«Η Γενετική είναι η νέα θρησκεία. Εχει για όλα μια εξήγηση …»

2
413

Νικόλας Κ. Χρηστάκης

Ο κοινωνιολόγος – ιατρός του Χάρβαρντ, για την «επέλαση της Βιολογίας στον χώρο της Ιατρικής»

 Ο Ν. Χρηστάκης ερευνά πόσο έντονη είναι η επίδραση των κοινωνικών παραγόντων στην υγεία και το προσδόκιμο ζωής του ανθρώπου. Ελληνικής καταγωγής, κοινωνιολόγος και ιατρός στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ (Βοστόνη) συγγράφει αυτή την εποχή μαζί με τον συνάδελφό του Τζέιμς Φάουλερ βιβλίο σχετικά με τον τρόπο που τα κοινωνικά δίκτυα αφήνουν ίχνη στη συμπεριφορά και στις συνήθειές μας, π.χ. κάπνισμα και διατροφή, χωρίς αυτό να γίνεται αντιληπτό.

Ο Ν. Χρηστάκης εκφράζει δημοσίως προειδοποίηση για «επέλαση της Βιολογίας στον χώρο της Ιατρικής». Παρ’ όλο που οι γενετικές καταβολές καθορίζουν περιορισμένο μόνο τμήμα της υγείας μας, μεγάλα χρηματικά ποσά επενδύονται «στην ανόητη έρευνα της γενετικής βάσης των πάντων», λέει χαρακτηριστικά ο γνωστός επιστήμων.

Κύριε καθηγητά, προβληματίζεστε όταν ακούτε κάποιους γιατρούς να λένε πως πρέπει να εξετάζουμε προσεκτικά τους γονείς μας προκειμένου να εξασφαλίσουμε μακροβιότητα;

«Η μακροβιότητα κληροδοτείται μόνο μέχρις ενός ορισμένου βαθμού. Η νεότερη έρευνα αποδεικνύει ότι κάθε άλλο παρά γενετικά προκαθορισμένη είναι. Κανείς δεν αμφισβητεί την ύπαρξη οικογενειών με ιστορικό μακροβιότητας, όμως πίσω από την έρευνα κρύβεται το “φάντασμα” ενός γενετικού προκαθορισμού -ότι θα βρούμε γονίδια που θα μας μαρτυρούν πόσο θα ζήσουμε. Εκεί αντικατοπτρίζεται το πανάρχαιο όνειρο της ανθρωπότητας για κυριαρχία επί του θανάτου – όταν κατανοήσουμε γιατί πεθαίνουμε. Η Γενετική είναι σαν νέα θρησκεία -ισχυρίζεται πως έχει μια εξήγηση για όλα».

Εσείς θα προσφέρατε το γονιδίωμά σας για ανάλυση;

(Γελώντας) «Εάν κάποτε η διαδικασία στοιχίζει λιγότερο από 1.000 $, μπορεί, αλλά μόνο για πλάκα. Οπωσδήποτε δεν θα πλήρωνα πολλά χρήματα γι’ αυτό, αφού και σ’ αυτές τις προσφορές κατοικεί το σκεπτικό πως είναι δυνατόν να αλλάξει κανείς τη ζωή του, όταν γνωρίζει τις σπείρες των γονιδίων του».

Γιατί τότε ο συνάδελφός σας από την Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ, γενετιστής Τζ. Τσερτς, έγινε συνιδρυτής της εταιρείας «Knome», που προσφέρει την ανάλυση του γονιδιώματος;

«Είναι σαφές πως δεν θα ζήσουμε να δούμε τη δυνατότητα επέμβασης στο γονιδίωμά μας. Μπορώ να ασκούμαι και να διατρέφομαι υγιεινά, να κοιμάμαι αρκετά, να φροντίζω τα δόντια μου, να αποφεύγω τσιγάρα και ναρκωτικά και να πίνω με μέτρο -χρειάζεται να πληρώσω χιλιάδες δολάρια για να το μάθω;».

Σ’ ένα άρθρο στο «British Medical Journal» αναφέρετε πως η γονιδιακή έρευνα κι η Γενετική παρουσιάζουν αποτελέσματα με υπερβολές.

«Δεν αμφισβητώ την πρόοδο της Γενετικής, αλλά κατά τη γνώμη μου όλα τα εγγενή μας στοιχεία δεν έχουν γενετικά αίτια – 30% των παραγόντων σχετίζονται με τα γονίδια ή με το ενδομήτριο περιβάλλον, ένα 15% με τις κοινωνικές συνθήκες, π.χ. αν ανατρέφεται κάποιος σε περιβάλλον οικονομικής ένδειας, και 5% μας επηρεάζει το άμεσο περιβάλλον, π.χ. πιθανή έκθεση σε τοξίνες. Ομως, η υγεία μας εξαρτάται κατά 40% από τη συμπεριφορά μας -τις διατροφικές μας συνήθειες και τις έξεις- και μόνον κατά 10% από ιατροφαρμακευτική περίθαλψη».

Αυτό σημαίνει πως μόνοι μας θα μπορούσαμε να κάνουμε περισσότερα απ’ ό,τι ο καλύτερος γιατρός.

«Μερικοί γιατροί και βιολόγοι τοποθετούν στο επίκεντρο τα γονίδια και συντηρούν την ψευδαίσθηση πως η γνώση περί γονιδίων θα μας αποκαλύψει την πηγή της νεότητας. Θα ‘πρεπε να επενδύονται μεγαλύτερα ποσά σε μη γενετικούς παράγοντες, π.χ. για προγράμματα διατροφής ή σωματικής άσκησης. Ομως η Βιολογία θεωρείται εξέχων τομέας κι επίσης ακούγεται το επιχείρημα “δεν θα ‘πρεπε να μελετώνται καν οι επιδράσεις της φτώχειας στην υγεία, επειδή δεν μπορούμε να εξαλείψουμε τη φτώχεια”. Ούτε και τα γονίδια είμαστε σε θέση να επισκευάσουμε κι όμως δαπανούμε τεράστια ποσά στην έρευνά τους.

Επιμένω πως πρέπει να αποδεσμευτούμε από την έντονη προσήλωση σε μεμονωμένα γονίδια -σύντομα θα γνωρίζουμε και τα 25.000 γονίδια του ανθρώπου. Πώς, όμως, λειτουργούν όλα αυτά ως σύστημα; Για να απαντηθεί αυτό, δημιουργήθηκε ο νέος κλάδος της συστηματικής Βιολογίας κι ομοίως δημιουργείται και στις κοινωνικές επιστήμες ένας τομέας που διερευνά τα κοινωνικά δίκτυα – πώς λειτουργούν μαζί μεμονωμένα άτομα για να σχηματίσουν μια κοινωνία. Ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για γονίδια ή άτομα, το ζήτημα είναι πώς μικρές ενότητες σχηματίζουν μεγάλες.

Οι πράξεις μας βασίζονται στις εμπειρίες τις δικές μας και των άμεσων φίλων μας -κάτι που δεν αποτελεί έκπληξη. Ομως, όσα κάνουμε ή όχι επηρεάζονται κι από άτομα που δεν γνωρίζουμε προσωπικά, που στο κοινωνικό δίκτυο απέχουν αρκετούς “κόμβους”. Απ’ αυτά εξαρτάται μια ολόκληρη σειρά πραγμάτων -η αύξηση βάρους, η έξις του καπνίσματος, η αίσθηση της ευτυχίας».

Τα βιολογικά είδη δεν προσαρμόζονται συνεχώς στο περιβάλλον τους;

«Φυσικά. Προφανώς η εξέλιξη λειτουργεί με ταχύτερους ρυθμούς – ακόμη και για σημαντικές αλλαγές στο γενετικό υλικό αρκούν μερικές εκατοντάδες χρόνια. Οτι ο πολιτισμός μεταβάλλει το γενετικό μας υλικό αποτελεί μια αρχική παρατήρηση, που όμως προκαλεί ανησυχία. Οι κοινωνικές συνθήκες θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον σχηματισμό γενετικά ευνοημένων ομάδων -ας πούμε θεωρητικά ότι η ζωή στις πόλεις είναι ιδιαιτέρως απαιτητική και κάνει τους ανθρώπους ευφυέστερους. Εάν ισχύει αυτό, θα μπορούσαν μέσα σε διάστημα λίγων γενεών να δημιουργηθούν άνθρωποι που φέρουν αυτό το προτέρημα της αστικής ζωής στα γονίδιά τους. Αυτή η υπεροχή απέναντι στους κατοίκους της υπαίθρου θα αποτελούσε μια εξέλιξη εκπληκτική όσο και ανησυχητική».

Επιμέλεια: ΟΛΓΑ ΚΟΛΙΑΤΣΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 03/09/2008

 

http://archive.enet.gr/online/online_text/c=111,dt=03.09.2008,id=35662904

2 Σχόλια

  1. Ευγένιος Αρανίτσης

    «Ετσι ερμηνεύονται, άλλωστε, οι επιθέσεις που δέχεται η ψυχανάλυση στις ΗΠΑ με όπλο τις θεωρίες περί DNA: το μυστικό βρίσκεται, λένε, εγγεγραμμένο εκεί -όχι στο ασυνείδητο αλλά στο αντεστραμμένο του είδωλο, στον γενετικό κώδικα. Και ιδού πώς εξαφανίζεται, επίσης, η ευθύνη απ’ τη ζωή: αφού δεν είσαι υπεύθυνος για τα γονίδιά σου, δεν είσαι υπεύθυνος για τίποτα».

    Αυτή ήταν η καταληκτική παράγραφος των προηγουμένων.13 Χρειάζεται να προσθέσω πως, εκεί απ’ όπου λείπει η θέληση για ζωή, η διεύθυνση της προσομοιωμένης ζωής μοιάζει να ανατίθεται όλο και πιο σταθερά στο προστάγματα; Δίχως επιθυμία, πόσο μάλλον ικανότητα, προσοδοφόρου ανταλλαγής με την ενεργό συμβολική αλήθεια των πραγμάτων, ο προγραμματισμός έρχεται σε θέση ρυθμιστή. Οχι μόνον δεν ήξεραν οι εθελοντές της Ολυμπιάδας τής κ. Δασκαλάκη και των πολυεθνικών σε ποιαν ακριβώς υπόθεση ήταν στρατευμένοι αλλά η μαζική συναίνεση στην τηλεοπτική προπαγάνδα του επικείμενου χολιγουντιανού γεγονότος ξεπέρασε πανηγυρικά κάθε ευρωβαλκανικό προηγούμενο μεταμοντέρνου παλιμπαιδισμού, του είδους «το φοράω και πετάω».

    Βαθμηδόν, εδώ, όπως και παντού στη σύγχρονη Δύση, αν παραβλέψουμε ορισμένες τριτοκοσμικές ιδιαιτερότητες, το εκάστοτε συλλογικό «καθήκον» υποκαθιστά τον γνήσιο αλτρουισμό των συνειδήσεων (π.χ. τη δυναμική της παρέας) και η ευθύνη του ανθρώπου απέναντι στο είδος του, στο ανθρώπινο είδος, ξεκομμένη από κάθε διαπροσωπικό άγγιγμα, γίνεται ομοψυχία άνευ ψυχής, αγελαία υπακοή στη ρευστή αλλά αδυσώπητη θεαματικότητα της κοινωνικής τάσης (trend) που διαπερνά το αριθμήσιμο πλήθος. Δεν είναι τυχαίο ότι οι απομιμήσεις καλλιτεχνών φεστιβάλ, όπου ο λιπόθυμος φανατισμός των εθελοντών δίνει και πάλι το «παρών» υπό τύπον νευρικής υπνοβασίας, άρχισαν να πολλαπλασιάζονται μόλις η τέχνη έχασε τον ψυχαγωγικό ρόλο της, περίπου όπως οι ζωολογικοί κήποι όταν η σχέση ανθρώπου /φύσης πήρε την κάτω βόλτα. Εξού και η επαλήθευση του post coitum omne animal triste (μετά τη συνουσία κάθε ζώο είναι θλιμμένο) ή, αλλιώς, η μετα-Ολυμπιακή κατάθλιψη. Αυτή, πράγματι, από το ύψος του αστεροσκοπείου του Ράμφου, δεν είναι ορατή· για να τη δεις, πρέπει να πλησιάσεις τα πρόσωπα.
    Αλλη τεράστια παρανόηση αφορά την επιθυμία του υποκειμένου και την υποτιθέμενη διατύπωσή της στο επίπεδο της αβαθούς και αισχρής εξωστρέφειας. «Η ειλικρίνεια» λέει ο Ράμφος, εννοώντας την κυκλοφορία της «επιθυμίας» για βιομηχανικά αγαθά και τεχνολογικές εξυπηρετήσεις, «είναι η νέα ανακάλυψη του ανθρώπου στις ΗΠΑ». Συμπέρασμα πάρα πολύ χονδροειδές για να το σχολιάσει κανείς δίχως μειδίαμα. Επειδή και οι πρωτόγονοι ακόμη ξέρουν πως η σκέψη, η ανθρώπινη σκέψη, ισοδυναμεί με την αναβολή της άμεσης ικανοποίησης της ενόρμησης, η οποία, έτσι, δηλαδή αναβαλλόμενη, μεσολαβείται από τον πολιτισμό και γίνεται, υποχρεωτικά, ποιοτική και «ανειλικρινής». Αν τα ζώα, για παράδειγμα, εκδηλώνουν την «επιθυμία» τους (ας πούμε για τροφή ή σεξ) χωρίς να τη λογοκρίνουν, αυτό καθόλου δεν συνιστά ειλικρίνεια! Αναφέρθηκα ήδη στο παράδοξο του πράγματος, θυμίζοντάς σας ότι, προκειμένου να πεις την αλήθεια, πρέπει κατ’ αρχάς να την ξέρεις.

    Είναι μάταιο να μπει κανείς στη συζήτηση για το αν η τυφλή και βλακώδης συλλογική κινητικότητα της καταναλωτικής κοινωνίας γύρω απ’ τα αντικείμενα μίας χρήσης αποτελεί ή όχι μετωνυμία επιθυμίας ή ουσιαστική επιθυμία αυτή καθεαυτήν. Το γεγονός ότι το καταναλωτικό αντικείμενο δεν ικανοποιεί ποτέ το άγχος αρπαγής, το οποίο απλώς μετακυλίεται στο επόμενο αντικείμενο, καταυγάζει σε τέτοιο βαθμό, παντού γύρω μας, ώστε θα ήταν παράλογο να αποπειραθώ να το φωτίσω εδώ, λες και πρόκειται για κανένα βαθύ αίνιγμα. Αχαλιναγώγητη από τη σκέψη, η βιασύνη να σκοτώσω τον άλλον και να αρπάξω το έχειν του αναβάλλοντας προς στιγμήν τη δική μου αιώνια έλλειψη, όχι μόνον δεν ισούται με ειλικρίνεια, αλλά οι λύκοι, σε σχηματισμούς αγέλης, με κανόνες και αρχηγούς, ξέρουν να την ελέγχουν πολύ καλύτερα, για όποιον διάβασε Κίπλινγκ στα νιάτα του.

    Ακόμη πιο βασανιστική, η προσήλωση του δυτικού ανθρώπου στο πλεονέκτημα της στιγμιαίας διασημότητας, τι άλλο είναι αν όχι η αυτόματη ανταπόκριση στις απαιτήσεις ενός φαίνεσθαι που γίνεται επιτακτικό ελλείψει Είναι; Ενώ κινείται ιλιγγιωδώς μέσα στο τρελό της γίγνεσθαι, η δυτική κοινωνία νοσταλγεί παράφορα το χαμένο Είναι, ζητώντας έτσι την παλινδρόμηση σ’ ένα όριο εκείθεν οιασδήποτε αντίληψης, εν ολίγοις σ’ αυτό που ο Λακάν αποκαλούσε Πραγματικό, ζωική ενύπαρξη. Η σκέψη, ο Λόγος, καταπιέζει αφόρητα αυτή την κοινωνία της φρενίτιδας. Η ανάγκη να υποκαταστήσει την επιστήμη με τις στατιστικές επιβεβαιώσεις κυριολεκτικά βοά. Μήπως δεν βλέπουμε όλοι ότι σ’ αυτό το πυρετικό και ζωώδες φαίνεσθαι ενυπάρχει ένα στοιχείο μεταθανάτιας επιβίωσης, η σιωπηλή παραίτηση από τον συναισθηματικά δραστήριο εαυτό και τον χωροχρόνο των ιδιωτικών αντηχήσεών του; Με συνέπεια την ολοκλήρωση της απολίθωσής του, το υποκείμενο μετατρέπεται σε αυτιστικό αξιοθέατο μεταξύ άλλων απολιθωμάτων και, καθιστάμενο εικόνα του εαυτού του, απορροφημένο από τις προσποιήσεις, απολαμβάνει ένα είδος θανάτου πριν τον θάνατο, σαν ανακουφιστική απάντηση σε όλα τα ερωτήματα που θέτει το Είναι, οριστικά απαρηγόρητο. Οποιος έχει μάτια, βλέπει γύρω του, αλλιώς ξεφυλλίζει τη βιβλιογραφία. Για να μη μακρηγορώ, ξαναμπαίνουμε στη μήτρα (matrix), όπου και πεθαίνουμε: ιδού η καλπάζουσα φαντασίωση της Δύσης. Το να ζεις σαν νεκρός είναι η τάση της εποχής, αλλά, επαναλαμβάνω, πολύ δύσκολα θα συγκρίναμε αυτή την τάση με φιλαλήθεια, πολύ δύσκολα θα λέγαμε ότι το να παραδίδεσαι αμαχητί στην υπαγόρευση του ενστίκτου του θανάτου, το να γίνεσαι οικειοθελώς πράγμα, αποτελεί την πεμπτουσία μιας ειλικρινούς υπαρξιακής στάσης μόνον και μόνον επειδή το ένστικτο του θανάτου είναι αληθινό!

    Οπως σε όλους τους απλοϊκούς συλλογισμούς τέτοιου διαμετρήματος, εκείνο που λείπει από δω είναι ο έλεγχος του διακυβεύματος: ως προς τι είμαι ελικρινής: Ποιο είναι το περιεχόμενο της ειλικρίνειας. Τι ριψοκινδυνεύω; Συνολικά, η δυτική κοινωνία μοιάζει να εκφράζει μια πιεστική, επείγουσα ανάγκη για επιστροφή στην κατάσταση του ζώου, την οποία προεξοφλεί το κοινωνικό θέαμα, αυτός ο παραισθητικός αναδιπλασιασμός της πραγματικότητας, όπου το ανθρώπινο ζώο καθρεπτίζεται ναρκωμένο σαν μετά από λοβοτομή. Εχουμε άραγε το δικαίωμα να πούμε πως αυτό συνιστά την εκφορά της αλήθειας της; Ενα κομμάτι ξύλο, μια πέτρα, ένα φυτό είναι ποτέ δυνατόν να θεωρηθούν σαν οντότητες που ομολογούν την αλήθεια τους, απλώς και μόνον επειδή δεν ψεύδονται; Δεν ψεύδονται διότι σωπαίνουν, απλούστατα. Το ζήτημα του Είναι παίζεται ακριβώς στο κατώφλι αυτής της αμφισημίας όπου, εντέλει, το βάρος της καταδίκης μας από την εξουδετέρωση της αλήθειας (του νοήματος) πρέπει διαρκώς να καμουφλάρεται με το παραλήρημα της ελαφρότητας: τα πάντα πρέπει να είναι «διάφανα» κι ελαφρά («light»), αιωρούμενα, ανυπόστατα, φασματικά και φαντασματικά. Αυτό, εννοείται, καθιστά το Είναι ακόμη πιο ελλειματικό, οπότε η ανάγκη της φαινομενικότητας υπερθεματίζεται, και ούτω καθεξής, σαν σε φαύλο κύκλο. Δεν θα ‘ταν λάθος να πούμε ότι, σε γενικές γραμμές, το Είναι υπήρξε το υπαρξιακό πεπρωμένο της Ανατολής, ενώ το γίγνεσθαι ήταν το λογικό πεπρωμένο της Δύσης. Οτι διανύσαμε αβίαστα την απόσταση από το Είναι στο Εχειν (και όχι όπως το φροϊδικό υποκείμενο, ας πούμε, κατά τον ευνουχισμό) και από εκεί στο Φαίνεσθαι, ήταν δώρον άδωρον εφόσον το Είναι, στον αγώνα ταχύτητας για την εκχέρσωση όλων των συμβολικών εμποδίων, σ’ αυτή την αλληλουχία των ιστορικών υποβιβασμών, άρχισε να εξαφανίζεται ως κατάσταση του ενσυνείδητου όντος, της οποίας μνημειακό ίχνος είναι σήμερα η προσομοίωση του κόσμου στις οθόνες. Δεν μου φαίνονται συμπτωματικές οι απόπειρες του Ράμφου να συγκρίνει την ώς τώρα ιστορική συνθήκη του πολιτισμού μας με τη νηπιακή ηλικία του ανθρώπου, δηλαδή μια σχέση προς την κοινότητα ανάλογη εκείνης του μωρού προς τη μητέρα (κατά τον Ράμφο, πηδώντας στο τελευταίο βαγόνι του τρένου της μετανεωτερικότητας, ενηλικιωνόμαστε!).

    Ενώ επρόκειτο περί του αντιθέτου. Μέχρι χτες, ο Νόμος ήταν αυτός της πατρότητας και του πολιτισμού του Λόγου, ο Νόμος του οιδιποδείου, του συμβολικού συστήματος, πείτε το όπως θέλετε. Συνεπώς, η νηπιακή παρομοίωση του Ράμφου καταλήγει αθέλητα ρεαλιστική από την ανάποδη, δηλαδή από την άποψη ότι η παρούσα στιγμή σημαδεύεται όντως από την ευρείας κλίμακας υποτροπή της ανθρωπότητας στο πρώιμο στάδιο μιας αμιγώς υλικής σχέσης με την αιθέρια, άψυχη πυκνότητα των πραγμάτων, ξένη προς κάθε λειτουργία της σημασίας. Με απόλαυση που, ομολογουμένως, δεν κρύβεται, επιστρέφουμε σ’ αυτό που οι λαοί ανέκαθεν περιέγραφαν αναφερόμενοι στις τρεις βασικές ανάγκες του βρέφους, φαγητό, αφόδευση και ύπνο.14

    Ο Ράμφος μιλάει λες και το καθεστώς της μητρότητας θα μπορούσε ποτέ να κριθεί σαν σχέση λανθασμένη ή αφύσικη, που ο άνθρωπος είναι προορισμένος να εγκαταλείψει, όπως τα οικόσιτα ζώα στον τρίτο μήνα της ζωής τους. Εκείνο που αποσιωπάται και πάλι εδώ είναι το προφανές, δηλαδή ότι η μητρότητα δεν είναι αφύσικη αλλά λειψή: εκείνο που θα ερχόταν να τη συμπληρώσει ήταν η πατρότητα -αυτό που χάσαμε. Μ’ άλλα λόγια, αντί να λέμε πως η μητρότητα (η Ανατολή) μας κρατάει αιχμάλωτους στη νηπιακή ηλικία, πιο έντιμο θα ‘ταν να παραδεχτούμε πως η εξαφάνιση του Πατέρα ως εγγυητή της συμβολικής πραγματικότητας (η Δύση) μας οδηγεί πίσω σ’ αυτήν.

    Καθώς δεν υπάρχει πλέον Πατέρας ή Θεός, δηλαδή Νόμος, η επανενσωμάτωση του παιδιού απ’ τη Μητέρα σπάει ταμεία: αυτή ακριβώς η συλλογική παραίσθηση ελευθερίας είναι ο μεταμοντερνισμός. Με δυο λόγια, δεν εξακολουθούμε να είμαστε νήπια, όπως πιστεύει ο Ράμφος αλλά ξαναγινόμαστε νήπια, επιστρέφουμε στον δίχως συνείδηση θηλασμό. Προσπάθησα να δείξω, και συγχωρήστε μου το λογοπαίγνιο, ότι ο Μαστός είναι πλέον το must της σεζόν.

    Να υποθέσω ότι ο Ράμφος έχει αντιληφθεί τη δυναμική που αναπτύσσεται στη Δύση με τις νεομυθολογίες τύπου Matrix κ.τ.λ., θα παραήταν αισιόδοξο.15 Για όσους διαισθάνονται τι είδους παιγνίδι παίζεται εδώ και τι εξυπηρετούν οι ξαναζεσταμένες θεωρίες υπέρε της άρον άρον εκχώρησης του εαυτού στην παραληρηματική έκρηξη ρομποτικής ατομικότητας της Δύσης, δεν έχω λόγο να συνεχίσω αυτή την ανάλυση. Η ψυχή μας έχει παγώσει, και μαζί της ο κόσμος ολόκληρος, οι σχέσεις, ο Λόγος, τα περιεχόμενα, οι επιθυμίες, η θεραπευτική επιρροή του φυσικού κόσμου, η νοσταλγία των αστεριών, η ικανότητα να πενθούμε, να συμπονάμε, να διαχειριζόμαστε τα αγαθά, να αναγνωρίζουμε το ιερό, να θαυμάζουμε την ομορφιά ανεξαρτήτως χρησιμότητας, να γινόμαστε εγγυητές της αλήθειας και δεν ξέρω τι άλλο. Θυμίζω ότι, σε θερμοκρασία κάτω από μια οριακή τιμή, η ηλεκτρική αντίσταση ορισμένων υλικών μηδενίζεται· το ρεύμα ρέει χωρίς απώλειες, το μαγνητικό πεδίο απαλείφεται, η δε βαρύτητα παρομοίως. Αυτό εξηγεί την επιτάχυνση του κόσμου μας, τη «διαφάνεια», την «ελαφρότητα», την απροσδιοριστία την έλλειψη βάρους και βάθους, τον απλοϊκό φετιχισμό των ανέσεων, το εικονικό σεξ, την επέλαση του φαντασιακού σε όλα τα μέτωπα: το υλικό που έχασε σήμερα τις αντιστάσεις του είναι η ίδια η έννοια Ανθρωπος.

    ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 07/01/2005

  2. Η ψυχανάλυση έτσι κι’αλλοιώς είναι πεθαμένη-δεν χρειάζεται να τής επιτεθούν οι υλιστές που ψάχνουν το DNA.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here