Η ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΟΛΙΤΕΙΑ. 6. Ἀναζητώντας τὴν ἑνότητα

0
369

Βασίλης Ξυδιᾶς

Ἡ Βαλκανικὴ Κοινοπολιτεία, Δόμος, 1994, σελ. 27-32.

Ἠλεκτρονικὴ ἀναδημοσίευση: ΑΝΤΙΦΩΝΟ

Πίσω στα ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

< ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ // ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ >


Ἀναζητώντας τὴν ἑνότητα

Εἶναι εὔλογο νὰ ἀναρωτηθεῖτε κατὰ πόσον ὅλα αὐτὰ μποροῦν πράγματι νὰ συνιστοῦν σήμερα μιὰ ρεαλιστικὴ προοπτική, καὶ κατὰ πόσον οἱ ἐγκατεστημένες ἐθνικὲς ἰδεολογίες δὲν ἔχουν ὁριστικὰ κλείσει τὸν δρόμο γιὰ μιὰ ἑνωτικὴ μοίρα τῶν Βαλκανίων. Μιὰ προσεκτικότερη ὅμως μελέτη τῆς πρόσφατης ἱστορίας μπορεῖ εὔκολα νὰ μᾶς πείσει πὼς ἐὰν ὁ ἕνας καὶ βασικότερος παράγων στὴ διαμόρφωση τοῦ βαλκανικοῦ χώρου τὸν τελευταῖο ἑνάμιση αἰώνα ἦταν ἡ ἐθνοδιαμορφωτικὴ τάση (ὁ σχηματισμὸς δηλαδὴ τῶν ἐπὶ μέρους ἐθνοτήτων καὶ ἐθνῶν), ὁ δεύτερος παράγοντας, σιωπηλὸς ἂν θέλετε ἀλλὰ πάντοτε ὑφιστάμενος, ἦταν ἡ τάση τῆς ἑνότητας (ἡ ὁποία ἐκφράστηκε μὲ διάφορες μορφές, ἀκόμα καὶ μὲ τὴ μορφὴ τῆς ὁμοσπονδίας). Μάλιστα σὲ στιγμὲς κρίσεως, ὅπως ἦταν οἱ παγκόσμιοι πόλεμοι, ἡ ἑνωτικὴ αὐτὴ τάση ἔρχεται στὴν ἐπιφάνεια καὶ ἐπιδρᾶ στὶς ἐξελίξεις μὲ ἕνα ἰδιαίτερο βάρος.

Ὅταν ἀπέτυχε τὸ ρωσικὸ ὄραμα τῆς Μεγάλης Αἰκατερίνης γιὰ μιὰ ἑνιαία καὶ ἑνωμένη Βαλκανική, ἐν μέρει χάρις στὶς Μεγάλες Δυνάμεις κι ἐν μέρει χάρις στὶς ἐσωτερικὲς ἀντιθέσεις, ἐπικράτησαν τελικῶς οἱ χωριστικὲς τάσεις. Παρ’ ὅλα αὐτά, καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν περίοδο ποὺ διαμορφώνονται τὰ νεώτερα Βαλκανικὰ ἔθνη καὶ κράτη θὰ δοῦμε κατὰ καιροὺς νὰ ἐμφανίζεται τὸ αἴτημα τῆς Ὁμοσπονδίας. Ἀρχικὰ – μὲ πιὸ γνωστὴ τὴν περίπτωση τοῦ Ρήγα – ἡ ἰδέα τῆς ὁμοσπονδίας ἀπετέλεσε μιὰ πρόταση γενικῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος μὲ διατήρηση τῆς ἐδαφικῆς ἑνότητας τῆς πρώην Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας (προφανῶς ἡ ἀντιμετώπιση αὐτὴ ἦταν ριζικὰ διαφορετικὴ ἀπ’ αὐτὴν ποὺ τελικὰ ἐπικράτησε μὲ τὴ δημιουργία τῶν χωριστῶν μικρῶν ἐθνικῶν κρατῶν). Στὴ συνέχεια ἡ Ὁμοσπονδία ἐμφανίστηκε σὲ πολλὲς παραλλαγές: ἄλλοτε σὰν μιὰ ἰδέα ποὺ ἀφορᾶ στὴ συνένωση τῶν σλαβικῶν καὶ μόνο λαῶν τῶν Βαλκανίων (ἰδέα τῆς ὁποίας μιὰ ἀτυχὴς ὅπως ἀποδείχθηκε ἐφαρμογὴ ὑπῆρξε καὶ ἡ Γιουγκοσλαβία), ἄλλοτε παρουσιάστηκε ὡς τρόπος διευθετήσεως τοῦ μακεδονικοῦ ζητήματος, κι ἄλλοτε ὡς πρόταση διαβαλκανικῆς ἑνότητας ὅλων τῶν ἤδη ὑφισταμένων κρατῶν. Ἔχει πάντως σημασία νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ἀκόμα καὶ στὶς πιὸ ἀνεδαφικές της ἐκδοχές, ἡ ἰδέα τῆς Ὁμοσπονδίας ὄχι ἁπλῶς δέν ἀγνοοῦσε τὰ νέα ἐθνικὰ καὶ κρατικὰ δεδομένα, ἀλλὰ τουναντίον φιλοδοξοῦσε νὰ ἀποτελέσει ἕναν τρόπο (ἑνωτικῆς βεβαίως) διαρρυθμίσεως τῶν νέων αὐτῶν δεδομένων καὶ ἀντιμετωπίσεως τῶν προβλημάτων ποὺ ἀπέρρεαν ἀπ’ αὐτά. Βεβαίως, οἱ πολιτικοὶ ποὺ χρησιμοποίησαν τὴν ἰδέα τῆς Ὁμοσπονδίας δὲν τὸ ἔκαναν πάντοτε μὲ εἰλικρίνεια, ἢ τὴν ἀνέσυραν σὲ κρίσιμες στιγμὲς σὰν μέσον προωθήσεως δικῶν τους ἐθνικῶν καὶ κρατικῶν συμφερόντων. Ἀκόμα ὅμως καὶ σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση – ἔστω καὶ ὡς ἀνειλικρινὴς – ἡ ἐπανειλημμένη καταφυγὴ στὴν ἰδέα τῆς Ὁμοσπονδίας ἀποτελεῖ μιὰ ἔνδειξη τῆς σταθερῆς καὶ βαθειᾶς ἀγκυρώσεως τῆς βαλκανικῆς ψυχῆς στὴν ἰδέα τῆς ἑνότητας.

Μιλώντας ὅμως συνεχῶς γιὰ τὴν Ὁμοσπονδία χωρὶς κάποιο συγκεκριμένο παράδειγμα, μπορεῖ νὰ σᾶς δημιουργήθηκε ἡ ἐντύπωση πὼς ἀναφέρομαι σὲ κάποια ἐντελῶς ρομαντικὰ ἰδεολογικὰ ρεύματα ἢ σὲ περιθωριακὲς προσωπικότητες. Γιὰ νὰ σᾶς διασκεδάσω μιὰ τέτοια ἐντύπωση ἐπιτρέψτε μου νὰ σᾶς θυμίσω δυὸ χαρακτηριστικὲς στιγμὲς τῆς νεώτερης ἱστορίας μας ὅπως τὶς διάβασα πρόσφατα στὴν Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους (τῆς Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν). Ἀναφέρομαι κατ’ ἀρχὰς στὴ χαμένη εὐκαιρία μιᾶς ἑλληνο-σερβο-βουλγαρικῆς Ἑνώσεως μετὰ τὴ νικηφόρα ἔκβαση τοῦ πρώτου βαλκανικοῦ πολέμου τὸ 1912. Λίγοι ἴσως γνωρίζουμε ὅτι κατὰ τὴν πρόθεση τότε τῶν συμβαλλομένων, ἡ προετοιμαζόμενη συμφωνία γιὰ τὸ μοίρασμα τῶν ἐδαφῶν ποὺ εἶχαν χάσει οἱ Τοῦρκοι ἀποτελοῦσε τὸ προοίμιο γιὰ τὴ δημιουργία μιᾶς γενικότερης Βαλκανικῆς Ἑνώσεως μὲ στόχο τὴν αὐτοδιάθεση τοῦ βαλκανικοῦ χώρου καὶ τὴν ἀποτροπὴ τῶν παρεμβάσεων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Ἴσως αὐτὸς ἀκριβῶς εἶναι καὶ ἕνας βασικὸς λόγος ποὺ οἱ ἔξωθεν παρεμβάσεις ἐπέτειναν τελικῶς τὴν ἐνδοβαλκανικὴ διχογνωμία καὶ ὁδήγησαν στὸν δεύτερο βαλκανικὸ πόλεμο μὲ τὴ ρήξη μεταξὺ τῆς Βουλγαρίας ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ καὶ τῆς ἑλληνοσερβικῆς συμμαχίας ἀπὸ τὴν ἄλλη. Σ’ αὐτὸ ἄλλωστε τὸ ἐμπόδιο εἶχε σκοντάψει μιὰ εἰκοσαετία πρὶν καὶ ἡ προσπάθεια τοῦ Χαριλάου Τρικούπη γιὰ τὴ συγκρότηση μιᾶς αὐτόνομης Βαλκανικῆς Συμμαχίας ἀπαλλαγμένης ἀπὸ τὶς παρεμβάσεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων – κι αὐτὴ εἶναι ἡ δεύτερη περίπτωση στὴν ὁποία ἀναφερόμουνα προηγουμένως. Δὲν μιλᾶμε λοιπὸν γιὰ κάποια δευτερεύοντα περιστατικά, ἀλλὰ γιὰ τὶς κεντρικὲς στιγμὲς τῆς νεώτερης ἱστορίας μας, καὶ γιὰ προσωπικότητες ὅπως ὁ Χαρίλαος Τρικούπης, ὁ Νίκολα Πάσιτς, κι ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος.

Νομίζω ὅμως ὅτι ἀκόμα πιὸ χαρακτηριστικὴ εἶναι μιὰ ἐν πολλοῖς ἄγνωστη συμφωνία ποὺ ὑπογράφτηκε τὸ 1942, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Β’ παγκοσμίου πολέμου. Πρόκειται γιὰ ἕνα σύμφωνο μεταξὺ τῶν τότε Βασιλέων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Γιουγκοσλαβίας γιὰ τὴ δημιουργία μιᾶς ἑλληνογιουγκοσλαβικῆς Ἑνώσεως, μὲ ρητὴ πρόθεση νὰ διευρυνθεῖ καὶ νὰ περιλάβει καὶ τὰ ὑπόλοιπα βαλκανικὰ κράτη. Ἡ συμφωνία αὐτὴ – τὴν ὁποία ἀπὸ ἑλληνικῆς πλευρᾶς ὑπέγραψαν ὁ Ἐμμανουὴλ Τσουδερὸς καὶ ὁ Χαρλάμος Σιμόπουλος καὶ ἀπὸ γιουγκοσλαβικῆς ὁ Σλόμπονταν Γιοβάνοβιτς καὶ ὁ Μομτσίλο Νάντσιτς – καθόριζε τὴ δημιουργία μιᾶς Βαλκανικῆς Ἑνώσεως πολὺ πιὸ συγκροτημένης ἀπ’ αὐτὸ ποὺ εἶναι σήμερα ἡ ΕΕ. Μὲ ὅρους ἰδιαίτερα σαφεῖς καὶ ἀναλυτικοὺς προέβλεπε τὴν ὕπαρξη πολιτικοῦ ὀργάνου, τὴν ὕπαρξη οἰκονομικοῦ ὀργάνου γιὰ τὸν συντονισμὸ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἀκόμα δὲ καὶ στρατιωτικοῦ ὀργάνου γιὰ τὸν συντονισμὸ τῶν στρατιωτικῶν ἐπιτελείων.

Εἶναι ἐπίσης χαρακτηριστικὸ ὅτι αὐτὴ ἡ συμφωνία ὑπεγράφη στὶς 15 Ἰανουαρίου τοῦ 1942, καὶ ὀκτὼ μέρες μετά, στὶς 23 Ἰανουαρίου, ὑπογράφεται μιὰ ἄλλη παρόμοια συμφωνία ἀπὸ τοὺς Τσεχοσλοβάκους καὶ τοὺς Πολωνούς, ἡ ὁποία στὸ προοίμιό της χαιρετίζει τὴν ὑπογεγραμμένη ἑλληνογιουγκοσλαβικὴ συμφωνία καὶ διαπιστώνει ὅτι μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸ ναζιστικὸ ζυγὸ ἡ εἰρήνη στὴν κεντρικὴ καὶ ἀνατολικὴ Εὐρώπη θὰ διασφαλιστεῖ μὲ τὴ συνεργασία δυὸ μεγάλων ἑνοτήτων κρατῶν: πρῶτον, τῆς κεντροευρωπαϊκῆς καὶ ἀνατολικοευρωπαϊκῆς ἑνότητας ποὺ θὰ ἐδημιουργεῖτο μὲ βάση τὴν πολωνοτσεχοσλοβακικὴ συμφωνία, καὶ δεύτερον τῆς Βαλκανικῆς Ἕνωσης ποὺ θὰ ἐδημιουργεῖτο μὲ βάση τὸ ἑλληνογιουγκοσλαβικὸ σύμφωνο. Μετὰ ἀπ’ αὐτὰ ἀναρωτιέμαι ἂν εἶναι τυχαῖο ποὺ ὅλη αὐτὴ ἡ περιοχὴ μοιράστηκε μὲ τὸν τρόπο ποὺ μοιράστηκε μετὰ τὸν πόλεμο, καὶ ποὺ ἡ Ἑλλάδα χωρίστηκε ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα Βαλκάνια, ὄχι μόνο πολιτικά, ἀλλὰ καὶ ἰδεολογικὰ καὶ ψυχολογικά. Γιὰ τὸ πῶς ἔγινε αὐτὴ ἡ μοιρασιὰ εἶναι βέβαια γνωστὴ ἡ συμφωνία τῆς Γιάλτας, ὅπως εἶναι πλέον γνωστὲς καὶ οἱ συνεννοήσεις τοῦ Τίτο μὲ τοὺς Ἄγγλους καὶ τὸ Βατικανό. Αὐτὸ ποὺ δέν εἶναι γνωστὸ εἶναι τὸ πῶς θὰ ἐξελίσσοντο τὰ πράγματα ἂν ἔλειπαν οἱ παρεμβάσεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ποὺ προσθέτουν συνεχῶς τὴ φθοροποιὸ καὶ διασπαστικὴ σκιά τους στὴν ἔτσι κι ἀλλιῶς βαρειὰ μοίρα τῶν Βαλκανίων.

Σὲ κάθε πάντως περίπτωση, ἐπαναλαμβάνω πὼς ἂν ὁ ἕνας παράγων στὴ διαμόρφωση τῆς βαλκανικῆς ἱστορίας ἦταν καὶ εἶναι ὁ χωριστικός, ὁ ἄλλος, κυριαρχούμενος, ἀλλὰ ἐξ ἴσου σταθερὸς παράγων, ἦταν καὶ εἶναι ὁ παράγων τῆς ἑνώσεως, ὁ ὁποῖος μᾶς παραπέμπει σὲ κάποιον μόνιμο δεσμὸ ποὺ συνέχει τοὺς λαοὺς τῶν Βαλκανίων.

Πίσω στα ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

< ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ // ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ >


Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here