Η εθνική ταυτότητα της παιδείας στον 21ο αιώνα

6
91

Με βάση την κυρίαρχη στα εκπαιδευτικά μας πράγματα αντίληψη, ο τίτλος της εισήγησής μου θα μπορούσε να κριθεί επιεικώς απαράδεκτος, γιατί:

α) Τι σχέση μπορεί να έχει η εθνική ταυτότητα με την παιδεία; Δεν πρέπει η παιδεία να είναι «υπεράνω εθνικών διαχωρισμών»;

β) Πώς μπορούμε να μιλάμε για εθνική ταυτότητα στον αιώνα της «παγκοσμιοποίησης», όπου οι εθνικές ταυτότητες «καταργούνται»;

Τα κυρίαρχα αυτά ερωτήματα εκφράζουν τη νεωτερική παράδοση στη σημερινή μεταμοντέρνα φάση της ανέλιξής της. Δεν υπάρχει όμως μόνο η νεωτερική παράδοση στον κόσμο. Υπάρχει, ως προς την περίπτωσή μας και η ελληνική προσωποκεντρική παράδοση, η οποία προσεγγίζει το θέμα εντελώς διαφορετικά.

            1. Νεωτερική και ελληνική παιδεία

Τι είναι «Παιδεία»; Έχουμε δύο διαμετρικά αντίθετες απαντήσεις. Τη σύγχρονη νεωτερική, για την οποία Παιδεία = Εκπαίδευση. Και την προνεωτερική ελληνική, για την οποία Παιδεία = Ανθρωποποίηση.

            1.1 Η νεωτερική παιδεία

Ο ρόλος, που η νεωτερική κοινωνία αναθέτει στην παιδεία της, είναι να εκπαιδεύει τα παιδιά, ώστε να ενταχθούν στην αγορά εργασίας.

Οι πολλοί εκπαιδεύονται για να γίνουν χρήστες ή συντηρητές Συστημάτων. Οι λίγοι, για να γίνουν διαχειριστές τους. Και οι πάρα πολύ λίγοι, για να γίνουν κατασκευαστές τους. Όταν λέμε «Συστήματα», εννοούμε: α) την τυποποίηση των ανθρωπίνων σχέσεων, β) την ορθολογική οργάνωσή τους με βάση χρησιμοθηρικές αρχές και γ) την παγίωση – αναπαραγωγή των οργανώσεων – συστημάτων.

Σύστημα είναι π.χ. μια Επιχείρηση. Όπως επίσης και μια Δημόσια Υπηρεσία. Για να παραχθεί σήμερα οποιοδήποτε προϊόν, χρειάζεται το κατάλληλο Σύστημα. Πρότυπο του Συστήματος είναι η μηχανή. Η ουσία της μηχανής δεν είναι το υλικό (hardware), αλλά το λογισμικό (software). Τα Συστήματα είναι κατά βάθος μηχανές. Κοινωνικές μηχανές, συναρθρωμένες σε μια μεγαμηχανή: αυτό που εννοούμε π.χ. όταν λέμε «φταίει το Σύστημα».

Το είδος της νοητικής δυνάμεως, που χρειάζεται μια κοινωνία Συστημάτων, είναι η αλγοριθμική-ψηφιακή σκέψη, ο συνδυασμός λατινικού Κανόνα και γερμανικού Γνώμονα.[2] Γι’ αυτό και ο σκοπός της νεωτερικής παιδείας είναι η καλλιέργεια της τυποποιητικής και της αλγοριθμικής ή ψηφιακής σκέψης, μιας σκέψης εντελώς μηχανιστικής. Είναι μάλιστα τόσο έμμονος ο συγκεκριμένος σκοπός της, ώστε βαθμιαία απαξιώνει και εκτοπίζει ό,τι έρχεται σε αντίθεση μ’ αυτόν, καθορίζοντας τη γραμμή, που θα ακολουθήσει η εξέλιξη της δυτικής παιδείας από τον δέκατο όγδοο αιώνα και εντεύθεν. Φτάσαμε έτσι σήμερα στη μονοκαλλιέργεια της τεχνικής εκπαίδευσης.

Πρoφανώς μια τέτοια παιδεία – εκπαίδευση δεν έχει άμεση σχέση με την εθνική ταυτότητα, ό,τι και να σημαίνει ο όρος αυτός. Οι τεχνικές χρήσης, συντήρησης, κατασκευής και διαχείρισης των συστημάτων, δεν φαίνεται να έχουν εθνικό χρώμα και θα φαινόταν επίσης παράλογο να ψάχνουμε εδώ για εθνικά κριτήρια.

Ευλόγως, λοιπόν, «δεν μας καταλαβαίνουν» οι καθηγητικές μας αυθεντίες, όταν απορρίπτουμε το μοντέλο της εθνομηδενιστικής παιδείας.

            1.2 Η ελληνική παιδεία

Με τα ελληνικά κριτήρια η σημερινή «παιδεία» αντιστοιχεί στην εκπαίδευση, που λάμβανε χώρα στο εσωτερικό της οικονομίας. Κυρίως στη σχέση τεχνίτη και μαθητευόμενου.

Στον ελληνικό πολιτισμό η λέξη «παιδεία» παρέπεμπε στις απαιτήσεις μιας σφαίρας ζωής, η οποία απλώς δεν υφίσταται σήμερα. Αυτή η σφαίρα, η μοναδική πραγματικά δημόσια σφαίρα, ήταν το αυτoκυβερνώμενο σώμα των πολιτών, που είναι «πολίτες» επειδή «μετέχουν κρίσεως και αρχής». Σκοπός της παιδείας ήταν να φτιάξει Άτομο, ικανό να είναι μέλος του συγκεκριμένου αυτού συλλογικού σώματος. Ένα τέτοιο Άτομο δεν γεννιέται έτοιμο από τη φύση. Χρειάζεται ειδική αγωγή για να αναπτυχθεί. Πρέπει συγκεκριμένα να αποκτήσει τέσσερις αρετές: φρόνηση, ανδρεία, σωφροσύνη, δικαιοσύνη.

Στην ελληνική αυτοκατανόησή της, η ψυχή αποτελείται από τρία «μόρια», που λειτουργούν το καθένα με τον δικό του κώδικα, και αν δεν αναπτυχθούν με εναρμονισμένο τρόπο, ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπερβεί την ιδιωτεία, και να ξεφύγει από το επίπεδο του δούλου. Τα τρία μόρια είναι το «επιθυμητικόν», το «θυμοειδές» (συναισθηματικό) και το «λογιστικόν» (διανοητικό), και οιαρετές, που τους αντιστοιχούν, είναι ακριβώς η σωφροσύνη, η ανδρεία και η φρόνηση. Όταν αυτές αναπτυχθούν, εμφανίζεται η τέταρτη αρετή, εν είδη «συνισταμένης» των τριών: η εσωτερική εκείνη αμεροληψία – δικαιοσύνη, που κάνει τον άνθρωπο ικανό να ανταποκριθεί στις συλλογικές απαιτήσεις της εν πολιτική ισοτιμία ατομικής ελευθερίας.[3]

Ο δίκαιος-ελεύθερος άνθρωπος, ο «καλός κ’ αγαθός» πολίτης, είναι ο σκοπός της ελληνικής παιδείας. Προφανώς αυτό το είδος Ατόμου δεν το χρειάζεται καθόλου η νεωτερική εποχή. Θα ήτανδυναμίτης στα θεμέλια της.

Βάση της ελληνικής παιδείας ήταν τα Ομηρικά Έπη. Γι’ αυτό και θα έχανε τη λειτουργική αποτελεσματικότητά της, όταν τα Έπη θα «απομυθοποιούνταν». Μιλάμε για την εποχή της παρατεταμένης ανθρωπολογικής κρίσης του ελληνικού πολιτισμού, η οποία αρχίζει με τον Πελοποννησιακό πόλεμο, για να ολοκληρωθεί στην ελληνιστική και τη ρωμαϊκή εποχή. Η κρίση αυτή ξεπεράστηκε, για χίλια χρόνια με τον χριστιανισμό, χωρίς να πάψει κατά καιρούς να αναπαράγεται. Οδήγησε δε το Βυζάντιο στη μοιραία για τις τύχες του εσωτερική κατάρρευση του Ενδεκάτου αιώνα.[4] Ως παράδοση παρασιτισμού-μηδενισμού μας συνοδεύει ως σήμερα.

Το πρόβλημα μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: Με τη βοήθεια του ηρωικού μύθου, ο άνθρωπος μπορεί να ανελιχθεί από το επίπεδο του δούλου, ο οποίος είναι πρωτίστως δούλος των παθών του, στο επίπεδο του ελευθέρου ανθρώπου. Όταν όμως ολοκληρωθεί η εξατομίκευση, ο εξατομικευτικός μύθος χάνει τη λειτουργικότητά του, ως μηχανισμός αυτορρύθμισης των παθών.«Απομυθοποιείται». Και αν, στη φάση αυτή, δεν μπει κάτι άλλο στη θέση του, μοιραία το Άτομο αποσυντίθεται, και το πολιτειακό oικoσύστημά του είναι καταδικασμένο (νόμος υποστροφής – «παρεκβάσεων» των πολιτευμάτων).

Αποδείχθηκε, με δυο λόγια, ότι η φιλοσοφική Λογική δεν είναι επαρκές υποκατάστατο της ρυθμιστικής γοητείας του ηρωικού μύθου. Ούτε η από Σκηνής διδασκαλία της Τραγωδίας μπορεί να συγκρατήσει, για πολύ, τη διαλυτική αποχαλίνωση των παθών. Τη λύση στο πρόβλημα την έδωσε ο χριστιανισμός, εισάγοντας τη σταυρική Αγάπη στην ελληνική ψυχή. Το Άτομο μπορεί να αποφύγει τη διάλυσή του, αν αναθεμελιώσει την προσωπικότητά του σ’ αυτό το είδος Αγάπης. Η ανάπτυξη των τριών αρετών και η εσωτερίκευση της δικαιοσύνης, η προϋπόθεση για την ύπαρξη βιώσιμου πολιτικού σώματος ελευθέρων ανθρώπων, καθίσταται τότε δυνατή, παρά την εξάντληση του εξατομικευτικού μύθου. Ενώ, λοιπόν, με τη μετάβαση στον χριστιανισμό, άλλαξε άρδην η οντολογική θεμελίωση της ελληνικής παιδείας, έμεινε αμετακίνητος ο σκοπός της: ο ελεύθερος-δίκαιος άνθρωπος.

Ως λύση στο πρόβλημα της κατάρρευσης του ελληνικού πολιτικού σώματος, προέκυψε έτσι η δημιουργία ενός δεύτερου συλλογικού σώματος στο εσωτερικό του. Ενός σώματος εσχατολογικού-μυστηριακού, με ρόλο διττό. Προς τα μέσα: να καλύπτει το αίτημα της μετάβασης από το Άτομο στο Πρόσωπο. Προς τα έξω: να λειτουργεί ως «αντισηπτικό». Να είναι το «άλας», που εμποδίζει το πολιτειακό οικοσύστημα του Ατόμου να «σαπίσει» και να καταρρεύσει. Η ζωοποιός και συνάμα «αντισηπτική» υποκειμενοποιητική αυτή ενέργεια, είναι η αυτοθυσιαστική Αγάπη. Όταν μιλάμε για ελληνικό, δηλαδή προσωποκεντρικό χριστιανισμό, εννοούμε κατά βάθος αυτήν ακριβώς τη λύση στο «κενό νοήματος», που ακολουθεί την ωρίμανση της εξατομίκευσης.

Γνωρίζουμε βέβαια, ότι οι δολιχοδρομίες της ελληνικής ιστορίας, δεν ευνόησαν την «επαρκή» (…πέραν της χιλιετίας) πολιτειακή εφαρμογή της χριστιανικής λύσης. Ο ελληνικός χριστιανισμός επισκιάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τον ρωμαϊκό – αυτοκρατορικό. Περιορίστηκε «μόνο» στα πολεοτικά-κοινοτικά κύτταρα του οικουμενικού κρατικού σώματος…  Αυτό ασφαλώς δεν αποκλείει, για μας την δυνατότητα, μια αναγέννηση του ελληνικού πολιτικού σώματος και του αντίστοιχου εντός του ευχαριστιακού, να ξαναφέρουν στην ημερήσια διάταξη τη ξεχασμένη διαλεκτική ευχαριστιακού και πολιτειακού πληρώματος. [5]

            1.3 Η ουσία της διαφοράς

Η διαφορά της νεωτερικής από την ελληνική παιδεία είναι, ότι η ελληνική απαιτεί από τον άνθρωπο να «αλλάξει». Να ανέλθει τις τρεις βαθμίδες της ανθρωπολογικής κλίμακας: κολεκτιβιστικός τύπος, Άτομο, Πρόσωπο. Ή κατά τη διατύπωση των νηπτικών πατέρων, «Δούλος», «Μισθωτός», «Φίλος» (όπου ο πρώτος κάνει το καλό μόνο από φόβο, ο δεύτερος επειδή θα αμειφθεί και ο τρίτος από αγάπη).

Στη «φυσική» – «αφύσικη» κατάστασή του, ο άνθρωπος είναι Δούλος. Χωρίς την κατάλληλη αγωγή δεν μπορεί να γίνει Άτομο και Πρόσωπο. Η νεωτερική παιδεία αντιθέτως, υπολαμβάνει τον άνθρωπο ως εκ φύσεως ελεύθερο, καλό και ολοκληρωμένο. Ότι το μόνο που χρειάζεται, είναι να εκπαιδεύσει το διανοητικό του μόριο στη χρήση της ψηφιακής σκέψης. Διότι η μηχανή και όχι η αρετή, θα του «λύσει τα προβλήματα».

Σκοπός του ελληνικού Ατόμου ήταν, αντίθετα, η αυτοπραγμάτωσή του στον χώρο της συλλογικής αυτοκυβέρνησης, στον χώρο της αδιαμεσολάβητης σχέσης και της πολιτικής ελευθερίας. Όχι στον ιδιωτικό χώρο της χρείας – οικονομίας. Το νόημα της ζωής (το «ευ ζην») βρίσκεται στον δημόσιο χώρο, στην πολιτική σκηνή. Σε άκρα αντίθεση με το νεωτερικό Άτομο, που τοποθετεί το νόημα της ζωής (το «ευ ζην») του στον ιδιωτικό χώρο, ως ιδιωτική ελευθερία απόκτησης-απόλαυσης. Ο Οίκος, με έμφαση την «οικονομία», καταπίνει στη νεωτερική εποχή τον ελεύθερο πολιτικό χωροχρόνο. Όλα γίνονται ιδιωτεία.

Για να δικαιολογήσουν την ιδιωτεία, έφτιαξαν και το κατάλληλο ιδεολόγημα. Χώρισαν τη δημοκρατία σε «άμεση» και «αντιπροσωπευτική». Ότι τάχα οι Έλληνες μπορούσαν να έχουν την «άμεση» δημοκρατία, γιατί τα πολιτικά τους σώματα (οι Πόλεις) ήταν ολιγάνθρωπα, ενώ τα σύγχρονα πολιτικά σώματα (τα έθνη) είναι πολυάνθρωπα, οπότε μόνο η «αντιπροσωπευτική» δημοκρατία είναι εφαρμόσιμη. Ότι το αποτέλεσμα είναι ολιγαρχία και όχι δημοκρατία, δεν τους απασχολεί.

Το θέμα δεν είναι ότι οι Έλληνες αγνοούσαν την ψηφιακή σκέψη. Μηχανές ήξεραν να φτιάχνουν, αλλά μόνο, χάριν παιδιάς. Παράδειγμα ο Ανθέμιος της Τράλλης, ένας από τους αρχιτέκτονες της Αγίας Σοφίας. Έφτιαξε ατμομηχανή, για να τραντάζει το σπίτι του. Ώστε να τρομάζει τον κακότροπο σπιτονοικοκύρη, που έμενε στον επάνω όροφο… Κάτεχαν την Τεχνική. Κανείς όμως δεν σκέφτηκε να την αναγάγει σε σκοπό και νόημα της παιδείας. Να αναβαθμίσει τον Ήφαιστο σε «πατέρα ανδρών τε θεών τε».

Αντί για την ψηφιακή σκέψη, οι Έλληνες είχαν σε ιδιαίτερη υπόληψη μια τελείως διαφορετική μορφή νοήσεως. Είναι η Μήτις. Η μυθική Μήτις ήταν μητέρα της Αθηνάς, της πολιούχου των Αθηνών και προστάτιδας του πολυμήχανου ελληνικού Ατόμου –του Οδυσσέα. Ήταν η πρώτη γυναίκα του Δία, που την κατάπιε, έγκυο ούσα, όπως έκανε κι ο πατέρας του ο Κρόνος με τα παιδιά του, ώστε να αποφύγει αφ’ ενός κάποια δυσάρεστη έκπληξη από το παιδί που θα γεννιόταν και αφ’ ετέρου, να κερδίσει την υπέρτατη σοφία και διορατικότητα της Μήτιδος, ώστε να προλαβαίνει εν τη γενέσει της, κάθε πιθανή απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον της θεϊκής εξουσίας του.

Η Μήτις είναι η ξύπνια νοημοσύνη, η νοημοσύνη του ανοιχτομάτη. Ενώ η ψηφιακή σκέψη, είναι η μηχανική σκέψη, η σκέψη του κοιμισμένου. Η πρώτη προϋποθέτει τον άνθρωπο σε εγρήγορση και συγκέντρωση. Αντιπροσωπεύει τη νόηση σε κατάσταση ενεργοποίησης του συνόλου των ψυχικών δυνάμεων. Είναι η συνηρημένη νοητική δύναμη και των τριών μορίων της ψυχής. Πριν απ’ όλα είναι ένας τύπος νοήσεως, κατάλληλος για την κίνηση μέσα στη χαοτική απροσδιοριστία του ελληνικού πολιτικού πεδίου.

Στη χριστιανική μετεξέλιξη της ελληνικής ψυχής η Μήτις στρέφεται προς τα μέσα, οπότε γίνεται Νήψις. Είναι η άγρυπνη και αμερόληπτη εκείνη νοητική δύναμη, που συνοδεύει την είσοδο της Αγάπης στην ψυχή του Ατόμου.

Η ψηφιακή σκέψη είναι μηχανική σκέψη. Αυτή λειτουργεί, όταν όλα τα ψυχικά όργανα κοιμούνται, αφήνοντας την αριθμομηχανή του εγκεφάλου ελεύθερη να κάνει τους υπολογισμούς της. Χωρίς τον εθισμό στην ύπνωση του επιθυμητικού και του θυμοειδούς, καθώς και των ανώτερων λειτουργιών του λογιστικού, είναι αδύνατη η ανάπτυξη της αλγοριθμικής σκέψης. Κι αυτό ακριβώς επιτυγχάνει η σύγχρονη παιδεία, με πανάκριβο τίμημα τη μονόπλευρη ανάπτυξη – υπανάπτυξη του ανθρώπου.

Το ανθρωπολογικό της πρότυπο μοιάζει να είναι η Χίμαιρα, το θηρίο, που περιγράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα: «Δράκος οπίσω, λέοντας εμπρός, στη μέσην αίγα, κι ήσαν τα σπλάχνα της φωτιά και φλόγες η πνοή της». Πριν από τόσες χιλιάδες χρόνια ο εθνικός ποιητής-πατέρας του ελληνικού πολιτισμού, φωτογράφησε τέλεια τα θηρία, που διαχειρίζονται τα σύγχρονα Συστήματα.

            2. Εθνική ταυτότητα και παιδεία

Η ριζική διαφορά ανάμεσα στην ελληνική και στη νεωτερική παιδεία επεκτείνεται και στον τρόπο, που ορίζουν την εθνική ταυτότητα.

Η νεωτερική νοηματοδότηση έχει δύο κύριους πόλους: είτε δεν παραδέχεται καθόλου την ύπαρξη εθνικής οντότητας (εθνομηδενισμός), είτε της προσδίδει αντικειμενικό περιεχόμενο, κατά προτίμηση φυλετικό. Αντιθέτως η ελληνική νοηματοδότηση συνδέει το έθνος με την Παιδεία, η οποία μεταβάλλει τον άνθρωπο από Δούλο σε Άτομο και από Άτομο σε Πρόσωπο. Η εθνική ταυτότητα προκύπτει εδώ, όχι από τη φυλετική καταγωγή, αλλά από την πνευματική καταγωγή. Δεν είναι αποτέλεσμα τύχης και ανάγκης, αλλά συλλογικής επιλογής, ατομικής ελευθερίας και συνειδητής καλλιέργειας. Οι «πατέρες του έθνους» δεν μεταβιβάζουν βιολογικά την ταυτότητα του έθνους, αλλά πνευματικά, με τον ενσαρκωμένο στο παράδειγμά τους Κοινό Λόγο.

Πνευματική μήτρα των Ελλήνων είναι τα Ομηρικά Έπη. Σ’ αυτά προστίθενται, όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου, τα Χριστιανικά Έπη, το Ευαγγέλιο, τα Μαρτυρολόγια και η Οσιογραφία. Τα Ομηρικά Έπη χειραγωγούν τον ανήλικο στον δρόμο της ελληνικής εξατομίκευσης. Τα Χριστιανικά Έπη βοηθούν τον ενήλικο να λύσει τα προβλήματα, που γεννά η ολοκλήρωση της εξατομίκευσής του, ώστε να ανέλθει, αν θέλει, στο επίπεδο του Προσώπου.

            2.1 Ταυτότητα και Παραδόσεις

Με βάση τα ελληνικά κριτήρια το Έθνος – Γένος είναι αποτέλεσμα των συλλογικών προσπαθειών του ανθρώπου να διαχειριστεί την άνοδό του στην ανθρωπολογική κλίμακα.

Μιλώντας γενικά, μπορούμε να πούμε, ότι η ανθρωπολογική ανέλιξη δημιουργεί τρεις μεγάλες μορφές πολιτισμού, ανάλογα με το ποιος τύπος ανθρώπου αποτελεί το κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο. Ή αλλιώς τρεις ιστορικές μορφές οικουμένης: τις κολεκτιβιστικές, τις ατομοκεντρικές και τις προσωποκεντρικές. Προσωποκεντρικός είναι ο βυζαντινός πολιτισμός. Ατομοκεντρικοί είναι ο αρχαίος ελληνικός και ο νεωτερικός πολιτισμός. Κολεκτιβιστικοί είναι οι υπόλοιποι πολιτισμοί: ο βαβυλωνιακός, ο αιγυπτιακός, ο εβραϊκός, ο περσικός, ο ινδικός κλπ. Τα έθνη ορίζονται ως τα ιστορικά συλλογικά υποκείμενα, που παράγονται από την ετερότητα μετοχής στο «ευ ζην» των τριών τύπων οικουμένης.[6]

Αν ο ανθρωπολογικός ορισμός του έθνους είναι ορθός, τότε η εθνική ταυτότητα δεν είναι παρά η ειδική δομή εκείνων των παραδόσεων, που διαχειρίστηκαν τη συλλογική ιστορική διαδρομή του πάνω στην ανθρωπολογική κλίμακα.

            2.2 Η σύγχρονη ελληνική ταυτότητα

Η σύγχρονη ελληνική ταυτότητα είναι ίσως η πιο πολύπλοκη και αντιφατική δομή. Έχει τρεις «ορόφους», τον κολεκτιβιστικό, τον ατομικιστικό και τον προσωποκεντρικό και τέσσερα «κέντρα έλξης» (ελκυστές-πρότυπα).

Στο κατώτερο επίπεδο βρίσκονται τα κολεκτιβιστικά ανθρωπολογικά πρότυπα, παλιά και πρόσφατα, που για λόγους συντομίας τα συνοψίζουμε σε ένα. Εδώ βρίσκεται για παράδειγμα ο ραγιαδισμός ή ο μοντέρνος κολεκτιβισμός, ο πολωμένος μεταξύ φασισμού και κομμουνισμού. Στο μεσαίο επίπεδο βρίσκεται ο ελληνικός και ο νεωτερικός τύπος Ατόμου. Στο ανώτερο επίπεδο βρίσκεται το βυζαντινό Πρόσωπο. Την πνευματική «ηγεμονία» στη δομή αυτή την έχει ο νεωτερικός τύπος, ένα ενδιάμεσο ανθρωπολογικό πρότυπο κι αυτό σε κατάσταση πλήρους σήψης.

Φορείς των «κέντρων έλξης» ή «εθνικών ελκυστών», είναι οι αντίστοιχες παραδόσεις και άρα οι αντίστοιχες μορφές παιδείας. Εδώ ο όρος «εθνική ταυτότητα» και ο όρος «παιδεία», είναι κατά βάθος ταυτόσημοι. Κεντρική παράδοση είναι, στην περίπτωσή μας, αυτή που αντιπροσωπεύει τη βασική ανθρωπολογική διαδρομή, από τον μυκηναϊκό κολεκτιβισμό στην ελληνική Ατομικότητα, κι απ’ αυτήν στο χριστιανικό Πρόσωπο. Ηγετική όμως είναι εδώ η παράδοση της μεταπρατικής νεωτερικής εξατομίκευσης.

Βεβαίως η ανθρωπολογική ανέλιξη δεν είναι μονόδρομος. Η εθνική ταυτότητα περιλαμβάνει και τις υποστροφές από το Άτομο στον Δούλο και από το Πρόσωπο στο Άτομο, μέσω των αντίστοιχων μορφών μηδενισμού. Υποστροφές, που οδηγούν ενίοτε σε μεταλλάξεις της εθνικής ταυτότητας. Όπως για παράδειγμα η υποστροφή – μετάλλαξη, που έκανε τον Έλληνα Τούρκο στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου.

            2.3 Η εθνική αλλοτρίωση

Βασικό πρόβλημα στη δομή της σύγχρονης ελληνικής ταυτότητας είναι η εθνική αλλοτρίωσηη διπλή ανωμαλία να κυριαρχεί εντός της ένα κατώτερο κέντρο και μάλιστα σε κατάσταση απόλυτης παρακμής.

Η εθνική αλλοτρίωση άρχισε να γίνεται κάπως αντιληπτή, όταν ο Γιώργος Σεφέρης (1900 – 1971), ο Ζήσιμος Λορεντζάτος (1915 – 2004), ο Οδυσσέας Ελύτης (1900 – 1996), ο Χρήστος Γιανναράς, μας έμαθαν να ξεχωρίζουμε τον «ελληνικό ελληνισμό» από τον «δυτικό ελληνισμό». Το περιεχόμενο της διαφοράς δεν είναι ότι η νεωτερική παράδοση έχει επιβάλει στο ελληνικό κράτος τη δική της παιδεία. Αυτό είναι το λιγότερο. Το ουσιαστικότερο είναι, ότι ελέγχει την παιδεία και της κεντρικής ελληνικής παράδοσης, καθορίζοντας την ιδέα, που αυτή σχηματίζει για τον εαυτό της.Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ευσεβισμός, που ταυτίστηκε στα μυαλά μας με την Ορθοδοξία, ενώ δεν ήταν παρά εισαγόμενος προτεσταντισμός. Άλλο παράδειγμα είναι η πίστη ότι οι Έλληνες δεν είχαν Ατομικότητα κι ότι αυτή είναι δυτική ανακάλυψη. Όπως επίσης το στερεότυπο για τις δήθεν «ελληνικές» καταβολές της Νεωτερικότητας.

Το φαινόμενο της εθνικής αλλοτρίωσης δεν είναι φυσικά μόνο ελληνικό. Είναι διεθνές. Διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με τη δομή των εθνικών ταυτοτήτων. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η εθνική ταυτότητα δομείται πάνω στην απλή αντίθεση ανάμεσα στην κυρίαρχη νεωτερική ατομοκρατική παράδοση, που έρχεται απ’ έξω και εκ των άνω και στην ιθαγενή κολεκτιβιστική παράδοση, την οποία και αποσυνθέτει. Η συνειδητοποίηση όμως της εθνικής αλλοτρίωσης γεννά παντού μανιχαϊστικά φουνταμενταλιστικά κινήματα. Είναι χαρακτηριστικό για το θέμα μας, ότι το πρώτο πράγμα, που ζητούν τα κινήματα αυτά, είναι να έχουν οι κυριαρχούμενες παραδόσεις «ίσα δικαιώματα» στην παιδεία.

Κοντολογίς, να επεκταθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και στις παραδόσεις, ώστε κάθε παράδοση να ελέγχει τη δική της παιδεία, πράγμα βεβαίως εντελώς απαράδεκτο για τους νεωτερικούς «δημοκράτες» μας.[7]

            3. Για μια μετανεωτερική παιδεία

Η μοίρα, που επιφυλάσσεται στο Άτομο, όταν ολοκληρώσει την ανέλιξή του και χειραφετηθεί από τον ιδρυτικό του μύθο, έπληξε ήδη και το νεωτερικό Άτομο. Ο μεταμοντέρνος μηδενισμός, όπου ο μηδενισμός των συλλογικών ταυτοτήτων, επεκτείνεται σε μηδενισμό και της ίδιας της ατομικής ταυτότητας, είναι πλέον γεγονός.

            3.1 Αυτοματισμένοι φιλοτομαριστές

Δείτε τι απέγινε ο άνθρωπος-σκοπός της νεωτερικής παιδείας, το «άτμητο» Άτομο. Μετασχηματίσθηκε στο αντίθετό του.

Κομματιάζεται, για να γίνει πάμφθηνο ανταλλακτικό γιγάντιων απρόσωπων συστημάτων. Τα υπερκείμενα αυτονομημένα συστήματα υπερκαθορίζουν τις ανάγκες του, τις επιθυμίες και τα όνειρά του. Ο σημερινός άνθρωπος δεν ελέγχει τις ανάγκες του. Δεν είναι σε θέση να απαλλαγεί, ούτε καν απ’ τις ανάγκες, που αυτός ο ίδιος θεωρεί επιβλαβείς. Η ελευθερία του κατάντησε ψιλό γράμμα, αφήνoντάς του, ως μόνη επιλογή, την αυτοπαραίτηση και την ιδιωτεία. Ήδη η νεωτερική παιδεία προσαρμόστηκε σ’ αυτό. Τα ατομικιστικά ανθρωπιστικά ιδεώδη, όπου τυχαίνει να διατηρούνται ακόμη, έγιναν διακοσμητικά ιδεολογήματα, που ελάχιστη σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Οι αλλεπάλληλες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις εξυπηρετούν πλέον συνειδητά την παραγωγή αυτοματισμένων φιλοτομαριστών.

Το ιδεώδες μιας παιδείας προσανατολισμένης στα συστήματα είναι τούτο: «Βάζω τον αυτόματο πιλότο και πηγαίνω για ύπνο». Να δουλεύουν τα συστήματα κι εγώ να κοιμάμαι τον ύπνο του δικαίου. Το δυστύχημα όμως είναι, ότι οι «αυτόματοι πιλότοι» δεν μπορούν να διαχειριστούν «κρίσεις». Οι «κρίσεις», ο καθημερινός εφιάλτης όλων όσων διαχειρίζονται μεγάλα συστήματα, χρειάζονται ξύπνιους ανθρώπους, ανθρώπους μήτιδος, ακόμα και νήψεως. Αλλά αυτοί εκλείπουν, καθώς είναι άλλη η παιδεία που τους διαμορφώνει, με αποτέλεσμα την ανεξέλεγκτη αυτονόμηση των συστημάτων και τη συσσώρευση όλο και μεγαλύτερων αδιεξόδων. Μεταξύ των οποίων η γενίκευση της αθλιότητας και η επιδείνωση όλων των μεγάλων διασυστημικών αντιθέσεων.

Η μετάβαση στην τρίτη χιλιετία έχει συγκλονιστικές αναλογίες με τη μετάβαση στην πρώτη χιλιετία. Οι κολεκτιβιστικοί λαοί της Ανατολής, εκόντες άκοντες, βαδίζουν ήδη στον δρόμο της νεωτερικής εξατομίκευσης, τη στιγμή που το δυτικό Άτομο έχει τεθεί σε τροχιά εσωτερικής αποσύνθεσης. Είναι το πρόβλημα, που κλήθηκε να διαχειριστεί ο Αλέξανδρος και εν συνεχεία η Ρώμη. Ενώ οι «βάρβαροι» εισέρχονταν στον ελληνικό πολιτισμό, ο ανθρωπολογικός φορέας του είχε πάρει ήδη τον δρόμο της εσωτερικής του διάλυσης. Τον πρώτο αιώνα ήρθε ο χριστιανισμός και έδωσε λύση στο αδιέξοδο. Τώρα, στον εικοστό πρώτο αιώνα, ποιος θα διαρρήξει τον καθοδικό φαύλο κύκλο; Δεν το ξέρουμε. Ξέρουμε όμως ποιος είναι ο χαρακτήρας της ζητούμενης λύσης. Ποια παιδεία της αντιστοιχεί. Είναι η παιδεία, που φτιάχνει ελεύθερους ανθρώπους και όχι αφασικά μαλάκια, πειθήνιους φιλοτομαριστές, νευρόσπαστα και ιδιωτικά αυτόματα. Που φτιάχνει ανθρώπους, ικανούς να πηγαίνουν κόντρα στο ρεύμα.

Κοντολογίς, άτομα ικανά να λύνουν μέσα τους την αντίθεση ελευθερίας – δικαιοσύνης, υπεύθυνα για τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους. Άτομα ικανά να βγαίνουν πάνω από τα συστήματα.

Τέτοια Άτομα δεν μπορούν να υπάρξουν, αν δεν μαθητεύσουν στην ελληνική παιδεία. Αν δεν διδαχθούν τον νόμο της Ελευθερίας της Αγάπης και της Αγάπης της Ελευθερίας.

            3.2 Άρση της αλλοτρίωσης

Η ταυτότητα με την οποία ο Ελληνισμός μπαίνει στη μετανεωτερική εποχή έχει βεβαίως προβλήματα, αλλά διαθέτει και κάτι μοναδικό.

Τα «προβλήματα» αφορούν την ιστορική φθορά των ανώτερων κέντρων του. Το χριστιανικό Πρόσωπο παραμένει, όπως το άφησε η πτώση του Βυζαντίου συν τη νεωτερική «μετακένωση»: καπνισμένη αγιογραφία γεμάτη γρατσουνιές και με τα μάτια βγαλμένα. Το ελληνικό και το νεωτερικό Άτομο είναι, όπως τα άφησε η ολοκλήρωση της ανελίξεώς τους, δηλαδή σε κατάσταση προχωρημένης σήψης.

Το «μοναδικό» είναι η κατασταλαγμένη εμπειρία όλων των ανθρωπολογικών διαδρομών. Ή αλλιώς, αυτό που λέμε κομπάζοντας: όταν αυτοί πήγαιναν «εμείς» γυρίζαμε. Η καθολικότερη αυτή ανθρωπολογική αίσθηση και η παράδοση, που την αναπαράγει (όχι ο κομπασμός), είναι και η πολύτιμη «προίκα» του Ελληνισμού, κατά τη μετάβασή του στη μετανεωτερική εποχή.

Αν κατορθώσουμε να αντιμετωπίσουμε την εμφανή σχιζοείδεια – αλλοτρίωση της εθνικής μας ταυτότητας και αξιοποιήσουμε τα μετανεωτερικά στοιχεία του περιθωριοποιημένου ανώτερου κέντρου της, θα μπορέσουμε να έχουμε μια θετική συνεισφορά στον κόσμο, ικανή συν τοις άλλοις, να διασφαλίσει και την επιβίωση του Ελληνισμού στη μετανεωτερική εποχή.

Η άρση της εθνικής αλλοτρίωσης στο επίπεδο της παιδείας τίθεται έτσι, ως ο υπ’ αριθμόν ένα στόχος και ξεκινά από το εσωτερικό των κυριαρχούμενων παραδόσεων.

α) Στον χώρο της θρησκευτικής παιδείας: μύηση στη σχέση ελευθερίας – δικαιοσύνης – Αγάπης. Ανάδειξη του τριαδικού-προσωποκεντρικού πυρήνα του χριστιανισμού.

β) Στον χώρο της πολιτικής παιδείας: επανασύνδεση με τις αριστοκρατικές αξίες της πολιτικής ισότητας, της δημοκρατίας, του «μη άρχεσθαι υπό μηδενός», εντός του ελληνικού κοινοτισμού.

γ) Στο πεδίο της γλώσσας: αποκατάσταση της ενότητας των ιστορικών διαλέκτων, ώστε να μπορεί ο Έλληνας να εποπτεύει ολόκληρη την ανθρωπολογική του διαδρομή.

            Όταν μιλάμε για την εθνική ταυτότητα της παιδείας στον εικοστό πρώτο αιώνα, δεν περιοριζόμαστε μόνο σε κριτικές στον κυρίαρχο εθνομηδενισμό. Αναπτύσσουμε συγκεκριμένες δράσεις, πρωτίστως στα τρία αυτά πεδία.

[1]Εισήγηση στην «Ομάδα Πρωτοβουλίας για το Πανεπιστήμιο Κύπρου» στις 8/10/1999 στο Μέγαρο της ΣΕΚ με θέμα εκδήλωσης: «Πανεπιστήμιο Κύπρου: Ασπίδα ή Κερκόπορτα του Ελληνισμού της Κύπρου;».

[2] Ο «Κανόνας» γίνεται «κανονισμός» κι αυτός κατακυρώνεται στις μεγάλες δομές, ως Νόμος / Δίκαιο. Ο «Γνώμονας» είναι εργαλειακός κανόνας – νόρμα. Πατενταρισμένη εγγυημένης αποτελεσματικότητας μέθοδος, ώστε επί των αυτών δεδομένων να παράγει τα αυτά αποτελέσματα. Πατέρας του πρώτου είναι η “λατινική” οντολογία, ενώ του δεύτερου η “γερμανική”. Η ετεροβαρής υπέρ του «εργαλειακού» ορθολογισμού συγκόλλησή τους, μας δίνει το νεωτερικό Σύστημα. (Σημ. 2016.)

[3] Το πλατωνικό σχήμα των «τριών μορίων της ψυχής» προσλαμβάνεται σήμερα ως «τριλειτουργικό», επειδή αντιλαμβανόμαστε την ψυχή ως ανυπόστατο «άθροισμα λειτουργιών». Αλλά το «μόριο» δεν είναι «λειτουργία» στα ελληνικά. Είναι το «όλο» βλεπόμενο από μια ιδιαίτερη οπτική γωνία. Η ψυχή δεν είναι «τρισύνθετη». Επίσης: Όπως έχουμε τρία χρώματα (κόκκινο – κίτρινο – κυανό) και όλα τα άλλα μπορούν να φτιαχτούν με μίξη των τριών στις κατάλληλες δόσεις, έτσι πρέπει να φανταστούμε και «τα τρία μόρια της ψυχής». Και όπως το ηλιακό φως είναι ένα, αλλά το φάσμα του μας δίνει άπειρες αποχρώσεις (και όχι μόνο τρεις), έτσι και η ψυχή είναι μία και το «φάσμα» του φωτός της μας δίνει «άπειρα μόρια». Πρακτικά όμως δεν είναι λάθος να συνοψίζουμε τα «άπειρα μόρια» σε τρία: επιθυμητικό, θυμικό, λογιστικό, όπου το καθένα περιέχει και «λίγο» από τα άλλα δύο, σαν –ας πούμε- το ελληνικό-τριαδικό αντίστοιχο του κινεζικού-δυαδικού Γιγκ και Γιαγκ. Το θέμα είναι, ότι παρά την ένσταση του Αριστοτέλη στο σχήμα («είναι άπειρα τα μόρια της ψυχής»), το «αριστοτελικό» Βυζάντιο διατήρησε το «τριμερές της ψυχής», ως βασικό γνωσιολογικό εργαλείο της ελληνικής «ψυχολογίας», καταξιωμένο πλήρως από την τεράστια ασκητική εμπειρία του. (Σημ. 2016.)

[4] Η εθνική συνοχή βασίζεται σε ενδογενείς και εξωγενείς δυνάμεις. Οι εξωγενείς πηγάζουν από τον φόβο του εξωτερικού εχθρού. Φόβο τον οποίο διαχειρίζεται το πολιτικό σύστημα. Παράλληλα όμως προς τις «εξωγενείς» δυνάμεις συνοχής υπάρχουν και οι αντίστοιχες «ενδογενείς». Όταν αυτές ατονήσουν ή εκλείψουν, το συλλογικό ον παύει να είναι βιώσιμο, ιδίως αν συμβεί, κάποια στιγμή, να μην υπάρχει ορατός εξωτερικός εχθρός. Κι αυτό, γιατί το ούτως ή άλλως ουροβόρο Πολιτικό, μεταλλάσσεται τότε σε αυτοκαταστροφικό. Η «σύγκραση του φαύλου, του μέσου και του πάνυ ακριβούς» (η βάση της συλλογικής «ισχύος» κατά τον Θουκυδίδη), διασπάται και το «φαύλον» καθίσταται κυρίαρχο. Το «πάνυ ακριβές» είναι ο υπό φιλοτιμίας ελαυνόμενος ενεργός πολίτης. Το «μέσον» είναι ο πολιτικώς «απράγμων», ο χαμένος στις ιδιωτικές του υποθέσεις. Το «φαύλον» είναι ο ενεργότατος, πλην «αχρείος» πολίτης. Τον θουκυδιδικό «αχρείο» (στον  Επιτάφιο λόγο του Περικλή) ο Πλάτων τον ονομάζει «κηφήνα», προσθέτοντας, ότι το σμήνος των «κηφήνων» το κατευθύνουν οι «δημαγωγοί», που σε αντίθεση με τον μέσο κηφήνα-οπαδό τους, διαθέτουν«δηλητηριώδες κεντρί», που σκοτώνει την Πολιτεία. (Πλάτωνος, Πολιτεία, Η’ βιβλίο.)

[5]   Η προβληματική αυτή αναπτύσσεται στο τελευταίο κεφάλαιο της Έκλειψης του Υποκειμένου, υπό τον τίτλο «Ιδεολογία και Πολιτική» (σ. 295 Εκδ. Αρμός). (Βλ. και www.antifono.gr υπό τον τίτλο: «Η επανασύνδεση με την τριαδική παράδοση είναι όρος για να ξαναβρούμε τον πολιτειακό κοινοτισμό.») (Σημ. 2016.)

[6] Οι τέσσερις όροι Κολεκτιβισμός, Ατομοκεντρισμός, Προσωποκεντρισμός, Μηδενισμός, νοούνται κατ’ αρχήν δίχως αξιολογικό πρόσημο. Ο λόγος είναι ότι το ηθικό πεδίο, εντός του οποίου έχουν νόημα τα αξιολογικά πρόσημα, προκύπτει από την πρωταρχική απόφαση βρώσης ή μη των καρπών του Δέντρου της γνώσης Καλού και Πονηρού. Έπεται δηλαδή των Τρόπων θέσμισης της σχέσηςΕγώ – Εμείς. Για να αποφανθούμε, αν οι Τρόποι αυτοί είναι «καλοί» ή «κακοί», πρέπει πρώτα να τους συσχετίσουμε. Για παράδειγμα: η πίστη, ότι κάθε συλλογική ή ατομική «ταυτότητα» είναι «ψευδαισθησιακή», – πίστη χαρακτηριστική της ζώνης του ανθρωπολογικού φάσματος που ονομάζουμε μηδενισμό – πορίζεται την αρνητική αξιολογική φόρτισή της, από τη σχέση του Μηδενιστή με τους τρεις άλλους τύπους, τον Δούλο, τον Μισθωτό και τον Φίλο, οι οποίοι τον βλέπουν σαν ζωτική απειλή για την κοινωνική τους υπόσταση. (Σημ. 2016)

[7] Ο κεμαλισμός ήταν χαρακτηριστική περίπτωση σκόπιμης επιβολής εκ των άνω της νεωτερικής αλλοτρίωσης. Έθεσε εκτός εκπαίδευσης την ισλαμική παιδεία και αντικατέστησε το αραβικό αλφάβητο με το λατινικό, κερδίζοντας τη λατρεία των δυτικών ελίτ. Παρά ταύτα η ισλαμική παράδοση κατόρθωσε να ανασυγκροτηθεί στην Τουρκία και να κερδίσει το δικαίωμα να ελέγχει τη δική της παιδεία. Το φαινόμενο -γενικευμένο πλέον στον μουσουλμανικό κόσμο- είναι μη αναστρέψιμο. Η ψευδαίσθηση των υπερατλαντικών  νεοσυντηρητικών, ότι κατ’ αρχάς είναι σε θέση να το «χειραγωγήσουν» και κατόπι να το «εξαλείψουν», με τη μέθοδο της διά πυρός και σιδήρου «εξαγωγής της δημοκρατίας», ενέπλεξε τις ΗΠΑ στην «παγίδα των αυτοκρατοριών», τη γνωστή ως «υπερεπέκταση». (Σημ. 2016.)

*Ομιλία που εκφωνήθηκε σε εκδήλωση της Ομάδας Πρωτοβουλίας για το Πανεπιστήμιο στις 8/10/1999 στο Μέγαρο της Συνομοσπονδίας Εργατών Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) με γενικό τίτλο Πανεπιστήμιο Κύπρου: Ασπίδα ή Κερκόπορτα του Ελληνισμού της Κύπρου ( www.evagoras.org ).

Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας σύνθεση του Χρήστου Μποκόρου.

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

6 Σχόλια

  1. Κύριε Ζιάκα, θέλω να σας συγχαρώ για το θαυμάσιο έργο σας για το “πρόσωπο”, τον κοινοτισμό και την άμεση δημοκρατία. Κάνατε την αρχή για τη εκκόλαψη του καινούργιου που μάλλον ενδέχεται να γεννηθεί στην σύγχρονη πολιτική εποχή, της συλλογικότητας που ονειρευόμαστε, της ελληνικότητας. Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΟΙΝΟΤΙΣΜΟΣ αποτελεί πλέον το πολιτικό μέλλον για ολόκληρη την οικουμένη…..

  2. Είχα πεί ότι θα απέχω από τις συζητήσεις. Κάμω ωστόσο μια εξαίρεση.
    Το κείμενο είναι αρκετά ενδιαφέρον, αλλά φοβούμαι ότι χάνει την όποια εγκυρότητά του στο σημείο στο οποίο ο συγγραφέας προσπαθεί να πολιτικοποιήσει την Πίστη. Η Πίστη στον Χριστό δεν εισάγει την αγάπη (αόριστα), αλλά τον έρωτα στον Χριστό ως ά-μεσος Θέωση.
    Πράγματι η Θέωση αποτελεί τον ανώτατο βαθμό μετεξέλιξης του ανθρώπου. Ακολουθεί σε αστρονομική απόσταση η ελευθερία, ως δυνατότητα διάκρισης ανάμεσα στα ουσιαστικά και στα περιττά και έπεται εσχάτη η ευημερία, ως δυνατότητα κάλυψης των υλικών αναγκών. Η διαφορά ανάμεσα στην ελευθερία και ευημερία είναι η πολιτική καταξίωση των ανθρώπων.
    Ας μου επιτραπεί να παραπέμψω σε δικό μου σχετικό άρθρο:

    http://www.koutipandoras.gr/14105/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%B8%CF%8E-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7.html

    Βέβαια έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον οι αναφορές του άρθρου στην παιδεία και στην σημασία της για την πολιτική εξέλιξη της κοινωνίας.

  3. Ο Θεόδωρος Ζιάκας δεν αιθεροβατεί με αυτά που γράφει στα κείμενά του για τον πολιτειακό κοινοτισμό. Μιλά και γράφει για μια αρεταϊκή πολιτική παράδοση που τη βίωσαν οι Έλληνες τα βυζαντινά χρόνια και την περίοδο της τουρκοκρατίας. Μέσα στις κοινότητες οι σχέσεις των ανθρώπων ήταν αγαπητικές παραμερίζοντας σε μεγάλο βαθμό τον ατομοκεντρισμό. Η ίδια η πολιτική συγκρότηση των κοινοτήτων αυτών είχε μεταφυσικό άξονα και ήταν κοινωνιοκεντρική. Όταν μαθαίνει κανείς να συναποφασίζει τα πάντα στην τοπική κοινωνία που ζει και η αγάπη μεταμορφώνει τις σχέσεις των ανθρώπων. Η πίστη είναι βέβαια κάτι που το έχεις μέσα σου, αλλά εκκλησία σημαίνει ότι βιώνεις εμπειρικά αυτήν την πίστη μέσα από τον συνάνθρωπό σου. Οπότε ο κοινοτισμός του Ζιάκα είναι κάτι χειροπιαστό και πρακτικό…Ήδη το έργο του γίνεται γνωστό σε μια μεγάλη μάζα πολιτών..

  4. Ο κοινοτισμός τους Ζιάκα είναι κάτι κατεξοχήν πολιτικό και είναι εντελώς άστοχο να ισχυρίζεσαι ότι δεν προσπαθεί να συνδέσει την Πίστη με την πολιτική όταν το κάμεις και ο ίδιος για να τον υποστηρίξεις!

  5. Η ελληνική πολιτική παράδοση δυστυχώς είναι άγνωστη στη μεγάλη πλειοψηφία των νεοελλήνων. Οι νεοέλληνες έχουν μάθει να πιθηκίζουν τον ξεφτισμένο νεωτερικό πολιτισμό με τις ιδεολογικές κουρελούδες του συστήματος (σοσιαλισμός-φιλελευθερισμός, αριστερά ή δεξιά). Να θυμίσω ότι στην αρχαία παράδοση είχαμε το αρεταϊκό “υπερ βωμών και εστιών” και στη βυζαντινή τη χριστιανική θεώρηση της πολιτικής πραγματικότητας, στοιχεία που αποτελούν ίδιον της ελληνικότητας τα οποία έχουν εξοβελίσει οι μεταπράτες γραικοί του σήμερα….Ο Ζιάκας δεν μιλά για πίστη, μιλά για νέα συλλογικότητα, για μια κοινότητα σχέσεων προσώπων….

  6. Επιτρέψτε μου δύο σχόλια πάνω στις ενδιαφέρουσες και ενίοτε εξαιρετικά εύστοχες σκέψεις του άρθρου:

    1) Είναι σφάλμα να περιορίζουμε την νεωτερική παιδεία αποκλειστικά στο πεδίο της τεχνοσυστημικής κατάρτισης. Αντιθέτως, το εκπαιδευτικό σύστημα της Δυτικής Ευρώπης (κυρίως), από τα τέλη του 19ου αι., όταν υποχώρησε ο άκαμπτος πρωτοδιαφωτιστικός ρασιοναλισμός, κινήθηκε με συνέπεια στην δημιουργία ικανών πολιτών-οπλιτών, με μήτρα τους εκπαιδευτικούς θεσμούς της βικτωριανής Μ. Βρετανίας. Η τεχνοσυστημική καταρτιστική αποπτώχευση της παιδείας εισήχθη ιδεολογικά με τον μαρξισμό και επηρέασε μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και το καπιταλιστικό υπόδειγμα, το οποίο μέθυσε από την νίκη του, εισάγοντας το οικονομιστικό δηλητήριο των νεοφώτιστων πρώην μαρξιστών ζηλωτών του στο εσωτερικό του. Σε κάθε περίπτωση, πλήθος νεωτερικών θεσμών, όπως το σχολείο, η υποχρεωτική παιδεία, το Μουσείο και το Μνημείο, ο ελεύθερος χρόνος και η φιλανθρωπία, το θέατρο, το μυθιστόρημα, το πανεπιστήμιο, όλα συντείνουν στη δημιουργία διαφορετικών εκδοχών ενός καλού πολίτη, και πατριώτη. Η μετάλλαξή τους στο τεχνοσυστημικό μόρφωμα είναι πρόσφατη και συνέπεια της παγκοσμιοποίησης. Μην διαπράττουμε το λάθος, να προβάλλουμε σε παλαιότερες εποχές τις σημερινές μας προσλαμβάνουσες.

    2) Συμφωνώ μαζί σας απόλυτα στις διαπιστώσεις σας για τον προσωποκεντρικό πολιτισμό, την σωτήρια επίδραση του Χριστιανισμού και το ορθόδοξο εκπαιδευτικό υπόδειγμα. Αμφισβητώ ωστόσο ότι ο βυζαντινός πολιτισμός υπήρξε προσωποκεντρικός. Δεν θα είχε αποσυντεθεί αν είχε υπάρξει τέτοιος. Φαίνεται να το υπαινίσσεστε κι εσείς όταν αναφέρετε ότι το ρωμαϊκό-αυτοκρατορικό υπόδειγμα υπερίσχυσε. Όμως η λογική συνέπεια αυτής της διαπίστωσης είναι να αχθείτε στο συμπέρασμα όχι μόνο ότι ο βυζαντινός πολιτισμός ήταν βασικά κολλεκτιβιστικός και μόνο περιφερειακά και περιθωριακά προσωποκεντρικός (εξ ου και το μοναστικό κίνημα) αλλά και ότι το μέγιστο προσωποκεντρικής υλοποίησης επιτεύχθηκε μόνο στον νεωτερικό Ελληνισμό και μάλιστα στον 20ο αιώνα, και μέχρι το τελευταίο τέταρτο του-έστω κι αν και πάλι υπήρξε βασικά ατομοκεντρικός και μόνο δευτερευόντως προσωποκεντρικός.

    3) Παρά τις προκαταλήψεις της εποχής μας, πρέπει πάντως να διαπιστώσουμε, όσο μας ενδιαφέρει η αλήθεια, ότι η εθνική ταυτότητα προκύπτει και από τη βιολογική καταγωγή, και από την πνευματική καταγωγή. Μπορεί αυτή η διαπίστωση να ξενίζει λόγω φοβικότητος ότι θα εκτραπεί σε φυλετισμό ή ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι εκτρέπεται σε φυλετισμό, είναι όμως γνωστό και πάνω από τα καθιερωμένα και παροδικά της κάθε εποχής ότι “μήτε μόνον ψυχή, μήτε μόνον σώμα λέγεσθαι άνθρωπον, αλλά συναμφότερον”. Ασφαλώς δεν χρειάζεται να φτάνει σε άκροτητες φυλετικής καθαρότητας ή ανωτερότητας για να διαπιστώνει ότι και αυτή η γέννηση και η επιτυχής ανατροφή σε ελληνικό περιβάλλον είναι κρίσιμη για τον σχηματισμό εθνικής ταυτότητας, η οποία είναι στιβαρότερη, μονιμότερη και σταθερότερη ιδιότητα του φορέα της από την εκάστοτε ιδεολογία που υπόκειται σε διαρκείς αναθεωρήσεις. Η Ελληνίδα μάνα ή/και ο Έλληνας πατέρας, οι παραστάσεις που και ως βρέφος προσλαμβάνει από αυτούς, είναι τεράστιο εφόδιο για το παιδί σε σχέση με την ελληνικότητα, εφόσον ο γονέας είναι τέτοιος από όλες τις απόψεις και ιδίως πνευματικά. Είναι και αναντικατάστατος. Οι τελευταίες ανθρωπολογικές μελέτες έχουν επιβεβαιώσει την συνέχεια αλλά όχι την απομόνωση των ελληνικών πληθυσμών από την Νεολιθική Εποχή μέχρι σήμερα. Όλα τούτα κατατείνουν ότι η ελληνική ταυτότητα δεν είναι ένας “εναλλακτικός μαρξισμός”, που με την κατάλληλη διαφώτιση επιτυγχάνει τα ίδια αποτελέσματα σε όλους τους τόπους και με όλους τους ανθρώπους αλλά μία έμπρακτη ενσωμάτωση σε μία ενσώματη (βιολογική) και λεπτόσωμη (ψυχοπνευματική) συνέχεια, που βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με αυτήν και δεν γεννάται οιονεί μόνη της και βολονταριστικά, έξω από την κοινότητα και τους συγγενείς, με την εγγραφή σε ένα σχολείο ή με την απονομή ιθαγένειας, ή ακόμη με την προσωπική μελέτη ή και το βάπτισμα (ως να μην υπάρχουν και άλλοι ορθόδοξοι λαοί πλην Ελλήνων). Εάν ίσχυε το αντίθετο, θα εκτρεπόμασταν στις ιδεοληψίες όσων αρνούνταν την ελληνικότητα των νεοελληνικών κοινοτήτων, ανθρώπων βασικά αμόρφωτων αλλά έμπρακτα Ελλήνων. Αυτοί οι άνθρωποι διέσωζαν την ελληνικότητα όχι γιατί την πληροφορήθηκαν διανοητικά αλλά γιατί την βίωσαν “με το γάλα της μάνας τους”, κι αυτό σε βάθος αιώνων. Η βιολογική πλευρά έχει μείνει στο σκοτάδι για ευνόητους λόγους, μετά την κακοποίησή της από το χιτλερικό τερατούργημα. Είναι όμως σημαντική.

    4) Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, που φαίνεται ότι δεν τυγχάνει της αποδοχής σας, είναι πολίτευμα που βασίζεται στην λαϊκή ψήφο σε συνθήκες ελευθερίας, και ιδίως, σεβασμού της μειοψηφίας. Πλην Ελβετίας, με όσες ιδιαιτερότητες έχει ιδίως σε σχέση με την τοποθέτηση της στην παγκόσμια κατανομή εργασίας, και με την επισήμανση ότι κι εκεί το Κοινοβούλιο έχει κρίσιμο ρόλο, μαζί με τα κόμματα που το συναπαρτίζουν, ελάχιστες περιπτώσεις άμεσης δημοκρατίας δεν έχουν χρησιμοποιηθεί στα πλαίσια πλειοψηφιοκρατίας, που εν τέλει καταλήγει σε τυρρανία. Η άμεση δημοκρατία της Αθήνας είχε μία πολύ ιδιαίτερη σχέση με την εξατομίκευση, όπως ζωγραφίζεται από εκπληκτικά παραδείγματα (η καταδίκη του Σωκράτους εις θάνατον για εισαγωγή καινών δαιμονίων, η καταδίκη των ναυάρχων των Αργινουσσών επίσης εις θάνατον, η αυτοκαταστροφή στη Σικελία, η ολιγαρχική της φύση με την κυριαρχία πλουσίων Αθηναίων, ο περιορισμένος χαρακτήρας της, από τον οποίο εξαιρούνταν οι γυναίκες, οι μέτοικοι και οι δούλοι οι οποίοι σήκωναν το βάρος της παραγωγικής διαδικασίας, ο αυστηρός φυλετισμός της -“αμφοίν αστοίν” κλπ.) Ο αριστοκρατικός χαρακτήρας της αντιπροσωπευτικότητας μπορεί να είναι εν τέλει το μεγάλο της προτέρημα.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here