Ηλίας Λάγιος, (1958-2005), In Memoriam

0
456

Δημήτρης Κοσμόπουλος

Δύσκολο να μιλάς, για κάποιον που έχει φύγει από την ζωή ετούτη. Ακόμη δυσκολώτερο να μιλάς για αγαπημένο φίλο, που εξεδήμησε με τρόπο αδόκητο κι αιφνίδιο, παρά το καθημερινό παραμιλητό του με τον θάνατο. Κι όταν χρειάζεται να μιλήσεις για φίλο λατρεμένο, που συνάμα είναι ποιητής σπουδαίος και ξεχωριστός, τότε η δυσκολία γίνεται ανυπέρβλητη. Αφού οφείλεις να απομονώσεις το ποιητικό κατόρθωμα από τον προσωπικό δεσμό.

Ας μου δικαιολογηθεί, του, τάχα και γράφοντος, η αμηχανία του ψελλίσματος. Όγδοος Οκτώβριος, δίχως σου ανάμεσά μας Λιάκο. Το μάθημα που μας έβαλες, είναι κι αυτό δύσκολο. Αλλά σοφώτεροι δεν φαίνεται να γίναμε. Αντιθέτως, τινάξαμε βιαστικά, από πάνω μας τα χώματα, κι ο νους των περισσοτέρων ακολούθησε τα φυσικά: Την ατέρμονη θητεία στην κουτοπονηριά και στο ξεσάλωμα.

Όμως, «Ηλίας είναι ο ποιητής και Λάγιος τ’ όνομά του». Τώρα, αν κάποιοι, σε χλεύαζαν και σε λοιδορούσαν, όσο κυκλοφορούσες σ’ αυτή τη ζωή κι ύστερα έσπευδαν και σπεύδουν να γράψουν τις «εντυπώσεις» των, από το αγρίμι των καφωδείων της Σόλωνος και των πέριξ,-άλλο ζήτημα. Στις μέρες μας άλλωστε, όλοι διαγωνιζόμαστε να χωρέσουμε, έστω και δεκαπέντε δευτερόλεπτα, στο τηλεοπτικό πλάνο.

Εσύ σκεπασμένος, άλλοτε με «του κυρ-Αλέξανδρου τον επενδύτη», άλλοτε «θαμμένος στου ανοσίου φαράγγια, λόγγους, ρέματα», είσαι τώρα εξίσου μεγάθυμος, στην σιωπή σου, όπως κι όταν ανάμεσά μας τριγυρνούσες, νεκρωμένος για τα πρόσκαιρα.

Σ’ αυτή τη ζήση κατοίκησες σε σπίτια και ξενοδοχεία άλλων εποχών. Κι όσο κανείς άλλος, μπόρεσες να μας δείξεις, ότι τα σπίτια αυτά με το μέτρο, τον ρυθμό, τη λυγερή μορφή τους, την πέτρα τους, μπόρεσαν να χωρέσουν πιο ζεστά, πιο αγαπητικά και περισσότερο εξημερωμένη, με το χάδι που της έδωσες, την σύγχρονη αγωνία.

«Ηλίας είναι ο ποιητής και Λάγιος τ’ όνομά του». Απαρηγόρητος σ’ αυτόν τον βίο, βρήκε την ανάπαυση. Αγάπησε παράφορα. Δεν πρόδωσε, ποτέ όσους ονόμασε φίλους και αδελφούς, για βραβεία και παράτες. Για τον θόρυβο των ποιηματογράφων και της αγοράς. Περισσότερο κοντά μας, τώρα, που μας λείπει η φυσική του παρουσία. Που μας λείπει ανυπόφορα. Κι οι λέξεις του, τα ποιήματά του, στάζουν ακόμη – και πάντα – το αίμα της αγάπης του. Και μας διαβάζουν. Με την ευχή σου, αδελφέ, «Βασανισμένε και καλέ και λυτρωμένε και ίσιε».

[…] Αίφνης, εδώ θα ψάλλουν δέντρα ελάτια, πεύκα
Κι εν τέλει εδώ θ’ ανθίση ρόδο η δικαιοσύνη:
Θα ‘ρθει Θεός, κανέναν πλέον να μην κρίνη
Και θα υψωθεί στο φως, μια φουντωμένη λεύκα.
Ουράνια λεύκαπου εν τω βίω ποτέ δεν είδα,
Να με φέρη σ’ εσέ τερπνή, αληθινή πατρίδα.
πηγή: Aντίφωνο, Από το περιοδικό Νέα Ευθύνη τχ 20, Νοε-Δεκ. 2013

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here