Θεσμός, Σχέση, Ρυθμός

3
68

Γιώργος Μιλτ. Σαλεμής

Εισαγωγή

Παραμονή Χριστουγέννων, βρεθήκαμε πάλι με φίλους καλούς. Η συζήτηση δεν άργησε να κορώσει. Κατάληξε γρήγορα -πού αλλού; – στο συμπέρασμα: ”χρειαζόμαστε κανόνες”. Για μια ακόμα φορά μειοψήφησα! Προσπάθησα να αναπτύξω την άποψή μου, μα δεν πρόκαμα. Θες γιατί αυτές οι συζητήσεις είναι σαν τον αριθμό “π”, όπου δεν είναι στη φύση του να τελειώσει ποτέ, θες γιατί οι συναντήσεις αυτές είναι σαν την ρίζα του -1, οπού πρέπει να υψωθούν στο τετράγωνο για να γίνουν κάτι πραγματικό, θες γιατί οι συζητήσεις για τους κανόνες και τους κανονισμούς δεν επιδέχονται – τουλάχιστον εδώ στην Ελλάδα – κανονισμούς και κανονικότητες, πάντως ανάγκη πάσα να βάλω κάποια πράγματα στο χαρτί.

Γράφω υπέρ των φίλων εκείνων των καλών, των ειλικρινών, εκείνων των ανθρώπων που πονάνε τον Τ(ρ)όπο μας και οι συλλογισμοί τούς οδήγησαν -πού αλλού; -στο να ζητάνε επιτακτικά “κανόνες”. Γράφω, όμως, και κατάτων άλλων φίλων, εκείνων που, είτε εκ του πονηρού ζητούν να επιβάλλουν κανόνες για να έχουν τα πάντα (εκείνα τα “πάντα” που χωράνε στο στενό εξουσιαστικό τους μυαλουδάκι) υπό έλεγχο, είτε εκ της ιδιωτείας τους ορμώμενοι απαιτούν κανόνες νομίζοντας έτσι πως το ασφαλές(!) κοινωνικό τους περιβάλλον θα τους επιτρέψει να επιστρέψουν γρήγορα στην ελεύθερη(!!!) απόλαυση της…ιδιωτικής τους ζωής.

Η λαγνεία των θεσμών και των κανόνων είναι κι αυτή αμάρτημα

Η λαγνεία είναι ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Η λαγνεία των θεσμών και των κανόνων δεν εξαιρείται! Δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο διότι αποτελεί ανώτατο και τελευταίο στάδιο της ονείρωξης του ιδιώτη. Αν τελικά του συμβεί – αν πετύχει, που λέμε – θα μπορέσει να γυρίσει πλευρό και να συνεχίσει τον μακάριο ύπνο του μέσα στα ζεστά σκεπάσματα της ιδιωτείας του, νομίζοντας πως έχει με ένα σμπάρο ρίξει δυο τρυγόνια.

Ορέγεται, ο ιδιώτης, τη λεπτομερή επιβολή κανόνων και την αυστηρή τήρησή τους, διότι θέλει να είναι όλα στη ζωή του κανονισμένα -έστω κι αν έχουν φροντίσει άλλοι γι’ αυτό – ώστε, από το πρωί που θα βγει από το σπίτι του μέχρι το βράδυ που θα γυρίσει, να μην έχει ανησυχήσει για τίποτα το μη κανονισμένο από το μυαλό του, το μη προβλέψιμο από την παγωμένη του ψυχή.

Θα κάνει ό, τι έχει να κάνει “έξω”και μετά θα γυρίσει “μέσα” για να απολαύσει την ιδιωτική ζωή που απολαμβάνει το χαμστεράκι. Το μέγιστο της περιπέτειας που μπορεί να ονειρεύεται αυτός ο τύπος ανθρώπου είναι ο ηδονισμός ενός “ξενοπηδήματος”, με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι το αφροδισιακό υποβοηθητικό -κάτι σαν ένα πνευματικό βιάγκρα – της “επαγγελματικής επιτυχίας” θα έχει επενεργήσει. Μόνον ένας winner-χαμστεροπόντικας μπορεί να έχει “δικαίωμα πρόσβασης”σε τέτοιες περιπέτειες. Ο loser-χαμστεροπόντικας ποτέ!

Ποια η διάκριση μεταξύ των δύο; Απλό είναι: Ο πρώτος, “διατρέχει” με επιτυχία τα αυστηρώς κανονισμένα δοντάκια του περιστρεφόμενου τροχού της χαμωζωής του, εξαντλώντας τα περιθώρια του βαθμού ελευθερίας που έχει. Γιατί έχει, βέβαια, κάποιο βαθμό ελευθερίας…πόσα δοντάκια θα πηδάει κάθε φορά, αν θα πηδάει ένα- ένα, δύο-δύο, αν θα πατάει στην άκρη ή στη μέση, αν θα κουνάει την ουρά του στον αέρα. Και, φυσικά, έχει την ελευθερία της ταχύτητας! Γι’ αυτό όλα τα χαμστεράκια γουστάρουν “βαρύ ζεϊμπέκικο και νευρικό τιμόνι”[i]. Ο δεύτερος, μη έχοντας τη “στόφα του νικητή”, αρκείται να βλέπει τον πρώτο που περιστρέφει τον τροχό απολαμβάνοντας (!) υψηλές ταχύτητες. Άλλοτε τον θαυμάζει και άλλοτε τον φθονεί. Άλλοτε τον θέλει κι άλλοτε τον απορρίπτει. Άλλοτε συναρπάζεται από τη συγκίνηση της περιστροφής, περί τον ίδιο πάντα άξονα, και άλλοτε…βαριέται θανατερά. Και οι δύο, δεν υποπτεύονται ότι “κάτι άλλο” αρχίζει εκεί που τελειώνει το κλουβί τους! Ότι αυτό το “κάτι άλλο”το λένε Ευ Ζην και είναι “η ζωή γι’ αυτούς” σε αντίθεση με το κλουβί όπου “η ζωή είναι για τους άλλους”!

Η Κρατική Νταντά Μακ Φι!

Αυτές τις μέρες του Δωδεκαημέρου είδα επίσης – ανάμεσα σε ένα χανγκ όβερ και σε ένα άλλο χανγκ όβερ- μιαν ωραία ταινία στην τηλεόραση: την Νταντά Μακ Φι!

Όταν τα παιδιά ατακτούν εμφανίζεται η Νταντά Μακ Φι[ii], η οποία μάλιστα, είναι και “Κρατική”!!! Ναι, καλά διαβάσατε! Δύο φορές το επαναλαμβάνει, προ του έκπληκτου πατέρα, χωρίς να εξηγεί περαιτέρω. Πρόκειται για την Κρατική Νταντά Μακ Φι!!! Εμφανίζεται και διατυπώνει τον κανόνα της, “τον νόμο αναπαραγωγής της” όπως θα έλεγε κάποιος φίλος αγαπητός: “Όταν με χρειάζεστε και δεν με θέλετε, μένω. Όταν δεν με χρειάζεστε και με θέλετε, φεύγω”. Το έργο της είναι απλό. Συνίσταται στο να διδάξει στα παιδιά πέντε μαθήματα: 1) Πότε να κοιμούνται 2) Πότε να ξυπνάνε 3) Πότε να ντύνονται 4) Πότε να ακούνε και 5) Πότε να κάνουν ακριβώς ό, τι τους λένε.

“Γυρίστε στην εφημερίδα σας”, είναι η πρώτη κουβέντα της Κρατικής Νταντάς προς τον μπαμπά των έξι ατίθασων και απείθαρχων παιδιών, του οποίου το επάγγελμα είναι νεκροθάπτης!

Σκέφτηκα πως η ιστορία τούτη είναι ό, τι πρέπει για τον Ιδιώτη μας που ονειρεύεται…. Ένα χτύπημα στο πάτωμα, με το μαγικό ραβδί, και αμέσως τα παιδιά υφίστανται τις συνέπειες των πράξεών τους και δεν τολμούν να το ξανακάνουν! Και ο μπαμπάς-νεκροθάπτης είναι “ελεύθερος”να γυρίσει στην εφημερίδα του. …”Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε…έχουμε και μια εφημερίδα να διαβάσουμε!!!”

Άλλος για…Σύρο τράβηξε

Οι μεταφορές των εμπορευμάτων στην Σύρο γίνεται με τους εξής τρόπους. Είτε κάποιος μεταφέρει τα δικά του προϊόντα και τα παραδίδει στον πελάτη του, είτε ο πελάτης μεταφέρει τα αγορασμένα από εκείνον προϊόντα από τον χώρο του προμηθευτή μέχρι την αποθήκη του, είτε ο προμηθευτής παραδίδει τα εμπορεύματα στον μεταφορέα κι εκείνος, μαζί με πολλά και ποικίλα εμπορεύματα, τα τακτοποιεί στα δικά του φορτηγά και τα στέλνει στην αποθήκη του στη Σύρα. Εκεί γίνεται διαλογή και ιεράρχηση. Ακολουθεί η διανομή τους στα καταστήματα ή στις αποθήκες των πελατών. Αν το εμπόρευμα (ή και ο πελάτης) είναι μικρής αξίας τότε ο μεταφορέας απαιτεί να γίνει η παραλαβή από τον ίδιο. Απλά πράγματα.

Άσχετο: Για την ιστορία των εργατικών δικαιωμάτων σημειώνουμε ότι για κάθε τι που φορτώνεται ή ξεφορτώνεται από την Σύρα και προς την Σύρα, πάνω στο έδαφος της Σύρας, το σωματείο των φορτοεκφορτωτών αμείβεται είτε έχει κάνει τη δουλειά είτε όχι. Δηλαδή, οι φορτοεκφορτωτές πληρώνονται ακόμα κι αν κάποιος ξεφόρτωσε τα εμπορεύματα με το κλάρκ που χειριζόταν ο ίδιος!

Άλλος στις Ύδρα τα στενά

Στην Ύδρα τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Μέχρι το 1998 και για τριάντα χρόνια, τις μεταφορές, όλες τις μεταφορές εκτός από το νερό, εκτελούσε το καΐκι “Ελένη Π”. Ήταν ένα ξύλινο σκαρί, χτισμένο στη Σκιάθο το 1939. “Πέραμα” ήταν ο τύπος του και η χωρητικότητα του έφτανε τους ογδόντα τόνους. Τη μεταφορά του νερού την έκανε -και νομίζω κάνει ακόμα- η υδροφόρος “Νεκταρία”που είναι σιδερένια.

Η πανέμορφη “Ελένη Π.”, μια φορά την εβδομάδα, κατέπλεε στο Κερατσίνι. Στον ντόκο που έπιανε, μετά βίας κάποιος ψηλός άνδρας άγγιζε την κουπαστή της τεντώνοντας τα χέρια και τα πόδια του. Καθώς άρχιζε να φορτώνεται, το σκάφος βυθιζόταν σταδιακά. Από το βύθισμα αυτό, είχαμε μάθει και υπολογίζαμε αν θα προλάβουμε να φέρουμε κι άλλο φορτίο. Όταν τιγκάριζε αρκούσε ένα μικρό βηματάκι από τον ντόκο για να βρεθεί κάποιος στην κουβέρτα του. Η φόρτωση όλη γινόταν με τα χέρια και με τα μαδέρια, ήγουν με κεκλιμένα επίπεδα οπού σύρονταν τα βαριά κιβώτια. Μερικές φορές, για τα πολύ μεγάλα αντικείμενα, χρειάζονταν τα βίντζια του σκαριού. Ναύτες και καπετάνιος ήταν φίλοι μας. Να τους κεράσουμε ένα μπουκάλι, ούζο ή μπράντυ, ήταν χαρά μας. Κάπου κάπου, ειδικά στη γιορτή του αγίου τους (ο καθένας είχε τον δικό του), μας παράγγελναν κανένα μεγάλο μπουκάλι για να το πάνε στην εκκλησία. Ήταν η σειρά τους για κεράσματα.

Μετά το 1998, οπότε η “Ελένη Π”αποστρατεύτηκε και αφέθηκε να σαπίζει σε ένα καρνάγιο της Σαλαμίνας, τις μεταφορές ανέλαβε η “Γεωργία Μ”. Επιβατηγό οχηματαγωγό αυτή, ανοικτού τύπου. Άλλαξε λίγο το δρομολόγιο. Τώρα τα εμπορεύματα έφταναν στον Βοτανικό, κάπου εκεί στο βοηθητικό γήπεδο του “Θρύλου”, φορτώνονταν στα αυτοκίνητα και πήγαιναν στην απέναντι, επί της Πελοποννήσου, ακτή. Εκεί, μεταφορτώνονταν στην “Γεωργία Μ”, η οποία, με ένα σύντομο θαλάσσιο ταξίδι τα έφερνε, και τα φέρνει, στο κέντρο του λιμανιού….εκεί που πάταγε ο Μιαούλης.

Και οι δύο κυρίες των μεταφορών έπρεπε να δέσουν μεσημεριανές ώρες της μιας μέρας και μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες να ξεφορτώσουν και να φύγουν. Αυτός ήταν, και παραμένει, όρος απαράβατος. Τώρα, με το οχηματαγωγό, η κατάσταση έχει αλλάξει μόνο ως προς το ότι μπορεί και φέρει επάνω του ένα κλάρκ το οποίο όμως απαγορεύεται να κινηθεί έξω από τον καταπέλτη του πλοίου. Από τη στιγμή που θα πιάσει ντόκο το σκάφος ένα μεγάλο πλήθος ανδρών ακροβολίζεται γύρω στον καταπέλτη του συνεπικουρούμενοι από πλήθος αχθοφόρων ζώων(ημιόνων και αλόγων), ενίοτε και χειραμαξών. Άλλα εμπορεύματα περνάνε αμέσως από χέρι σε χέρι και κατευθύνονται στις αποθήκες. Άλλα ντανιάζονται στην προβλήτα ανάλογα με τον αποδέκτη. Άλλοτε είναι κάποιος εκεί και τα μετράει άλλοτε όχι. Αν δεν είναι, θα φτάσει σε λίγο. Μπορεί να φορτώσει τα μουλάρια ή το καρότσι και να φύγει για το πρώτο αγόι.

Ήδη γίνεται σαφές πως το “σύστημα”μεταφοράς των προϊόντων της Ύδρας είναι τελείως διαφορετικό από εκείνο της Σύρας. Στην Ύδρα τίποτα δεν θα λάβεις αν δεν πας μόνο σου να το παραλάβεις. Θα πιάσεις ένα πόστο και θα περιμένεις με υπομονή να σε φωνάξουν. Ανάλογα πώς έτυχε να φορτωθεί το κάθε τι θα περιμένεις λίγο ή περισσότερο. Αν αυτό που περιμένεις είναι του ψυγείου θα ξεφορτωθεί από τα πρώτα. Μπορεί να είσαι από τους πρώτους των πρώτων προϊόντων που θα ξεφορτωθούν αλλά μπορεί να είσαι και από τους τελευταίους των πρώτων. Αν δεν είναι ψυγείου, τότε, μπορεί να είσαι και από τους τελευταίους των τελευταίων που θα ξεφορτωθούν.

Παρ’ όλα αυτά, παρά τον κάματο και το κάμα του καλοκαιριού, οπότε ξεφορτώνονται και τα περισσότερα εμπορεύματα, καβγάδες και τσακωμοί δεν παρατηρούνται. Κι αν καμιά φορά βάλει τις φωνές κανένας, γρήγορα ο …ήχος αποσβένυται. Κι αν καμιά φορά βιαστεί κανένας και πάει να παρακάμψει τους άλλους, μπαίνοντας ανάμεσα στα πόδια των ναυτών, τότε ο ήχος των πολλών σίγουρα δεν είναι αποσβέσιμος. Ιεραρχία δεν υπάρχει. Προτεραιότητα κανένας δεν έχει. Κανόνες δεν υφίστανται. Ελεγκτές των κανόνων δεν υπάρχουν. Ποινές και τιμωρίες είναι κατηγορίες άνευ αντικρίσματος. Παρά ταύτα ό, τι φορτωθεί ξεφορτώνεται, όλοι παίρνουν εκείνα που παρήγγειλαν, εκείνα που τους χρειάζονται. Πολύ σπάνια γίνονται ζημιές. Ποτέ καράβι δεν έμεινε φορτωμένο, ποτέ δεν ξέμεινε η Ύδρα από αγαθά για λόγους ανεπάρκειας του logistic ή επειδή το “σύστημα” μεταφοράς των αγαθών στην Ύδρα δεν είναι σύστημα!

Το “σύστημα” δεν είναι σύστημα γιατί δεν είναι “τεχνικό”

Ο λόγος που το “σύστημα”δεν είναι σύστημα; Μα είναι απλό: υπάρχουν καταστάσεις – όπως της Σύρας – που επιδέχονται οργάνωση, τυποποίηση, κανονισμό. Και υπάρχουν καταστάσεις – όπως της Ύδρας – που δεν επιδέχονται! Γιατί δεν επιδέχονται; Για πολλούς και διάφορους λόγους.

Πρώτα απ’ όλα: Γιατί στην Ύδρα δεν υπάρχουν οχήματα. Γιατί η εκφόρτωση δεν έχει εκτεχνικευτεί. Εκτός από το κλάρκ που λέγαμε, πάνω κάτω, παραμένει στο ίδιο επίπεδο εκτεχνίκευσης εδώ και εκατοντάδες χρόνια! Όχι πως κάποιοι δεν ήθελαν αυτή την εκτεχνίκευση. Έγινε μάχη. Με τις υπερβολές και τις ακρότητες. Τελικά επικράτησε η εχθρική – πλην όμως αυθόρμητη και μη συνειδητή – στο Τεχνικό Σύστημα πτέρυγα: Δυο αυτοκίνητα του δήμου, ένα φορτηγό και ένα απορριμματοφόρο. Τίποτα άλλο, είτε έχει μηχανή εσωτερικής καύσης είτε έχει ηλεκτροκινητήρα. Αυτά βέβαια στη στεριά. Ένα μέτρο “έξω” από τη στεριά τα πλεούμενα μεταμορφώθηκαν σύμφωνα με την τελευταία λέξη της τεχνικής.

Στη συνέχεια: Γιατί δεν υπάρχουν διαθέσιμοι αποθηκευτικοί χώροι όπου θα μπορούσε να γίνει η προσωρινή τακτοποίηση και εν συνεχεία η μεταφόρτωση και η διανομή. Η πολεοδομική μορφή, η αξία των ακινήτων, η Ιστορία, η μεταφυσική της Ιστορίας, το ένα και μοναδικό Πρόσωπο του Τ(ρ)όπου, ήγουν το Λιμάνι. Όλα αυτά και άλλα τόσα καθιστούν αδύνατη τη μεταφόρτωση και τη διανομή. Με την εκφόρτωση τα προϊόντα πρέπει να πάρουν τη θέση τους στην αποθήκη του αποδέκτη τους, ατάκα και επιτόπου.

Πάρα κάτω: Γιατί τα προϊόντα είναι ποικίλα. Γιατί οι προμηθευτές των προϊόντων είναι πολλοί και διάφοροι. Γιατί δεν είναι πάντα οι ίδιοι. Ποικίλα είναι και τα πρόσωπα που τα αναμένουν. Ένα πρόσωπο θα πάει σήμερα να παραλάβει και μπορεί να ξαναπάει του χρόνου ή να μην πάει ποτέ ξανά. Ένα προϊόν μπορεί να φτάσει σήμερα, για πρώτη φορά, και μετά να μη ξαναεμφανιστεί ποτέ. Σήμερα κάποιος έχει πολλά να περιμένει, αύριο όμως έχει λίγα. Αυτός μπορεί να είναι έμπορος αλλά μπορεί να είναι και ιδιώτης. Μπορεί το φορτίο που περιμένει να είναι ευπαθές μπορεί και όχι. Μπορεί να είναι εύθραυστο. Μπορεί να είναι στερεό, υγρό ή αέριο. Μπορεί να είναι του ψυγείου. Μπορεί να πάει εκεί κοντά, ένα δυο στενά παραμέσα. Μπορεί όμως να πάει κάπου μακριά μεταφορτώνοντάς το σε μουλάρια ή σε άλλα μικρότερα σκάφη.

Με άλλα λόγια: Όλα και όλοι πρέπει να εξυπηρετηθούν από έναν και μόνο πόρο, με έναν και μόνο τρόπο. Δεν μπορεί ο καθένας που θέλει κάποιο αντικείμενο να το φορτώσει στο ΙΧ και να τα φέρει. Το γεγονός αυτό, μαζί με τα υπόλοιπα που προαναφέραμε, τείνουν να συγκεντρώσουν το χάος των προμηθειών της Ύδρας σε έναν μόνο τόπο, σε έναν μόνο τρόπο. Κάτι τέτοιο στη Σύρα δεν γίνεται. Εκεί, το χάος διαχέεται κατά ένα μικρό μέρος, το πιο μπελαλίδικο για τους μεταφορείς. Το υπόλοιπο μέρος του χάους που απομένει είναι τέτοιο που με την άπλα της Σύρας και την υπερβολική χρήση των τεχνικών μέσων – αυτοκινήτων, πλοίων κ.α.- καθίσταται εύκολα τυποποιήσιμο και συστηματοποιήσιμο.

Όποιος επιχειρήσει να οργανώσει τις μεταφορές της Ύδρας όπως τις μεταφορές της Σύρας, όποιος δηλαδή προσπαθήσει να τις τυποποιήσει και να τις εντάξει σε ένα σύστημα, όχι απλώς θα αποτύχει και θα καταστραφεί αλλά θα γελάει και το παρδαλό κατσίκι. Ήδη απέτυχαν κάποιοι που προσπάθησαν να χωθούν και να αποκομίσουν κέρδη από το “σπάσιμο του μονοπωλίου”. Γιατί, πρέπει να πούμε, ότι και από την πλευρά του μεταφορέα υφίσταται αυτό το προσωπικό στοιχείο που υφίσταται και από την πλευρά του πελάτη. Δεν μπορεί μονοπωλιακώς να υπάρξει στην αγορά. Δεν μπορεί δι’ αντιπροσώπου να γίνει η δουλειά. Αν και ο καπετάνιος δεν είναι πάντα εκεί μπροστά είναι, ωστόσο, κάπου εκεί κοντά. Ένα δυο άτομα αμέσως κάτω από αυτόν και κάμποσοι άλλοι αμπόρντο. Σπανίως κινητοποιείται όλη η “ιεραρχία”, ενώ το σύνηθες είναι να “παραβιάζεται” και να “υπερβαίνεται προς τα κάτω”. Λύνονται προβλήματα, δηλαδή, χωρίς την παρέμβαση του καπετάνιου στα πολλά και ποικίλα ζητήματα της εκφόρτωσης.

Το χάος των μεταφορών της Σύρας έχει τακτοποιηθεί μία φορά, έχει “παγώσει” σε ρουτίνα και έχει γίνει θεσμός και κανόνας. Το χάος των μεταφορών της Ύδρας απαιτεί να τακτοποιείται κάθε φορά έτσι που την επόμενη φορά να παραμένει…χάος! Πρόβλημα; Για μερικούς, μεγάλο. Για άλλους πάλι, στους οποίους αρέσει η ζωή στην Ύδρα, καθόλου πρόβλημα. Γιατί, απλούστατα, το να πας να λύσεις το πρόβλημα της Ύδρας με τη συνταγή της Σύρας θα σημαίνει όξυνση του προβλήματος και τελικά μη λύση. Στην Ύδρα δεν θα πάνε ποτέ μεγάλες εταιρείες μεταφορών να αναλάβουν τη δουλειά γιατί η κατάσταση εκεί δεν “χωράει” στο σύστημά τους, στη συγκεκριμένη εκδοχή της τάξης που πρεσβεύουν, στη ρουτίνα τους, που είναι άπαξ διαμορφωμένη και δεν έχει την ικανότητα να αναπροσαρμόζεται ανά πάσα στιγμή. Στη μεν Σύρα, η με την καλή έννοια γραφειοκρατία δημιουργείται μία φορά και για πάντα, στη δε Ύδρα, η γραφειοκρατία, συγκροτείται για όσο είναι δεμένο το καράβι στον ντόκο και καταλύεται με τον απόπλου. Η με την καλή έννοια γραφειοκρατία -ήτοι: τάξη, μέθοδος, ουδετερότητα, οργάνωση και αποτελεσματικότητα[iii]– υπάρχει και στην Σύρα και στην Ύδρα. Στη μεν Σύρα αποκτώντας έναν κάποιο ρυθμό ( ρυθμό με την ψιλή έννοια) γίνεται θεσμός· στην δε Ύδρα γίνεται σχέση, αποκτά σαφή ρυθμό και, τελικά, γίνεται θεσμός με την ψιλή του έννοια. Ας δούμε συγκεκριμένα.

Θεσμός(=δεσμός, κατά Ζουράριν)

Θεσμός είναι ο κανόνας εν περιλήψει. Λένε πως όταν ο θεσμός γίνεται λεπτομερής εκφυλίζεται σε κανόνα. Τότε ο θεσμός λειτουργεί θετικά σε “ό, τι προβλέπεται” και αρνητικά σε ό, τι δεν χωράει στις προβλέψεις εκείνων που τον μοντάρισαν. Θεσμός στη Σύρα είναι όλο το σύστημα μεταφοράς. Στην Ύδρα, θεσμός- δεσμός, είναι μόνο ότι το καράβι έρχεται μία μέρα την εβδομάδα, ξεφορτώνει και φεύγει την επόμενη. Αυτός ο “δεσμός” συνδέει το νησί με την στεριά, αυτός ο “δεσμός” συνδέει τον πελάτη με τον προμηθευτή, αυτός ο “δεσμός” συνδέει τα πρόσωπα που λαμβάνουν μέρος στο δούναι και λαβείν, αυτός ο “δεσμός”συνδέει την παραγωγή με την κατανάλωση. Δεν είναι καθόλου λεπτομερής, δεν είναι είναι καθόλου συγκεκριμένος. Είναι απλώς..ρυθμισμένος. Ξέρεις την ημέρα και, περίπου, την ώρα που θα δέσει το καράβι. Αν και αυτό, κάποιες φορές, αλλάζει γιατί την ημέρα εκείνη μπορεί να είναι μια σημαντική γιορτή. Μια απλή ανακοίνωση αποκαθιστά την ανωμαλία.

Στην Σύρα, αντίθετα, ο τόσο λεπτομερής θεσμός δεν περιλαμβάνει ανάλογη ρύθμιση, δεν έχει κάποιον ρυθμό. Αν στείλεις τα προϊόντα σου σήμερα θα φτάσουν σε δύο τρεις μέρες. Αν παραγγείλεις σήμερα και ο προμηθευτής εκτελέσει την παραγγελία μέσα σε τρεις μέρες, όπως ισχυρίζεται ότι συνηθίζει, τότε, θα παραλάβεις, το πολύ, σε μια βδομάδα. Αυτό, εφόσον επαναλαμβάνεται στον χρόνο, είναι κάποιο είδους ρυθμός αλλά με την ψιλή έννοια. Το έλλειμμα ρυθμού το έχει αναπληρώσει η κανονιστικότητα, η λεπτομερής τήρηση των διαδικασιών. Δεν σε νοιάζει πότε θα παραλάβεις το εμπόρευμα γιατί δεν απαιτείται από σένα να κάνεις κάτι. Ο μηχανισμός της διανομής θα τεθεί σε κίνηση και το προϊόν θα έρθει στην πόρτα σου, μα σήμερα μα αύριο. Θα έχεις πρόβλημα μόνο αν αργήσει, μόνο αν η κανονικότητα των δύο τριών ημερών “σπάσει”. Αν, πάλι, είσαι από εκείνους που φορτώνουν μόνοι τους το αυτοκίνητο, δεν έχεις παρά να στείλεις τον οδηγό στην Αθήνα και να του αναθέσεις να παραλάβει, εκείνα από κει, τα άλλα από αλλού, κ.ο.κ. Πάλι δεν έχεις να κάνεις πολλά πράγματα εκτός από τα συνηθισμένα: να έχεις τον παρά και την υπομονή να ξεφορτώσεις, όταν με το καλό επιστρέψει.

Σχέση, η “εδω-και-τωρατζού”[iv]

Στην Σύρα νομίζει κάποιος ότι τα πράγματα είναι εύκολα, τακτικά, κανονισμένα, μεθοδικά, αποτελεσματικά. Θα έρθουν τα πράγματα, θα τα ξεφορτώσουν στην πόρτα σου άνθρωποι, που μπορεί να μην αδειάζεις και να μην αδειάζουν να τους δεις ούτε στο πρόσωπο, θα τα μετρήσεις, θα βάλεις μια τζίφρα και θα τελειώσεις. Κάποια μέρα θα περάσει ο υπάλληλος να πληρώσεις. Αν τα μεταφορικά τα πληρώνει ο προμηθευτής τότε δεν θα γίνει ούτε κι αυτό. Η τόση θεσμοποιημένη κανονικότητα δεν χρειάζεται πρόσωπα, δεν χρειάζεται διάλογο, δεν χρειάζεται διευθέτηση, δεν χρειάζεται παρέμβαση. Σου δίνει την εντύπωση πως τα πράγματα γίνονται μόνα τους και επομένως γίνονται “εύκολα”. Η παρουσία σου είναι περιττή για να μη πω πως είναι εμπόδιο.

Στην Ύδρα γίνεται το αντίθετο. Απαιτείται από σένα να πας, να δεις, να σε δούνε, να τους μιλήσεις, να σου μιλήσουν, να διευθετήσεις, να παζαρέψεις, να διαφωνήσεις, να συνεργαστείς, να παρέμβεις, να εφεύρεις λύσεις ευφυείς, να κανονίσεις ή – γιατί όχι – να παραιτηθείς από το να κανονίσεις αν η δουλειά γίνεται κανονικά με άλλον πέρα από τον δικό σου κανονικό τρόπο. Στην Ύδρα, για τους λόγους που προαναφέραμε, η πολυπλοκότητα δεν μπαίνει μέσα σε σύστημα, δεν μπαίνει μέσα στον θεσμό, αλλά χρειάζεται και άλλα πεδία για να υπάρξει. Τα επιπλέον πεδία που έρχονται να “συμπτύξουν τους λόχους τους” και να συνδράμουν τον με την ψιλή έννοια και μη επαρκή θεσμό, είναι, η Σχέση πρωτίστως και κατόπιν ο Ρυθμός!

Η Σχέση, αν δεν θέλει, δεν δεσμεύει το μέλλον και δεν δεσμεύεται από το παρελθόν. Δεν καθορίζει το μέλλον, αν δεν θέλει, και δεν καθορίζεται από το παρελθόν. Σχέση δημιουργούμε όταν δεν ξέρουμε τι να κάνουμε, όταν “βλέπουμε και κάνουμε”. Η Σχέση είναι του “Εδώ και Τώρα”. Αν πετύχει, και αν θέλει, γίνεται του “Τώρα και Πάντα”. Σχέση υπάρχει όταν, κάθε φορά, αυτό που κάναμε την προηγουμένη δεν επαρκεί, δεν ταιριάζει, δεν μας λύνει το πρόβλημα. Η σχέση απαντάει στο πρόβλημα, κάθε φορά σαν να είναι μια άλλη φορά, αφού εξετάσει προσεκτικά τα δεδομένα, δημιουργώντας μια συγκεκριμένη μέθοδο για το συγκεκριμένο πρόβλημα που τώρα εμφανίστηκε. Μπορεί να έχει εμφανιστεί και κάποια άλλη φορά με κάποια παρόμοια μορφή, όμως, αυτή η σπανιότητα στην εμφάνισή του δεν μας επέτρεψε να δημιουργήσουμε την ανάλογη ρουτίνα, δεν μας επέβαλε να “παγώσουμε” τη μέθοδο σε κανονισμό.

Ρυθμός, έμμετρος ροή

Από όσα είπαμε για την Σχέση ίσως νομίσει κανείς πως μάλλον είναι άσχετη με τον Ρυθμό, ήτοι με την επανάληψη και μια καθορισμένη τάξη στο χρόνο και σε δοσμένο τόπο. Αυτό δεν είναι σωστό. Στην πραγματικότητα, η Σχέση, συμμαχεί περισσότερο με τον Ρυθμό παρά με τον Θεσμό. Ο Θεσμός βοηθάει τη Σχέση όταν έχει μέσα του Ρυθμό, αν επαναλαμβάνεται με καθορισμένο τρόπο. Αν το καράβι έδενε στην Ύδρα μια Δευτέρα και μετά έδενε μια Παρασκευή θα ήταν θεσμός αλλά δεν θα είχε ρυθμό. Οπότε δεν θα διευκόλυνε τα πρόσωπα- διότι πρώτα πρώτα δεν θα γνώριζαν πότε δένει- να αναπτύξουν σχέση εκφόρτωσης και… εκφόρτισης.

“- Θα ‘ταν καλύτερα να ‘ρχεσαι την ίδια ώρα, είπε η αλεπού. Αν, για παράδειγμα, πρόκειται να έρθεις στις τέσσερις το απόγευμα, από τις τρεις κιόλας εγώ θ’ αρχίσω να’μαι ευτυχισμένη. Όσο θα προχωρεί η ώρα, τόσο περισσότερο ευτυχισμένη θα νιώθω. Στις τέσσερις κιόλας θ’ αρχίσω να εκνευρίζομαι και ν’ ανησυχώ. Θα ‘χω ανακαλύψει το τίμημα της ευτυχίας! Μα όταν εσύ θα ‘ρχεσαι μια οποιαδήποτε ώρα, δεν ξέρω ποια, ποτέ δεν θα ξέρω πότε θ’ αρχίσω να καρδιοχτυπώ… Χρειάζονται ορισμένα τυπικά.

  • –  Τι είναι ένα τυπικό; ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας.

–  Είναι κι αυτό κάτι ξεχασμένο από πολύν καιρό, είπε η αλεπού. Κάτι που κάνει κάποια μέρα να ‘ναι διαφορετική από τις άλλες μέρες, μια ώρα διαφορετική από τις άλλες ώρες. Για παράδειγμα, υπάρχει μια τυπικότητα στους κυνηγούς. Την Πέμπτη χορεύουν με τις κοπέλες του χωριού. Τότε, η Πέμπτη είναι μια μέρα υπέροχη! Κατηφορίζω για περίπατο μέχρι τ’ αμπέλι. Αν οι κυνηγοί χόρευαν κάθε φορά που θα τους ερχόταν το κέφι, οι μέρες θα ‘μοιαζαν όλες ίδιες, με αποτέλεσμα να μην έχω εγώ ποτέ διακοπές.”[v]

Αλλά, η Σχέση, δεν έχει μόνο καταγωγική…σχέση με τον Ρυθμό. Έχει και παραγωγική σχέση. Η Σχέση, όταν είναι μια πετυχημένη σχέση, παράγει Ρυθμό. Δέστε στον Έρωντα, δέστε στην Φιλία. Θέλουμε να ξαναγίνει κάτι που μας άρεσε. Επιθυμούμε- αφού ορεγόμαστε το ηδέον- να ξανακάνουμε αυτό που έγινε και ήταν καλό. Επιδιώκουμε την επανάληψη και μάλιστα με συγκεκριμένη τάξη μέσα στον χρόνο και σε δοσμένο χώρο. Αφού πήγαμε στο ντόκο, κάναμε τη δουλειά μας, είπαμε μια κουβέντα, είδαμε κάποιους ανθρώπους, κάναμε πλάκα κλπ, θα ξαναπάμε στον ντόκο. Μπορεί μάλιστα να πάμε λίγο πιο νωρίς, να πούμε αυτή τη φορά δυο κουβέντες, να πιούμε κι έναν καφέ, να κάνουμε κι αυτό που κάναμε έτσι, λίγο καλύτερα αλλιώς. Τότε η Σχέση που επαναλαμβάνεται δημιουργεί Ρυθμό· και οι δύο μαζί δημιουργούν Θεσμό.

Τριαρχικώς και τριλεκτικώς, κάτι από το “χιλιόψυχο & πολύμορφο ζώο”[vi]

Είναι ένας Θεσμός όμως που δεν είναι σαν της Σύρου, αν και μοιάζει. Εδώ πρόκειται για ένα τελείως διαφορετικό πράγμα γιατί την ύπαρξη του την συγκροτεί, τριαρχικά και τριλεκτικά, με τη Σχέση και τον Ρυθμό. Θεσμός, Σχέση, Ρυθμός είναι πλέον μια ζωντανή οντότητα, που συναιρείται ασυγχύτως και αδιαιρέτως. Κινείται και πάλλεται, άλλοτε προεξάρχοντος του Θεσμού, άλλοτε της Σχέσης και άλλοτε του Ρυθμού. Όταν δεν επαρκεί ο Θεσμός, σπεύδουν σε βοήθεια η Σχέση και ο Ρυθμός. Αλλά και για να μην δημιουργεί προβλήματα ο Θεσμός, λόγω της “παγωμένης” φύσης του, πάλι η Σχέση μαζί με τον Ρυθμό, τον προφυλάσσουν κρατώντας τον στο βάθρο της εν περιλήψει κανονικότητάς του, στον θώκο της ψιλής του ουσίας.

Κάτι ανάλογο γίνεται και στην Σχέση. Δεν μένει ασύδοτη. Δεν την αφήνουν να χαθεί στην…ενεστώτητά της, στην παροντοποίησή της, στο εδωκαιτωρατζίδικο στοιχείο της. Εντάσσεται σε έναν Θεσμό. Δεν αφήνεται στο τυχαίο. Επαναλαμβάνεται με έναν Ρυθμό. Θεσμός όμως και Ρυθμός δεν είναι μόνο τα όριά της (δόγματά της, κατά την ορολογία της Εκκλησίας) αλλά και προϋποθέσεις ύπαρξής της. Την γεννούν αλλά και τους εκπορεύει. Εκπορεύεται αλλά και γεννά. Την χρειάζονται αλλά και τους χρειάζεται. Τους συμπληρώνει και την…παραπληρώνουν. Είναι δηλαδή μια σχέση συμπληρωματική αλλά και παραπληρωματική. Ολοκληρώνεται το μέρος και και επιμερίζεται το όλον.

Τριλεκτικά και τριαρχικά πρέπει να κατανοήσουμε και τον Ρυθμό. Πατάει στον Θεσμό, κρατιέται και στη Σχέση. Είναι όμως και κάτι παραπάνω. Αυτό το παραπάνω είναι η έμμετρος ροή. Αυτό είναι το απαραίτητο που κομίζει στη σύναξη της τριάδας. Αλλά κι εκεί δεν πρέπει η ζωοδόχος έμμετρη και συμμετρική και αρμονική ροή να εμποδίζει τη Σχέση να κάνει τις φιγούρες της, τις φούρλες της και τα τσαλίμια της. Πρέπει να διαθέτει βαθμό ελευθερίας και ανοχής, να διαθέτει “μπόσικα”. Τέτοια όμως και τόσα που να μπορεί κάτι από όλα αυτά, τα πιο καλά κ’ αγαθά, να σώζονται στο Νυν και στο Αεί, θεσμοποιούμενα. Ας πούμε πως ο Θεσμός χωρίς τον Ρυθμό και τη Σχέση είναι το cd που παίζει μουσική. Πάντα είναι το ίδιο και εμείς μπορούμε να το χορεύουμε διαφορετικά, ανάλογα με την παρέα και τα κέφια μας. Η σύναξη της τριάδας όμως είναι σαν να παίζει μουσική η κομπανία και να χορεύουμε “ζωντανά”, ανάλογα με τα κέφια μας και την παρέα. Πότε έχουμε περισσότερες δυνατότητες να γλεντήσουμε καλύτερα απολαμβάνοντας τη μουσική; Με το cd ή με την κομπανία;

Συμπερασματικά παραδείγματα

Και στην Ύδρα υπάρχει τάξη, μέθοδος, οργάνωση, ουδετερότητα, αποτελεσματικότητα. (Αν δεν υπήρχε θα είχε προ πολλού πεινάσει, διψάσει, καταρρεύσει, καταστραφεί). Μόνο που είναι διαφορετικές και δεν αναγνωρίζονται από τον “κανονισμένο” και “παγωμένο” νεωτερικό οφθαλμό μας. Ευκολία υπάρχει και στην Ύδρα, μόνο που είναι άλλης τάξεως και δεν αναγνωρίζεται από το τεχνοσυστημικό προκρούστειο …σκάνερ μας.

Συμβαίνει δηλαδή ότι και στην υπόλοιπη ζωή μας: αν, πχ, αποφασίσουμε να φτιάξουμε ψωμί στο σπίτι μας νομίζουμε ότι είναι πιο εύκολο να το φτιάξουμε στον αρτοπαρασκευαστή γιατί τάχα δεν θα κουραστούμε να το ζυμώσουμε και να το ψήσουμε. Το δε ζύμωμα και το ψήσιμο θεωρούνται “κόπος” από χέρι! Δεν υπολογίζουμε όμως την διαδικασία να τον πλύνουμε, να τον συντηρήσουμε και να το φυλάξουμε. Συνήθως δεν υπολογίζουμε και το κόστος να τον αγοράσουμε. Μα, θα μου πείτε, μπορώ να βάλω τη φιλιππινέζα να κάνει όλα αυτά τα άχαρα. Ναι, θα σας πω εγώ, αλλά τότε εσείς πρέπει να δουλέψετε περισσότερο για να πληρώσετε την φιλιππινέζα και σε περιβάλλον μάλλον χειρότερο από εκείνο του σπιτιού σας, το οποίο, για να είναι σπίτι σας το έχετε διαμορφώσεις έτσι που να είναι καλύτερο από τη δουλειά σας. Δεν θεωρείται δε πιθανό, η φιλιππινέζα να διαθέτει σπίτι καλύτερο από το δικό σας· πράγμα που πάει να πει πως το της φιλιππινέζας εργασιακό περιβάλλον είναι καλύτερο από το σπιτικό της περιβάλλον· σε αντίθεση με σας που συμβαίνει το αντίθετο. Άρα, η σύνδεση σας με το σύστημα βιοπορισμού σας- με τη δουλειά σας- γίνεται με όρους αντίστροφους και σαφώς χειρότερους από εκείνους με τους οποίους γίνεται της φιλιππινέζας! Ενώ εκείνη εξασφαλίζει τον Ζην της διαχειριζόμενη μέρος του δικού σας Ευ Ζην, εσείς εξασφαλίζετε το Ζην σας…πέρα και μακριά από το Ευ Ζην, το δικό σας ή των άλλων. Μπιέν;

Μη νομίζεται λοιπόν πως η φιλιππινέζα είναι “φθηνή λύση” επειδή τα “βρίσκετε αλλιώς” στη χρηματική αμοιβή της και επειδή εσείς “κερδίζετε” πιο πολλά από εκείνη. Αν το νομίζετε αυτό οφείλεται στο ότι δεν λογαριάζετε τα άλλα κόστη τα οποία συνήθως δεν ποσοτικοποιούνται, δεν σταθμίζονται και άρα δεν γίνονται ορατά στον γυμνό μας νεωτερικό οφθαλμό, ο οποίος εθίστηκε να κοιτάει ποσότητες και μάλιστα όχι όλες τις ποσότητες. Τις ποιότητες τις αφήνει, μονίμως, απόξω και κάνει τον έξυπνο κι από πάνω!

“Οι μεγάλοι αγαπούν τους αριθμούς. Σαν τύχει να τους μιλήσετε για ένα καινούριο φίλο, εκείνοι δεν σε ρωτάνε ποτέ για κάτι το ουσιαστικό. Δεν σου λένε ποτέ: «Ποιος είναι ο τόνος της φωνής του; Ποια παιχνίδια του αρέσουν; Κάνει συλλογή με πεταλούδες;». Εκείνοι σας ρωτούν: «Πόσων χρονών είναι; Πόσα αδέλφια έχει; Ποιο είναι το βάρος του; Πόσα κερδίζει ο πατέρας του;» Τότε μόνο πιστεύουν ότι τον ξέρουν. Αν πείτε σε κάποιο από τους μεγάλους: «Είδα ένα σπίτι με ροζ τούβλα, γεράνια στα παράθυρα και περιστέρια στη στέγη”, ποτέ δεν θα τα καταφέρει να φανταστεί αυτό το σπίτι. Πρέπει να του πεις: «Είδα ένα σπίτι που αξίζει πάνω από εκατό χιλιάδες φράγκα». Τότε εκείνος θα φωνάξει; «Πόσο όμορφο είναι!»”[vii]

Λογαριάζοντας μόνο τις ποσότητες είναι εύκολο να κάνει γυφτο-γιάπικους λογαριασμούς “κόστους-ωφέλους”, “οδύνης-ηδονής” και “διαχείρισης του κινδύνου”(!) Επομένως, ο νεωτερικός μας ανόητος οφθαλμός, μπορεί τάχα να ισχυριστεί ότι υπολογίζει με ακρίβεια τι είναι “εύκολο” και τι είναι “δύσκολο”.

Μα είναι στις ποιότητες που εντάσσεται η Ομορφιά της Ζωής! Εκεί, στις ποιότητες, βρίσκεται το Ευ Ζην της χαμωζωής μας! Κι εκεί δεν φτάνει ποτέ η ματιά εκείνου του οφθαλμού. Εκεί χρειάζονται τα “μάτια της ψυχής” τα οποία μάλιστα πρέπει να είναι “πάντα ανοιχτά πάντα άγρυπνα”! Και η αλεπού επιμαρτυρεί:

“- Γεια σου, είπε η αλεπού. Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: δεν βλέπει κανείς πολύ καλά παρά μονάχα με την καρδιά. Ότι είναι σημαντικό, δεν το βλέπουν τα μάτια.
– Ότι είναι σημαντικό δεν το βλέπουν τα μάτια, επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
– Είναι ο χρόνος που έχεις χάσει για το τριαντάφυλλό σου και που το κάνει τόσο σημαντικό.
– Είναι ο χρόνος που έχω χάσει για το τριαντάφυλλό μου… έκανε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
– Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει αυτή την αλήθεια, είπε η αλεπού. Όμως εσύ δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Να γίνεις υπεύθυνος για πάντα εκείνου που έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου…
– Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου… επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας, για να μην το ξεχάσει.”

 

Σημειώσεις

i  Κάτω από τα μπόλντ γράμματα του κειμένου υπάρχουν υπερσύνδεσμοι…ενδεχομένως και υπερ- συν-θεσμοί.
 ii  Σκηνοθεσία: Kirk Jones, Σενάριο: Emma Thompson, Christianna Bran, Έτος παραγωγής: 2005

    iii  Ζακ Ελλύλ, Τεχνικό Σύστημα, μετάφραση Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, Εκδ. Αλήστου Μνήμης, σελ. 26

    iv  Δάνειο από στίχο του μακαρίτη Μ. Ρασούλη

    v  Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, Ο Μικρός Πρίγκιπας. Εμείς, τα τυπικά, καλό είναι να αρχίσουμε να μαθαίνουμε να τα λέμε “χρονολειτουργικό εορτολογικό αλγόριθμο του βυζαντινού πολιτισμού”.

    Έτσι θα αρχίσουμε να θυμόμαστε αυτά που έχουμε ξεχάσει.

    vi  Βλέπε Κ. Καραβίδας, Σοσιαλισμός και Κοινοτισμός, Αθήναι 1930, σελ 48

    vii  Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, Ο Μικρός Πρίγκιπας.

     

    πηγή: Aντίφωνο

     

3 Σχόλια

  1. Βρήκα τούτη την αναφορά στους κανόνες, στους κανονισμούς και στους Γερμανούς. Είπα να το παραθέσω εδώ εις επίρρωσιν των όσων αναφέρονται στο κείμενο σχετικά.

    [b]”Είχαμε όμως τη δυνατότητα αυτή: να ελισσόμεθα όπου χρειαζότανε. Είχα στην Πάρνηθα επτά ή οκτώ εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Οι Γερμανοί πήγαιναν από ‘δω, εμείς πηγαίναμε από ‘κει και βγαίναμε από πίσω τους. Ρίχναμε πέντε τουφεκιές, οι Γερμανοί τα χάνανε. Διότι ενώ δέχονταν από ‘κει δυο τρία πυρά, ύστερα από μία ώρα δέχονταν από πίσω τους πυρά. Γι’ αυτούς αυτό το πράγμα ήτανε εκτός κανονισμών. Ξέρετε, η προσήλωση των Γερμανών στους κανονισμούς και στους κανόνες της τακτικής ήταν τρομακτική. Δεν το χωράει το μυαλό μας ας πούμε. Από πού τα ξέραμε εμείς;…

    [i]Πράγματι, εσείς από πού τα ξέρετε αυτά; αφού σαν αξιωματικοί πείρα ανταρτοπόλεμου δεν είχατε;
    [/i]
    Κοιτάξτε να δείτε, τι θα πει ανταρτοπόλεμος: Είναι ο πόλεμος ενάντια σ’ ένα αόρατο εχθρό τις προθέσεις του οποίου δεν μπορείς να τις ξέρεις επ’ ουδενί λόγο. Και ‘κει έπαιζε ρόλο τεράστιο το νιονιό του καθενός διοικητή· και η χρησιμοποίηση των όσων ήξερε από τη λεγόμενη πολεμική τέχνη για τη χρήση τους στη δεδομένη περίπτωση. Διότι η δεδομένη περίπτωση δεν ήταν ίδια, δεν ήταν στάνταρ· άλλαζε κάθε φορά. Και μια που άλλαζε αυτή η κατάσταση, άλλαζαν και οι επιχειρησιακές δυνατότητες που είχες”.
    [/b]
    Ο Αποστόλης Κοκμάδης (1919-2012) ήταν ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού. Πολέμησε τους Ιταλούς στο Βίτσι και μετά προσχώρησε στον ΕΛΑΣ. Ήταν από το 1943 και μέχρι τέλους στρατιωτικός διοικητής της Αττικής. Οι συναγωνιστές του, εκτός των άλλων, των τιμούν για την εκπληκτική τοπογραφική μνήμη που διέθετε. Η παραπάνω αφήγηση είναι τμήμα της συζήτησης που είχε μαζί του ο Γιάννης Πριόβολος και βρίσκεται στο βιβλίο [i]Μόνιμοι αξιωματικοί στον ΕΛΑΣ[/i] Εκδ. Αλφειός, σελ 416-417

  2. Διόλου παράξενο αγαπητέ Γιώργο. Αφού είναι στον κακό (κατά Ράμφο) χαρακτήρα του Έλληνος, που λόγω Ορθοδοξίας (αναμφιβόλως) “δεν αναλαμβάνει την ευθύνη του άλλου” (όπως ο Γερμανός).

  3. Μάλλον δεν καταλαβαίνω το σχόλιο. Πιο πολύ μου μοιάζει για ειρωνικό προς τον Ράμφο και τη σχετική του θέση. Σε αυτή την περίπτωση δεν έχω παρά να επαυξήσω και να προσθέσω πως οι Έλληνες στην Κατοχή, όλοι ορθόδοξοι ακόμα τότε, ανέλαβαν την ευθύνη αλλήλων ακόμη και των Γερμανών. Η ευθύνη δε αύτη έφτασε Στα Άκρα! Συγκεκριμένα ανέλαβαν την ευθύνη να τους στείλουν από εκεί που ήρθαν αφού εδώ δεν είχαν καμία δουλειά…ούτε καν ιεραποστολική. Ο αγαπημένος μου τοπικός ήρωας Α. Κοκμάδης λέει κάποια στιγμή στον Γ. Πριόβολο πως τους 43 αιχμαλώτους Γερμανούς από τη μάχη των Δερβενοχωρίων (16-18 Οκτώβρη 1943), “τους κοντήναμε ένα κεφάλι” στο Βούντημα.(Πάνω από το Κακοσάλεσι). Η πρόταση του ΕΛΑΣ στον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή, μέσω του μητροπολίτη Ελευσίνος, ήταν να μη κάψει τα χωριά και οι αιχμάλωτοι θα απελευθερώνονταν. Η πρόταση απερρίφθη. Εδώ ο χορός-λαός παρεμβαίνει ψάλλοντας: “Στο Βούντημα στις καρυδιές είναι ένα πηγαδάκι/ οι αντάρτες πίνουνε νερό και οι Γερμανοί φαρμάκι”. Σημειώνουμε δε το εκπληκτικό, και ίσως το μοναδικό γεγονός, πως οι Γερμανοί για την εκτέλεση των αιχμαλώτων δεν προέβησαν σε αντίποινα!!! Ίσως γιατί “μας φοβόντουσαν” όπως λέει ο θρυλικός Αποστόλης…

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here