Η δόμηση του ανθρώπου (δομή στο χώρο και διάπλαση του ανθρώπινου χαρακτήρα στην προνεωτερική εποχή)

0
82

Αν ο ήλιος μπαίνει μες στο σπίτι, μπαίνει λίγο και μες στην ψυχή σου. Λε Κορμπυζιέ ( 1887-1965 , Γαλλοελβετός αρχιτέκτονας)

Κοιτάζουμε ένα κτίσμα και συχνά, ανακαλούμε μνήμες του παρελθόντος ή έχουμε μια πρόγευση του μέλλοντος. Ζούμε και διαμορφώνουμε σχέσεις μέσα του, ακόμη και με το ίδιο. Στα κτίσματα του ανθρώπου αισθητοποιείται η σχέση του με τον χρόνο και τον συνάνθρωπο. Άλλοτε, ανιχνεύουμε στα κτιστά αποτυπώματα τη μάχη για την προστασία της ζωής ενάντια στη φθορά και στο εφήμερο, κάποιες φορές, τη συμφιλίωση με το χρόνο, συνθέτοντας μορφές σε έργα που καταργούν τη διάκριση ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, έργα διαχρονικά. Ο άνθρωπος τολμά ακόμη και να αμφισβητήσει αυτόν το χρόνο, μεταφέροντας όχι μονάχα μελλοντικές προβολές σε κτίσματα αλλά ορθώνοντάς τα να λογχίσουν τον ουρανό που μοιάζει ανέγγιχτος, κτίζοντας και διακοσμώντας σε σπήλαια, κατακόμβες,  μήτρες της γης ώστε, μη σκορπιστεί στον άνεμο η αρχέγονη φωνή. Κι όλα τα παραπάνω, όχι μονομερώς αλλά με συνδηλώσεις που αφορούν και τις εγκόσμιες συνθήκες στο πολυδαίδαλο τοπίο που συνθέτει (τ)η ζωή. Μέσα από τα κτίσματα αναδεικνύεται η κοινωνική διαστρωμάτωση, η πολιτισμική ταυτότητα εθνοτήτων, συλλογικοτήτων, τα προτάγματα της εκάστοτε εξουσίας με εγχώρια ή και καθολική αναφορά. Από την αναμέτρηση ή και την προσέγγιση με τον περιβάλλοντα χώρο εκβλαστάνουν νέοι δρόμοι σκέψης μιας ο χώρος καθαυτός, με την παρουσία ανθρώπου και έργων του ή μη, μέσα από ανερμήνευτες διαδικασίες, φυσικά φαινόμενα που σκανδαλίζουν τη σκέψη αλλά και προσδοκώμενες συνθήκες, επιτρέπει τη δημιουργία και την καταστροφή. Και μεν σε διάφορες περιόδους κατίσχυσε η τάξη ως αυτοσκοπός σε άλλες, το χάος ως μορφοπλαστικό  ή και διαλυτικό στοιχείο. Κι αυτή είναι η ευλογία μα και το τίμημα να υπάρχεις εν ζωή: ορέγεσαι τη δημιουργία κι άλλοτε, την καταστροφή εφόσον, αναγνωρίζεις βούληση. Μοναδική είναι η ζωή, ο κάθε άνθρωπος, τα κτίσματά του δίχως να ερμηνεύονται οριστικά ώστε, το περιθώριο για δημιουργία μα και καταστροφή να μην συρρικνωθεί. Το περιθώριο όμως, εκδιπλώνεται όταν δεν περισφίγγεται σε μια μονομερή επιβολή, όταν τάξη και αταξία συνυπάρχουν με σεβασμό σε χώρο που για παράδειγμα, εγείρονται τα κτίσματα με τις ποικίλες αποχρώσεις που φέρει ένα πρόσωπο, μια συλλογικότητα. Ο κυρίαρχος στις μέρες μας ορθολογισμός προσπάθησε να ανατρέψει την ταυτόχρονη συνύπαρξη τάξης και χάους, το γίγνεσθαι ως συστατικό στοιχείο στη φύση και τις ανθρώπινες κοινωνίες, λειτουργώντας αποτελεσματικά για την επιβολή των εκάστοτε εξουσιαστικών αρχών από τον 18ο αι. και μετά όπως επισημαίνει ο Φουκώ (1) εφόσον, αποδομήθηκε η αρχέγονη αντίληψη του κτίζειν και κατοικείν κατά Χάιντεγκερ για χάρη μια χιμαιρικής ευδαιμονίας. Στις σύγχρονες συνθήκες, στη δεύτερη δεκαετία του 21αι. το μονοπαγές κοσμοείδωλο της Δύσης στη θέλησή του να επιβληθεί, διεγείρει ένα άλλο κοσμοείδωλο, επίσης μονοπαγές που φέρουν λαοί εξ Ανατολής. Αμφότερα, ζητούν την εξάπλωση με την κτιστή τους ετερότητα στο χώρο που μοιάζει να συρρικνώνεται, συνθλίβοντας το άτομο είτε σε απρόσωπο διαμέρισμα στη Δύση είτε στην εγκατάλειψη και την υποταγή στην σκοτεινή ανθρώπινη βουλή, σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες σε χώρες στην Ανατολή, εν γένει, σε χώρες ‘’αναπτυσσόμενες’’ κατά τη δυτική αντίληψη . Όμως, ακόμη, το κοσμοείδωλο της γραμμικής αντίληψης, αυτής που υπόσχονταν σωρευτικά την πρόοδο βάσει των εφαρμογών της, υιοθετείται και από χώρες που δεν ανήκουν αναγκαστικά στα γεωγραφικά του όρια. Χώρες που καλούνται να αντιμετωπίσουν προβλήματα που δεν προβλέφθηκαν μες την υπέρμετρη αισιοδοξία και αδηφαγία της κυρίαρχης αντίληψης, όπως της αδιάπαυστης εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων, τις φυσικές καταστροφές από την αναρχία του δομημένου χώρου σε ευάριθμες περιπτώσεις, δίχως ευρύτερο όραμα. Τα κτήρια υψώθηκαν χωρίς να σηκωθεί το βλέμμα γκρεμίζοντας τους ένοικους. 

Για να εξετασθούν κριτικά οι χωρικές συνθήκες στη σύγχρονη εποχή, τη μετανεωτερικότητα, θα πρέπει να κατανοήσουμε το πως χώρος και άνθρωποι- πολιτισμοί συνύφαναν το κέντημα της ιστορίας. Δεν υποστηρίζουμε ότι ο χώρος με όποιες εκφάνσεις του είναι μοναδικός παράγοντας στη διαμόρφωση του ανθρώπινου χαρακτήρα ούτε αποδίδεται απαραίτητα αιτιακή σχέση προς μια κατεύθυνση. Δομημένος, άκτιστος χώρος και άνθρωπος διαμορφώνονται με τρόπους αλληλοπεριχώρησης, διατήρησης δηλαδή των διακριτών καθενός και με τη μέθεξη των επιμέρους των στοιχείων. Το φαινόμενο της ζωής όπως προαναφέραμε, περιέχει και το χαοτικό στοιχείο για τούτο διαφυλάσσει και το μυστήριο του μοναδικού και ανεπανάληπτου όπως κάθε αποτύπωμα μιας ιστορικής περιόδου στα κτίσματα που την εξέφρασαν και του χώρου από τον οποίο αναδύθηκε. Για τούτο, το κείμενο δεν αξιώνει αυθεντία στις ερμηνευτικές προσεγγίσεις και ενδέχεται, από ευάριθμους παράγοντες, η κριτική ματιά κατοπινών να επανερμηνεύσει ιστορικά φαινόμενα με τις αντίστοιχες πολιτιστικές τους εκφάνσεις όπως οι χωρικές συνθήκες της κάθε εποχής. Και τούτο, διατηρεί τον γνωστικό ορίζοντα ανοικτό όσο το χάος μορφοπλαστικά εναρμονιζόμενο με την ευταξία θα δίνουν νέα ερεθίσματα δίχως να παγιώνονται συνθήκες μεταπλάθοντας το χάος σε καταστροφικά κυρίαρχο στοιχείο όπως και όποια αυταρχική επιβολή της «ευταξίας» εκλαμβανόμενη μονομερώς με πρόθεση οικουμενικής αποδοχής. Ακόμη και εδώ, ας μη διαγράψουμε το «καταστροφικό» χάος ως τελεστή νέων ιδεών στη χωρική αντίληψη, υποκείμενοι στην κριτική ραστώνη ψευδοδιλλημάτων. Καθώς, μαρτυρείται από το κοινό αίσθημα μια αίσθηση αποξένωσης, κερματισμού στη μετανεωτερικότητα από τη δυσαρμονία τάξης και χάους, η απαξίωση του παρελθόντος συνάμα με την πρόσληψή του μιμητικά σε στείρες αγκυλώσεις με αποτέλεσμα την απολίθωση του δυναμικού του χαρακτήρα, ας αναβλέψουμε σκεφτόμενοι τον άνθρωπο της προνεωτερικής εποχής, στους χώρους όπου υπήρξε, δημιουργώντας την εγκόσμια περιπέτειά του.

Ο άνθρωπος, σαν παρουσιάζεται στο θέατρο των φυσικών εξελίξεων (και η εξέλιξη συνδηλώνει το γίγνεσθαι) μοιάζει ανέστιος,  φιγούρα τραγική κι ανήμπορη να σταθεί στα πόδια της. Στις ζέουσες εξελίξεις η ανησυχία είναι έντονη. Ο άνθρωπος προκαλείται να γνωρίσει πως θα επιβιώσει, τι έχει να αντιμετωπίσει: φυσικά φαινόμενα και είδη από το περιβάλλον που δείχνουν ανυπότακτα και ικανά απειλήσουν την ύπαρξή του. Αναζητά την προστασία στη μήτρα της γης, το σπήλαιο και όποιο χώρο διασφαλίζει τη φυσική του παρουσία. Αναζητά τον συνάνθρωπο να συντονίσει την προσπάθεια για επιβίωση καθώς και απαντήσεις σε ερωτήματα που αναδύονται εμπύρετα. Νιώθει τη φυσική του ένδεια όμως και τη μοναδικότητα που φέρει σαν είδος και μονάδα εφόσον η βούληση κάθε μέλους της κοινότητας παρουσιάζει προσωπικές αποκλίσεις. Κάποιος θα βρεθεί πιο κοντά στο θήραμα κι η θέση του, επισφαλής στην αγωνία της στιγμής, προτρέπει στο να σκεφτεί ενδεχόμενες δράσεις και αποτελέσματα.  Αν η έκβαση είναι επιτυχής για αυτό το πρόσωπο, αν η θέλησή του των ωθεί να αναλάβει πάλι το ριψοκίνδυνο εγχείρημα, θα ξαναβρεθεί στη θέση αυτή. Ο χώρος με τη συνέργεια της θέλησης διαπλάθουν τον χαρακτήρα του καθώς και της υπόλοιπης ομάδας. Η θέση που λαμβάνει χώρα ένα εγχείρημα εξαρτάται και από τον τελευταίο που παραμένει στη φύλαξη της φωτιάς, των νεογνών, στέργοντας τα ταλαιπωρημένα συναισθήματα, αποσβένοντας αναδυόμενες συγκρούσεις. Βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση τρόπων που θα εξασφαλίσουν τη συνέχεια της είδους του. Αισθάνεται πόνο για την απώλεια των συνανθρώπων προβάλλοντας τη φυσική του παρουσία στο άλλο, στον συνάνθρωπο που θα συνδράμει στην υπαρκτική του περιπέτεια, στην ομάδα που θα τον βοηθήσει στην εξασφάλιση τροφής και φυσικά, στο αντίθετο φύλο που θα διασφαλίσει την παρουσία απογόνων. Διαπιστώνει πειραματιζόμενος σε ένα οστό, σε μια πέτρα, σε ένα άψυχο υλικό που δεν φέρει τη ζωή ότι μπορεί να διασωθεί αυτός ο ίδιος και η ομάδα. Εκτείνει τη φυσική του παρουσία στο άλλο, έμψυχο ή μη. Έτσι, το παιχνίδι των συνθηκών, το που βρέθηκε το οστό, το πως βρέθηκε κοντά του κάποιο μέλος της ομάδας αλλά και η προβολή του σε ενδεχόμενες χωρικές συνθήκες διαπλάθουν την αντίληψή του.  Ένα εργαλείο θα συλληφθεί μέσα από την φαντασία, την τριβή με την πρόκληση για επιβίωση στο φυσικό περιβάλλον που ταυτόχρονα παίρνει, παίρνει ζωές αλλά προσφέρει και τα υλικά που θα αποτρέψουν τη συλλογική και κατά συνέπεια, προσωπική απώλεια. Η φύση φαίνεται να δίνει και παίρνει, ο άνθρωπος συντονίζει ένστικτο, φαντασία, ενόραση και λογική που είναι ικανός να φέρει, παράγοντας γνώση που θα πρέπει να μεταλαμπαδευτεί στους επόμενους αλλά και να συντονίζει τις ενέργειες των συγχρόνων. Αυτή η έκφραση γνώσης, αγωνίας, ιχνηλατείται στις σπηλαιογραφίες. Μέσα από την προβολή στο άλλο, στο χώρο και τον χρόνο όπως τον αντιλαμβάνεται από την πορεία του ζωοδότου ουρανίου σώματος τη μέρα και των αστεριών τη νύκτα, διανοίγει τη στιγμή από το τώρα στο επόμενο, ανιχνεύει τις πρώτες αιτιακές σχέσεις, σχάζοντας το παρόν για να προσφερθούν οι σπόροι του μέλλοντος! Η παράσταση π.χ. κυνηγετικών τεχνικών που στέφονται με επιτυχία δίνει άξονα ελπίδας, προεξοφλώντας έστω, ως συναντίληψη, την έκβαση του κυνηγιού εκτός των παρόντων συνθηκών για το ποθούμενο εδώ και τώρα. Σκεπτόμενος ίσως, επαγωγικά και με απροσμέτρητο βάθος συνάμα, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί στο ότι ο φυσικός σύντροφος που έφερε στη ζωή τους απογόνους του, ο σύντροφος που τον συνόδευσε σε μια θηρευτική περιπέτεια προειδοποιώντας τον για την παρουσία ενός αρπακτικού, τελειώνει με το θάνατό του μα συνεχίζει την παρουσία σε ένα άλλο χώρο και συνεπώς, χρόνο όπου η ακεραίωση μορφής και χαρακτήρα δεν θα απειλούνται πια. Ο χώρος, πέρα από την απτή του υπόσταση λαμβάνει κι αυτήν του φανταστικού. Μέσα από τον πειραματισμό, τη δράση, ενίοτε οργισμένη για την απώλεια όσων αγαπά, διαπράττει λάθη, νιώθει ενοχές. Εντούτοις, πρέπει να προσπαθεί. Η ακινησία στον εγκόσμιο στίβο σημαίνει παραίτηση με συνακόλουθο την εξάλειψη. Συμπάσχει ακόμη και για άλλες μορφές ζωής, όπως τα θηλαστικά που τα προικίζει με προσωπικές προβολές περιδεής ως προς την ομοιότητα των αντιδράσεων στο φυσικό τους πόνο (2). Στο αμετάβλητο του ουρανίου θόλου, με τα άστρα και τα ουράνια σώματα να ακολουθούν συγκεκριμένες τροχιές, διαμορφώνεται η χρονική διαδοχή και ο αρχέγονο τόπος όπου ο πόνος δεν θα ΄χει θέση στη ζωή. Ένα δέντρο, ένα βουνό, ένας στύλος είναι σημαίνοντα ως σύνδεσμοι γης και ουρανού, συμβολισμοί που μεταφερθούν ως και την «Αξονική Εποχή» όπως την αναφέρει ο Γερμανός φιλόσοφος Καρλ Γιάσπερς, εποχή που περιέχει πολιτισμούς όπως ο κλασσικός αρχαίος Ελληνικός και φιλοσοφικοθρησκευτικά ρεύματα όπως ο Κουμφουκιανισμός, ο μονοθεϊσμός, ο Βουδισμός. Ο μύθος, τα σύμβολα της μαγικής ψυχοτροπίας, συνυπάρχουν με τη λογική που καλλιεργείται εναργέστερα δέκα χιλιάδες περίπου χρόνια πριν, με την επινόηση της γεωργίας. Ακόμη και ο γενάρχης μιας πόλης, όπως της Ρώμης, ο Αινείας σύμφωνα με το μύθο, επιχειρεί την κατάβαση στον Κάτω Κόσμο. Όπως στις κυνηγετικές κοινωνίες κυριαρχούσαν ο στύλος, το βουνό ως σύνδεσμοι με τον ουράνιο κόσμο, στις αγροτικές, η επιρροή της ταφής του σπόρου αντανακλάται πλέον σε κτίσματα όπως οι νεολιθικοί λαβύρινθοι που σχετίζονται με την αίσθηση της εισόδου στη μήτρα της Μητέρας Γης  εξοικειώνοντας μαζί με τα συνδηλούμενα ανθρωποθυσιών, τεμαχισμών και ακρωτηριασμών των μυθικών προσώπων την κοινωνία με τον θάνατο. Δίχως συμβολικούς θανάτους όπως απαντώνται στο μυθολογικό υπόβαθρο της εποχής είναι αδύνατη η βλάστηση και η τροφή. Ωδίνη και ιδρώτας είναι το αντίτιμο για να βλαστήσει όποιος σπόρος. 

Με τη γέννηση των πρώτων πόλεων στον ιστορικό ορίζοντα, έξι χιλιάδες χρόνια περίπου πριν στη Μεσοποταμία, στην Αίγυπτο, στην Κρήτη, στην Ινδία, αχνοφαίνεται η διάκριση από τον ερεβώδη φυσικό κόσμο όπως εκφραζόταν στις προγενέστερες αντιλήψεις σε σπήλαια και λαβυρίνθους. Βαθύτερες ρίζες του κοινωνικού μετασχηματισμού θα μπορούσαν να αναζητηθούν σε κλιματικές αλλαγές οι οποίες επέτρεψαν την εγκατάσταση ανθρώπινων ομάδων σε μόνιμους οικισμούς δημιουργώντας «πληθυσμιακή και πολιτισμική έκρηξη» και αυτό μας ενδιαφέρει για να αντιληφθούμε πως και τα φυσικά φαινόμενα στο χώρο, μεταστρέφουν ιδέες και κοινωνικές ανάγκες. Η εύρυθμη διαχείριση πάντως, μόνιμων οικισμών ρυθμίζεται από το ηλιακό φως για τούτο ίσως, και μεγαλιθικές κατασκευές όπως τα Μενίρ και τα Κρόμλεχ είναι χώροι λατρείας του Ηλίου με φαλλικές συνδηλώσεις για το πρώτο ως προς τη διάρκεια, τη δύναμη και γονιμοποιητικές για το δεύτερο μιας και οι μονολιθικοί στύλοι διατάσσονταν κυκλικά. Πρόκειται για κατασκευές που άντεξαν στο πέρασμα των αιώνων και εξαπλώθηκαν από τη Β. Ευρώπη ως και την Κορέα. Βέβαια, αναφερόμενοι στη συσχέτιση μνημείων με τα ουράνια φαινόμενα και την όποια προβολή τους στην κοινωνική ιεραρχία δεν θα παραλείψουμε τις πυραμίδες της Αιγύπτου. Βρισκόμαστε ενεοί στις πρώτες εξάρσεις του πνεύματος όπως αποδόθηκαν σε ανθρώπινες κατασκευές μετά την θηρευτική και τροφοσυλλεκτική περίοδο όμως αν και αναφερόμαστε μεταξύ άλλων, σε μνημεία που σχετίζονται με τον Ήλιο και τα ουράνια σώματα, ο ζόφος δεν εκλείπει για τους περισσότερους. Δεν θα μας απασχολήσει για τις ανάγκες του δοκιμίου η άρτια κατασκευή των πυραμίδων αλλά το πώς κατοπτρίζεται μέσα από τα θαυμαστά αυτά κτίσματα η δομή της αρχαίας κοινωνίας και οικονομίας. Η άφθονη προσφορά δούλων καθιστά τεχνολογικούς μηχανισμούς αντιοικονομικούς που ακόμη και οι πιο σύγχρονοι όπως παρατηρεί ο Αλ. Κοϋρέ, δεν θα μπορούσαν να σηκώσουν τους κυκλώπειους ογκόλιθους του Καρνάκ και της Ηλιούπολης. «Ο μάστορας σκέφτεται το σκοπό που πρέπει να πετύχει κι όχι τα μέσα»(3). Η κύρια «μηχανή» της εποχής είναι ο «πειθήνιος» μυς. Η δουλεία επίσης, έχει ως συνεπακόλουθο την εδραίωση μιας ιεραρχίας αξιών που προκαλεί περιφρόνηση για τη χειρονακτική εργασία, αντίληψη που θα διατηρηθεί στον αρχαίο κόσμο εφόσον η θεωρησιακή ζωή όπως θα υποστηρίξουν αργότερα ο Αριστοτέλης και ο Πλωτίνος είναι ανώτερη από μορφές πρακτικής δραστηριότητας. Ακριβώς, αυτή η περιφρονητική στάση απέναντι σε διάφορες ειδικότητες τεχνιτών είναι μια από τις αιτίες που ακόμη και ως το Μεσαίωνα δεν εντοπίζουμε μια τεχνολογική έκρηξη. Στην Αίγυπτο, ελλείψει φυσικών υλικών όπως το ξύλο, κατασκευές κτιρίων γινόντουσαν συχνά από πέτρα. Σε περιοχές όπως η Μεσοποταμία, τα κτήρια από πλίνθο είχαν ανάγκη μόνιμης συντήρησης και περιοδικής ανακατασκευής. Μια πόλη μπορούσε γρήγορα να ξεπηδήσει μα και να παρακμάσει από φυσικά αίτια, να βληθεί από πολέμους που διεξήγαν ανταγωνίστριες πόλεις. Οι αστικοί μύθοι της εποχής αναφέρονταν στην αδιάκοπη πάλη τάξης και χάους, με το χάος να υποβαθμίζεται από μορφοπλαστικό σε αρνητικό μέγεθος. Η αστική ζωή φαινόταν να φέρει φύσει τη βία, την εκμετάλλευση. Οι βίαιες αυτές συνθήκες ανησυχούν αρκετούς, όπως συγγραφείς της Βίβλου που τις μεταφέρουν συμβολικά στο πρόσωπο του Κάιν, τον πρώτο άνθρωπο που έκτισε πόλη, ως τον πρώτο δολοφόνο. Τα γιγαντώδη ζιγκουράτ εκλαμβάνοντο ως ύβρη και έκφραση ματαιοδοξίας από αρχαίους Ισραηλίτες ίσως, κι από την επιρροή των κινδύνων που φέρει ο νομαδικός βίος. Μην ξεχνάμε ότι ιστορικά γεγονότα μέσα από το πρίσμα της  μεταφυσικής πίστης, του μύθου, βρίσκονται αξεδιάλυτα στην κοσμοαντίληψη της εποχής. Οι δε κάτοικοι της Μεσοποταμίας, με τα ζιγκουράτ, αντικατέστησαν τη φαντασιακή εικόνα του βουνού στο κέντρο του κόσμου. Πολλές από τις αρχαίες πόλεις ήταν ιερές έχοντας μνημεία που υπερέβαιναν ό, τι ως τότε γνώριμο. Σε χώρες όπου το γεωμορφολογικό ανάγλυφο ήταν σύμμαχος όπως στην Αίγυπτο, αναπτύχθηκε η εμπιστοσύνη στα ανθρώπινα επιτεύγματα ενώ, στη Μεσοποταμία με τη χειμαρρώδη ορμή του Τίγρη και του Ευφράτη χωρίς να συναντούν κάποιο φυσικό εμπόδιο, τις πότε ασυγκράτητες βροχές και τον άλλοτε, φειδωλό  ουρανό, η διατήρηση του πολιτισμού απαιτούσε ηρωική προσπάθεια. Στο ρευστό κλίμα των πρώτων πόλεων, φύονται αντιλήψεις παρόμοιες με των καιρών μας όπου οι άνθρωποι καλούνται να ελέγξουν κατά κύριο λόγο τη μοίρα τους. Άνθρωποι και θεότητες συνυπάρχουν ως πολεοδόμοι όπως μαρτυρείται στο έπος Ατράχασις με ανάλογα φαινόμενα που απαντώνται στα σύγχρονα αστικά μας κέντρα, όπως οι απεργίες (των ήσσονων θεοτήτων της εποχής ενάντια στις εντολές των ανωτέρων). Από το έρεβος των σπηλαίων και τη καταβύθιση στη μήτρα της γης, προχωρώντας στην ιστορική αναδρομή διαμόρφωσης ανθρώπων και του χώρου, βγαίνουμε στον παμφαή ήλιο της κλασσικής Ελλάδας.

Στο τοπίο της Αξονικής Εποχής, ούριοι άνεμοι βοηθούν τα πανιά του εμπορίου να διαπλεύσουν τη θάλασσα αλλά σκορπούν πολιτισμούς όπως της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου. Οι μυθικές προβολές δεν εγκαταλείπουν τα κτιστά έργα των ανθρώπων όμως, σε κάποιες περιπτώσεις όπως στην Κίνα, εντοπίζονται σε ήσσονα βαθμό ελλείψει προστάτιδων θεοτήτων στις πόλεις της. Στην αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Αθήνα, οι ανάγκες της κατοικίας ήταν παρόμοιες με τις σημερινές: θερμομόνωση και θερμοανακλαστικά χρώματα χρησιμοποιούνταν ταυτόχρονα με τη χρήση φυτών για τη βελτίωση των κλιματικών συνθηκών. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ελληνικού σπιτιού είναι το αίθριο με τη διάταξη δωματίων πέριξ αυτού ως πηγής αερισμού και φωτισμού. Η λειτουργική διάρθρωση, αν όχι εφάμιλλη σημερινών οικιών, είναι αξιοθαύμαστη. Βέβαια, πέραν του λειτουργικού της χαρακτήρα, η διάρθρωση χώρων στην οικία κατόπτριζε και τη δομή της τότε ελληνικής οικογένειας με τον άνδρα ύστερα από τη συνεχή του παρουσία σε δημόσιους χώρους να απολαμβάνει την ιδιωτική του ζωή ενώ, τη γυναίκα να βρίσκεται εντός σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους. Σε περιοχές όπως η Σπάρτη, οι συνθήκες για τη γυναίκα ήταν διαφορετικές. Οι δρόμοι της αρχαίας Αθήνας θύμιζαν παλιά σοκάκια  και τα σπίτια κατά κανόνα ήταν φτωχά με μιαν επιχειρούμενη απόπειρα ισομοιρίας (παροχή ίσου εμβαδού στους πολίτες- δημοκρατική ισότητα) όπως αναφέρει ο Δημοσθένης για σπίτια επιφανών πολιτών όπως ο στρατηγός Μιλτιάδης σε σχέση με τους υπόλοιπους. Στον πλατωνικό διάλογο «Κριτίας» όμως, διαπιστώνουμε ότι η ισομοιρία δεν ήταν διαρκής. Αυτό που ενδιαφέρει είναι να παρατηρήσουμε ότι η αισθητική των συνοικιών στην αρχαία Αθήνα δεν είχε πρωτεύουσα σημασία όπως αναφέρει παραπονούμενος ο φιλόσοφος και χαρτογράφος Δικαίαρχος κατοπινά. Όμως, η Αθηναϊκή ζωή δεν προοριζόταν να βιωθεί στο σπίτι αλλά στην αγορά, στο θέατρο ώστε, να μην αναιρεθεί η πόλις ως κοινότητα. Η σκηνή των εξελίξεων που θα επηρεάσουν κατοπινές γενιές, εκδιπλώνεται στην τέχνη του θεάτρου που χρησιμοποιεί την εκφραστική δύναμη του χώρου. Από τη γέννηση της τραγωδίας, το θέατρο αναπαριστά χώρους αισθητούς και φαντασιακούς. Το αρχαίο θέατρο «χαραγμένο» στη φυσική κοιλότητα είναι ένας χώρος που λειτουργεί ως το «καλούπι» μέσω του οποίου θα πάρει μορφή το γεγονός, η θεατρική παράσταση (4). Στο θέατρο συνυπάρχουν σημειακοί τόποι που διαθέτουν ένταση και γραμμές να συνεργούν δυναμικά. Ο χώρος δεν υλοποιείται κατ΄ ανάγκη στη σκηνή του θεάτρου αλλά αισθητοποιείται από το λόγο, τις κινήσεις. Δεν υπάρχει θέατρο δίχως τη συνύπαρξη ηθοποιών και κοινού όπου μάλιστα, οι ηθοποιοί διαλέγονταν με κλήρο από το λαϊκό σώμα. Εναργέστερα πια, λόγω και της αφαιρετικής φύσης του αρχαίου θεάτρου που λειτουργεί ως δοχείο στο χώρο, ως καλούπι, το γεγονός προσδίδει νόημα. Βλέποντας ένα ζιγκουράτ, μια πυραμίδα, ο αντίστοιχος κάτοικος αντιλαμβάνεται τη σύνδεσή τους με την εγκόσμια εξουσία, τον ουρανό ακόμη και απουσία γεγονότος ενώ, το αρχαίο θέατρο στερείται νοήματος ελλείψει μιας παράστασης. Με αφορμή το παραπάνω ανακαλούμε το τελετουργικό στην Ανατολική Ορθόδοξη εκκλησία όπου δίχως παρουσία λαού (δίχως να μεταλάβει έστω και ένας μόνον πιστός) είναι αδιανόητη η Θεία Λειτουργία (5), ένα από τα ευάριθμα στοιχεία που παρελήφθησαν από το αρχαίο θέατρο. Το θέατρο ήταν μία ανθρώπινη δημιουργία με μία θεϊκή παρουσία στο κέντρο της, τη θυμέλη (6). Ίσως, κάποιοι διακρίνουν μια ηλιοκεντρική αντίληψη όπως και την πρόσληψη της θεότητας ως ενδοκοσμικό στοιχείο. Εν πάση περιπτώσει,  «η θέση της θυμέλης που θεμελιώνει ως πρωτογενή χωρική διάταξη, τη σχέση κέντρου και μίας «περί το κέντρο» διάταξης στοιχείων του χώρου δεν ήταν μία αυτονόητη «συνθετική» χειρονομία, αλλά μία αντίληψη που αντανακλά κοσμολογικές-θρησκευτικές και πολιτικές αντιλήψεις αποτυπωμένες κατ’ αναλογίαν στο χώρο: Η δομή του χώρου στην Αθήνα οργανωνόταν όχι με όρους βάθους, αλλά με βάση τη σχέση του κέντρου του κύκλου και της περιφέρειας» (7) . Εκτός των σημαινόντων και σημαινομένων ως προς το πλάτος της πόλης με την παρουσία της θυμέλης υπάρχουν και αντίστοιχα κοσμολογικά καθ’  ύψος:  η θυμέλη αποτελεί το «μεταίχμιο» μεταξύ δύο κόσμων, αφού έχει την ιδιότητα να ανήκει και στους δύο. Υπονοεί τον κατακόρυφο άξονα που ενώνει το δίπολο των δύο κόσμων και αντανακλά μία χωρική αντιστοιχία της κοσμολογικής αντίληψης για το ότι το «πάνω» ανήκει στους θεούς, η γη στους θνητούς και το «κάτω» στους νεκρούς. Αυτή η διάκριση του πάνω-κόσμου των θεών με τον κάτω- κόσμο των νεκρών, που ως αρχέτυπο έχει παραμείνει μέχρι σήμερα, ενισχύθηκε δραματικά κυρίως στο ελληνιστικό θέατρο με την προσθήκη μίας «κατακόμβης» στο δάπεδο της ορχήστρας που ονομαζόταν Χαρώνειες πύλες από όπου εμφανίζονταν οι νεκροί, ενώ οι θεοί εμφανίζονταν πάνω σε μία ανυψωτική μηχανή, τον γερανό  (8). Στο επίπεδο του εδάφους εκδηλώνονται τα ανθρώπινα πάθη ενώ, το πεταλοειδές σχήμα του θεάτρου συνδράμει στην αντίληψη του θεατή, ταυτόχρονα με την παράσταση, για τις αντιδράσεις του κοινού. Η πόλη στη μικρογραφία του θεάτρου γίνεται ένα σώμα όπως στην Αγορά της Αρχαίας Αθήνας. Κάθε πολίτης είναι και δεν είναι συνάμα κέντρο του σώματος ως ζων οργανισμός στο γίγνεσθαι. Εντοπίζουμε ένα, κατά κοινή ομολογία, κτιστό κέντρο στην υπερυψωμένη Ακρόπολη με την αρχαϊκή πόλη να οργανώνεται γύρω της.  Η δημοκρατική πόλη επικεντρωνόταν στο επίπεδο της Αγοράς, η οποία βρισκόταν στο ίδιο επίπεδο με την υπόλοιπη πόλη (9). Η ανάπτυξη πέριξ του κέντρου δημιουργούσε μια αίσθηση ισονομίας. Αντίληψη που ίσως, αλλοτριωμένα, διατηρείται κατά τη γνώμη μου, στην οριζόντια ανάπτυξη σύγχρονων πόλεων στην Ελλάδα. Η τραγωδία συνδηλώνει και την αμφισβήτηση του μύθου, τη νομή της υπαρκτικής περιπέτειας στα χέρια του ανθρώπου σε δημοκρατικές συνθήκες, κατοπτρίζοντας ένα αξιόλογο μέρος απώλειας ή αναθεώρησης στο μεταφυσικό αντίκρισμα. Θα τη ξανασυναντήσουμε και πάλι, στην κατοπινή αμφισβήτηση του μύθου, στα χρόνια του Σαίξπηρ, του Ρακίνα, του Κορνέιγ. Όταν στερεύει πάντως, η κοίτη της τραγωδίας o μαρασμός εξαπλώνεται και στη δημοκρατία. Στη Ρώμη, το αρχαίο θέατρο με την τραγωδία, στην οποία αποδίδει αθηναϊκή εντοπιότητα ο Κ. Καστοριάδης λόγω των θεσμών της πόλης, δεν απαντάται ως μόνιμο κτίσμα ως και το 55 π.Χ. Ο Ρωμαϊκός λαός δεν ενστερνιζόταν τα διδάγματά της. Η μοίρα της Αθήνας όμως, είναι τραγική όταν το 86 π.Χ. κατακτάται από το Ρωμαίο στρατηγό Σύλλα με σημαντικά έργα να διαρπάγονται, κτίσματα να καταστρέφονται. Ο πρώτος μονάρχης της Ρώμης, ο Αύγουστος, θα εκπονήσει ένα οικοδομικό πρόγραμμα ανόρθωσης της πάλαι ποτέ κραταιάς πόλης. Ας σταθούμε όμως, σε μια σημαντική χωρική διαφοροποίηση στην αναφερόμενη εποχή: στο τέλος του 1ου αι. π.Χ. μικρά καταστήματα και κατοικίες στη βόρεια πλευρά της Αρχαίας Αγοράς κατεδαφίστηκαν για να εξασφαλισθεί χώρος για άλλα δημόσια κτήρια. Η ενέργεια αυτή συμπίπτει με την ίδρυση της νέας Αγοράς και δείχνει την τάση να συγκεντρωθούν όλα τα εμπορικά της πόλης σε έναν χώρο και μάλιστα σε ένα κλειστό κτήριο. Δημιουργείται δηλαδή για πρώτη φορά ένα εμπορικό κέντρο με τη σημερινή έννοια του όρου (10).

Με την κατάκτηση της Ελλάδος από τη Ρώμη, μπαίνουμε πια σε ένα πιο πρακτικό πνεύμα. Η αναφερθείσα δομή του εμπορικού κέντρου είναι δηλωτική αυτού του πνεύματος. Στη Ρώμη, δεν απαντώνται θεωρητικοί προβληματισμοί για το πολίτευμά τους. Κατά τόν Egon Friedell «τό κάθε τί πού εἶχε σχέση μέ τήν ἐπιστήμη καί τήν τέχνη τό περιφρονοῦσαν καί τό θεωροῦσαν ἕνα εἶδος παρεκτροπῆς. Ὑπάρχει στά λατινικά ἡ λέξη scriba πού σημαίνει γραφέας, ἡ λέξη poeta εἶναι παρμένη ἀπό τά ἑλληνικά.  Ὅλες οἱ πνευματικές ἐνασχολήσεις πού δέν εἶχαν πρακτικό ἀντίκρυσμα θεωροῦνται artes leviores (κούφιες, ἐλαφρές τέχνες) καί studia minora (οὐτιδανές σπουδές)»(11). Στο ότι οι Ρωμαίοι έδιναν προτεραιότητα στο πρακτικό πνεύμα, μας οδηγεί το μεγαλύτερό τους επίτευγμα που ήταν το οδικό δίκτυο. Μάλιστα, μέχρι τους ναπολεόντειους πολέμους ήταν σε ικανοποιητική κατάσταση χάρη σε ένα υλικό τύπου σκυροδέματος, ηφαιστειακής προέλευσης, αρχικά από την πόλη Puteoli της Καμπανίας ( το συγκεκριμένο υλικό διευκόλυνε και την ελάττωση βάρους του θόλου). Μια αχανής αυτοκρατορία έπρεπε να διασφαλίζει την μετακίνηση στρατευμάτων, του εμπορίου όμως, συν τω χρόνω, το άρτιο οδικό δίκτυο από ηφαιστειακό υλικό, υπήρξε αρωγός σε μιαν ακόμη «έκρηξη» στην Ιστορία με τη μεταλαμπάδευση ιδεών και θρησκειών ο Χριστιανισμός. Ο απόστολος Παύλος οργάνωσε κατ’ αυτόν τον τρόπο το δεύτερο και το τρίτο ιεραποστολικό του ταξίδι (12). Το πρακτικό πνεύμα ανιχνεύεται και στην υιοθέτηση του Ιπποδάμειου συστήματος, δηλαδή της χάραξης ευθειών που επιτρέπει ταχύτητα στην οργάνωση και διευκόλυνση των λειτουργιών της πόλης. Δεν μοιάζει τυχαίο ότι το ορθογώνιο πολεοδομικό σχήμα προϋπήρχε σε νεολιθικούς οικισμούς στην Ιταλία. Για τη διατήρηση της αυτοκρατορίας απαιτείτο φυσικά, και η κατάλληλη δημόσια υγιεινή. Tο αρχαιότερο «μνημείο» της είναι η λεγομένη Cloaca Massima, το τεράστιο αποχετευτικό σύστημα το οποίο οικοδομείται στη Ρώμη τον 4ο αιώνα π.Χ. ενώ, η ανάπτυξη της τοιχοποιίας θα επιτρέψει την ανέγερση υψηλών κτηρίων, γεφυρών, δίνοντας έμφαση όχι μόνο σημειολογικά στην αυτοκρατορία αλλά και σε πρακτικές ανάγκες όπως η στέγαση  μεγαλύτερου αριθμού πολιτών. Εντούτοις, σε κτήρια όπως στο Πάνθεον, συνυπήρχαν η κατασκευαστική δεινότητα όπως και καλαίσθητη εκφραστικότητα. Το Ιπποδάμειο πολεοδομικό σχήμα θα κυριαρχήσει και στους ελληνιστικούς χρόνους ενώ, η διασταύρωση των κύριων λεωφόρων από Ανατολή προς Δύση και από Βορρά προς Νότο θα διατηρηθεί στις πρώτες Βυζαντινές πόλεις. Εδώ, θα διακόψουμε για λίγο την ιστορική μας διαδρομή αναφέροντας ότι πλήθος αξιομνημόνευτων κτισμάτων στην Αρχαία Ελλάδα, στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Ρ.Α.) και σε άλλους σημαντικούς πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν εκτός της επικράτειας των παραπάνω, είναι αδύνατον να αναφερθούν στην έκταση του συγκεκριμένου δοκιμίου μιας και ο σκοπός του είναι η διερεύνηση ανά τους αιώνες, κτίσματος και πολιτισμικών συνδηλώσεων, η έκφραση της συλλογικής αλλά και προσωπικής αγωνίας σε οντολογικούς, υπαρξιακούς προβληματισμούς μέσω των κτισμάτων. Σημειώνω επίσης, ότι δεν φέρω την αρχιτεκτονική ιδιότητα αλλά όσο εύστοχα μπορώ, θα σταθώ σε τεχνικές λεπτομέρειες που υποστηρίζουν τον κύριο σκοπό του δοκιμίου. Ύστερα από τις παραπάνω διευκρινήσεις, ακολουθώντας την πορεία μας, αλλάζουμε κατεύθυνση εμπρός στον οδοδείκτη της μεταστροφής του κοσμοειδώλου που συντελείται στους κτηριακούς τύπους της Ρ.Α. και της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Α.Ρ.Α.), της αποκαλούμενης στρεβλά από τον Γερμανό Ιερώνυμο Βολφ το 1562 μ.Χ. ως Βυζαντινής, ονομασία την οποία «ασμένως» αποδεχθήκαμε.

 Ο ιστοριοδίφης συναντά συχνά, παράγοντες που δυσχεραίνουν την πρόσληψη των αντιλήψεων σε μια εποχή όπως την αγκίστρωση στις σύγχρονες προσλαμβάνουσες , εμπόδιο που διέπει και τον ίδιο με αναπόφευκτες αξιολογικές κρίσεις σε κλιμακούμενο βαθμό εμποδίζοντας τη διάκριση ποικίλων σκοπιμοτήτων. Δεν θα ΄χε αντίκρισμα αν βρισκόμασταν νοερά στα χρόνια της Α.Ρ.Α. να προσφωνήσουμε κάποιον κάτοικό της ως Βυζαντινό μιας και αναγνώριζε την εθνολογική του ταυτότητα ως Ρωμαίος και Έλληνας κατοπινά, όπως να εκλαμβάνουμε το Κράτος ως ανεξάρτητη θεσμική αρχή από έναν Αρχαίο Έλληνα πολίτη (παρόμοιες στρεβλώσεις συναντάμε κατά Λ. Στρως στην προσέγγιση  σύγχρονων «ανεξάρτητων» πολιτισμών και στην ερμηνευτική προσέγγιση της διάπλασης του χώρου σε κάθε εποχή). Στην προσπάθεια να άρουμε το παραπάνω επιστημολογικό εμπόδιο, στεκόμαστε εμβρόντητοι στο χαρακτηριστικό ναό της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Α.Ρ.Α.), της Αγίας Σοφίας, χωρίς να μας απασχολήσουν ιδιαίτερες τεχνικές λεπτομέρειες όπως η περίφημη στατικότητά του, συνδηλώνοντας ίσως, μια ακλόνητη πίστη. Δεν θα σταθούμε θαυμάζοντες εξωτερικά το ναό αλλά στο εσωτερικό του. Εξωτερικά, ο ναός είναι λιτός, εσωτερικά όμως, πλούσιος σε διάκοσμο συνιστώντας ήδη, από την Ρ.Α. μια στροφή προς τα έσω. Η χριστιανική αντίληψη οργανώνοντας κοινότητες με έντονη εσωτερική ζωή, στρέφει το βλέμμα στα ενδότερα της ψυχής. Έξω, αρχίζει να σκοτεινιάζει. Είμαστε στο σούρουπο ενός κόσμου που έλαμψε στο υπέρλαμπρο φως της Μεσογείου. Αυτή τη φορά η κατάδυση γίνεται στα σπήλαια της ψυχής.  Ο Αυστριακός αρχιτέκτονας Φίσερ φον Έρλαχ, αντιδιαστέλλοντας τον τυπικό ναό της αρχαιότητας από τον αντίστοιχο χριστιανικό, χαρακτήριζε τον αρχαίο ελληνικό ναό «χτισμένο προς τα έξω» και τον δεύτερο «χτισμένο προς τα έσω». Πράγματι, είτε στα Ζιγκουράτ, είτε στον αρχαίο ελληνικό ναό με κλιμακούμενες βέβαια, κοσμολογικές- φιλοσοφικές αποχρώσεις, ο πιστός προσελκύεται από το εξωτερικό του ναού ενώ, στο χριστιανικό στην εποχή που αναφερόμαστε, προσκαλείται στο εσωτερικό του. 

Η ψυχή της χριστιανικής κοινότητας στην κοχλάζουσα ιστορική περίοδο που διανύουμε, βάλλεται από ασίγαστες επιδρομές όπως κι ο πληθυσμός μιας πόλης για τούτο στην Παλαιοχριστιανική περίοδο ενισχύεται ο αμυντικός της χαρακτήρας. Μετά τον 7ο αιώνα, ο δημόσιος χώρος διαμορφώνεται από τη θρησκευτική ζωή. Τα ποδοβολητά στον ιππόδρομο είναι πια μακρινή ηχώ της ιστορίας ενώ, στις πλατείες ο ήχος από τα ξερά φύλλα του φθινοπώρου που σύρονται στον άνεμο, ακούγεται συχνότερα από εκείνον των ανθρώπινων  βημάτων. Όσο όμως, εσωτερικεύεται το συναίσθημα τόσο τα νώτα του φυσικού σώματος μένουν ακάλυπτα. Λίγο Ανατολικότερα, στην Περσία, η δυναστεία των Σασσανίδων με κυρίαρχο πρόσωπο τον Χοσρόη Α΄ (531- 579 μ.Χ.) διψά για κατακτήσεις ευρισκόμενη σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Βυζαντινούς και για τη διαιώνιση του μεγαλείου της ανεγείρει επιβλητικά ανάκτορα. Ξεδιψά όμως, τη γη χρηματοδοτώντας εγγειοβελτιωτικά έργα με κανάλια που κάλυπταν αποστάσεις μεγαλύτερες των 350 χλμ. , κατασκευή που κράτησε πάνω από 500 χρόνια. Και η αισθητική της όμως, συμβολή δεν μένει απαρατήρητη: ημιθόλια σχηματίζουν οκτάγωνα που θα γοητεύσουν τους μουσουλμάνους αρχιτέκτονες καθώς και εκπληκτικοί γεωμετρικοί κήποι. Οι Άραβες, εκμεταλλευόμενοι τη φθορά από τις συγκρούσεις μεταξύ Περσών και Βυζαντινών, θα παρουσιαστούν στο ιστορικό θέατρο με αξιομνημόνευτα έργα. Το παιχνίδισμα φωτός -σκιάς λόγω της διαρκούς ηλιοφάνειας στην ισλαμική ζώνη (13), η καλλιέργεια των Μαθηματικών και η αποφυγή προσωπογραφιών σε δημόσιους χώρους, ευνόησαν τα θαυμαστά γεωμετρικά μοτίβα που συναντούμε σε ισλαμικούς ναούς και ανάκτορα. Ίσως, τα μοτίβα που μορφοποιούνται από επαναλαμβανόμενα σχήματα ανακαλούν τον κανονιστικό με χαρακτήρα Δικαίου Ισλάμ αλλά και την τελειότητα των έργων του Αλλάχ συμβολίζοντας την ενότητα του κόσμου. Εξάλλου, το Ισλάμ έχει αδιαίρετο χαρακτήρα ως προς την πολιτική εξουσία (ντάουλα), τις οικονομικές συναλλαγές, την πίστη. Υπό αυτές τις συνθήκες, ένα κοσμικό κράτος δύσκολα προκύπτει. Το κοσμικό κράτος προϋποθέτει το σεβασμό στα ατομικά δικαιώματα, την έκφραση ατομικής βούλησης (όχι στις μέρες μας προσωπικής, προσλαμβάνοντας τον άνθρωπο προσωποκεντρικά). Η Ανατολική αντίληψη και στην περίπτωση του Ισλάμ είναι προσωποπαγής (απόλυτη υποταγή στην εξουσία ενός προσώπου). Είτε πρόκειται για Χαλίφη είτε για Ιμάμη, η εξουσία ασκείται μέσα από ανάλογες κτηριακές εκφράσεις (ανάκτορα, ναοί). Παραθέτοντας ένα σύγχρονο παράδειγμα, σε εμιράτα όπως το Κατάρ, τα Η.Α. Ε. με κυρίαρχο το Ντουμπάι όπου έχουν τροποποιηθεί οι ζώνες ελεύθερου εμπορίου, υλοποιούνται ευέλικτες και σύγχρονες αρχιτεκτονικές αντιλήψεις ενώ, σε  χώρες που δεσπόζει η φτώχεια όπως η Υεμένη, με τους ιμάμηδες να αποκλείουν κάθε ξένη επιρροή αλλά και η χιλιετής σχεδόν, απομόνωση, βοήθησε στο να ευδοκιμήσει η παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Βλέπουμε για μιαν ακόμη φορά την αλληλεπίδραση αρχιτεκτονικής αντίληψης με την υπαρξιακή, οντολογική αγωνία ακόμη και τη δεσποτεία, να τροποποιεί και τις οικονομικές συνθήκες. 

Στην Α.Ρ.Α. (Βυζάντιο) υπήρξε, όπως αναφέραμε, μια συστολή και εσωτερίκευση του συναισθήματος. Αυτό διακρίνεται πρόδηλα και στους ναούς οι οποίοι δεν «θέλουν να κραυγάσουν» όπως παλαιότεροι κτηριακοί τύποι. Η αντίληψη της συνοχής αισθητοποιείται από τη σύνθεση των μερών του ναού όπως στην Αγία Σοφία, εν είδει κοινωνίας προσώπων με άπαντα τα μέρη του ναού να συγκλίνουν στον «αιωρούμενο» τρούλο ο οποίος δείχνει να αγκαλιάζει τους πιστούς κατερχόμενος από τους ουρανούς όπως ο Ιησούς. Ακόμη και η πρόσοψη δεν έχει «εκκωφαντικά» στοιχεία ζητώντας από τον πιστό να εισέλθει σκύβοντας το κεφάλι με περισυλλογή και κατάνυξη. Κατόπιν, παραμένοντες στην αρχιτεκτονική ναών,  βρισκόμαστε στο Ρωμανικό ρυθμό. Πρόκειται για έναν βαρύ, «κρύο και άγιο » τύπο κτηρίου όπως αναφέρθηκε σε αυτό ο ποιητής Χέλντερλιν. Το εσωτερικό χαρακτηρίζεται από ένα ημίφως όχι τόσο μυστηριακό και από το «δέσιμο» με τη γη, με βαρείς πεσσούς και κίονες. Ας παρατηρήσουμε ότι ο Ρωμανικός ρυθμός προκύπτει από το συγκερασμό ρωμαϊκών και γερμανικών φύλων που φαίνεται, να του αποδίδουν ανάλογα γνωρίσματά τους. Στην εξωτερική του όμως όψη, σε μια παραλλαγή της βασιλικής, αρχίζει να αφυπνίζεται ένα συναίσθημα πρόσκλησης προς τον πιστό με την ημικυκλική αψίδα και το ανάλογο τύμπανο που φέρει γλυπτές παραστάσεις όπως και με τους πυργίσκους που αρχίζουν να εγείρονται. Όταν αρχίζει όμως, να ξυπνά αγριεμένα και απροκάλυπτα το πνεύμα περνάμε στον Γοτθικό ρυθμό όπως απαξιωτικά ονομάστηκε από κατοπινούς στην Αναγέννηση το αίτημα της οποίας, ήταν η επαναφορά στο κλασσικό μέτρο. Και μπορεί το κλασσικό μέτρο να δήλωνε στον αρχαίο ελληνικό ναό ισορροπία ύλης και πνεύματος αδιαφορώντας για το εσωτερικό του μιας και ο δημόσιος βίος είχε προτεραιότητα, μπορεί οι πυραμίδες να απηχούν την ύλη ή το πρακτικό πνεύμα υπό την επήρεια των χρονικών διαδοχών στην κατάσταση του ζωοδότου Νείλου όμως, το πνεύμα ως απερίσταλτος κρουνός, πηγάδι αρτεσιανό, εκφράζεται από εξάρσεις στους κατακόρυφους γοτθικούς πυργίσκους που ζητούν πράγματι, όχι πια αρμονικά και κλιμακωτά όπως τα Ζιγκουράτ, να λογχίσουν τον ουρανό. Δεν ενδιαφέρει στο γοτθικό ναό να υπάρξει αρμονία αλλά η άρση του πνεύματος που τόσο αγαπήθηκε από τον Ρομαντισμό. Σταυροθόλια με νευρώσεις, κίονες που αίρονται σε δυσθεώρητα ύψη και πρόσοψη που «μιλά» στον πιστό επιτακτικά μέσα από τη φρενίτιδα των ανάγλυφων παραστάσεων: έλα, σε περιμένουμε να υψωθείς και συ! Η γαλήνη του ναού στο «Βυζάντιο» έχει σκεπαστεί από τα νέφη της αγωνίας και της προσταγής που προσπέρασαν ακόρεστοι για ύψος οι γοτθικοί πυργίσκοι! Η κατασκευή απαλλάσσεται από το βάρος του ρωμανικού ναού και εξαϋλώνεται διάτρητη με παράθυρα από όπου εισδύει ανεμπόδιστα το φως. Το εξωτερικό φως, περνώντας από ποικιλόχρωμα βιτρώ, διακοσμεί τους «εικονοκλαστικούς», δίχως τοιχογραφίες γοτθικούς ναούς, όπως στην κατοπινή κυρίαρχη αντίληψη θα εκμετράται πια το ηθικό ανάστημα με την έξωθεν καλή μαρτυρία, τη διαφάνεια στον πουριτανισμό με το γυαλί σαν υλικό που δεν την εμποδίζει, να κυριαρχεί μετανεωτερικά στα βέλη της εποχής μας, τους ουρανοξύστες. Και μεν μέσα από όλη αυτήν τη περιδίνηση στοιχείων δεν εξαλείφεται το μυθικό στοιχείο όμως, προσέξτε, πως η αυτονόμηση μερών από το όλον στο «βυζαντινό» ναό συνδηλώνει την ατομοκεντρική θεώρηση. Εδώ, δεν υπάρχει το μέτρο, ο τρούλος που θα αγκαλιάσει αλλά δηλώνονται εμφατικά ομού το χθόνιο, το ουράνιο και η κόλαση. Η ανερχόμενη αστική κοινωνία και η δύναμη μιας εκκοσμικευμένης και δογματικής Εκκλησίας συνθλίβουν το μέτρο. Οι νευρώσεις στα σταυροθόλια δείχνουν ανάγλυφα τη δύναμη που καταβάλλεται να συνθλιβεί το απροσμέτρητο μέγεθος του ανθρώπου. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο κος  Χ. Φεραίος, αρχιτέκτων- Διδάκτωρ τού ΕΜΠ, (14) «εκφράζεται πια η τραγική ερημία της νοησιαρχίας». Ευτυχώς όμως, χάρη στο μύθο που επιβιώνει στη λαϊκή αντίληψη και στους γοτθικούς ναούς, αν και, στην εποχή λειτούργησε και καταστροφικά, συνυπάρχει κάτι ανθρώπινο που δεν λογίζεται σε στείρους υπολογισμούς. 

Η ίδρυση μιας πόλης συνέχιζε να είναι πράξη ιερή ακόμη στο Μεσαίωνα. Στην πρώιμη πόλη συναντάμε την επίδραση της υπαίθρου και είτε στο ορθογώνιο σχήμα είτε ως κύκλος ανακαλείται η λογική του αρότρου και του βοσκότοπου. Σταδιακά, ιερό και ουρμπανισμός απόκλιναν όμως, στον Μεσαίωνα ο άνθρωπος δεν είχε εγκαταλείψει την αναζήτηση του θεϊκού σχεδίου και αργότερα, «στην Αναγέννηση ο αρχιτέκτονας θεωρούνταν ως ημίθεος, όταν συμμορφωνόταν με τα δημιουργήματα του Θεού» (15). Η δυναμική του γοτθικού ναού απαντάται και στους δρόμους της μεσαιωνικής κωμόπολης. «Οι όγκοι ανοίγουν ξαφνικά κι εξαφανίζονται, καθώς τους πλησιάζει κανείς ή αποτραβιέται» (16). Θα πρέπει να ΄ναι κανείς τυφλός μπροστά στην αστική χάρη και ομορφιά για να διαγράψει αυτές τις πρώιμες Ευρωπαϊκές κωμοπόλεις σα «χαοτικές», παρατηρεί ο Μ. Μπούκτσιν, με τα στρεβλά σοκάκια, τα γοητευτικά αδιέξοδα, και τους στενούς καμπύλους δρόμους (17). Οι άνθρωποι, σημειώνει παρακάτω, που έκτισαν την πόλιν και τη μεσαιωνική κομμούνα ήταν ανεξάρτητοι, μικροϊδιοκτήτες, αγρότες και τεχνίτες για τους οποίους η αισθητική ευαισθησία συγχωνεύονταν με την εργασία, το εμπόριο και την πολιτική. Όταν το καλό γούστο ενυπήρχε στις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις, ήταν δυνατό να εμπιστευτούν στις τελευταίες την αυθόρμητη ανάπτυξη της πόλης σα μια ζωτική οντότητα κι έργο τέχνης  (18). Βέβαια, στην Αναγέννηση έχουμε μια μεταστροφή στον άνθρωπο, στάση που δηλούται και από το γνωστότατο «άνθρωπο του Βιτρούβιου», σχέδιο του Ντα Βίντσι βάσει μιας πραγματείας του Ρωμαίου Αρχιτέκτονα Βιτρούβιου. Η ανακάλυψη μαθηματικών αναλογιών του ανθρωπίνου σώματος σηματοδοτεί στην Αναγέννηση αλλά και στον Βιτρούβιο την κυριαρχία του πρακτικού πνεύματος, ενώ, για τον τελευταίο, λέγεται ότι παρά το ακραιφνή θαυμασμό του στην Ελληνική Αρχαιότητα, απεχθανόταν εκδηλώσεις όπως τα πανηγύρια και ο αθλητισμός. Στο πνεύμα της Λογικής που διαποτίζει την Αναγέννηση θα αντιτεθεί το ρεύμα του Μπαρόκ με έντονο το δραματικό και συναισθηματικό στοιχείο δίχως να εκλαμβάνεται ο άνθρωπος σαν μονάδα όπως στον Ρομαντισμό αλλά ως μέρος μιας ολότητας. Ύφος πομπώδες συχνά, έντονες αντιθέσεις από το φως σε εσοχές στην Αρχιτεκτονική και διαπλεκόμενοι όγκοι είναι η απέλπιδα προσπάθεια της Καθολικής εκκλησίας να συγκινήσει μέσα από το Μπαρόκ του πιστούς εμπρός και στην ανάδυση του Προτεσταντισμού σε χώρες του οποίου εύλογα, δεν ευδοκίμησε το ρεύμα. Το μυθικό στοιχείο σε κτίσματα αρχίζει να ασθμαίνει σαν εξυπηρετεί ξεκάθαρα τη σκοπιμότητα μιας εγκόσμιας εξουσίας, όποια μορφή κι αν έχει. Ο ορθολογισμός, ο νους, θα καταλάβει ανεμπόδιστα τη ψυχή της οντολογικής αγωνίας που σιγοκαίει στη θράκα της. Ο νους θα είναι η ψυχή της μετανεωτερικότητας. 

Τελειώνουμε την περιπλάνησή μας στις προνεωτερικές σχέσεις ανθρώπου και χώρου αφού πια ο δρόμος έχει χορταριάσει και ρήγματα τον ρητιδώνουν απ΄ την καινοφανή αντίληψη  συρρικνώνοντάς τον σε αχνό μονοπάτι. Παράλληλα στη θέση που βρισκόμαστε, αν προσλάβουμε ευκλείδεια το χώρο, αρχίζει ο δρόμος του ορθολογισμού. Οι πόλεις δεν είναι πλέον η εξαίρεση και ούτε απαραίτητα, όπως στη Ρώμη, στο Μεσαίωνα, οι δρόμοι οδηγούν στην ύπαιθρο. Ο αστικός χώρος φέρει τα δικά του γνωρίσματα: επιδημίες που συγκλόνισαν τις Ευρωπαϊκές πόλεις από το 1830 ως το 1870 αλλά και εξεγερτικά κινήματα. Από τον 18 αι. αναφέρει ο Φουκώ «βλέπει κανείς την ανάπτυξη ενός στοχασμού γύρω από την αρχιτεκτονική ως συνάρτηση των σκοπών και των τεχνικών διακυβέρνησης των κοινωνιών (19). Συνεχίζει, παρατηρώντας ότι «κάθε ανάλυση της πολιτικής ως τέχνης διακυβέρνησης των ανθρώπων περιέχει απαραιτήτως ένα κεφάλαιο ή μια σειρά κεφάλαια για τον ουρμπανισμό, τις συλλογικές ανέσεις, την υγιεινή και την ιδιωτική αρχιτεκτονική. Τέτοια κεφάλαια δεν βρίσκονται στις αναλύσεις της τέχνης της διακυβέρνησης του 16ου αι.»(20). Το φαινόμενο του φιλελευθερισμού εμφανίζεται στο ορθολογικό πλαίσιο και της διακυβέρνησης δίχως παρέμβαση. Κι όμως, ακόμη και αυτός ο ορθολογισμός βάλλεται από τη μήτρα του που είναι η τυπική Λογική. «Υπάρχει μια ολόκληρη σειρά ουτοπίας ή σχέδια διακυβέρνησης της επικράτειας που αναπτύχθηκαν με βάση την προκείμενη ότι ένα κράτος μοιάζει με μεγάλη πόλη» αναφέρει ο ίδιος συγγραφέας (20). Εδώ, ελέγχεται η παραπάνω προκείμενη με σόφισμα παρά το συμβεβηκός όπου η πόλη ευρύνεται σε κράτος και σόφισμα ετεροζητήσεως όπου ο αποδεικτικός λόγος είναι ευρύτερος του πραγματικού. Ακόμη και στην περίπτωση της εμφάνισης των σιδηρόδρομων, στη Γαλλία αναπτύχθηκε η αντίληψη ότι αυτό το δίκτυο θα καθιστούσε αδύνατο τον πόλεμο εξαιτίας της οικειότητας που θα αναπτύσσονταν ανάμεσα στους ανθρώπους. Εδώ, διακρίνουμε και την αφελή αισιοδοξία που χαρακτήρισε αργότερα και τον θετικισμό. Και πάλι, μπορούμε να διακρίνουμε σοφίσματα διαλληλίας, ψευδούς αναλογίας αλλά και ετεροζητήσεως. Μάλιστα, επειδή η ζωή δεν ακολουθεί μια γραμμική αντίληψη και μάλιστα, όπως την εκλαμβάνει μια αρχή (ανθρώπου, πολιτικής εξουσίας κτλ.), οι ίδιοι οι σιδηρόδρομοι καθιστούσαν πιο εύκολη την έναρξη ενός πολέμου, κάτι που αντιλήφθηκε ο γερμανικός στρατός αργότερα (21). Και ο Μπούκτσιν επικρίνει τον «ορθολογισμό» στην πολεοδομική διαχείριση όταν «προσπαθεί να καταστήσει ορθολογικό έναν κοινωνικό οργανισμό, που η ίδια του η ουσία είναι η ανορθολογικότητα- η παραγωγή σαν αυτοσκοπός κι η υποταγή των ανθρώπινων στόχων σε οικονομικούς» (22). Κι αυτό το φαινόμενο ακριβώς, κυρίαρχο στη μετανεωτερικότητα, μας απασχολεί σε σύγχρονες πόλεις της χώρας μας και παγκοσμίως. Πόλεις όπου ο κάτοικος νιώθει κερματισμένος και άνυδρες σχεδόν, από υπαρκτική ελευθερία. Γιατί ακόμη και την ελευθερία δεν μπορεί να την εγγυηθεί ο νόμος και η πρόθεσή του, όσο κι αν είναι άδολη και τούτο, μαρτυρείται καθημερινά. Η ελευθερία πρέπει να ασκείται δίχως μονομερείς αντιλήψεις. Η οντολογική, υπαρξιακή αγωνία, χρέος των αρχιτεκτόνων, διαμορφωτών του χώρου, των κατοίκων και ιδίως, της πολιτικής ηγεσίας, αν είναι σωστό να τη διαχωρίσουμε από τους πολίτες, πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψιν ότι η δόμηση του χώρου δεν αφορά μόνον όρους μιας κοντόθωρης, χρησιμοθηρικής εκμετάλλευσης. Οφείλουμε να δώσουμε διάρκεια στις κτιστές μας στιγμές, να σεβαστούμε το φυσικό περιβάλλον αποδίδοντάς του χώρο που στερήσαμε μετατρέποντας αυτό και εαυτούς σε χέρσο τοπίο. Δεν πρόκειται για επιστροφή στον πρωτογονισμό αλλά για βλέμμα που στρέφεται πέρα από το εφήμερο μιας και εκπονούνται ήδη, σχέδια για τις μελλοντικές πόλεις λαμβάνοντας υπόψη την ελπιδοφόρα μεταστροφή που σε ικανοποιητικό βαθμό, μπορεί να δώσει ξέφωτο ελπίδας στον κατακερματισμένο κάτοικο. Η επιστροφή του μυθικού στοιχείου, της οντολογικής, υπαρξιακής αγωνίας, συνάδει με τα παραπάνω ακόμη και με «πρωτεϊκές» παραλλαγές της όπως η ουτοπική αρχιτεκτονική. Ουτοπική αλλά εφαρμοσμένη σε αρκετές περιπτώσεις, εδώ και δεκαετίες, χωρίς να αίρεται η λειτουργικότητά της. Η φαντασία στο κτίζειν τολμά να διακριθεί από τα μέτρα μιας στείρας εποχής ούσα το βάθρο και η οροφή της και όταν δεν μεριμνούμε για αυτήν, το έργο είναι σαθρό όπως και διάτρητη η οροφή. Μέσα από τα κτίσματά μας μπορούμε να επιστρέψουμε στο μέλλον, να δεξιωθούμε το παρελθόν στο τώρα ώστε τα κτίσματα να αρθούν πέρα απ’ το φραγμό του χρόνου. Ομοίως και ο άνθρωπος που για τούτο διψά: την υπέρβασή του από το εφήμερο, για ουρανό όπως σημαίνει η ποιητική ευαισθησία του Μ. Σαχτούρη που θα προσφέρει άνοιξη στη ξεραμένη γη. «Εκείνο που σου προσάπτουν τα χελιδόνια είναι η άνοιξη που δεν έφερες…» λέει ο Οδυσσέας Ελύτης και εμείς, προσθέτουμε: οι αρνητές της άνοιξης θα βρεθούν στο έλος των καιρών.

Σημειώσεις:

  1. Μισέλ Φουκό, εξουσία, γνώση  και ηθική, μτφρ. : Ζήσης Σαρίκας, εκδ. ύψιλον, Αθήνα, 1987
  2. Κάρεν Άρμστρονγκ,  Σύντομη ιστορία του μύθου, μτφρ: Λ. Καρατζάς, εκδ. Ωκεανίδα, 2002, σελ. 47  
  3. Αλεξάντρ Κοϋρέ, δυτικός πολιτισμός, , μτφρ.:  Ζήσης Σαρίκας, εκδ. ύψιλον, Α΄ έκδοση, Αθήνα 1991, σελ. 86 
  4. Γεωργία Δασκαλάκη, αρχέτυπες δομές του χώρου στο αρχαίο θέατρο,  υπευθ. Καθηγ. Π. Τουρνικιώτης, Δεκέμβριος 2009
  5. Μάριος Μπέγζος, Δοκίμια ψυχολογίας της θρησκείας, Αθήνα 2004, πηγή:  
  6. Ruth Padel: «Making space speak», από το Nothing to do with Dionysos, , Princeton University Press, σελ. 336-365.
  7. David Wiles: Tragedy in Athens, Cambridge University Press 1997, σελ. 63-86
  8. Γεωργία Δασκαλάκη, αρχέτυπες δομές του χώρου στο αρχαίο θέατρο, υπευθ. Καθηγ. Π. Τουρνικιώτης, Δεκέμβριος 2009
  9. David Wiles: Tragedy in Athens, Cambridge University Press 1997, σελ. 161-175  
  10. Άλκηστις Χωρέμη, Ρωμαϊκή Αθήνα, πηγή: http://www.eie.gr/archaeologia/gr/chapter_more_5.aspx
  11. Egon Friedell, Πολιτική ἱστορία τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας, μετάφραση Δημοσθένης Κούρτοβικ, ἐκδ. Πορεία, Ἀθήνα 1986, σελ. 172
  12. Καινή Διαθήκη, Πράξεις των Αποστόλων, 15:36‐41· 16:6‐8· 17:1, 10· 18:22, 23· 19:1
  13. Πηγή:      http://earth.rice.edu/MTPE/geo/geosphere/hot/energyfuture/Sunlight.html
  14. Χ. Φεραίος: Αρχιτεκτονική και τραγικό! – Μνήμη Π. Α. Μιχελή,  πηγή: Αντίφωνο, antifono.gr
  15. Μάρραιη Μπούκτσιν, ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ, μτφρ. : Γιώργος Νταλιάνης, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, β’ έκδοση, 1979, σελ. 90
  16. Λιούς Μάμφορντ, Η Πόλη στην Ιστορία, Νέα Υόρκη: Τζοβάνοβιτς, 1961, σελ. 277
  17. Μάρραιη Μπούκτσιν, ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ, μτφρ.: Γιώργος Νταλιάνης, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, β’ έκδοση  σελ. 84
  18. Στο ίδιο, σελ. 85 
  19. Μισέλ Φουκό, εξουσία, γνώση,  και ηθική, μτφρ. : Ζήσης Σαρίκας, εκδ. ύψιλον, Αθήνα, 1987 σελ. 51
  20. Στο ίδιο, σελ. 52
  21. Στο ίδιο, σελ. 53
  22. Μάρραιη Μπούκτσιν, ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ, σελ. 90, β’ έκδοση, 1979, μτφρ.: Γιώργος Νταλιάνης, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, σελ. 86

Το εικαστικό που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Ράλλη Κοψίδη.

πηγή: Aντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here