Η μεταπολίτευση της γλώσσας

3
208

Γιάννης  Καλιόρης*

Οι λέξεις στην μεταπολιτευτική πολιτική πραγματικότητα είτε μένουν ακατοίκητες, αποσυνδεόμενες από τα πράγματα και συγκαλύπτοντας το κενό δια της κενολογίας είτε χρησιμεύουν ως προπέτασμα που τα συσκοτίζει είτε αντιστρέφουν τη σημασία ή και την ίδια την πραγματικότητα είτε, ακόμη, λειτουργούνε σαν άλλοθι αθωωτικά παροχετεύοντας ταυτόχρονα το βλέμμα.

Στην πρώτη φάση της μεταπολιτευτικής περιό­δου, οι λέξεις επανασυνδέονται για λίγο με τα πράγματα στον βαθμό που καθορίζουν ευθύβολα κοινή απαξίωση της δικτατορίας και κατάφαση της δημοκρατίας, πολλώ μάλλον που για πρώτη φορά στην ιστορία της νεώτερης Ελλάδος υπήρξε κράτος ανοχής, κι η ίδια η δεξιά, εγκατέλειψε σι­γά σιγά την εθνικοφροσύνη και την καταρρακω­μένη από τη δικτατορία γλώσσα της.

Εν συνεχεία όμως, η γλώσσα αρχίζει να λει­τουργεί ιδεολογικά, και κατά το περιεχόμενο και κατά τη γραμματοσυντακτική της υφή, η οποία γί­νεται σήμα κατατεθέν μιας φιλολαϊκότητος που εκφυλίζεται σε λιπαρό λαϊκισμό.

Έτσι, η παραδοσιακή Αριστερά, για να διαφυ­λάξει την κομματική και ιδεολογική ορθοδοξία, θα καταφύγει στο ξυλόφθογγο ιδίωμα σχημάτων δογματοπαγών και αποστεωμένων, που κεφαλαιοποιούν ακόμα κάποιους μυθικούς απόηχους των καταβολών, και θα οχυρωθεί στο προστατευτικό οστρακόδερμα των έτοιμων αληθειών και των στερεότυπων διατυπώσεων, όπου, η μεν μορφο­λογία ομογενοποιείται εκβιαστικά (π.χ. πράξης και ποτέ και πράξεως), η δε σύνταξη αποβαίνει μεταφρασμένη καθαρεύουσα (ονοματοποίηση της ρηματικής ενέργειας, συνεπαγόμενη αλλε­παλληλία αλληλοεξαρτημένων γενικών), παρά­γοντας γλώσσα κομποδεμένη, παγερή και λεξιπε­νική, ομόλογη προς τη συγκεντρωτική δομή του κομματικού μηχανισμού και την ανάγκη για απόλυτο έλεγχο των σημασιών. Συνάμα, την επανα­στατικότητα του ριζικού κοινωνικού μετασχημα­τισμού ως τελικού σκοπού αντικαθιστά «μεταβα­τικώς» η «προοδευτικότητα», λέξη – πασπαρτού, αυταξίωτη όσο και ασαφής, που σχηματοποιεί α­ντιθετικά τον κόσμο σε αντιδραστικούς – συντη­ρητικούς από τη μια μεριά και προοδευτικούς α­πό την άλλη, αποσιωπώντας ότι πρόκειται ουσια­στικά για την κίνηση της διευρυμένης αναπαρα­γωγής του κεφαλαίου και του κόσμου των σημα­σιών του, οπότε και η άνευ αποχρώσεων κριτική που ασκεί στον καπιταλισμό επανεγγράφεται σ’ αυτόν ως ερεθιστική άκανθα τακτικών αυτοδιορ­θωτικών μηχανισμών και όχι ως ρηξικέλευθη θο­λή.

Την ίδια έννοια υιοθετεί και η λεγόμενη ανα­νεωτική Αριστερά, η οποία εγκαταλείπει μεν το απολιθωμένο αριστεροκομματικό ιδίωμα, αλλά ελλείψει στερεώτερων αξόνων αναφοράς και θε­ωρητικής υποδομής («οράματος»), συνεπώς και σκόπευσης στρατηγικής, επιδίδεται σε ασπόνδυ­λο τακτικισμό κολλώντας στα γεγονότα, και η γλώσσα καλείται κι εδώ να αναπληρώσει το κενό πάλι με το σχήμα συντήρηση – πρόοδος, που α­ποβαίνει πλέον αφηρημένο αναφορικό υποκατά­στατο σοσιαλδημοκρατικής αποχρώσεως, χωρίς αξιώσεις ριζικού μετασχηματισμού, αποτυπώνο­ντας τη γενικότερη σύγχυση της ραγδαία μεταβα­τικής περιόδου που διανύουμε. Με το Πασόκ, η «Αλλαγή», σύνθημα «οραματι­κό» και λέξη φετίχ, που τα λέει όλα και τίποτα, έ­να είδος αριστερόφωνης λαϊκοφροσύνης (όπου συν τοις άλλοις το αριστεροκομματικό ιδίωμα ε­ναρμονίζεται κατά την ίδια τη γραμματοσυντα­κτική του υφή με τη φύση της διοίκησης και του κρατικού λαϊκισμού), ισοσκελίζει γλωσσικά το σοσιαλδημοκρατικό έλλειμμα στη διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης, αποτυπώνοντας την αμφι­θυμική πρόσληψη της Αλλαγής ως διεκδικήσεως δικαιωμάτων χωρίς το αντίλυτρο των υποχρεώσε­ων, ε ν (1) αποπραγματοποιεί κατά περίπτωση τα πράγματα αναποδογυρίζοντας φραστικά την πραγματικότητά τους («φεύγουν οι βάσεις» αμέ­σως μετά τη συμφωνία για την παράτασή τους ε­δώ ανήκει και η διπλή γλώσσα: άλλη προς τα έξω και άλλη προς εσωτερική κατανάλωση) με τη δε αυριανική συνιστώσα η μάχη των εντυπώσεων ο­δηγείται σ’ εκείνα τα άκρα όπου το υπέρογκο ψέ­μα μπορεί να γίνει πιστευτό ακριβώς επειδή είναι απίστευτο!

Μετά τη δεύτερη τετραετία. ο μαζόφρων λαϊκι­σμός θα μετέλθει αερόστρωμα λέξεων ομιχλω­δών, όπως «Αλλαγή στην Αλλαγή», «Μεταρρύθ­μιση παντού», «σύμπραξη προοδευτικών, δημο­κρατικών, εκσυγχρονιστικών και ανανεωτικών δυνάμεων» (sic), ενώ στην μετέπειτα εκσυγχρονι­στική οκταετία, η λογιστική πλέον διαχείριση της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης κατά το νεοφιλε­λεύθερο πνεύμα Μάαστριχτ, οδηγεί τη γλώσσα να παροχετεύει το βλέμμα μιλώντας για «ανάπτυ­ξη», «πρόοδο», «ευημερία», «ισχυρή οικονομία», στη δε τωρινή της εκδοχή η έμμεση αποκήρυξη του παρελθόντος («να αλλάξουμε το Πασόκ για να τ’ αλλάξουμε όλα») εγγράφεται, αερολογικώς και άνευ προγράμματος, στην ίδια ακριβώς κα­τεύθυνση με υπόσχεση μεγαλύτερης αποτελεσμα­τικότητος!

Τελικά, κεντροδεξιά και κεντροαριστερά συν­δέονταν διαγωνίως δια της διαχειριστικής ιδεο­λογίας της προόδου, δηλαδή της παγκόσμιας κα­πιταλιστικής ολοκλήρωσης με την απορρύθμιση της οικονομίας, που η γλώσσα συγκαλύπτει μετα­ βαπτίζοντας ευφημιστικά τις σκληρές πραγματι­κότητές της σε «πορεία προς τα εμπρός», «ανά­πτυξη», «ευελιξία», «διαρθρωτικές αλλαγές που έχει ανάγκη η κοινωνία και θέλει ο ελληνικός λα­ός» κλπ., παρασιωπώντας ότι με τη συντελούμενη «απελευθέρωση της οικονομίας» που έχει πλέον αποβεί αναρχοδυναμική διαδικασία χωρίς υπο­κείμενο, η οικονομία της αγοράς γίνεται κοινω­νία της αγοράς, που παράγει πλούτο οικονομικό σε βάρος του κοινωνικού, και όπου η αλληλεγγύη της κοινωνικής προστασίας αντιμετωπίζεται «ε­ξορθολογιστικά» ως κόστος -προς συρρίκνωση­ της οικονομικής μεγέθυνσης, ενώ ο ανταγωνι­σμός εκτείνεται πλέον σε αλληλομαχία καθολική δίκην κοινωνικού δαρβινισμού κατά το αμερικά­νικο πρότυπο.

 

*Συγγραφέας & καθηγητής της Φιλοσοφικής σχολής (VIII Παρισίων)

 

πηγή: Αντίφωνο, πρώτη δημοσίευση Μanifesto Πολιτική-Πολιτισμός, Τ. 5, Χειμώνας 2006

 

3 Σχόλια

  1. Είναι πολύ καλή η περιγραφή σας για τον τρόπο που χρησιμοποιείται (αχρηστεύεται) η γλώσσα στην πολιτική της Ελλάδας κατά την μεταπολίτευση. Εδω και καιρό είναι τέτοιο το κενό που υποκρύπτεται κάτω απο την πολιτική φρασεολογία (ή και η αντιστροφή της πραγματικότητας) που όπως λέτε και σεις είναι αδύνατον κανείς να το πιστέψει. Όταν όμως το αντικρύσει κάποιος για πρώτη φορά η τραγική πτυχή του γεγονότος είναι καταλυτική (σε βαθμό που κάποιοι να αρνούνται να ανοίξουν πλέον τηλεόραση ή να διαβάσουν εφημερίδες- και με το δίκιο τους). Η πνευματική αυτή πενία ακόμη κι αν πληοψηφεί ή αν βρίσκεται στο επίκεντρο της σκηνοθεσίας των Μ.Μ.Ε αντιρροπίζεται ευτυχώς με μια αθόρυβη, απρόβλητη, αλλά σφύζουσα μειοψηφία (και δεν εννοώ εδώ φυσικά πολιτική). Ας ελπίσουμε να γίνει αυτή η ζύμη που κάποτε θα ζυμώσει όλο το φύραμα.

  2. Στην «ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ» του Τριανταφυλλίδη(1941), το πρώτο παράδειγμα κλίσης ουσιαστικού είναι το ΠΑΤΕΡΑΣ, στην αναπροσαρμογή της «ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ» για το σχολείο είναι το ΑΓΩΝΑΣ. Αυτό τα λέει όλα.
    Να αφαιρέσεις το «χωροφύλακας» ως λέξη που κλίνεται σαν κάποιο ουσιαστικό είναι λογικό. Να αφαιρεθεί το ΠΑΤΕΡΑΣ για τον ΑΓΩΝΑΣ είναι τρελό.

    Που να διαβάσετε το «Αναγνωστικό Ζ’ τάξεως» του ΚΚΕ για τα παιδιά του παιδομαζώματος. Γράφει:
    «Η Χριστιανική θρησκεία καταπολέμησε την αρχαία ελληνική θρησκεία και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ιδιαίτερα στους πρώτους αιώνες της Βυζαντινής τέχνης. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να πέσει το πολιτισμικό επίπεδο και να κυριαρχήσει το πνευματικό σκοτάδι, γεμάτο θρησκοληψία και προλήψεις».
    Δηλαδή οι διαφωτιστές, μετά ΚΚΕ, ίδρυσαν την σημερινή απομίμηση της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, η οποία εξελίσσετε σε ουφολογία star trek και πιο πέρα!!!

  3. Ο ίδιος ο όρος της μεταπολίτευσης είναι και αυτός φορτισμένος με τη δική του οπτική και ερμηνεία για τη πραγματικότητα. Η “μεταπολίτευση” ανήκει και αυτή στη “μεταπολίτευση της γλώσσας”, κατά τον αρθρογράφο. Διότι, η περίοδος που διανύσαμε δεν ήταν, βέβαια, η μεταπολίτευση, αλλά η περίοδος της τουρκικής εισβολής και κατοχής στη Κύπρο.

    Το νόημα που επικράτησε να δίδεται στον όρο “μεταπολίτευση” θεωρεί και αναπαράγει μιαν ελλαδική πραγματικότητα χωρίς τη Κύπρο και μακριά της. Η μεταπολίτευση, λοιπόν, είναι και αυτή ένας όρος που λειτούργησε ως “προπέτασμα που να συσκοτίζει είτε να αντιστρέφει τη σημασία ή και την ίδια την πραγματικότητα είτε, ακόμη, λειτούργησε σαν άλλοθι αθωωτικά παροχετεύοντας ταυτόχρονα το βλέμμα.”

    Στη πρώτη-πρώτη δήλωσή του, στις 21 Απριλίου 1967, το ΚΚΕ επεσήμανε και τη Κύπρο ως ένα από τους λόγους που έγινε η χούντα. Μετά τη τουρκική εισβολή και τη πτώση της χούντας, η Κύπρος αντιμετωπίζεται ως κάτι ξένο με τον Ελληνισμό, ως ένα άλλο κράτος –και όχι μόνο από το ΚΚΕ.

    Προφανώς, συνέτεινε σ’ αυτό και η επικράτηση παρόμοιας προσέγγισης και στο ΑΚΕΛ, και όχι μόνο, μάλλον σε μια προσπάθεια να αφαιρεθεί από τη Τουρκία το πρόσχημα της ελληνικής επέμβασης στη Κύπρο. Αλλά διαφωνίες μεταξύ των δυο κομμάτων υπήρξαν και άλλες, όπως π.χ. με το σημαντικό θέμα της ένταξης στην ΕΕ. Η θεώρηση λοιπόν της Κύπρου ως ξένης με τον Ελληνισμό και απλώς ως ένα άλλο κράτος, θα πρέπει να εγγραφεί και αυτή στους συμβιβασμούς της αριστεράς, και όχι μόνο, στη περίοδο της τουρκικής εισβολής και κατοχής στη Κύπρο.
    -.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here