Η Κυπρία Πηνελόπη και ο δικός μας Στάινερ

0
179


Μια οδός που μου φαίνεται χρήσιμη για να προσεγγίσω το τελευταίο βιβλίο της Ρήνας Κατσελλή «Ανδρέας Χριστοφίδης – η πεμπτουσία μιας προσφοράς», είναι εκείνη της ανίχνευσης κάποιων αντιπροσωπευτικών ειδών Κυπρίων. Με αυτό τον τρόπο δεν θα κάμω μια συμβατική «βιβλιοπαρουσίαση» αλλά, αντίθετα θα ασχοληθώ με ανθρώπους και γεγονότα μιας συγκεκριμένης  εποχής στην Κύπρο επί τη ευκαιρία της έκδοσης ενός βιβλίου.

Το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε ο Α. Χ. δεν υπάρχει σήμερα γιατί αποτελεί μέρος της βόρειας αυλής του Παγκυπρίου Γυμνασίου. Μικρός ακόμα ο Α. Χ. , γράφει η Ρήνα, έβλεπε κι άκουε από την αυλή του σπιτιού του το μάθημα όπως παραδινόταν μέσα στις τάξεις του Παγκυπρίου Γυμνασίου κι ονειρευόταν τη μέρα που θα γινόταν κι εκείνος ένας από τους μαθητές του. Συχνά, επίσης, έκαμνε το παπαδάκι στην εκκλησία ακριβώς απέναντι από το σπίτι του, στον καθεδρικό ναό του Άη Γιάννη του Πίπη ή Αγαπητικού. Ο Α. Χ. ήταν έτοιμος, φαίνεται, εκ γενετής να ενταχθεί και να υπηρετήσει την κοινωνία όπως ήταν και τον περιέβαλλε. Το τονίζω αυτό γιατί στην ίδια ηλικία εγώ κατάλαβα το σχολείο ως είδος βασανιστηρίου που επέβαλλε στους ανθρώπους, δια της βίας, να γίνουν κάτι άλλο από αυτό που ήταν ή, τέλος πάντων, ν’ αποκτήσουν γνώσεις και χαρακτηριστικά που άλλοι έκριναν ως εκ των ων ουκ άνευ. Bασικός σκοπός του σχολείου ήταν να εμφυτεύσει πράγματα στο κεφάλι των μαθητών του, τα οποία εκείνοι μπορεί και να μην ήθελαν. Αλγεινή εντύπωση μού έκαμε ένα περιστατικό όπου, σε κάποια στιγμή, μαζί με άλλους μαθητάκους της πρώτης τάξης του Δημοτικού παρακολουθήσαμε από την αυλή μάθημα μεγαλύτερης τάξης μέσα από ανοιχτό παράθυρο. Ο δάσκαλος ουρλιάζοντας σε στυλ βασανιστών των SS τα έβαζε μ’ έναν «ανεπίδεκτο μαθήσεως» μαθητή.

Στο Παγκύπριο Γυμνάσιο ο Α. Χ. μπήκε από τη μια και βγήκε από την άλλη φορτωμένος όλα τα βραβεία. Ήταν ο άνθρωπός τους, ήταν ό,τι ονειρεμένο γεμίζει ευτυχία και ικανοποίηση τον κάθε δάσκαλο. Εξ αντιθέτου, πέρα από το γεγονός ότι μόνο τα Νέα Ελληνικά δεχόμουν εγώ σαν αληθινά ενδιαφέρον μάθημα, μια από τις δικές μου χειρότερές εμπειρίες στο Π. Γ. είναι ένας «βουζουνόπατσος» που άρπαξα μέσα στο μεγάλο χολ του σχολείου από τον Γεώργιο Παπαχαραλάμπους – γνωστό τότε στους μαθητές και σαν «ο Πατάτας» (λόγω σχήματος της φαλακρής κεφαλής του) – επειδή…δεν φορούσα το πηλήκιό μου! Άλλα σκαμπίλια εισέπραξα λόγω Λατινικών και μαθηματικών, στις μικρές βέβαια τάξεις, γιατί στις μεγαλύτερες δεν μας έδερναν πλέον και μπορούσε κανείς να συζητήσει με τους καθηγητές. Ήμουν, όμως, από τους καλούς στη ζωγραφική, έγραφα ιδιόμορφες προσωπικού στυλ εκθέσεις, «διηγήματα» αχαλίνωτης φαντασίας και λυρικά ποιήματα. Μερικά εύρισκαν τον δρόμο τους προς τη «Μαθητική Εστία». Όσο περνούσε ο καιρός περισσότερο ένιωθα πως δεν αγόραζα την κοινωνία όπως μου προσφερόταν κι ήμουν σίγουρος ότι το όλο πράγμα κάπου είχε ξεστρατίσει και χρειαζόταν επειγόντως αναθεμελίωση (πρέπει να είχα γίνει αυτό που λεν «ένας φονταμενταλιστής» – αν και η ίδια η λέξη δεν  υπήρχε τότε).

Τις μέρες του θανάτου τού Α. Χ.  έγραψα στον «Φιλελεύθερο» και το δημοσιεύει η Ρήνα στο βιβλίο της (σ. 357) ότι μέσα στην καταπίεση που σήμαινε για μένα το σχολείο, ο Α. Χ. ήταν μια όαση ελευθερίας. Ήμουν στην πρώτη Γυμνασίου τον Σεπτέμβρη του 1958 και τον θυμούμαι πολύ καλά στο πρώτο μας μάθημα, που ήταν και το δικό του πρώτο σαν καθηγητή, να μας εξηγεί γιατί έπρεπε να μαθαίνουμε τα αρχαία ελληνικά. Νομίζω από αυτόν έμαθα να αγαπώ τη λογοτεχνία και ιδιαίτερα την ποίηση, πράγματα που με καθόρισαν για όλη μου τη ζωή.

Από τα πρώτα του χρόνια ως καθηγητή, που συμπίπτουν με την ίδρυση του κράτους που «κερδίσαμε», αναμιγνύεται στην πνευματική ζωή του τόπου, συμβάλλει στην εμφάνιση νέων λογοτεχνικών περιοδικών, αναλαμβάνει καθήκοντα στις νέες προσπάθειες που γίνονται για το θέατρο και δεν μένει καθόλου «απαρατήρητος», κατά τη βιογράφο του, από τους Αμερικανούς που δεν χάνουν τέτοια κελεπούρια και τον στέλνουν αμέσως με υποτροφία στην Αμερική να μετεκπαιδευτεί στα παιδαγωγικά. Εδώ παρεμβαίνει έναν άλλο «ιερό τέρας» των γραμμάτων και του πνεύματος της Κύπρου, ο Φρίξος Πετρίδης, πρώην φλογερός υποστηρικτής της Ενώσεως με την Ελλάδα κι αμέσως μετά, με τον παραμερισμό της Ένωσης και την ανακήρυξη του «ανεξάρτητου» κράτους, «πολιτικός φιλόσοφος και πολιτικός εκφραστής της Κυπριακής Δημοκρατίας»¹. Αυτός προτρέπει τον Χριστοφίδη «να πάρει και μια σειρά μαθημάτων στα ΜΜΕ διότι δεν υπήρχαν ειδικοί Κύπριοι σε αυτόν τον τομέα» και πριν καλά καλά τελειώσει με τις μετεκπαιδεύσεις στα ΜΜΕ, στην εκπαίδευση και στην προπαγάνδα, καλείται από τον Μακάριο να επιστρέψει επειγόντως και να αναλάβει καθήκοντα στο ΡΙΚ. Από εκεί, σε χρόνο μηδέν, γίνεται Γενικός Διευθυντής του, ιδρύει το θεατράκι του ΡΙΚ, γράφει βιβλία δοκιμίων και ποίησης, ξεχωρίζει και αναλαμβάνει ευθύνες σε ευρωπαϊκούς οργανισμούς, μετά την εισβολή και τον θάνατο του Μακαρίου διορίζεται κυβερνητικός εκπρόσωπος του διαδόχου του Σπύρου Κυπριανού και ύστερα υπουργός παιδείας, γράφει τώρα και πολιτικά άρθρα και χρονογραφήματα, τιμάται, βραβεύεται κ.λπ. (όλα με λεπτομέρεια στο «Χρονολόγιο Α. Χ.» σ.373-380 του βιβλίου της Ρήνας Κατσελλή).

Πολλές φορές διαβάζοντας αυτά που γράφουν άλλοι ή ακούγοντάς τους να μιλούν, ακόμα και απλώς παρακολουθώντας επώνυμους και αφανείς Κυπρίους, σχεδόν αυτόματα επιβεβαιώνω για τον εαυτό μου τον διαχωρισμό των Κυπρίων στα  είδη πού ανέφερα στην αρχή αυτού του κειμένου: Είναι εκείνοι που δέχονται τα πράγματα όπως τα βρίσκουν και απλώς μάχονται να επιβιώσουν μέσα σε αυτά όπως μπορούν καλύτερα, είναι εκείνοι που έχοντας άμεσα πληγεί από την εισβολή του ’74 θεωρούν υπεύθυνους κι ένοχους για την καταστροφή όσους δεν έκατσαν ήσυχοι στ’ αυγά τους με το «κράτος» στη θέση της Ενώσεως και, τέλος, είναι εκείνοι που ούτε λεπτό δεν μπορούν να βγάλουν από το μυαλό τους πώς θα ήταν σήμερα ο τόπος αν οι ηγέτες μας έμεναν  πιστοί στον σκοπό και τους νεκρούς  του αγώνα, εκείνοι που ονειρεύτηκαν μια απλή, επαρχιακή Κύπρο, μέρος του ενός ελληνικού κράτους, συμμέτοχη στη μοίρα και την ιστορική πορεία του, όποια κι αν πρόκειται να είναι αυτή. Υπάρχει, βέβαια, και μια τέταρτη ομάδα, στην οποία δεν αποκλείεται η συμμετοχή ατόμων του πρώτου και του δεύτερου είδους, η οποία ναι μεν έβλαψε και βλάπτει καίρια τον τόπο με την αλλοπρόσαλλη πολιτική συμπεριφορά της, πλην όμως, ακόμα και στις μέρες μας που νέμεται την εξουσία, αποτελεί απλώς μέρος της περιβάλλουσας πραγματικότητας που είτε την αποδέχονται πολλοί και συμπλέουν μαζί της είτε την απεχθάνονται και την απορρίπτουν. Για τους σκοπούς αυτής της «βιβλιοπαρουσίασης» δεν αξίζει άλλης αναφοράς. Αρκεί μόνο να λεχθεί, για να διευκρινιστεί οριστικά η ταυτότητά της, ότι παραμένει πάντοτε σε κατάσταση «πειθαρχίας και υπακοής» – οι ηγέτες στις ιδεοληψίες τους και ο λαός στους ηγέτες του.

Παρ’ όλο που η προσφορά του Ανδρέα Χριστοφίδη στα πολιτιστικά και τα πνευματικά πράγματα του τόπου κρίνεται από τη δράση και το έργο του και δεν μπορεί ούτε να υπερτιμηθεί ούτε να υποτιμηθεί, μπορεί, από την άλλη, να κριθεί και από άλλη σκοπιά που όχι μόνο δεν είναι εμφανής αλλά κρύβεται κιόλας, κατά κάποιο τρόπο, από την ανάμιξή του και στα πολιτικά. Αν έλειπε αυτή – και ήταν στο χέρι του να την αποποιηθεί – το πνευματικό του έργο πιθανόν να έφτανε σε καλύτερα και σε ψηλότερα, ίσως, επίπεδα, άξια πανελλήνιας προσοχής. Το πιο σημαντικό, όμως, και ταυτόχρονα ιδιαίτερα λυπηρό είναι ότι θα μπορούσε, ίσως, αν δεν εντασσόταν τόσο άμεσα, αβασάνιστα και ολοκληρωτικά στο «κυβερνών κατεστημένο», να δράσει ηγετικά, μαζί με άλλους πνευματικούς ανθρώπους και να επέμβει ακόμα και σωτήρια σε αληθινά κρίσιμες στιγμές της πρόσφατης ιστορίας μας.

Ήδη από το 1961, όταν ιδρύεται ο Οργανισμός Θεατρικής Αναπτύξεως Κύπρου, ο Χ. δεν είναι μόνο μέλος της Καλλιτεχνικής του Επιτροπής και μέλος του Διοικητικού του Συμβουλίου αλλά αναλαμβάνει και την κατάρτιση του δραματολογίου του. Είναι σημαντικό και ενδεικτικό της κυβερνητικής ιδεολογίας της «απεξάρτησης» από την Ελλάδα, που ήδη κάμνει τα πρώτα της βήματα επιβολής πάνω στον λαό, το γεγονός ότι ένα από τα πρώτα έργα που ανεβάζει ο ΟΘΑΚ ( «Ο ανάξιος»), είναι γραμμένο από Κυπρία συγγραφέα, τη Ρήνα Κατσελλή. Εκεί όμως που γίνεται ξεκάθαρη η νέα ιδεολογία του αυτόνομου, «ανεξάρτητου» κράτους, την οποία αμέσως και χωρίς δεύτερη σκέψη εγκολπώθηκε ο Χριστοφίδης, είναι στα γραφόμενά του στο πρόγραμμα της παράστασης (σ. 60 του βιβλίου της Ρ. Κ.): «…Είναι ήδη ένας κοινός τόπος ότι θέατρο δεν έχει μια χώρα, αν δεν παρουσιάσει άξια θεατρικά έργα…», και (ανάμεσα σ’ άλλα) «…προβάλλει και η ανάγκη της χρήσεως κριτηρίων άλλων απ’ αυτά που χρησιμοποιούνται για τα ξένα έργα, προκειμένου για έργα Κυπρίων.» Θα ανεβάζουμε, δηλαδή, έργα Κυπρίων όποια κι αν είναι η ποιότητά τους, φτάνει να είναι έργα Κυπρίων, φτάνει να τονίζεται η «απεξάρτηση» από την Ελλάδα και να τονίζεται η δική μας «χώρα», η δική μας «κρατική» οντότητα.

Είναι εκπληκτικό το γεγονός και άξιος βαθύτερης μελέτης ο τρόπος με τον οποίο το όνειρο για μια Κύπρο επαρχία της Ελλάδος, μια Κύπρο ως ένα ακόμη απλό νησί της Ελλάδος, όνειρο για το οποίο χύθηκαν ποταμοί αίματος, μετατρέπεται ξαφνικά, εν μια νυχτί  για εκείνους που έχουν να προσκομίσουν άμεσο όφελος, σε προσχώρηση στην ιδεολογία της «χώρας», του κράτους που φαντάζεται τώρα ότι ακόμα και θέατρο «δικό του» μπορεί να στήσει, λογοτεχνία γενικότερα «δική του» και αναπόφευκτα να φτιάξει ταυτότητα «δική του» άλλη – πράγμα που, ας μην το ξεχνούμε, υπήρξε ο στόχος των Άγγλων από την πρώτη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στην Κύπρο

Ήδη ο Φρίξος Πετρίδης, προστάτης του Α. Χ., μέλους μιας ευρύτερης, άτυπης ομάδας γύρω από τον Πρόεδρο Μακάριο, η οποία περιλάμβανε κι άλλους όπως την Ουρανία Κοκκίνου και τον Τάσσο Παπαδόπουλο, προωθούσε την «απεξάρτηση» από την Ελλάδα και στην Παιδεία που ήταν ο καθ’ αυτό τομέας της  ειδικότητάς του.  Στη «λογοδοσία» του «επί των πεπραγμένων του Παγκυπρίου Γυμνασίου» του 1964-65 έλεγε: «η ελληνική εκπαίδευση…εν συγκρίσει με αυτήν της Κύπρου παραμένει καθυστερημένη…η Κύπρος αυτή την στιγμή έχει μεγαλυτέρας δυνατότητας δια οικονομικούς λόγους»² (για να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις), και «έχομεν παιδείαν από καιρού αρχαιωθείσαν και παραμένομεν πιστοί εις αυτήν ως Πηνελόπη» ³.

Ο αντίκτυπος πάνω στον λαό από αυτή την απότομη (και καταστροφική όπως αποδείχτηκε αργότερα) στροφή  στην πορεία της Κύπρου, με στόχο τώρα την «απεξάρτηση» από την Ελλάδα, δεν περνά εντελώς απαρατήρητος από την ηγεσία και γίνεται γι’ αυτό μια απόπειρα συγκράτησης ή τουλάχιστο επιβράδυνσης της νέας πορείας με μια φραστική εμμονή στο όραμα της Ένωσης με κάθε ευκαιρία, σε διάφορες περιπτώσεις, εκ μέρους του αρχηγού των Ελλήνων της Κύπρου, του Αρχιεπισκόπου και Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μια τακτική που αντιμετωπίστηκε από τους αντιφρονούντες ως συμπεριφορά κοροϊδίας και περιφρόνησης της νοημοσύνης των πολιτών και που τελικά συνέβαλε τα μέγιστα στο αντίθετο από εκείνο που επεδίωκε.

Ο Χριστοφίδης δεν έδειξε να έχει ενδοιασμούς συμμετοχής σε αυτό το παιγνίδι. Αντίθετα έδειξε πως δεν έπεφτε σε καμιά παγίδα, δεν παρασυρόταν άθελά του ή στα τυφλά κι ότι ήξερε πολύ καλά τι έκαμνε. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα σε διάφορες περιπτώσεις, όπως εκείνη (δεν αναφέρεται στη βιογραφία του από τη Ρήνα Κατσελλή) της απαγόρευσης, με επίσημη εκ μέρους του επιστολή, του βήματος του ΡΙΚ, του μόνου τότε ηλεκτρονικού ΜΜΕ, στον ανθυποψήφιο του Προέδρου Μακαρίου στις προεδρικές εκλογές του 1968. Την ίδια στιγμή πρόβαλλε αφειδώς τον Πρόεδρο Μακάριο καθημερινά ως πρώτη είδηση στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο (επισκέψεις, διαπιστευτήρια, εγκαίνια κ.α.), αλλά και παραχωρώντας τα μικρόφωνα και τις εικονοληπτικές μηχανές του ΡΙΚ μέσα στις εκκλησίες στους ομιλητές των εθνικών μνημοσύνων, που δεν άφηναν την ευκαιρία να πάει χαμένη κι επιδίδονταν σε προεκλογικούς λόγους υπέρ του Αρχιεπισκόπου4.  Κι όταν μετά από λίγα χρόνια το παιγνίδι είχε χαθεί με την καταστροφή της Κύπρου, εκεί που ως πνευματικός άνθρωπος-ηγέτης όφειλε με δημιουργική σκέψη και λόγο να επιχειρήσει τον φωτισμό και την καθοδήγηση των πολιτών – έστω και εκ των υστέρων – σε βαρυσήμαντη ομιλία του5 στον Κύκκο (η Ρ. Κ. δεν την αναφέρει καν στη βιογραφία του), στο μνημόσυνο του Μακαρίου έξι χρόνια μετά τον θάνατό του, αφού κολάκεψε  τον λαό για το «αλάθητο ένστικτό του» και τη «διεισδυτική ευφυία που διεργάσθησαν οι αιώνες»(!), προχώρησε λέγοντας πως δεν είναι σωστό να  κατηγορείται ο Μακάριος γιατί «πεθυμούσε για την Κύπρο πιο πολλά από όσα έπρεπε»(!) Η επιχειρηματολογία του Χριστοφίδη ήταν ότι ο απελευθερωτικός αγώνας είχε αποκαταστήσει το μισό της αρετής της Κύπρου. Το άλλο μισό, βέβαια, θα το αποκαθιστούσε η Ένωση αν δεν ήταν, όμως, τόσο δύσκολο να επιτευχθεί. Γι’ αυτό, πολύ σωστά, στη θέση της Ένωσης ο Μακάριος συμβιβάστηκε κι έθεσε καινούριο στόχο, την αληθινά Ανεξάρτητη Πολιτεία, που είναι λογικό να καταλάβουμε ότι την θεωρούσε ευκολότερο στόχο από την Ένωση. Από την άλλη, παρ’ όλο που επρόκειτο για «συμβιβασμό», περιέργως ή καθόλου περιέργως, ο Χ. χαρακτήρισε τον στόχο αυτό και ως πέραν των όσων μας «έπρεπαν». Επρόκειτο δηλαδή για ένα «συμβιβασμό» που στόχευε τώρα σε περισσότερα από εκείνα που είχε υπόψη του πριν να συμβιβασθεί! Πάντως ο λαός με τη «δι’ αιώνων διηργασμένη διεισδυτική ευφυία» του, όφειλε να είναι ευγνώμων γι’ αυτό τον νέο στόχο που είχε θέσει για λογαριασμό του ο ηγέτης του. Πλην όμως, μπήκαν στη μέση κάποιοι «δικοί και ξένοι» που δεν είχαν καμία διάθεση να δεχθούν αυτά τα πιο πολλά από όσα μας έπρεπαν. Κι εκεί που η Κύπρος θα γινόταν μια μέρα αληθινά Ανεξάρτητη Πολιτεία, κάτι σαν Η.Π.Α στην ανατολική Μεσόγειο, ας πούμε, (γιατί αυτό είναι το πλησιέστερο που ξέρουμε για αληθινά ανεξάρτητη Πολιτεία), έπαθε όσα έπαθε επειδή αυτοί οι «δικοί και ξένοι» αρνήθηκαν να εννοήσουν το δίκαιο και το μεγαλείο αυτού του νέου αγώνα, αλλά ακόμα και γιατί απέτυχαν να δουν πόσο εγγυημένα ήταν όλ’ αυτά από μια «Ευθυτενή Μορφή», έναν «Χαρισματικό Ηγέτη φημισμένο σε γλώσσες πολλές» που έχαιρε της «αγάπης των λαών του κόσμου»! Έτσι, πέρα από την απιστία και την κακοβουλία των εχθρών, δικών και ξένων, παρ’ όλα τα προτερήματα και τις ικανότητές του, απέτυχε και ο ηγέτης σε ένα σημείο (ως να υπήρχε περιθώριο και γι’  άλλα): Δεν υπολόγισε σωστά τον «φθόνο των ισχυρών και των ιδιοτελών του κόσμου»!

Το να υποστηρίζει κανείς μια αστεία πολιτική θεωρία γιατί αυτό απαιτεί η «ανάγκη» να κρατηθεί στο προσκήνιο, στις υψηλές απολαβές, στα ταξίδια και όλα τα άλλα που τον ενδιαφέρουν είναι ένα πράγμα, αλλά το να σκαρώνει κιόλας τέτοιες θεωρίες επειδή του το επιτρέπει το χαμηλό επίπεδο εκείνων που άμεσα τον περιβάλλουν – και δόξα τω Θεώ σε αυτό στον τόπο το χαμηλό επίπεδο μάς φτάνει και μας περισσεύει – είναι μια άλλη ιστορία που επαφίεται στην κρίση του καθενός να υπολογίσει τη σημασία της για το μέλλον του τόπου.

Η προσπάθεια δικαίωσης των καταστροφικών επιλογών του Μακαρίου διήρκεσε πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του, τόσο όσο διατηρούσαν την εξουσία οι επίγονοι και οι συνεχιστές της «πολιτικής» του στους οποίους έμενε προσκολλημένος ο Α. Χ. Τρία χρόνια νωρίτερα από την ανακοίνωση της θεωρίας για την επιδίωξη των «πιο πολλών από όσα έπρεπαν» στους Κυπρίους, είχε σκαρώσει και αναγγείλει, στις 15 Δεκεμβρίου 1980, σε εκδήλωση για τα εικοσάχρονα της Κυπριακής Δημοκρατίας, με «το κοφτερό νυστέρι της σκέψης του», κατά τη βιογράφο του, και τη θεωρία της «σύγκρουσης» της Ιστορίας με την Γεωγραφία: Γεωγραφικά η Κύπρος ανήκει, δήθεν,  στην Τουρκία και μόνο ιστορικά στην Ελλάδα. Κι όταν ο Μακάριος ανακοίνωνε στη Μπάρμπαρα Κασλ (χωρίς να συμβουλευτεί κανένα), στα 1958, ότι εγκατέλειπε την Ένωση για την Ανεξαρτησία έκαμνε, τάχα, την απόπειρα να συμβιβάσει την Ιστορία με τη Γεωγραφία. Ότι, όμως, οι ίδιοι οι Αμερικανοί είχαν γραμμένη στα παλιά τους τα παπούτσια μια τέτοια θεωρία (η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, παρέχει στην Τουρκία  βάση γεωγραφικής διεκδίκησης και της Λέσβου, της Χίου, της Σάμου της Ρόδου κ.α.), είχε ήδη αποδειχτεί από το 1964, όταν επέτρεψαν την de facto Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και μάλιστα με πολύ μεγάλες πιθανότητες να μη δοθεί κανένα αντάλλαγμα στην Τουρκία, φτάνει να υπήρχε πλήρης σύμπνοια μεταξύ Ελλάδος (πρωθυπουργούντος Γεωργίου Παπανδρέου κι όχι επί Χούντας) και Κύπρου. Τέτοια σύμπνοια δεν υπήρχε με αποκλειστική υπαιτιότητα της Κύπρου, που είχε το νου της στα «πιο πολλά από όσα της έπρεπαν»!

Ότι ο Α. Χ., ένας «από τους πλέον έμπειρους και έγκυρους πολιτικούς μελετητές και αναλυτές» (σ.275 του βιβλίου της κας Κατσελλή), το πρώτο που πάντα είχε στο μυαλό του ήταν να υπηρετεί τον περιβάλλοντα κόσμο όπως τον εύρισκε, με κυριότερο γνώμονα το ίδιον συμφέρον, έγινε πλέον φανερό όταν ο Σπύρος Κυπριανού, θεματοφύλακας των «υποθηκών» και συνεχιστής της «πολιτικής» Μακαρίου, έχασε τη στήριξη του ΑΚΕΛ και μαζί της την εξουσία. Το ΑΚΕΛ, παρ’ όλο που διαφωνούσε μαζί του και τον αποκαλούσε μάλιστα «ανάξιο» και «ανίκανο»6, τον στήριζε για να μην βγει στην εξουσία η Δεξιά και ο Κληρίδης με τον οποίο, πάντως, συμφωνούσε όσον αφορά τη λύση του κυπριακού. Τόσο πολύ το ΑΚΕΛ έβαζε πρώτο το…εθνικό κι ύστερα το κομματικό συμφέρον! Όταν, όμως, απηύδησε με τον Κυπριανού και ανέβασε τον Γιώργο Βασιλείου στην προεδρία, ο μόνος τρόπος, είπε ο Χριστοφίδης στον Κυπριανού, να ξαναμπούν κι οι δυο στα πράματα και να επανακτήσουν τα χαμένα, ήταν να στηρίξει ο Κυπριανού τον Κληρίδη στις επόμενες προεδρικές εκλογές του 1993, όσο μισητός εχθρός κι αν του ήταν ο Κληρίδης. Ο Κυπριανού ήταν αναγκασμένος να συμφωνήσει και ο Χ. διαδραμάτισε ρόλο μεσολαβητή μεταξύ των δύο μέχρι να επιτευχθεί η εξομάλυνση των σχέσεών τους. Πλην όμως, όταν πέτυχε το σχέδιο και ο Κληρίδης κέρδισε τις εκλογές, άφησε τον Χριστοφίδη στα κρύα του λουτρού. Το περιβάλλον του νέου προέδρου εύρισκε ότι η ζημιά που είχε κάμει ο Χριστοφίδης στο παρελθόν στηρίζοντας τον Κυπριανού και το ΑΚΕΛ για τόσα χρόνια, ήταν πολύ μεγαλύτερη από την πρόσφατη εξυπηρέτηση ώστε να διοριστεί τώρα υπουργός ή πρέσβης της Κύπρου στην Αθήνα για παράδειγμα! (σ.326 του βιβλίου της Ρ. Κ.).

«Ο Μακάριος» κατά τη βιογράφο του Χριστοφίδη (σ. 104), «ποτέ δεν του έκαμε παρατήρηση ή του υπέδειξε τι να κάμει». Μόνος του ο Α. Χ., χωρίς οδηγίες, υπηρετούσε τον ηγέτη όπως ήξερε ότι εκείνος ανέμενε, και με ιδίαν πρωτοβουλία, ακόμα, ανέλαβε και «αντιστασιακό» ρόλο κατά της Δικτατορίας, προσθέτοντας έτσι, με τους χειρισμούς του, το δικό του λιθαράκι στη χειροτέρευση των σχέσεων της Κύπρου με την Ελλάδα, που στο τέλος θα απέδιδε τους χωρίς προηγούμενο καταστροφικούς καρπούς της7. Μέχρι συμφωνία του ΡΙΚ με τη «Ντόυτσε Βέλλε» για «ανταλλαγές αντιστασιακού υλικού» (σ.103) είχε υπογράψει, αν και υπήρξαν και περιπτώσεις που ο ίδιος ο Μακάριος ανέθεσε στον Α. Χ. «εμπιστευτικές μυστικές αντιστασιακές αποστολές»! Βεβαίως τα μεγέθη είναι ασυγκρίτως δυσανάλογα με άλλες χώρες που βίωσαν απολυταρχικά καθεστώτα με καταστροφικά αποτελέσματα. Είναι δύσκολο, όμως, να μην τις φέρει κανείς στη μνήμη του. Και εκεί ο στενός κύκλος των υψηλόβαθμων συνεργατών υπηρετούσε με τόσο ζήλο τον μονάρχη ώστε να ταυτίζεται μαζί του, να δρα και ν’ αποφασίζει πάντοτε σύμφωνα με τις επιθυμίες του, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να βγάζει ο ίδιος συνεχώς γραπτές διαταγές ή να δίνει οδηγίες!

Δεν είναι, βέβαια, άξιον απορίας που τα δοκίμια του Α. Χ. βραβεύτηκαν δις από το Πολιτιστικές Υπηρεσίες του κράτους. Όσο κι αν από πολλά χρόνια τώρα έχουν καταστεί γνωστές οι συνθήκες και τα κριτήρια που χρησιμοποιούν αυτές οι Υπηρεσίες, από την άλλη δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει το εξαιρετικά χαμηλό  πνευματικό επίπεδο του τόπου που επιτρέπει εύκολα στον καθένα να εντυπωσιάζεται με το παραμικρό. Η ίδια η βιογράφος του Α. Χ. παραδέχεται (σ.304) ότι τα δοκίμια του Α. Χ. αποτέλεσαν θεμέλια της πνευματικής της καλλιέργειας.

Ένα από τα καλύτερά του δοκίμια και «σίγουρα το πιο σπαραχτικό», κατά τη Ρ. Κ., είναι το «Η σιωπή και η πράξη», όπου ο Χριστοφίδης, συνταραγμένος από το μέγεθος της συμφοράς του ’74 διερωτάται «αν η λογοτεχνία έχει πια θέση στη ζωή μας», αφού αυτό που κάμνει τελικά δεν είναι να εκπολιτίζει τον άνθρωπο αλλά να τον εξοικειώνει, να τον προετοιμάζει και να τον καθιστά αμέτοχο, ψυχρό παρατηρητή του παράλογου και του απάνθρωπου. Ξεκινώντας δηλαδή από την αφελή θέση ότι η λογοτεχνία μπορεί και οφείλει να έχει ως κύριο στόχο την επαναφορά του ανθρώπου στην πριν την πτώση κατάσταση, διερωτάται αν πρέπει να την…καταργήσουμε ως αποτυχούσα! Κι όμως, η αρχαία ελληνική τραγωδία, η κορύφωση μιας από τις μεγαλύτερες λογοτεχνίες του κόσμου, ποτέ δεν έθεσε για στόχο της τη «σωτηρία» του ανθρώπου. Αντίθετα, μια από τις λειτουργίες της ήταν να διδάσκει και να υπενθυμίζει στον άνθρωπο την ύπαρξη του παράλογου, αλλά και του απάνθρωπου τρόμου που μπορεί να του επιφυλάσσει η ζωή ως αναπόσπαστων στοιχείων της,  ώστε να μπορεί, όσο είναι δυνατό, να την υπομένει. Ο Χριστοφίδης αντλεί την έμπνευσή του (και δεν το κρύβει) από συγκεκριμένο βιβλίο δοκιμίων, ένα από τα πρώτα, του παγκοσμίως διάσημου σήμερα George Steiner με τίτλο «Language and Silence» και κυκλοφόρησε το 1967. Ο Χριστοφίδης έγραψε το «Η σιωπή και η πράξη» το 1975. Είναι μεν αξιέπαινο ότι γνώριζε ήδη τον Στάινερ από το ’67, όταν το δεύτερό του βιβλίο «Ο θάνατος της τραγωδίας» (1961) μεταφράστηκε στα ελληνικά μόλις το 1986 (Δωδώνη), ο Στάινερ, όμως, στο «Η γλώσσα και η σιωπή» ασχολήθηκε συγκεκριμένα με την αδυναμία του λόγου να εκφράσει το τερατώδες γεγονός του Ολοκαυτώματος. Πολλά χρόνια μετά, σε μια συνέντευξή του στο γαλλικό περιοδικό “L’ Express”, επί τη ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου του “Barbarie De l’ ignorance” (1988), που δημοσιεύτηκε και στην αθηναϊκή «Καθημερινή» στις 14 Ιανουαρίου 2001, ο Στάινερ ξεκαθάρισε καλύτερα τη σκέψη του δηλώνοντας ευθέως ότι ένιωθε πως σπατάλησε άδικα τη ζωή του διδάσκοντας στο Πρίνστον και στο Καίμπριτζ συγκριτική λογοτεχνία. «Ο διαφωτισμός, η εκπαίδευση, η φιλοσοφική, η λογοτεχνική και η μουσική καλλιέργεια, ο καλλιεργημένος άνθρωπος όπως τον ξέρουμε σήμερα, τελικά δεν είναι σε θέση να συνεισφέρει στην πάλη ενάντια στην ανθρώπινη αγριότητα, και τίποτε δεν είναι πιο σημαντικό από αυτή την πάλη», είπε (πολύ ορθά) στη συνέντευξή του. Στο Μόναχο, συνέχισε, στη διάρκεια του πολέμου, από την είσοδο μιας αίθουσας συναυλιών, μπορούσε κανείς ν’ ακούσει τις φωνές των εκτοπισμένων που τους μετέφεραν με τραίνα στο Νταχάου, εκεί κοντά. Κανείς ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε, ούτε οι μουσικοί που έπαιζαν ούτε οι καλλιεργημένοι μουσικολάτρες που πήγαιναν να τους ακούσουν.

Αυτή την αδυναμία της τροπής που πήρε ο δυτικός πολιτισμός με την «Αναγέννηση» και τον Διαφωτισμό που κατάληξε στην αθεΐα και τον μηδενισμό, την εντόπισαν και Ρώσοι και Έλληνες ορθόδοξοι θεολόγοι και διανοητές. Στο τέλος  της συνέντευξής του στο “L’ Express” ο Στάινερ, άσχετος εντελώς βέβαια με την ανατολική ορθόδοξη θεολογία και σκέψη, όταν ερωτάται ποιαν άλλη ηθική θα μπορούσαμε να οικοδομήσουμε για το μέλλον, προκειμένου να έχουμε ελπίδες για τη «σωτηρία» του ανθρώπου, καταγόμενος από Εβραίους γονείς ο ίδιος, με «μητρικές» γλώσσες τα γερμανικά, τα αγγλικά και τα γαλλικά, ένας «αληθινός» Ευρωπαίος θα μπορούσε να πει κανείς, απαντά ότι παλαιότερα τα πράγματα ήταν κάπως καλύτερα γιατί ο κόσμος πίστευε ακόμα στον Θεό! Σήμερα, λέει, που «ο Θεός όλο και απομακρύνεται από τη ζωή μας, θα πρέπει να βρούμε μια ηθική του ανθρώπου, μια ηθική χωρίς τον Θεό, χωρίς δεκάλογο, για να μας βοηθήσει». Επιστρέφει, δηλαδή, πού αλλού, σε αυτά που ξέρει, και προσθέτει: Έχουμε τους «μεγάλους συγγραφείς», τους προαγωγούς της ιδέας ότι ο άνθρωπος μόνος του είναι υπεύθυνος για την έσχατη αξιοπρέπειά του. «Έχουμε τις βάσεις: τους στοχαστές της μοναξιάς του ανθρώπου χωρίς θεό, ανάμεσά τους βέβαια και τους μεγάλους άθεους φιλοσόφους της αρχαιότητας»!

Δεν έχω καμιά ειδικότητα για να μπω σε ανάλυση της αμερικάνικης πολιτικής που επιλέγει «ταλαντούχους», αξιόλογους ιθαγενείς και τους στέλνει για «μετεκπαίδευση» στις Η.Π.Α. Ο Χριστοφίδης, πάντως, κατά τη Ρήνα Κατσελλή, έπαθε μεγάλο σοκ πηγαίνοντας εκεί, γιατί ως «δεξιός» που αντιμετώπιζε τους Αμερικανούς ως «περιούσιο λαό» συνάντησε εντελώς άλλα από εκείνα που περίμενε, (αν και ως «ανθρωπιστής και ευαίσθητος στην αδικία» πίστευε, παράλληλα, και σε «έναν υγιή σοσιαλισμό»!) Όπως και νά ’χει το πράγμα, το αποτέλεσμα ήταν το πρώτο του βιβλίο δοκιμίων, «Το μαύρο και το άσπρο», όπου περιγράφει την όλη απογοήτευσή του από την άμεση επαφή με τον αμερικάνικο τρόπο ζωής και τα ιδανικά τού μέσου Αμερικανού πολίτη. Η πρώτη δημοσίευση αυτών των δοκιμίων, υπό μορφή επιστολών, γίνεται στην «Πνευματική Κύπρο» Ιουλίου/Αυγούστου 1964. Μια εποχή όπου κυριαρχούσε ασυγκάλυπτο αντιαμερικανικό πνεύμα στην Κύπρο, αφού τότε ήταν που οι Αμερικανοί έκαμαν ό,τι περνούσε από το χέρι τους (κόντρα στη γεωγραφία) για να βγει κερδισμένη η Ιστορία και να ενώσουν την Κύπρο με την Ελλάδα, αλλά εμείς (που δεν μας ξεγελά κανένας) τα καταφέραμε όχι μόνο να αποτρέψουμε την Ένωση, αλλά ν’ απαλλαγούμε με τον καλύτερο τρόπο κι από την ελληνική μεραρχία, την εγγύησή μας ότι δεν επρόκειτο για διχοτόμηση αλλά για καθαρή Ένωση, φτάνει μόνο να τη θέλαμε  την Ένωση. Οπωσδήποτε, όμως, το κλίμα ήταν πολύ πρόσφορο για όλων των ειδών τους αντιαμερικανισμούς και «Το μαύρο και το άσπρο» πρόσθετε τώρα στον λαϊκό αντιαμερικανισμό του καφενείου, του δρόμου, της πολιτικής του ΑΚΕΛ και των κύκλων του Προεδρικού κι έναν καινούργιο άλλο, «πνευματικού» επιπέδου αντιαμερικανισμό, υπογραμμένο μάλιστα από το καλύτερο, ίσως, μυαλό της εποχής. Τα δοκίμια έτυχαν από τους πάντες ευνοϊκότατης υποδοχής, ιδιαίτερα όμως από την εφημερίδα του ΑΚΕΛ, τη «Χαραυγή» που δημοσίευε συνέχεια, κατά τη Ρ. Κ., «πολλές κριτικές και αποσπάσματα»! Έτσι τα δοκίμια δούλεψαν και με ένα πολύ πρακτικό τρόπο υπέρ του συγγραφέα τους: αποτέλεσαν επιπρόσθετο διαπιστευτήριο όχι απλώς για να πορευθεί άνετα στην οδό της εξυπηρέτησης του κατεστημένου στην οποία από την αρχή ετάχθη, αλλά και για να καλπάσει σ’ αυτή.

Άλλο, όμως, είναι να λες εμείς έχουμε Παιδεία και οι Αμερικανοί προπαγάνδα, άλλο να λες εμείς καλλιεργούμε την κριτική ικανότητα του μαθητή κι οι Αμερικανοί την κρατική ιδεολογία, άλλο οι Αμερικανοί είναι ρατσιστές κι εμείς δημοκράτες, τα αμερικανικά ΜΜΕ ποδηγετούν την αμερικανική κοινή γνώμη και δεν υπάρχει «ελεύθερος τύπος», κι άλλο είναι, τελικά, να μην υποψιάζεσαι καν πως αυτά που κριτικάρεις όχι μόνο δεν είναι καθόλου ξένα αλλά σύντομα και χειρότερα θα δεις στον τόπο σου κι ο ίδιος θα τα εφαρμόσεις μέσα στις δικές σου ειδικές «ανάγκες» και συνθήκες. Αν μη τι άλλο, για τον απλούστατο λόγο ότι ανήκεις κι εσύ στον ίδιο πολιτισμό κι ο μόνος λόγος που εκπλήττεσαι είναι ότι εσύ απλώς είσαι 50 ή 100 χρόνια πίσω και δεν μπορείς να δεις καθαρά σε τόσο μακρινές αποστάσεις. Κι αν ήξερες, έστω κατ’ ελάχιστο, τις μετά την κλασσική Ελλάδα δικές σου, όχι και τόσο αρχαίες καταβολές, όχι μόνο θα καταλάβαινες με ακρίβεια γιατί διαφωνείς με όλ’ αυτά, αλλά θα ήξερες, ίσως, πραγματικά και ποιο είναι «το εν ου έστι χρεία», ποιος ακριβώς είναι ο δικός σου πολιτισμός και πώς μπορεί ν’ αποτελέσει αληθινή απάντηση σε όλα τούτα που σε τρομάζουν.

Τίποτε, όμως, από όλ’ αυτά ο δικός μας Στάινερ. Κι όταν ήρθε η ώρα να δώσει τη μεγάλη συνέντευξη του στη Ρ. Κ. και να μιλήσει για το έργο και τη ζωή του, απαντά στα μεγάλα ερωτήματα έχοντας μέσα του για παρακαταθήκη πολιτισμού, σε λιγότερη μεν ποσότητα αλλά την ίδια εκείνη αδιέξοδη ποιότητα με τον Στάινερ: Θεός δεν υπάρχει κι αν δεν υπήρχαν οι μεγάλοι καλλιτέχνες θα είμαστε τελειωτικά χαμένοι. Π.χ. ο Αντρέ Μαλρώ θα σώσει τον Στάινερ και ο Μπαχ τον Χριστοφίδη. «Αν έλειπεν ο Μπαχ», λέει στη Ρήνα, «θα ήμουν εντελώς άθεος». Όλα τού είναι κατανοητά, όλα τα έχει διαβάσει, όλα τα έχει σκεφτεί, όλα τα ξέρει και όλα τα καταλαβαίνει, εκτός από τον Μπαχ που είναι τόσο μεγάλος, απίστευτα θαυμαστός, που τον βάζει μέσα του για Θεό. Τον άλλο, τον δικό μας, των μικρών ανθρώπων τον Θεό, το μόνο που μπορεί να κάμει όταν τον συναντήσει είναι να του ζητήσει αυτός, ο ανθρωπάκος, να  τον συγχωρήσει (τον θεό) για όσα είδε επί ζωής, λέει: Τον άδικο θάνατο, τον απαράδεκτο τρόμο, τον αδιανόητο πόνο των αθώων μικρών παιδιών. Ερωτήματα που έχουν τεθεί με θεμελιακό τρόπο από τον Ντοστογιέβσκι κι έχουν απαντηθεί όχι απλώς μονολεκτικά με την «πίστη», αλλά και με την ορθόδοξη χριστιανική σκέψη την οποία δικαιούται μια χαρά ο οποιοσδήποτε μικρός ή μεγάλος δυτικός διανοητής να αγνοεί και να τρέχει στον Μαλρώ για απαντήσεις, όχι όμως κι ένας συνειδητός, ακούραστος  χριστιανός ορθόδοξος.

Κι ενώ η «πίστη» μπορεί μεν να είναι η μονολεκτική και η ικανοποιητική απάντηση για τον απλό άνθρωπο, οι δικοί μας διανοούμενοι, οι βαθύτατα θλιβόμενοι, οι συνταραζόμενοι και οι αγωνιούντες για τον αδικαίωτο και τον αδικαιολόγητο πόνο του συνανθρώπου τους, έχουν, απέναντι στους δυτικούς το ένα μεγάλο πλεονέκτημα, που δίνει σε μας τους χριστιανούς ορθόδοξους εκείνη τη διάσταση του «είναι» που μας επιτρέπει να υπομένουμε τη μηδαμινότητά μας χωρίς να ξεπέφτουμε στα αδιέξοδα, ακόμα και στον υψηλών προδιαγραφών από τη μια, αλλά ανόητο και απερίσκεπτο λόγο από την άλλη, ανθρώπων τέτοιας περιωπής και φήμης όπως ο Τζωρτζ Στάινερ. Το δικό μας δόγμα, εκφρασμένο με ελληνικό λόγο από τους  Πατέρες της Εκκλησίας μας, δεν παραδέχεται προκαθορισμένη ουσία του Θεού. Δεν δέχεται Θεό δεσμευμένο από καμιά ουσία. Αντίθετα, για μας ο Θεός είναι απολύτως ελεύθερος και ελεύθερα ενεργεί. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να οριστεί με καμιά λέξη τι ακριβώς είναι, πλην βέβαια της Αγάπης. Λέξης συνώνυμης με την Ελευθερία. Γιατί απόλυτη αγάπη, δηλαδή απλή, καθαρή, ανόθευτη αγάπη, δεν σημαίνει άλλο από κατάργηση του «εαυτού» μας χάριν ενός άλλου ανθρώπου. Απελευθερωμένος από κάθε έννοια εαυτού – όπως εμείς οι ατελείς σε αγάπη αντιλαμβανόμαστε τον «εαυτό» – πλήρης απλής αγάπης ο Θεός, φτιάχνει κατά συνέπεια κόσμο εκτός του, το σύμπαν κι εμάς. Κατ’ εικόνα, βέβαια, ελεύθερους, να είμαστε έτσι ή αλλιώς. Στο χέρι μας είναι ο κόσμος να είναι έτσι ή αλλιώς. Κι αυτό μπορεί να το καταλάβει ο οποιοσδήποτε Στάινερ ή Χριστοφίδης, κι ας είναι πιο κοντά ο Χριστοφίδης λόγω βαπτίσεως, πράγμα που δεν το εκμεταλλεύτηκε ποτέ, παρόλο που και ο Στάινερ, γνώστης και του Πλάτωνος, δεν είναι και τόσο μακριά. Ο Χριστοφίδης, όμως, και ως Έλληνας, χριστιανός ορθόδοξος εκπαιδευτικός, είναι επιπρόσθετα αδικαιολόγητος. Η εκπαίδευση, λέει ο Πλάτωνας8, δεν είναι για ν’ ανοίγει τα μάτια των ανθρώπων. Δεν «εμφυτεύει» όραση η Παιδεία. Η δουλειά της  και του εκπαιδευτικού είναι να στρέφει τα μάτια στην ορθή κατεύθυνση. Κι αυτήν, επιμένει ο Χ., την ξέρει καλύτερα απ’ όλους άλλος σπουδαίος δυτικός, «ο μέγας Jaeger στο ομώνυμο μνημειώδες σύγγραμμά του»9 και είναι «η μεγάλη Λογοτεχνία, η Τέχνη του λόγου και τα επιτεύγματά της»10. Όχι ο Χριστός!

Έτσι, όταν λέει στη Ρήνα (σ. 320) «Από πού κι ως πού εγώ θα τον συγχωρήσω (τον Θεό) γι’ αυτά τα πράματα, επειδή μας άφησεν με ελευθέραν την βούλησιν;», η απάντηση είναι ακριβώς αυτή: «ναι, επειδή ακριβώς είμαστε κατ’ εικόνα του ελεύθεροι, με ελευθέραν την βούλησιν, και γι’ αυτό (ξανά) στο χέρι μας είναι να είναι ο κόσμος αυτός που είναι η να είναι αλλιώς· και μάλιστα εντελώς αλλιώς, κατά τη δύναμη του οράματός μας αλλιώς, μέχρι και ως εν ουρανώ επί αυτής της γης αλλιώς».

Ο Ανδρέας Χριστοφίδης, λοιπόν, ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να γίνει ένας εξαίρετος εκπαιδευτικός με τα πάντα ανοιχτά και πάντα άγρυπνα μάτια της ψυχής του στραμμένα στην ορθή κατεύθυνση και μαζί με τα δικά του να στρέφει κι εκείνα των μαθητών του, προτίμησε να τρέχει πίσω από τον κάθε παραστρατημένο ηγέτη, τον κάθε μωροφιλόδοξο κομματάρχη και πολιτικό «αρχηγό» ως απερίσκεπτη  «Πηνελόπη που ξεπουλά τα πάντα» (σ. 317) γιατί ξέμεινε από πίστη κι επιμονή. Προτίμησε να επιλέγει από τη μια να «διασκεδάζει με τους μνηστήρες» κι από την άλλη να ακολουθεί τον κάθε «σπουδαίο» αλλά χαμένο Στάινερ, να ανακηρύσσει «Θεούς» μεγαλοφυείς μουσικοσυνθέτες ονόματι «Μπαχ» κι όταν τον καλεί το Πανεπιστήμιο Αθηνών να τον αναγορεύσει σε Επίτιμο διδάκτορα της Φιλοσοφικής Σχολής, να μην έχει άλλο τι να πει εκεί για τη μοίρα και τον αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου11, παρά για τις θεωρίες και τους μαθηματικούς γρίφους (τα παράλογα και τα παράδοξα) του Ζήνωνα του Ελεάτη περί «ταχύποδος Αχιλλέως» που αδυνατεί να περάσει σε αγώνα δρόμου μια χελώνα, ιδωμένες μάλιστα μέσα από τον φακό ενός…Χόφστατερ!12

Έτσι, στον λόγο του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, απέδωσε την καταστροφική εξέλιξη της πορείας της Κύπρου, όχι στους χειρισμούς πολιτικών κατώτερων των περιστάσεων ή απλώς ανίκανων ή ξεγελασμένων από τους ξένους ή παραστρατημένων ή φαντασιόπληκτων ή έστω άπειρων ηγετών, αλλά στο «παράδοξο του Αχιλλέως»: Ο Αχιλλέας δεν μπορεί νε ξεπεράσει σε αγώνα ταχύτητας τη χελώνα, κατά τον τρόπο βέβαια που κάθε κίνηση είναι μαθηματικώς αδύνατη. Για να διανύσει κάποιος ένα μέτρο θα πρέπει πρώτα να διανύσει μισό και για να διανύσει μισό θα πρέπει πρώτα να διανύσει ένα τέταρτο, ένα όγδοο, ένα δέκατο έκτο κ.ο.κ. Αν ο αριθμός διαιρείται επ’ άπειρον η κίνηση είναι αδύνατη. Αυτό το παράδοξο και παράλογο ισούται, κατά τον Χριστοφίδη, με το «παράδοξο και παράλογο γεγονός ότι εξελληνισμένοι και Έλληνες (εμείς) από 3000 χρόνια δεν αποτελέσαμε ποτέ κατ’ ουσίαν μέρος της ελληνικής επικράτειας, ενώ σήμερα κινδυνεύουμε να κατακτηθούμε ολοκληρωτικά από τα τουρκικά φύλα…»

«Ευτυχώς», επιμένει, που «για τρεις χιλιάδες διακόσια χρόνια τα έργα του Λόγου της Κύπρου παραγνωρίζουν τα παράδοξα και προωθούν τα φυσικά, την ενότητα με τη φυλή κ.λπ.» Είναι σκληρό να το λέει κανείς, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος από την σκληρή αλήθεια: Ο λόγος που δεν τολμά να σκεφτεί πως θα μπορούσαν και τα έργα των Πολιτικών της Κύπρου να είναι του ιδίου επιπέδου με τα έργα των Λογίων της Κύπρου, ώστε να επιτύχουν την ελληνική εξασφάλιση της επιβίωσης της Κύπρου, είναι γιατί κι ο ίδιος έπαιξε ένα ρόλο σε αυτή την χαμηλού επιπέδου, αποτυχημένη πολιτική.

Στις 3 Μαρτίου 1967 ο Α. Χ. διορίστηκε Γενικός Διευθυντής του ΡΙΚ. Ένα μήνα αργότερα (21 Απριλίου) εκδηλώνεται  το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ελλάδα. «Ο νεαρός διευθυντής του ΡΙΚ» γράφει η βιογράφος του (σ. 101) «νιώθει πως οι ευθύνες του έχουν διευρυνθεί: θα έπρεπε να καταπολεμήσει το σκοταδισμό και τη στενομυαλιά, που είχε κυριαρχήσει στην Ελλάδα»! Στην Κύπρο ούτε λόγος για σκοταδισμό. Ούτε στη σύμμαχο Ρωσία βέβαια, όπου στη Μόσχα «συγκινείται παρακολουθώντας νέους ποιητές να ενθουσιάζουν το πυκνό τους κοινό με τις απαγγελίες τους»! (σ. 139), πράγμα που του δίνει την αφορμή για ακόμα ένα δοκίμιο που βραβεύεται, ασφαλώς, μαζί με άλλα, με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου το 1969. Ιδανικός Κύπριος της εποχής του ο Χ. «δεξιών» καταβολών και σοσιαλιστικών οραμάτων, πλην όμως όχι και κομμουνιστής (απλώς ένας απλός θαυμαστής), ελληνοκεντρικός και ενωτικός αλλά σφοδρός πολέμιος της Ελλάδος λόγω (τι τύχη!) του χουντικού σκοταδισμού, συνεργός στο 95,45% του Μακαρίου του 1968 – που δεν είχε καμία σχέση με κανένα σκοταδισμό! – σε κάποια στιγμή οργανώνει και τηλεοπτικό – δημοκρατικό (sic) – πρόγραμμα και καλεί, άκουσον άκουσον, και τον Τάκη Ευδόκα, τον γιαουρτωμένο ανθυποψήφιο του Μακαρίου να πει τη γνώμη του. Η γνώμη του Ευδόκα για την έλλειψη πολιτικής ζωής στον τόπο  ήταν σαφής: «O παπάς φταίει». «Στο χειριστήριο του τηλεθαλάμου», λέει η Ρήνα (σ. 110), «όλοι τα έχασαν. Ο μόνος που κράτησε τη ψυχραιμία του και δεν άφησε να διακοπεί η εκπομπή ήταν ο Α. Χ.» Μπορούμε δηλαδή να φανταστούμε ότι όλοι οι υπόλοιποι διευθυντές και το προσωπικό, όλοι ορκισμένοι εχθροί  του ελλαδικού σκοταδισμού, θαυμαστές της Μόσχας αλλ’ όχι και κομμουνιστές, πανέτοιμοι και τάχιστοι προασπιστές της δημοκρατίας του 95,45%, αστραπιαία και ανεπιστρεπτί θα τερμάτιζαν μια εκπομπή που τολμούσε ν’ αμφισβητήσει τη δημοκρατικότητα του «δικού μας» καθεστώτος. Δυστυχώς για την Κύπρο ένας πιο έξυπνος από τους άλλους δεν το επέτρεψε ώστε να εκτεθεί τελειωτικά και καταστροφικά το ίδιο το καθεστώς. Δυστυχώς υπήρχαν αυτοί οι «πιο έξυπνοι», οι έξτρα προικισμένοι υπηρέτες που στήριζαν και προστάτευαν το καθεστώς μέχρι να φέρει το «αγωνιστικό» του έργο εις πέρας. Και το έφερε. Κι ούτε που να σκεφτούμε το «αίσιο». Πέρας, μόνο πέρας και τέλος έφερε.

Αυτό το τέλος είναι η «πεμπτουσία» όχι μόνο «μιας προσφοράς» αλλά και πολλών άλλων προσφορών, ανδρών μπορεί λιγότερο προικισμένων μεν, αλλά πάντως εξίσου έτοιμων να υπηρετήσουν όχι τα οράματα των νεκρών ηρώων μας αλλά τις φαντασιώσεις και τα κέρδη των ζώντων αρχηγών μας…

Σημειώσεις

1 Π. Περσιάνη «Τα Πολιτικά της εκπαίδευσης στην Κύπρο», σ.168

2 Επετηρίς Παγκυπρίου Γυμνασίου 1964-65, σ.38

3 Επετηρίς Π.Γ. 1967-68, σ.53

4 Τ.Ευδόκα «Εγώ είμαι η Κύπρος», Ταμασός 1989, σ. 52-67

5 «Ελευθεροτυπία» 1.8.1983

6 Σε ομιλία του ο Β.Γ.Γ. του ΑΚΕΛ Α. Φάντης («Χαραυγή» 30.7.1980)  τον αποκάλεσε «ανάξιο» και στις

11.9.1980, στο κύριο άρθρο της η ίδια εφημερίδα τον αποκάλεσε «ανίκανο».

7 Στις μέρες πριν την εισβολή όταν ο Μακάριος βρισκόταν στο Λονδίνο και ο Α.Χ. στην Αθήνα, η Ρ.Κ. αναφέρει (σ.164), ότι ο Μακάριος είπε στον Α.Χ.: «Μα είσαι στην Αθήνα; Φύγε από εκεί γιατί ξέρω ότι μας παρακολουθούν, αλλά πες στη Χούντα, που μας ακούει, ότι θα τη ρίξω!»

8 Πολιτεία 518d -519a

9 Werner Jaeger “Paedia”

10 Α. Χριστοφίδη «Τα έλλογα και τα Παράδοξα», Κέντρο Μελετών Ι. Μ. Κύκκου, 1995, σ. 21

11 Λόγος του Α.Χ στις 29 Οκτωβρίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο «Τα έλλογα και τα παράδοξα»,

Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, Λευκωσία 1995, σ.15-25

12 Douglas R. Hofstadter “Gödel, Escher, Bach: an Eternal Golden Braid”

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here