Η «ηθική της ευθύνης» και η οικονομική κρίση

1
66

Η οικονομική κρίση έχει επιφέρει μια πρωτοφανή σύγχυση. Τρία χρόνια τώρα  διατυπώνονται όλες οι πιθανές αιτίες για τη σημερινή κακοδαιμονία μας. Αιτίες που άλλοτε επικεντρώνονται σε εξωγενείς παράγοντες και άλλοτε στα δικά μας λάθη. Αναμφίβολα αληθεύουν και τα δύο. Η διεθνής οικονομική συγκυρία είναι αρνητική, τα λάθη στα σχέδια και τις προβλέψεις των εταίρων καθώς και οι σοβαρές δικές μας αδυναμίες έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που μας βασανίζει ολοένα και πιο οδυνηρά.  Η κοινωνία διαλύεται.

Η συνειδητοποίηση

Καταρχάς, πρέπει να πούμε ότι οι περισσότεροι Έλληνες για πρώτη φορά τις τελευταίες δεκαετίες σκεφτόμαστε συλλογικά το μέλλον και τις προοπτικές μας. Μπορεί να το σκεφτόμαστε με έναν τρόπο απαισιόδοξο και μελαγχολικό, αλλά βλέπουμε πάντως προς το μέλλον. Αυτό είναι σημαντικό διότι αναγκαστικά θα προσπαθήσουμε να το διαμορφώσουμε, έστω, όσο το δυνατόν λιγότερο οδυνηρό. Μέχρι το 2009 πιστεύαμε, σχεδόν όλοι, ότι η ευτυχία μας δεν διατρέχει κινδύνους. Θεωρούσαμε ότι οι υλικές συνθήκες της ζωής μας θα καλυτέρευαν συνεχώς. Το μόνο που μας ενοχλούσε περιστασιακά ήταν ότι η πρόοδος δεν θα συνεχιζόταν ίσως επ’  άπειρον εξαιτίας κάποιας ατομικής αναποδιάς και όχι εξαιτίας της αλλαγής των ιστορικών συνθηκών. Στη σκέψη μας κυριαρχούσε ότι βρήκαμε την τέλεια λύση για τα βιοτικά μας προβλήματα. Απεδείχθη ότι κάναμε τραγικό λάθος. Πάντως, η αρχική ενστικτώδης μαζική αντίδραση να διατηρηθεί το «παλαιό καθεστώς» σε όλα τα επίπεδα, δίνει σιγά-σιγά τη θέση της στην περίσκεψη για το τι μας έφερε μέχρις εδώ και στο τι κάνουμε από δω και στο εξής και/ή στην μελαγχολική αποδοχή τού «ό,τι είναι να γίνει ας γίνει».

Ένα δεύτερο θετικό στοιχείο είναι ακριβώς ότι στοχαζόμαστε τα αίτια της σημερινής μας κατάστασης. Για να τα στοχαζόμαστε σημαίνει ότι θέλουμε να τα διορθώσουμε και, επομένως, δεν έχουμε φτάσει, ακόμη, στην απόγνωση. Μένει βέβαια να δούμε και τι περιθώρια υπάρχουν για να έχει και ο αναστοχασμός προοπτικές. Κατά τον Βιτγκενστάιν, άλλωστε, «να κατανοούμε σημαίνει να γνωρίζουμε πώς να προχωρήσουμε».  Όταν, βέβαια, ένας ολόκληρος λαός πιέζεται ασφυκτικά, δύσκολα βρίσκει τον τρόπο να εφαρμόσει αυτά που πιθανώς σκέφτεται ως ορθά κι έτσι παύει να κατανοεί τι του συμβαίνει, μένοντας στάσιμος. Είναι πάντως ευκαιρία, όπως συχνά λέγεται, οι Έλληνες να προσδώσουν στην εξαιρετικά δυσμενή κατάσταση διαστάσεις ιστορικής στιγμής, στην περίπτωση που δεν δέχονται παθητικοποιημένα και αδρανώς όσα τους συμβαίνουν. Είναι σημαντικό εκεί ακριβώς που δεν φαίνεται μέλλον, ο άνθρωπος να το ονειρεύεται.

Θα σταθούμε στην άποψη που αποδίδει τις αιτίες για τη σημερινή αδιέξοδη κατάσταση στους Έλληνες και τη νοοτροπία τους και θα προσπαθήσουμε να υποπτευθούμε αν έτσι μπορούμε όντως να ονειρευτούμε το μέλλον. Πρέπει ασφαλώς να έχουμε πάντα στο νου μας ότι εμείς είμαστε κατεξοχήν υπεύθυνοι για τη ζωή μας και τη χώρα μας. Και πρέπει να δεχτούμε ότι πολλοί από μας φαινόταν ότι ζούσαμε απαλλαγμένοι από κάθε τυπική ή ηθική υποχρεώση απέναντι στόν άλλον και απέναντι στο κράτος. Είχαμε περισσότερο απαιτήσεις και όχι καθήκοντα.

Η ανάληψη της ευθύνης και η πραγματικότητα

Αυτά, και άλλα χειρότερα, είναι χιλιοειπωμένα και ακριβώς γι’ αυτό -πια- επικίνδυνα. Δεν είναι εύκολα παραδεκτό τρία χρόνια να αυτομαστιγώνεται κανείς ανελέητα, να αποδέχεται την ευθύνη του σχεδόν για όλα όσα του συμβαίνουν, να αναλαμβάνει πρωτοφανείς υποχρεώσεις [όπως η Ελλάδα λ.χ. την υποχρέωση να παίρνει μέτρα περαιτέρω αυτόματων περικοπών στην περίπτωση απόκλισης από τους μνημονιακούς στόχους είτε αυτή οφείλεται σε λάθη δικά της είτε σε εξωγενείς(!) παράγοντες], και η κατάστασή του να χειροτερεύει διαρκώς. Αν εντελώς αυτονόητα διατυπώνονταν αυτές και άλλες παρόμοιες κατηγορίες εναντίον των Ελλήνων στην αρχή της κρίσης, το να επαναλαμβάνονται τα ίδια τρία χρόνια μετά, κάθε άλλο παρά αυτονόητο είναι. Αν, από τη μια μεριά, σκεφθούμε την πραγματική ευθύνη των Ελλήνων και, από την άλλη, την εν εξελίξει καταστροφή της χώρας, δεν μπορεί παρά να βρεθούμε μπροστά σε λογικό αδιέξοδο. Η καταστροφή μιας χώρας παραπέμπει μόνο σε συνθήκες πολέμου, όπου ο νικητής τα παίρνει όλα κι ο ηττημένος τίποτα[1].

Σκοπός μας δεν είναι καθόλου να αποτινάξουμε την ευθύνη από πάνω μας και να τη φορτώσουμε κάπου αλλού. Ούτε νομίζουμε ότι ο Έλληνας των τελευταίων δεκαετιών είναι ο κατεξοχήν ενάρετος που, αίφνης, δοκιμάζεται σαν άλλος Ιώβ. Κάθε άλλο. Εκείνο που θέλουμε να πούμε είναι ότι η αποδοχή της ευθύνης πρέπει να είναι ρεαλιστική και να έχει έστω κάποια θετικά αποτελέσματα. Aνάληψη της ευθύνης σημαίνει και έναρξη θεραπείας.

Παρότι, λοιπόν, η Ελλάδα κάνει ό,τι μπορεί και είναι ήδη αρκετά (και κυβέρνηση συναίνεσης συγκροτήθηκε κατά ρητή επιθυμία των εταίρων), πολλοί στοχαστές μας επιμένουν ότι οι Έλληνες είναι αυτοί που εξακολουθούν να φταίνε για όλα[2]. Και πολλοί από όσους  τους ακούνε, δέχονται σχεδόν χαρωπά αυτή την τοποθέτηση. Έχουμε άραγε μπροστά μας μια εικόνα αληθινής αυτογνωσίας; Ή μήπως οι Έλληνες, στην προσπάθειά τους, να ξεδιαλύνουν τη σύγχυση για τα αίτια της κρίσης, δέχονται να σηκώσουν όλο το βάρος μόνοι τους -εν πάση περιπτώσει αυτοί που το δέχονται και μάλιστα προσπαθούν να το μοιραστούν και με τους άλλους που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να το σηκώσουν… Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση να δεχόμαστε τέτοιου είδους ευθύνες όχι γιατί τις αναλαμβάνουμε οι ίδιοι προσωπικά και συλλογικά, αλλά επειδή τις βλέπουμε ή τις φορτώνουμε στον διπλανό. Αν μάλιστα τις συνέπειες της κρίσης τις υφίσταται μόνο ή κατεξοχήν ο διπλανός, τότε πλειοδοτούμε στην επίρριψη της ευθύνης στον κακό, ανεύθυνο και ασυνεπή Έλληνα. Αλλά αυτό είναι κάτι που δεν θα μας απασχολήσει εδώ.

Οι ερμηνείες και οι προοπτικές τους

Ποιες είναι οι επικρατέστερες ερμηνείες για την εν εξελίξει καταστροφή της χώρας; Σε γενικές γραμμές, οι εξής: η διεθνής οικονομική κρίση, η αρνητική παγκοσμιοποίηση, οι διάφορες συνωμοσίες, τα διεθνή οικονομικά συμφέροντα, η ανεπάρκεια του ελληνικού κράτους και εν γένει η συμπεριφορά των Ελλήνων. Όλες, πλην της τελευταίας ερμηνείας –της, για πολλούς, πιο ρεαλιστικής αλλά και της πιο ηθικολογικής-, δικαιολογούν το θύμα, εν προκειμένω τους Έλληνες. Οι αλλαγές στη διεθνή οικονομική σκηνή, οι πανίσχυροι ανταγωνιστές, τα κρυφά σχέδια των ισχυρών δικαιολογούν ότι οι Έλληνες βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Η καταστροφή δεν είναι δικό τους σφάλμα. Καλά κάνουν και διαμαρτύρονται. Αν κι αυτό θα ήταν εντελώς παράλογο να υιοθετηθεί συλλογικά ως δικαιολογία, και όντως δεν συνέβη, αρκετοί Έλληνες, λοιπόν,  δεν βλέπουν τίποτε άλλο παρά μόνο την ευθύνη στις δομικές αδυναμίες του ελληνικού κράτους και την ελληνική νοοτροπία γενικότερα.

Το κάνουν πιθανόν για τους εξής λόγους:

  1. Ο άνθρωπος ενδέχεται να αναλαμβάνει όλη την ευθύνη διότι έτσι αποδέχεται ευκολότερα τη μοίρα του, επειδή την κατανοεί και ευκολότερα. Δεν κοπιάζει να ψάχνει και να αναλύει –δεν είναι δα και εύκολο να βρει συγκεκριμένες απλές απαντήσεις όσο η ακόλουθη: εγώ φταίω για ό,τι κακό μού συμβαίνει. Εγώ είμαι ανεπαρκής, τεμπέλης,  εσωστρεφής, διεφθαρμένος –Ελληνίδα ήταν, επιτέλους, και η περιβόητη ταβερνιάρισσα της Ύδρας, η επιτομή όλου του ελληνικού έθνους, που έκανε φανερή παντού την επανάσταση εναντίον της φοροεισπρακτικής μηχανής του κράτους και που ήταν γραφτό μ’ αυτή της την ενέργεια να συμπυκνώσει σε μια ώρα τις αιώνιες αδυναμίες μας κοκ. Η ανεπάρκεια είναι μάλιστα συλλογική, όλη η κοινωνία είναι διεφθαρμένη και εκφυλισμένη, και δεν μπορεί σε μια τέτοια κοινωνία να υπάρχουν απρόσμενα υγιείς ομάδες. Η προσπάθεια κατανόησης όσων μας συμβαίνουν «αξιοποιείται» μάλιστα από κάποιους στοχαστές μας για  μια συνολική (μετα)αφήγηση της νεότερης ιστορίας μας στο φως της σημερινής κρίσης: δεν έχουν ευθύνη μόνο οι σημερινοί Έλληνες αλλά συνολικά όλες οι γενιές, ήδη από τον ΙΔ΄ αιώνα του Ησυχασμού κοκ. Η σημερινή κρίση ήρθε για να αποσαφηνίσει, επιτέλους, λάθη  αιώνων… Όντως, οι πρόγονοί μας  δεν φαντάζονταν (κακώς)  ότι  οι προτεραιότητες που έθεταν στη ζωή τους δεν θα ταίριαζαν με την οικονομία της αγοράς σήμερα. Τηρουμένων των αναλογιών, οι Έλληνες έκαναν παρόμοια λάθη με αυτά που φορτώνουμε συνήθως στους αφρικανούς[3], προσπαθώντας να κατανοήσουμε την καθυστέρησή τους. Άλλωστε, τίποτα δεν επιτρέπεται και τίποτα δεν δικαιολογείται σήμερα, παρά μόνο όσα προάγουν τη (νεοφιλελεύθερη) οικονομία. Όλα τα άλλα στον νεοφιλελεύθερο κόσμο απλώς θα χρησιμοποιηθούν για να ερμηνευθεί η παταγώδης οικονομική και, ως εκ τούτου, υπαρξιακή αποτυχία σου.
  2. Ένας δεύτερος λόγος για την ανάληψη όλης της ευθύνης είναι, ίσως, ότι όλα τα άλλα ενδεχόμενα για τη σημερινή κρίση καθιστούν τον άνθρωπο παθητικό δέκτη όσων συμβαίνουν στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Οι παγκόσμιες οικονομικές δυνάμεις δρουν, κρυφά ή φανερά, και αφαιρούν κάθε δυνατότητα αντίδρασης από τους ανθρώπους. Αναλαμβάνουμε λοιπόν την ευθύνη της ζωής μας, αποδεχόμενοι ότι εμείς φταίμε για την καταστροφή. Εμείς και όχι οι άλλοι κατευθύνουμε τη ζωή μας. Κι έτσι όπως την οδηγήσαμε μέχρι τώρα στην καταστροφή, έτσι από δω και στο εξής μπορούμε να τη σώσουμε…

Μένει να εξηγηθεί πότε, υπ’ αυτές τις συνθήκες, το θύμα μπορεί να πάρει τη ζωή του στα σοβαρά, να μπορέσει να σηκώσει κεφάλι και να βγει απ’ τον βούρκο. Σύμφωνα με την πρώτη (1) περίπτωση, η απάντηση είναι εύκολη: ποτέ. Ποτέ διότι δεν έχει βαθιά επίγνωση και των άλλων εξωγενών παραγόντων που τον έφεραν στη θέση του θύματος και, επίσης, επειδή ένας λαός με τέτοια χαρακτηριστικά μάλλον στην απόγνωση φτάνει παρά στην αναγέννηση. Ένας λαός που έχει τη συνείδηση παράσιτου δεν έχει καμμία δυνατότητα. Ένας λαός, ακόμη, που έχει μια τέτοια εικόνα για το απώτερο και το πρόσφατο παρελθόν του, είναι απίθανο να έχει καλύτερη ιδέα για το μέλλον του. Οι Έλληνες, θυμίζουμε, επικρίνονται όχι μόνο για τα λάθη και τις ανεπάρκειες της πολιτικής τους ηγεσίας, αλλά συλλήβδην για τη νοοτροπία τους. Ωθούνται στο να συνειδητοποιήσουν πως είναι οι οι μόνοι(;) στην Ε.Ε. που δεν τα κατάφεραν. Βρίσκονται διαρκώς στην πόρτα της εξόδου. Οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες τα κατάφεραν πολύ καλύτερα· μόνοι οι Έλληνες απέτυχαν οικτρά. Δεν φτάνουν τα υλικά δεινά, προστίθεται και η  προσβολή της ταπείνωσης. Ο βάναυσος τρόπος που πολλοί εταίροι μάς υποδεικνύουν -με συγκεκριμένα μέτρα- για ποιο λόγο πρέπει να ντρεπόμαστε, συμπληρώνεται από την εγχώρια κριτική που αποδεικνύει πως δεν πρέπει να πιστεύουμε ότι είμαστε (συνολικά) κάτι άλλο από αυτό που η κρίση φανέρωσε. Ζούσαμε πάνω από τις δυνάμεις μας. Έτσι απλά.

Αν, μαζί με αυτά, σκεφτούμε τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, τα παιχνίδια εξουσίας και τον τρόπο λειτουργίας της ελεύθερης οικονομίας, τότε η ηθική της ανάληψης όλης της ευθύνης από ένα κράτος σαν το ελληνικό, μπορεί να μεταφραστεί σήμερα ως πολιτική αυτοκτονίας. Οι εξωγενείς παράγοντες, άλλωστε, έχουν τέτοια δυναμική που ακόμα κι αν μπορούσαμε να καλύψουμε όλο τον μακρύ κατάλογο των ελλείψεών μας και των καθηκόντων μας (προσπάθεια που δύσκολα μπορεί να γίνει σε συνθήκες εντεινόμενης δυσφορίας ή απελπισίας), γρήγορα θα υποψιαζόμασταν ότι δεν έχουμε όλα τα μέσα που θα χρειαζόμασταν για να βγούμε αλώβητοι από τη σημερινή συνθήκη. Και η αίσθηση της ανεπάρκειας τότε θα είναι συγκλονιστική.

Οι Έλληνες ακριβώς εδώ βρισκόμαστε σήμερα: στον οδυνηρό συνδυασμό αβεβαιότητας, ταπείνωσης και αδυναμίας. Κατάσταση που δεν απέχει από την αίσθηση ότι πρέπει και να ντρεπόμαστε που καταντήσαμε έτσι. Αν σκεφτούμε, λοιπόν, τι απάντηση δίνεται στην ερώτηση «τι και ποιοι είμαστε» από μεγάλη μερίδα διανοητών και απλών ανθρώπων στον τόπο μας, θα αντικρίσουμε μια εικόνα συνολικής παθογένειας σε επίπεδο δομών αλλά και νοοτροπίας. Η εικόνα αυτή, με τις φιλότιμες προσπάθειες πολλών, συνοδεύει την Ελλάδα παγκοσμίως και η εικόνα αυτή, λέγεται, πρέπει να διορθωθεί εσπευσμένα μέσα σε συνθήκες μιας γενικότερης αίσθησης ανικανότητας, αβεβαιότητας, διαφθοράς κλπ. Οι Έλληνες, όντας εξαχρειωμένοι και εξαιτίας του ότι είναι τέτοιοι πρέπει να αναζητήσουν προοπτικές ανασυγκρότησης, κουβαλώντας, επί σειρά ετών ήδη, την εικόνα της αχρειότητάς τους και τρώγοντας τις σάρκες τους. Ξεχνάμε ότι η ιστορία που λέμε στους άλλους και κυρίως στον εαυτό μας και στα παιδιά μας για τη ζωή μας έχει πολύ μεγάλη και ιδιαίτερη σημασία για το μέλλον μας.

Την ίδια ώρα, η άλλη όψη του νομίσματος δεν εξετάζεται: το ότι οι Έλληνες και πολλοί άλλοι λαοί ακόμη, δεν είναι «παραδοσιακά» ανίκανοι αλλά κρίνονται -τώρα- ως τέτοιοι διότι δεν μπορούν να μετέχουν στο παιχνίδι των αγορών, που όμως μέχρι πρότινος -με την ίδια ασφαλώς νοοτροπία και παράδοση αιώνων- μετείχαν ακωλύτως και μετά πολλών επαίνων. Τιμωρούνται ακριβώς διότι οι κανόνες(;) του οικονομικού παιχνιδιού άλλαξαν, και αυτοί, κυρίως, είναι που επιβάλλουν την τιμωρία και όχι, τόσο, οι εγγενείς μας αδυναμίες.

Ας δούμε και τις προοπτικές μας αν υιοθετούσαμε τη δεύτερη (2) περίπτωση. Ακούγεται πραγματικά ωραίο: αντί να εγκλωβιστείς σε μια έμμονη ιδέα ότι φταίνε οι άλλοι, αναλαμβάνεις όλες τις ευθύνες παίρνοντας στα χέρια σου τη ζωή και την ιστορία σου. Μένει να αποδειχθεί πόσοι, στον παγκοσμιοποιημένο μας κόσμο, θα το πάρουν χαμπάρι αυτό και πόσοι θα το εκτιμήσουν… Ίσως όσο εκτιμούν οι πολυεθνικές ένα οποιοδήποτε πρώην στέλεχό τους, που όταν απολύθηκε ανέλαβε όλες τις ευθύνες που τον οδήγησαν στην απόλυσή του και παρέμεινε με αυτές στη μόνιμη ανεργία. Πήρε όντως την ευθύνη. Πήρε έτσι και τη ζωή του στα χέρια του. Αλλά, σήμερα ειδικά, δεν ξέρει τι να την κάνει. Απ’ ό,τι λένε οι ερευνητές[4], ένας τέτοιος άνθρωπος συνήθως απογοητεύεται από τον ανεπαρκή εαυτό του και καταβάλλεται από μια διαρκή κόπωση. Στο τέλος αποσύρεται από τη ζωή, περιθωριοποιημένος και άβουλος. Δεν αποκλείεται την ίδια τύχη να έχει και μια ολόκληρη χώρα. Μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί περιττή, άχρηστη ή και επικίνδυνη στο παγκόσμιο οικονομικό πεδίο. Είτε αναλάβει τις ευθύνες της είτε όχι, δεν θα ξαναμπεί στο παιχνίδι. Θα πεταχτεί στην κατηγορία «σκουπίδια»[5]. Άλλωστε, όπως λένε και οι σώφρονες αυτού του κόσμου, για να κάνεις ομελέτα χρειάζεται να σπάσεις αυγά. Των άλλων ασφαλώς, όχι τα δικά σου –όπως συμπληρώνει ένας στοχαστής[6]. Στην περίπτωση αυτή -η πλέον πιθανή στην τροπή που έχει πάρει η παγκόσμια οικονομία σήμερα- η ανάληψη της ευθύνης για όλα όσα μας έτυχαν θα έχει απλώς την αξία μιας επιθανάτιας εξομολόγησης, χωρίς αντίκρισμα. Ο θάνατος θα επέλθει μέσα σε ένα νέφος σύγχυσης, άγνοιας, ενοχής, αίσθησης αδυναμίας και αυτομαστιγώματος.

Αλλά για να μην είσαι παθητικός δέκτης, πρέπει όντως να  έχεις τις δυνατότητες συμμετοχής στην ιστορία. Δεν φτάνει να θες να αλλάξεις, αλλά πρέπει να υπάρχουν και οι αντικειμενικές δυνατότητες γι’ αυτό, πράγμα ιδιαιτέρως περίπλοκο στο πλαίσοο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Λέγεται βέβαια, ανάμεσα στα τόσα άλλα, ότι οι Έλληνες αδρανούν διότι φοβούνται την αλλαγή και ότι δεν τολμούν να πάρουν την τύχη τους στα δικά τους χέρια, συμμετέχοντας ενεργά στην ιστορία. Αλλά αυτό δεν οφείλεται απλώς στο φόβο των Ελλήνων απέναντι στην αλλαγή, ότι οι Έλληνες δηλαδή αδρανούν ή αντιδρούν θέλοντας να διατηρήσουν τα κεκτημένα. Η όποια αντίδραση έχει να κάνει όμως με το ότι υπάρχει δισταγμός απέναντι στο άγνωστο[7], αλλά και φόβος απέναντι στο τυχαίο –κύριο γνώρισμα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Μαζί με αυτά, δεν υπάρχει και ο απώτερος στόχος, χάριν του οποίου αναβάλλεις την ικανοποίηση των επιθυμιών σου, αφού δεν μπορεί απώτερος στόχος ενός έθνους να είναι ούτε η αποπληρωμή των τοκοχρεωλυσίων ούτε ο έλεγχος των ανεξέλεγκτων δυνάμεων της «αγοράς». Για να υπάρξει όραμα, απώτερος στόχος, ενεργητικότητα και ανάληψη ευθύνης απαιτείται, τελικά, μια αίσθηση κανονικότητας στον κόσμο γύρω σου, και η οικονομία της αγοράς δεν βασίζεται καθόλου στην κανονικότητα[8]. Μπροστά στο άγνωστο και στο τυχαίο ο άνθρωπος απλώς προσπαθεί όπως μπορεί να αμβλύνει την αίσθηση της αβεβαιότητας και της αδυναμίας. Όταν δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει, δεν καταστρώνεις σχέδια για το μέλλον.

Συμπεράσματα

Φαίνεται ότι -καμιά φορά- η ηθική της ευθύνης καθιστά τον άνθρωπο και ολόκληρους λαούς πολύ ευάλωτους…  Στην αυθυπερβατική προσπάθειά μας να αναλάβουμε όλες τις ευθύνες για τη σημερινή κρίση, ας μην νομίζουμε τουλάχιστον ότι, έτσι, φωτίζουμε και το σύνολο αυτής. Κατ’ αυτό τον τρόπο, τρία χρόνια μετά την απότομη βύθισή μας στην κρίση, το να φορτωνόμαστε με ατέλειωτες ενοχές, αποδεικνύεται ατελέσφορο, μοιάζει αφελές και θα οδηγήσει τον ελληνικό λαό σε παράλυση. Οφείλουμε να έχουμε υπόψη μας ότι η ευθύνη που αναλαμβάνει κανείς πρέπει να σχετίζεται με την πραγματικότητα, να είναι ρεαλιστική, αποσαφηνισμένη και περιορισμένη -όχι άπειρη. Ο Χριστός ανέλαβε την ευθύνη στο Σταυρό χάριν όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως φυσικών ή κοινωνικών χαρακτηριστικών, σήκωσε στους ώμους του την αμαρτία του κόσμου. Ο άνθρωπος -όπως έχουν τονίσει σημαντικοί στοχαστές- δεν μπορεί να αναλάβει άπειρη ευθύνη, έστω κι αν καλείται να ανανεώνει συνεχώς την ευθύνη του έναντι των άλλων. Η ευθύνη του είναι συγκεκριμένη και εντός ορίων. Τηρουμένων των αναλογιών, η Ελλάδα δεν μπορεί και δεν πρέπει να σηκώσει όλο το βάρος της κρίσης αλλά οφείλει να αναζητήσει την ευθύνη που της αναλογεί σε μια Ευρώπη που καλεί σε κοινή μοίρα όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και πρέπει να πετύχει, καταρχάς, δύο στόχους, δεδομένου ότι η μάταιη νοσταλγία για το πρόσφατο υπερκαταναλωτικό παρελθόν έχει πλέον ξεπεραστεί:

  • τη διόρθωση των πραγμάτων εκείνων που έχουν λεπτομερώς επισημανθεί από πολλούς, χάριν των μελλοντικών γενεών έτσι ώστε  αυτές να μην κληρονομήσουν δυσβάστακτες υποχρεώσεις. Η πολύ απαιτητική προσπάθεια διόρθωσης πρέπει να γίνει με τρόπο υπεύθυνο, τολμηρό αλλά παράλληλα με την επίγνωση ότι τα τοπικά προβλήματα μιας χώρας σε οικονομικό επίπεδο συναρτώνται ευθέως με τα αντίστοιχα παγκόσμια προβλήματα και ότι ενδέχεται η διόρθωση σε τοπικό επίπεδο των προβλημάτων που είναι παγκόσμια να έχει γι’ αυτό το λόγο σχετική αξία και να μην επιφέρει ουσιαστική αλλαγή στην πορεία της συγκεκριμένης χώρας, και ταυτόχρονα
  • τη  μη εγκατάλειψη των, πολλών πια, ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, δεδομένου ότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε ευάλωτοι και πεπερασμένοι. Ιδιαίτερα στις μέρες μας ο τρόπος λειτουργίας της οικονομίας μπορεί να εκβάλλει στο περιθώριο μεγάλες ομάδες πληθυσμού αποτιμώντας τούς εργαζόμενους ως άχρηστο και πλεονάζων προσωπικό εξαιτίας της δήθεν ανικανότητάς τους, ενώ σιγά σιγά θα θεωρούνται και επικίνδυνοι για την ασφάλεια και περαιτέρω προκοπή των -προσωρινά- «ικανών».  Κοντολογίς, η ανθρώπινη αλλά και η εθνική-συλλογική αξιοπρέπεια πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτη. Αν η χώρα έχει υιοθετήσει την εικόνα του μαύρου πρόβατου, ας έχει και την υποψία ότι κάπου κοντά θα είναι και οι λυσσασμένοι λύκοι. Και ας φροντίσει να προστατευθεί.

Η Ελλάδα πρέπει επομένως να ανασυγκροτηθεί στην προοπτική μιας χώρας που δεν θα αυταπατάται ούτε ως αναπτυγμένη (χάριν των δανεικών) ευρωπαϊκή χώρα, ούτε ως θύμα. Η διπλή αυτή επίγνωση θα διαυγάζει τις μελλοντικές πράξεις των Ελλήνων και θα οδηγήσει με ασφάλεια στην υπέρβαση της κρίσης.

Σημειώσεις

1 Σύμφωνα με την Καθημερινή (16/12/12) “οι μη απασχολούμενοι στην Ελλάδα υπερέχουν ήδη κατά 992.000 άτομα έναντι των απασχολουμένων. Αυτή η μοναδική σχέση παρατηρείται μόνο σε ακραίες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, όπως αυτές που χαρακτήριζαν τις βαλτικές και βαλκανικές χώρες μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μοντέλου. Μέσα σε μια τετραετία καταστράφηκαν 800.000 θέσεις εργασίας”.
2 Οι Έλληνες εγκαλούνται ακόμη και διότι αντικρίζουν εξαρχής το κράτος ως προστάτη τους (ανεξαρτήτως της κακής σχέσης τους με αυτό), ως εάν το νεωτερικό κράτος δεν συγκροτήθηκε ακριβώς για να προσφέρει μια κάποια αίσθηση ασφάλειας, αποτελεσματική προστασία απέναντι στο τυχαίο και γενικά ως ασφαλιστική δικλίδα απέναντι στην αδυναμία του ανθρώπου ως ατόμου.
3 Η άλλη πλευρά έχει, ακροθιγώς, ως εξής: “Η εκμετάλλευση έχει αναδειχθεί τόσο συστηματικά ως η κεφαλαιώδης διάσταση του αποικιακού προβλήματος, ώστε αξίζει να την προσέξουμε ιδιαίτερα. Εξάλλου, εκμετάλλευση…έχει ασκηθεί τόσο συχνά και τόσο συστηματικά, αλλά και τόσο αμείλικτα σε βάρος των πρωτόγονων λαών του κόσμου, ώστε θα ήμασταν τελείως αναίσθητοι αν δεν της παραχωρούσαμε την κεντρική θέση σε οποιαδήποτε εξέταση του αποικιακού προβλήματος…Η καταστροφή των κοινοτήτων των ιθαγενών ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της ραγδαίας και βίαιης κατάλυσης των βασικών τους θεσμών. Οι θεσμοί αυτοί διαταράσσονται από το γεγονός ότι μια οικονομία της αγοράς επιβάλλεται σε μια κοινότητα που είναι οργανωμένη εντελώς διαφορετικά…”. Καρλ Πολυάνι, Ο μεγάλος μετασχηματισμός, εκδ. Νησίδες, σ. 157.
4 Βλ. Ρ. Σένετ, Ο ελαστικοποιημένος άνθρωπος, εκδ. Σαββάλας, απ’ όπου και οι αφορμές για μερικές από τις σκέψεις που κάνουμε εδώ.
5 Βλ. ενδεικτικά τα βιβλία του Ζ. Μπάουμαν, Σπαταλημένες ζωές, οι απόβλητοι της νεωτερικότητας, εκδ. Κατάρτι και Ρευστοί καιροί, η ζωή την εποχή της αβεβαιότητας, εκδ. Μεταίχμιο.
6 Ζ. Μπάουμαν, στο πρόσφατο (Νοέμβριος 2012) Παράπλευρες απώλειες, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.
7 Στ. Ράμφος, Ο “άλλος” του καθρέφτη, ψυχογραφία της αγωνίας μας, εκδ. Αρμός 2012, βλ. ενδεικτικά σ. 84: “Εμπιστευόμαστε τυφλά παραδομένοι στην προοπτική του αγνώστου. Το άγνωστο σαν προοπτική είναι ο χρόνος της προσδοκίας ήδη στο παρόν.”
8 Την ίδια ώρα που στην Ελλάδα γινόταν μια προσπάθεια “νοικοκυρέματος” των δημοσιονομικών οι μεγάλοι ξένοι επενδυτές πόνταραν(!) δισεκατομμύρια ευρώ στην έξοδο της χώρας από την ΕΕ.

 πηγή: Aντίφωνο, Περιοδικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ 4/2012

1 σχόλιο

  1. Ας το ξαναγράψουμε:
    [.. Η τραγωδία με την σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση, είναι ότι ψάχνουμε για «εθνική» λύση σε ένα παγκόσμιο πρόβλημα, ξεχωριστή για κάθε χώρα. Ακόμη πιο τραγικό είναι ότι δεν ψάχνουμε τη λύση εκεί που πρέπει, στον τόπο και το χρόνο της παραγωγικής διαδικασίας (δηλαδή στις επιχειρήσεις, στα εργοστάσια κλπ), εκεί που βγαίνουν τα υλικά αγαθά, ο πλούτος της κάθε κοινωνίας, αλλά την ψάχνουμε όσο γίνεται πιο μακριά (σε χρηματιστήρια, τράπεζες και σε παρόμοια «αγαθόεργα» Ιιδρύματα, ακόμη και σε Εκκλησίες). Η περίπτωση θυμίζει εκείνο το ανέκδοτο που ένας μεθυσμένος, έψαχνε ένα βράδυ, να βρει τα κλειδιά του σπιτιού του, όχι όμως εκεί που τα είχε χάσει, αλλά κάτω από μια κολόνα φωτισμού, γιατί εκεί είχε φως. Εμείς πιστεύουμε ότι πρέπει να ψάξουμε τη λύση (λέμε ακόμη μια φορά), στον τόπο και στο χρόνο (process) της παραγωγικής διαδικασίας. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. ..]
    περισσότερα στο :
    http://www.vostiniotismos.blogspot.gr/2011/03/blog-post_22.html#more

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here