Γιώργος Καστρινάκης
Την επίσημη κουλτούρα της ύστερης νεωτερικότητας, το μεγάλο κοινό επιλέγει να την αποστρέφεται.
Πρόκειται για τον ανθρωπολογικό τύπο τού καταθρυμματισμένου εαυτού, το σημειακό (απο-συσχετισμένο) υποκείμενο, την ενσάρκωση μιας ερημίας σημασιών.
Την απουσία της παρουσίας προσωποποιημένην στην παρουσία της απουσίας.
Με την κάθε του έκφραση να συστήνεται ως εξάρθρωση των διαλέκτων της επικοινωνίας. Με την κάθε του κίνηση να ξεδιπλώνεται όπως ένας σπασμός που ζητά να μαστιγώσει τον ουρανό. Με το κάθε του βλέμμα, μια εποπτεία αδειανή στ’ απροσμέτρητο τίποτα.
Με την αίγλη, εν τέλει, της όψης του ν’ αφήνει τη γη ακατοίκητη, το φως ανεξήγητο, το στερέωμα άστεγο.
Ολική μαρτυρία του, μοναχό, ένα κενό που ολοένα πυκνώνει.
Και μια ορίζουσα φιλοσοφία, από πάνω και γύρω του, που υποκρίνεται πως ακόμα δεν ξέρει ότι, ως μέγιστη «συμπύκνωση» ενός τέτοιου κενού, δεν μπορεί να μην προσέρχεται (μία γενιά – το πολύ – μεταγενέστερα) η αναίτια βία.
Το «αριστοτεχνικότερο» επιγέννημα της τέχνης των τρεχόντων καιρών, έχει προ πολλού εγκαταλείψει τις γκαλερύ. Έχει διαφύγει απ’ τις οθόνες των κινηματογραφικών αιθουσών. Έχει, ήδη, αποδράσει μέχρι κι απ’ τις σελίδες των ιλουστρασιόν περιοδικών.
Έχει κατακλύσει τα στάδια και τα κλαμπ, έχει πλημμυρίσει τα σχολειά και τους δρόμους.


