασμός περί την ορθόδοξη θεολογία που γεννήθηκε στον αιώνα μας, είναι σημαντικός διότι υποκρύπτει αυτήν την ανάγκη για κατανόηση. Αλλά αυτή μπορεί να ολοκληρωθεί και να ικανοποιηθεί πραγματικά ότι όντως γίνει κατανόηση. Σε αυτήν την περίπτωση καθίσταται κτήμα παντός και αφετηρία πραγματικής συνεννόησης, εάν κάποιος βέβαια το θέλει, διότι κάποιος μπορεί όντως να επιλέγει την ακοινωνησία.

    Είμαστε σε ένα σταυροδρόμι, είναι πολύ πιθανόν μάλιστα να πέσουμε στον γκρεμό. Υπάρχει η ανάγκη για έναν νέο ελληνικό πολιτισμό, ο οποίος πράγματι θα σώσει την παράδοση και σε κοινωνικό επίπεδο, θα αγκαλιάσει όλες τις πλευρές της και θα μας βάλει ως έθνος ξανά στην ιστορία.

    Στην Ελλάδα και μόνο σε αυτήν υπάρχει η ανάμνηση του νοήματος, δηλαδή η γνώση της δυνατότητας αληθούς σχέσεως με το Θεό και κατά χάριν θεώσεως. Υπό αυτήν την έννοια αυτό που η εκκλησία ως σώμα Χριστού όντως είναι, πρέπει να γίνει και η κοινωνία. (Δεν είναι δυνατόν ο πιστός το πρωί να κοινωνάει, και το απόγευμα να πηγαίνει και να ψηφίζει κάποιο από τα κόμματα ή να δηλώνει χριστιανός και ο καθ’ ημέραν βίος του, να είναι αφιερωμένος στον μαμμωνά, να είσαι, ας πούμε, υπάλληλος τραπέζης).

    Ζούμε σε μια κατάσταση αληθούς παράνοιας και παρακρούσεως. Δεν το βλέπεις αυτό; Πώς θα ειρηνεύσουμε εάν δεν βάλουμε τον Χριστό στη ζωή μας; Αλλά να τον βάλουμε πραγματικά, να γίνουμε κοινωνία του Χριστού, και όχι του πονηρού. Πώς αλλιώς μπορεί αν γίνει αυτό παρά με το να διασπείρουμε τον Χριστό μέσα τον κοινωνικό μας βίο; Αλλά αυτό σημαίνει ότι ξέρουμε τί μας γίνεται, τι αναζητούμε, πρέπει να έχουμε συνείδηση τι χρειαζόμαστε και την βούληση να το πραγματοποιήσουμε.

    Επομένως, να βάλουμε το Άγιο στη ζωή μας.

    Σε ευχαριστώ

  15. δεν συμφωνώ σε κάποια (στις δύο τελευταίες παραγράφους) από όσα μού καταλογίζετε, αλλά δεν πειράζει. Στην απάντηση μου στον κ. Καστρινάκη θα δείτε ότι και εμένα με ενδιαφέρει η σωτηρία της παραδόσεως.

    Δεν καταδικάζω τον π. Λουδοβίκο, απλά θεωρώ ότι η σκέψη του δεν έχει φτάσει στην καθαρή έννοια ή ιδέα της φιλοσοφίας, και αυτό για [i]εμένα[/i] αποτελεί περιορισμό που πρέπει να ξεπεραστεί. Στηρίζομαι μόνο σε όσα έχω ακούσει σε ομιλίες του και σε ελάχιστα κείμενα. Επομένως κατ’ ουσίαν στράφηκα ενάντια σε αυτά που παρουσιάστηκαν στα δύο υπό αναφορά άρθρα. Αν αυτά όντως αντανακλούν τη σκέψη του π. Λουδοβίκου, τότε οφείλω να επιμείνω ότι αυτό δεν συνιστά αληθή στοχασμό, διότι αυτός πρέπει να εκκινεί από την Ιδέα. δείτε παρακαλώ και το παράδειγμα περί ψυχής, που αναφέρω στην απάντησή μου στον κ. Καστρινάκη. Βεβαίως αυτό δε σημαίνει ότι η προσπάθεια του δεν έχει περιεχόμενο, αφού μπορεί πράγματι να μας βοηθήσει να δούμε ενδελεχέστερα το περιεχόμενο της ορθοδοξίας.

    κατά τ’ άλλα τα λέτε υπέροχα, δεν μπορώ να διαφωνήσω σε τίποτε (βεβαίως η έννοια αναφέρεται σε εμπειρίες και βιώματα).

    σας ευχαριστώ

  16. Πέρα από το ζήτημα της [i]«καθαρής έννοιας»[/i], υπάρχει ένα ακόμα σημείο βασικής αναφοράς σου το οποίο νομίζω ότι αξίζει να διερευνήσουμε, αγαπητέ Παύλο. Θα το εντοπίσω μέσα από μια τριπλή αντίστιξη:

    «Στην Ελλάδα και μόνο σε αυτήν υπάρχει η ανάμνηση του νοήματος, δηλαδή η γνώση της δυνατότητας αληθούς σχέσεως με το Θεό και κατά χάριν θεώσεως.» Είναι μια ομολογία που κάνει να αναρωτιέμαι αν υπάρχει τίποτα περισσότερο, το οποίο θα αξιωνόταν να συνειδητοποιήσει, κανείς, στη ζωή του ολόκληρη. Προσυπογράφω λοιπόν και με τα δυο μου τα χέρια. Πλην όμως:
    «Αλλά γιατί ανησυχούν [οι ορθόδοξοι]; Νομίζουν ότι κάποιος δίνει σημασία στην “ορθοδοξία” τους;» Μια φράση, εδώ, που… δυσπιστώ ότι συντάχθηκε από τον ίδιο συντάκτη! «Δυσπιστώ» επιπλέον, κι αν ο συντάκτης αυτός κατοικεί στην… ίδια χώρα με μένα. Πλην, πάλι:
    «Το ότι βέβαια η κοινωνία μας είναι απόλυτη ακοινωνησία δεν παίζει κανένα ρόλο.Ούτε ότι ο μέσος Έλληνας είναι άνθρωπος απατεώνας, ψευτοκαυχησιάρης, α-νόητος, αναπολών τις χαμένες ανέσεις και ουσιαστικά αναζητών αυτά που ΄χει η κακή Δύση.» Ένα ειρωνικό τώρα σχόλιο του οποίου το μήνυμα, ωστόσο, προβαίνει σε πλήρη αναίρεση του μηνύματός σου που έχω, εδώ, παραθέσει ως ακριβώς προηγούμενο.

    Επί του πυρήνος, λοιπόν: Προφανέστατα σήμερα «μέσος Έλληνας» είναι ο άνθρωπος, αυτός, τον οποίο ιστορείς. Με εξίσου ορατή εξαίρεση πάντως τους λίγους, εκείνους, συμπολίτες του που εξακολουθούν να δίνουν – ναι – σημασία στην ορθόδοξη πίστη τους.
    Σε επίπεδο λαίκού σώματος, φίλε Παύλο, οι άνθρωποι ξέρεις ορίζουν τη μοίρα τους πάνω στην ορόσημη ετούτη διάκριση: Από τη μία μεριά στέκονται όσοι μαθαίνουν τη ζωή μέσα από την τηλεοπτική (ή και διαδικτυακή) τους οθόνη. Ενώ από την άλλλη όσοι, λίγοι, διαλέγουν να τη δούν ιδίοις όμμασι.
    [b]Όσοι πράξουν βεβαίως το λάθος να προκρίνουν το πρώτο, είναι δεδομένο ότι θα κατανοούν – περαιτέρω – ως «ανάμηνηση Νοήματος», α-πο-κλει-στι-κά, τη Διαβολή του.[/b]

    Υποθέτω, συμφωνούμε. Πάνω στην κρίσιμη ετούτη στιγμή, ωστόσο, αποφασίζεις εσύ να_ ε ν ο χ ο π ο ι ή σ ε ις_ τα [b]θύματα[/b]: [i]Αυτά φταιν που ηττηθήκαν[/i], διακηρύσσεις στεντόρεια.
    Είναι το σημείο στο οποίο θα πρέπει να αποφανθούμε για το «πώς» κινείται η Ιστορία: Την κινούνε τα πλήθη; Ή ηγούνται οι ηγέτες τους;
    [b]Το πιο κρίσιμο εν τούτοις: «Ποιοι» ακριβώς είναι ηγέτες; Αυτοί τους οποίους βλέπει, σε βάθρα κι εξέδρες, ο δήμος; Ή είναι αυτοί, απ’ των οποίων, τις απόψεις διαπλάθεται;[/b]

    Αν είναι να απαντήσουμε – καταλήγω – στο [i]«ποιος δίνει σημασία στην ορθοδοξία των ορθοδόξων;»[/i] προβαίνει απαραίτητο να έχουμε συμπεράνει, πρωτύτερα, «τι» κινεί την Ιστορία:
    Την κινεί η απτή χρεία; Ή η χρεία νοήματος;
    [b]Οι διανοούμενοι μας, ρωτώ, τρεις αιώνες ήδη πίσω, βλέπεις μήπως εσύ να «δίνουν» αλλού «σημασία» – παρεκτός απ’ το νόημα;[/b]

  17. αγαπητέ Γιώργο, απορώ πώς κανείς δεν πρόσεξε ότι στο πρώτο μου post βάζω συνέχεια “” στο ορθόδοξοι και ορθοδοξία. Περί ειρωνείας επρόκειτο όχι περί ενοχοποιήσεως.

    όσον αφορά στο πρόβλημα της σχέσεως της ορθοδοξίας με την ιστορία, αντί άλλης απαντήσεως θα σε παρακαλούσα να διαβάσεις, όταν έχεις σχόλη, το μικρό κειμενάκι από τον Μάξιμο που παραθέτω και να μου πείς τι νομίζεις ότι πρέπει να καταλάβουμε εμείς σήμερα από ένα τέτοιο κείμενο, και εάν εν τέλει μήπως ο Διαφωτισμός δεν ήταν και τόσο κακός;

    http://www.impantokratoros.gr/CF7C18F4.el.aspx

  18. [quote name=”Παύλος Κλιματσάκης”]
    όσον αφορά στο πρόβλημα της σχέσεως της ορθοδοξίας με την ιστορία, αντί άλλης απαντήσεως θα σε παρακαλούσα να διαβάσεις, όταν έχεις σχόλη, το μικρό κειμενάκι από τον Μάξιμο που παραθέτω και να μου πείς τι νομίζεις ότι πρέπει να καταλάβουμε εμείς σήμερα από ένα τέτοιο κείμενο, και εάν εν τέλει μήπως ο Διαφωτισμός δεν ήταν και τόσο κακός;

    http://www.impantokratoros.gr/CF7C18F4.el.aspx

    [/quote]

    Αντί άλλου σχολίου, θα σας προέτρεπα να δείτε το βίντεο (κυρίως τα πρώτα 13′) της προχθεσινής ανάρτησης, δηλαδή την ομιλία του π. Ανανία Κουστένη με τίτλο “Η Εκκλησία απέναντι στην κρίση”. Διαβάζοντας τέτοια μη θεολογικά κείμενα, οφείλει κανείς να ἐχει υπ’ όψιν του και την ιστορική συνάφεια.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here